2026.01.23

Ένα ακόμη αυτοβιογραφικό αφήγημα, μια Βιωματική Ιστορία, του Ζάχου Χατζηφωτίου για τις περιπέτειες της γενιάς του στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την “μπελ επόκ” της μεταπολεμικής Αθήνας.
Λίγα λόγια από τον συγγραφέα:
“Η πρώτη σκέψη που μου πέρασε από το νου, εντελώς αυθόρμητα, ήταν να βάλω ως τίτλο σε τούτο το βιβλίο: “1940: η τυχερή γενιά μας”, διακινδυνεύοντας να γίνω δυσάρεστος σε ανθρώπους της ηλικίας μου, και δεν θα ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά. Λες και τους άκουγα: “Πού βρήκε ο χριστιανός την τύχη σ’ αυτή τη γενιά που μόνο βάσανα είχε, πολέμους, στερήσεις, κατοχές, θύματα και κινήματα, πίκρες, φτώχεια, αγωνίες, αρρώστιες, ξεριζωμούς, διχασμούς κι όλα τα δεινά;”
Κι ενώ ετοιμαζόμουν να τους αντικρούσω κάπως έτσι: “Ναι, είχε πίκρες, αλλά την πίκρα τη διαδέχτηκε η δόξα. Ναι, είχε πολέμους, αλλά πέτυχε νίκες. Ναι, μάτωσε, αλλά γέννησε και ήρωες. Ναι, είχε φτώχεια, αλλά ήταν πλούσια σε έρωτα”, ξαφνικά μια δεύτερη σκέψη εμφανίστηκε αποφασιστικά και, χωρίς ν’ ακυρώσει την πρώτη, μου ψιθύρισε: “1940: η γενιά των γενναίων“. Κι έτσι ήταν. Δεν ήταν; Αυτό κανείς δεν θα μπορεί αλλά και δεν θα θέλει να το αμφισβητήσει, από όποια ιδεολογική, πολιτική ή κοινωνική σκοπιά κι αν βλέπει τα πράγματα.”

Απόσπασμα μερικών σελίδων από το Βιβλίο του Ζάχου Χατζηφωτίου. “1940 Η γενιά των Γεναίων
Ο πόλεμος, είπαμε, είχε και τις κακές στιγμές του. Για τις καλές θα σας τα πω αργότερα, για τους μήνες που έζησα στη Βηρυτό. Τώρα όμως θα σας γράψω ένα κομμάτι από τα πιο σκληρά που μου έτυχαν στα πέντεμισι χρόνια πολέμου που έζησα τότε.
Ήταν το φθινόπωρο του 1944, μόλις δύο μήνες πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Ελλάδα. Βρισκόμουν με την 3η Ορεινή Ταξιαρχία στην Ιταλία, λίγες ημέρες πριν από τη μεγάλη επίθεση για την κατάληψη του Ρίμινι. Ήταν μια κακιά σημαδιακή νύχτα εκείνη της 13ης Σεπτεμβρίου 1944. Στις εννέα η ώρα, μάθαμε πως μια ώρα πριν από τα μεσάνυχτα θα γίνει η μεγάλη εξόρμηση, με δύναμη δύο ταγμάτων – 1ο και 3ο – και αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της γραμμής Μπατάρα – Μαλντόνι – Μοναλντίνι – Μοντισέλι. Αυτό σήμαινε επίθεση σε ένα μέτωπο πλάτους τουλάχιστον δυόμισι χιλιομέτρων, με τέσσερα καλά οχυρωμένα σημεία αντιστάσεως, όπως ήταν αυτές οι τέσσερις αγροικίες, οι οποίες είχαν αντισταθεί και αντέξει στις μεμονωμένες επιθέσεις διμοιριών, που είχαν κοστίσει δεκάδες νεκρούς.

Πρώτο κινήθηκε το 3ο Τάγμα και στις δωδεκάμισι, δηλαδή μιάμιση μόνο ώρα μετά, η διμοιρία υπό τον υπίλαρχο Μπουρδάκο ανέφερε ότι κατέλαβε τη Μπατάρα και προχωρεί προς Μαλντόνι. Προς Μαλντόνι προχωρούσε και ο λόχος Γιαννοπούλου. Στις δύο το πρωί, ολόκληρο το 1ο Τάγμα, με τέσσερις λόχους των λοχαγών Θωμόπουλου, Σπηλιόπουλου, του γενναίου λοχαγού Κόρκα και του ανθυπολοχαγού Παπαχυριακόπουλου, έκανε επίθεση κατά του Μοναλντίνι και του χωριού Μοντισέλι. Γενικώς, η εξόρμηση αυτή, οποία εξελίχθηκε σε μεγάλη μάχη που κράτησε ολόκληρη την επόμενη ημέρα, προχωρούσε κανονικά και φαινόταν καθαρά πως η έκβασή της ήταν υπέρ της ταξιαρχίας.
Εν τω μεταξύ, μια ώρα πριν από την εξόρμηση, κατά τις δέκα το βράδυ, ήρθε ένας μοτοσικλετιστής από το Σταθμό Διοικήσεως, με διαταγή να κινηθώ με το δικό μου όχημα και δύο μικρότερους γερανούς μπροστά στη γραμμή εξορμήσεως και να αναμένω διαταγές. Στις έντεκα παρά τέταρτο ήμουν εκεί και, αφού καμουφλάραμε τα οχήματα κάτω από μεγάλα δέντρα, περιμέναμε. Ο Βαγγέλης είχε κέφια. «Απόψε», μου λέει, «έχουμε Ζουρ Φιξ». Το ήξερε, μου είπε, το Ζουρ Φιξ, γιατί πήγαινε σε κάτι αναψυκτήρια, στον Πειραιά, και άκουγε «μεγάλους» τραγουδιστές και τον τενόρο Ντενόγια — πού τον ξέθαψε τον Ντενόγια, ένας Θεός ξέρει. Ο Ντενόγια γεννήθηκε στην Ελλάδα, από Ιταλούς γονείς, και ούτε ιταλικά δεν ήξερε. Πιο πολύ Ρωμιός και από τον Βαγγέλη, αλλά όταν κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, το ’40, τον χώσανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως ως επικίνδυνο Ιταλό κατάσκοπο. Ιστορίες για αγρίους, που λένε… Ο Ντενόγια κατάσκοπος! Τέλος πάντων. Ο Βαγγέλης επέμενε πως θα έχουμε «πολύ Ζουρ Φιξ» απόψε.
Στις έντεκα ακριβώς, ξεκίνησαν τα μηχανοκίνητα. Ένα τζιπ πήγαινε μπροστά με δύο ανθυπολοχαγούς, ακολουθούσαν μερικά τεθωρακισμένα ερπυστριοφόρα μεταφοράς προσωπικού, κάπου στη μέση ήταν το τζιπ με το λοχαγό και άλλους δύο αξιωματικούς, και ακολουθούσαν πέντ’ έξι ακόμη τεθωρακισμένα μεταφοράς προσωπικού, με δεκαπέντε έως είκοσι στρατιώτες το καθένα. Ξεκίνησαν από πολλές μεριές, και οι διάδρομοι, δηλαδή οι χωματόδρομοι με τις πολλές αυλακιές μέσα στα χωράφια, ήταν καθαρισμένοι από νάρκες και ασφαλείς. Άλλωστε, τόσα πηγαινέλα είχαν γίνει προς αυτές τις αγροικίες. Τώρα ξεκινούσαν και τα τελευταία οχήματα, από όλες σχεδόν τις διμοιρίες, όταν ξαφνικά είδα πως σε μια ακριανή φάλαγγα είχε «μπουκώσει» η μηχανή του τελευταίου τεθωρακισμένου και δεν έπαιρνε μπροστά. Η φάλαγγα είχε προχωρήσει και αυτό δεν έπαιρνε μπροστά. Κάποια στιγμή, ο οδηγός τα κατάφερε, και γέμισε τον τόπο καπνούς από άκαυστη βενζίνα, με τα μαρσαρίσματα που έκανε. Η φάλαγγά του, βεβαίως, είχε χαθεί μέσα στο σκοτάδι, αλλά αυτός θα ακολουθούσε τις ροδιές των άλλων και θα τους έφτανε… και, ξαφνικά, ενώ είχε προχωρήσει καμιά πενηνταριά μέτρα, άρχισε να φεύγει προς τα δεξιά, και από τη σκιά του όγκου του, μέσα από τις ανταύγειες της ασυννέφιαστης νύχτας, φαινόταν καθαρά πως ακολουθούσε λάθος δρόμο. Μέχρι και ο Βαγγέλης απόρησε:
«Πού πάει, ρε, αυτός…» Ο Βαγγέλης δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του, και… δύο, όχι μια αλλά δύο νάρκες απανωτές τινάχτηκαν, φωτίζοντας με τη λάμψη τους ολόκληρο το τραγικό σκηνικό. «Νά το το Ζουρ Φιξ», λέει ο Βαγγέλης και πηδάει μέσα στο αμάξι, στη θέση του. Εγώ ήδη έβαζα μπρος και ούτε περίμενα διαταγές και τα τοιαύτα.
Μόνο που σκεφτόμουν πως καμιά εικοσαριά άντρες με τον αξιωματικό τους ήταν παγιδευμένοι μέσα στο ναρκοπέδιο, με καμιά ελπίδα να βγουν έξω μόνοι τους, ήταν αρκετό για να μην περιμένω να με διατάξουν τι θα κάνω. Τους άναψα δύο φορές έναν κόκκινο προβολέα, που είχα επάνω ψηλά στο γερανό, για να δουν πως τους πήρα είδηση, και ξεκίνησα από το χωματόδρομο που είχαν ακολουθήσει όλοι. Όταν προχώρησα κάπου πενήντα μέτρα σ’ αυτόν το δρόμο, είδα δεξιά — όσο μπορούσα να δω, μέσα στο μαύρο σκοτάδι — έναν παράδρομο, που το πολύ να είχαν περάσει δύο αυτοκίνητα απ’ αυτόν, να φεύγει προς τα δεξιά. Τώρα, πώς τον είδε τον παράδρομο αυτόν, μέσα στη νύχτα, ο οδηγός του τεθωρακισμένου, ήταν απορίας άξιον. Στάθηκα εκεί. Αυτός είχε ακολουθήσει τον παράδρομο, τουλάχιστον εξήντα με εβδομήντα μέτρα, και βεβαίως έπεσε στις νάρκες, διότι είπαμε, έξω από τους διαδρόμους που εμείς είχαμε ανοίξει, τα χωράφια ήταν γεμάτα νάρκες.
Τα προβλήματα ήταν πολλά και το σοβαρότερο ήταν: Πόσο μακριά από κει βρίσκονταν άραγε οι Γερμανοί; Τους πήραν είδηση και έρχονταν απ’ τους διαδρόμους που ξέρανε αυτοί; Τους περίμεναν να κατέβουν από το τεθωρακισμένο, για να τους θερίσουν; Κανένας δεν τα ήξερε αυτά. Πήρα το συρματόσχοινο του «εργάτη» με το γάντζο και προχώρησα με μεγάλη προσοχή πάνω στις ροδιές του τεθωρακισμένου. Ο Βαγγέλης είχε μείνει στο γερανό και βοηθούσε με τα χέρια του να ξετυλίγεται ο «εργάτης», για να μην έχω εγώ όλο το βάρος. Πρέπει να έκανα μισή ώρα γι’ αυτά τα εξήντα μέτρα, ώσπου να φτάσω στο τεθωρακισμένο, γιατί δεν ήταν μονάχα ότι πήγαινα σημειωτόν επάνω στις ροδιές, αλλά φρόντιζα και το συρματόσχοινο που τράβαγα, για να μη φεύγει έξω από τις πατημασιές και μου τινάξει καμιά νάρκη.
Όταν έφτασα, ήταν όλοι τους παγωμένοι, ακίνητοι και αμίλητοι από το φόβο. Ανέβηκα στο τεθωρακισμένο. Αυτά δεν είχαν σκέπαστρο, ήταν ανοιχτά από πάνω και πήδησα μέσα. Πλησίασε αμέσως ο ανθυπολοχαγός, ο οποίος πρέπει να πω πως ήταν πιο ψύχραιμος από τους άλλους, οι οποίοι ήταν γενναίοι στρατιώτες – το γεγονός όμως ότι ήταν παγιδευμένοι μέσα στο ναρκοπέδιο, μην ξέροντας πώς να βγουν και ότι, από στιγμή σε στιγμή, μπορούσαν να έρθουν οι Γερμανοί να τους πιάσουν μέσα στο κλουβί, δεν ήταν και πολύ ευχάριστη κατάσταση. «Τι μπορείς να κάνεις;» μου λέει ο λοχαγός, με σχετική αγωνία. «Να κατέβω μπροστά να δω. Πάντως, οι ερπύστριες πίσω είναι καλά, τσουλάνε, και αν οι μπροστινές ρόδες έχουν μείνει, μπορώ να το τραβήξω πίσω από τις ίδιες ροδιές που ήρθε».
Πήγα μπροστά, κρεμάστηκα από το καπό, γιατί όπου δεν είχε πατήσει το αυτοκίνητο, δεν κατέβαινα, και είδα πως η μια ρόδα υπήρχε. Η άλλη, που είχε πατήσει τις δύο νάρκες, είχε διαλυθεί και το ακροαξόνιο ακουμπούσε στο χώμα. Γυρίζω και λέω στον ανθυπολοχαγό: «Θα πάω πίσω και θα δοκιμάσω να σας τραβήξω», και, γυρίζοντας στον οδηγό, που ήταν γερμένος στο πλάι και έμοιαζε να κοιμάται, του λέω: «Την έκανες που την έκανες τη ζημιά, ξύπνα και κράτα δυνατά το τιμόνι ίσιο». «Τι του μιλάς αυτουνού;» μου λέει ο ανθυπολοχαγός, «έχει πεθάνει». Σκύβω και τι να δω; Και τα δύο πόδια κομμένα από πάνω απ’ το γόνατο. Και ούτε σακιά με άμμο είχε στο αυτοκίνητό του, ούτε τίποτα.
Πέθανε από αιμορραγία, μέσα σε δέκα λεπτά… άξιος της τύχης του, σκέφτηκα, και είπα του αξιωματικού να βάλει κάποιον να κρατά το τιμόνι ίσια. «Και αν», μου λέει, «κατεβάσω τους άντρες και βγούνε ένας ένας, όπως ήρθες εσύ, επάνω στις ροδιές;» «Αποκλείεται», του είπα, «φοράνε αρβύλες με καρφιά και θα τραβήξουν τις μαγνητικές και είναι ζήτημα αν βγούνε οι μισοί. Για κοίτα τα δικά μου άρβυλα, έχουν από κάτω λάστιχο».
Έφυγα, αφού κοτσάρισα πίσω στο τεθωρακισμένο τον «εργάτη» και γύρισα από τις ίδιες ροδιές στο γερανό. Ο Βαγγέλης έκανε το σταυρό του και μου είπε: «Δόξα τω Θεώ που ήρθες, σε είχα για μακαρίτη εκεί που πήγες». Δεν ξέρω πώς μου ήρθε, αλλά αυτές οι μικροψυχίες και οι άσκοποι συναισθηματισμοί με νευρίαζαν: «Τι τρίχες είναι αυτές που μας λες νυχτιάτικα, ρε Βαγγέλη; Άντε βάλε τάκους στις ρόδες, να αρχίσω να τραβάω, κι αυτοί εκεί μέσα έχουν στοιχειώσει απ’ τη λαχτάρα τους».
Και, πράγματι, σε δύο λεπτά, αφού έδεσα όλα τα φρένα του «Μακ», άρχισα να τραβάω. Μούγκριζε άσχημα το θηρίο, αλλά σιγά σιγά, μέτρο μέτρο, τους έφερνε πίσω. Θα τους είχα φέρει τουλάχιστον τριάντα μέτρα πίσω, απ’ αυτά τα εξήντα που είχαν μπει μέσα στο ναρκοπέδιο, χωρίς να αγγίξουνε πουθενά νάρκη. Το τεθωρακισμένο όμως γινόταν όλο και πιο βαρύ. Τώρα, το έφερνα πόντο πόντο. Σταμάτησα, γιατί δεν επρόκειτο να κάψω τη μηχανή του θηρίου άσκοπα. Τι είχε συμβεί; Αυτό το ακροαξόνιο της σπασμένης ρόδας είχε πια χωθεί, από το τράβηγμα, μέσα στη γη σαν άροτρο και δεν κούναγε καθόλου. Δοκίμασα μια φορά ακόμη, αλλά, αντί να έρθει το τεθωρακισμένο προς τα έξω, μου τράβαγε το «Μακ» μέσα στο ναρκοπέδιο. Τόσο βαθιά είχε χωθεί αυτό το…αναθεματισμένο ακροαξόνιο μέσα στη γη, που έσουρε ολόκληρο θηρίο, το «Μακ», προς τα μέσα. «Άκου, Βαγγέλη», του είπα, αφού σκέφτηκα λιγάκι, «πάρε από μέσα ένα γρύλο μεγάλο, υδραυλικό, και θα έρθεις μαζί μου μέσα. Θα σηκώσουμε το τεθωρακισμένο μπροστά και θα του κοτσάρουμε τη ρεζέρβα του, αυτά δεν έχουν ζάντες, οι ρόδες μπαίνουν κατευθείαν στο ακροαξόνιο με πολύσφηνο. Θα γυρίσουμε και θα το τραβήξουμε». «Έγινε», είπε ο Βαγγέλης, και τον είδα να κατεβάζει ένα γρύλο, θηρίο ίσαμε σαράντα κιλά, και να τον κόβει στον ώμο.
«Πρόσεχε», του είπα, ενώ έμπαινα στο ναρκοπέδιο, «με το βάρος που σηκώνεις, να πατάς ακριβώς στις πατημασιές μου». «Εντάξει», μου είπε και προχωρήσαμε. Ήταν εύκολο να με ακολουθεί, γιατί εν τω μεταξύ χάραζε και έβλεπε καλύτερα. Από την άλλη μεριά αυτό ήταν πολύ κακό, γιατί θα άρχιζαν να μας βλέπουν οι Γερμανοί, απέναντι, που ακόμη δεν ξέραμε πόσο μακριά ήταν. Φτάσαμε στο τεθωρακισμένο, χωρίς πρόβλημα. Σκύψανε δυο-τρεις φαντάροι από πάνω και πήραν το γρύλο από την πλάτη του Βαγγέλη. Πηδήξαμε κι εμείς μέσα στο τεθωρακισμένο. Ανήσυχα τα παιδιά με ρωτάγανε: «Τι θα γίνει, κυρ λοχία; Θα μας βγάλεις από δω;» Και είχαν δίκιο οι φουκαράδες, τρεις ώρες καθηλωμένοι, τους είχε φάει η αγωνία. «Πάει, τελείωσε», τους είπα, «μη στενοχωριέστε, σε λίγο θα είμαστε έξω». Τα έλεγα, μα δεν τα πίστευα.
Προχωρήσαμε με τον Βαγγέλη, βγάλαμε τη ρεζέρβα, που ήταν δεμένη με λουριά πάνω στο καπό, την κατεβάσαμε κάτω, μπροστά στο τεθωρακισμένο, και μετά κατεβάσαμε και το γρύλο. Τώρα πια πατάγαμε σε… παρθένο έδαφος. Εδώ δεν είχε αυλακιές. Εδώ μόνο ο Θεός αποφάσιζε για μας.
«Όλοι στο πίσω μέρος», τους είπα, για να ελαφρύνει μπροστά και να μπορέσει ο γρύλος να το σηκώσει. Πήγαν οι φουκαράδες τρεχάλα και στοιβάχτηκαν ο ένας πίσω στον άλλον. Το σηκώσαμε μάλλον εύκολα, το μπροστινό μέρος. Άλλο ήταν το κακό. Τώρα πια βλέπαμε σχεδόν καθαρά. Ξημέρωνε για τα καλά. Δεν βλέπαμε όμως μόνο εμείς. Κανονικά, έπρεπε να μας βλέπουν και οι άλλοι. Μισό μέτρο μέσα στη γη είχε χωθεί αυτό το αναθεματισμένο ακροαξόνιο και μας καθυστέρησε. Περάσαμε τη ρεζέρβα πολύ γρήγορα και τη χτυπήσαμε με μια βαριά που βρήκαμε μέσα στο τεθωρακισμένο, για να σφηνώσει, και όσο κρατήσει. Αυτό ήτανε. Η βαριά ακούστηκε σαν πυροβολισμός μέσα στην ησυχία της αυγής. Και, ξαφνικά, μια ριπή πολυβόλου από τα δεξιά γάζωσε τη μια πλευρά του τεθωρακισμένου.
όλοι πέσανε κάτω, μέσα στο τεθωρακισμένο, και έτσι αυτοί μεν δεν κινδυνεύανε, αλλά ο Βαγγέλης κι εγώ ήμασταν απέξω, ευτυχώς από την αριστερή μεριά, ενώ οι Γερμανοί χτύπησαν από δεξιά, άρα ήταν δεξιά μας. Από τον κρότο δε του πολυβόλου που χτύπησε, φαινόταν πως οι Γερμανοί δεν πρέπει να απείχαν περισσότερο από εκατόν πενήντα με διακόσια μέτρα, το πολύ.
Σε μια στιγμή, ενώ τελειώναμε πια, σκύβει ο ανθυπολοχαγός και μου λέει: «Δεν θα απαντήσουμε στα πυρά, γιατί στο μισοσκόταδο αυτοί θα νομίζουν πως είναι κάποιο χαλασμένο και εγκαταλειμμένο όχημα, που έπεσε σε νάρκη. Μόνο, άντε, τελειώνετε, και πήγαινε έξω να μας τραβήξεις». Ξύπνιο το κόλπο του ανθυπολοχαγού, να μην ανοίξει μάχη με τους απέναντι, πριν μπορέσει να βγάλει τους άντρες μέσα από το τεθωρακισμένο. Αν κατάφερνα να τους τραβήξω αυτά τα τριάντα μέτρα, ως τον κανονικό δρόμο, αυτοί θα βγαίνανε, θα ακροβολίζονταν, δηλαδή θα σκορπάγανε, και χωρίς πρόβλημα θα γύριζαν πίσω, στις γραμμές μας, ενώ η μάχη μέσα από το τεθωρακισμένο ήταν μάταιη και καταδικασμένη. Έναν όλμο θα έριχναν οι Γερμανοί και θα μας καίγανε όλους σαν τα ποντίκια.
Είχαμε τελειώσει, εγώ ήμουν ακόμη σκυμμένος και έβαζα μια «κοπίλια» στο ακροαξόνιο, για να σιγουρέψω τη ρόδα, ο Βαγγέλης σηκώθηκε όρθιος να βάλει το γρύλο μέσα στο όχημα, και εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας μόνο πυροβολισμός, και ήταν σφαίρα σκοπευτή. Ακούστηκε ένα «ωχ» και ο Βαγγέλης σωριάστηκε κάτω, δίπλα μου. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν ένα «όχι», και επανέλαβα «όχι, δεν είναι δυνατόν», τον πήρα αγκαλιά και του κράτησα το κεφάλι στο μπράτσο μου. «Όχι, Βαγγέλη», του ’λεγα. «Θα σε πάω πίσω τώρα και θα γίνεις καλά». Και καθώς τα έλεγα αυτά, γέμιζε αίματα. Είχε μια πληγή, λίγο πάνω απ’ την καρδιά, και το βλήμα είχε βγει από πίσω και του είχε ανοίξει μια τρύπα ίσαμε ένα πορτοκάλι. Ο Βαγγέλης με κοίταζε άφωνος και το βλέμμα του χανόταν. «Κουράγιο, Βαγγέλη μου», του είπα, και εκείνος ψιθύρισε: «Ως εδώ ήτανε…» και έκλεισε τα μάτια. Τέτοιο πόνο και τέτοια απόγνωση δεν είχα ξανανιώσει στη ζωή μου. Είχα κολλήσει το μάγουλό μου στο μέτωπό του και έκλαιγα. Μπορεί να ήμουν συνηθισμένος να σκοτώνονται γύρω μου, αλλά ο Βαγγέλης ήταν άλλο πράγμα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Εκείνη την ώρα, άλλη μια ριπή πολυβόλου χτύπησε στη δεξιά πλευρά και σταμάτησε. Οι Γερμανοί, φαίνεται, δεν είχαν ξεκαθαρίσει αν υπήρχαν άνθρωποι μέσα στο τεθωρακισμένο ή αν ήταν εγκαταλειμμένο όχημα. Όσο γι’ αυτόν που χτύπησε τον Βαγγέλη, ίσως να είδε μια σκιά στο μισοσκόταδο, έτσι όπως σηκώθηκε εκείνος να δώσει το γρύλο, και τον σημάδεψε, χωρίς να είναι βέβαιος για τίποτα.
«Έλα, τελείωνε», μου είπε ο ανθυπολοχαγός, με ύφος μάλλον επιτακτικό. Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα και η ματιά μου είχε τέτοια οργή, τέτοιο πόνο, που δεν ξαναμίλησε. Σήκωσα τον Βαγγέλη, τον ξάπλωσα στο μπροστινό κάθισμα και είπα στον οδηγό που με βοήθησε να κρατάει ίσια το τιμόνι. Πήγα στο πίσω μέρος του τεθωρακισμένου και πήρα πάλι τις ροδιές, μόνο που τώρα έφεγγε και ήμουν εκτεθειμένος σ’ αυτούς τους φοβερούς σκοπευτές. Πήγαινα πολύ σκυφτός, σχεδόν με τα τέσσερα. Κάτι θάμνοι με κάλυπταν από τη δεξιά μεριά, εκεί όπου ήταν οι Γερμανοί. Όπου δεν είχε θάμνους, πήγαινα έρποντας. Έτρεμα, όχι από φόβο, αλλά από το σοκ, και είχα τον Βαγγέλη συνεχώς στα μάτια μου να μου λέει «ως εδώ ήτανε…». Το κατάλαβε, ο έρημος, πως εδώ έσβηνε το καντήλι του και το είπε αποβραδίς, λες και το διαισθάνθηκε… «Απόψε θα ’χουμε Ζουρ Φιξ» – και ήταν το Ζουρ Φιξ το δικό του.
Έφτασα στο χωματόδρομο, πήδηξα μέσα στο «Μακ» και άρχισα σιγά σιγά να φέρνω πίσω με τον «εργάτη» το όχημα με τους είκοσι δυστυχισμένους φαντάρους, και τον Βαγγέλη και τον οδηγό νεκρούς. Ευτυχώς, το όχημα ρολάριζε καλά, με τη ρεζέρβα που του είχε βάλει ο δύσμοιρος ο Βαγγέλης γρήγορα έφτασε στο χωματόδρομο. Κατέβηκαν αμέσως οι άντρες, σκόρπισαν και κινήθηκαν αργά, προς τα πίσω, για τις γραμμές μας. Όλοι τους, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον, μου δείξανε την ευγνωμοσύνη τους, και ο ανθυπολοχαγός, μάλιστα, ήρθε και με χτύπησε στην πλάτη: «Μη στενοχωριέσαι για το φίλο σου, να είσαι υπερήφανος που έσωσες είκοσι Έλληνες στρατιώτες». «Έχασα τον καλύτερό μου σύντροφο», του είπα. Εκείνος μου απάντησε «αυτά έχει ο πόλεμος», και έφυγε.
Νά τα μας, σκέφτηκα, ήρθε τώρα τούτος ο φρέσκος να μου πει εμένα τι είναι ο πόλεμος. Και όπως είχα τη στενοχώρια μου, νευρίασα και φώναξα, και ούτε μ’ ενδιέφερε αν με άκουσε: «Άι στο διάολο, βρε μαλάκα, κουραμπιέ». Αυτός ο «κουραμπιές» όμως έκανε αναφορά στην ταξιαρχία και πρότεινε τον Βαγγέλη για αριστείο ανδρείας μετά θάνατον κι εμένα να προαχθώ επί ανδραγαθία για το βαθμό ανθυπασπιστού. Βεβαίως, ποτέ δεν έγινα ανθυπασπιστής, γιατί εν τω μεταξύ γυρίσαμε στην Ελλάδα και όλα αυτά μείνανε στα χαρτιά.
Το έχω ξαναπεί πως αυτή η πατρίδα που λέγεται Ελλάδα έχει πολύ ασθενή μνήμη. Ξεχνάει πολύ γρήγορα και τους ήρωες και τους προδότες.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΖΑΧΟΥ ΧΑΤΖΗΦΩΤΙΟΥ
Καταγόταν από τα Ψαρά η οικογένειά του έφυγε από το νησί το 1824, μετά την καταστροφή του από τους Τούρκους και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Σύρο και τελικά στην Αθήνα, στην Πλάκα, όπου και γεννήθηκε ο Χατζηφωτίου στις 28 Σεπτεμβρίου 1923. Αποφοίτησε από το Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Κατοχή της Ελλάδας, σε ηλικία 17 ετών, διέφυγε στην Αίγυπτο, όπου έλαβε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις, πρώτα ως στρατιώτης στους Ποντικούς της Ερήμου, στην πολιορκία του Τομπρούκ, και μετά συμμετέχοντας στην Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία, η οποία μπήκε πρώτη στο Ρίμινι, όπου και παρασημοφορήθηκε. Στα Δεκεμβριανά, η ομάδα υπό τις διαταγές του ανέλαβε την εκδίωξη μικρού θύλακα του ΕΑΜ που είχε καταφύγει κοντά στο ρεύμα του Αρδηττού χωρίς θύματα, όπως υποστηρίζει ο ίδιος.
Μετά το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του εργάστηκε στις επιχειρήσεις της οικογένειάς του (βιομηχανία και εμπόριο υφασμάτων) μέχρι το 1956. Από το 1956 και μέχρι το 1962 διετέλεσε διευθυντής εκδοτικού οίκου στο Παρίσι. Την περίοδο 1962-1970 δραστηριοποιήθηκε στη ναυτιλία και από το 1970 εμφανίζεται πλέον ως συγγραφέας και δημοσιογράφος. Υπήρξε χρονογράφος στην Καθημερινή (1974-1977), στον Ταχυδρόμο με το ψευδώνυμο «Ίακχος» από το 1975 και στα Νέα ως «ο Διακριτικός» από το 1977. Εργάστηκε στην ΥΕΝΕΔ και έγινε γνωστός από την εκπομπή Το πεντάλεπτο του Ζάχου Χατζηφωτίου.
Είναι συγγραφέας των βιβλίων Τα εν οίκω… εν δήμω, Πωλείται συνείδησις, Συννεφιάζει και στη Μύκονο, Πάντα την Κυριακή», Ο Ίακχος κι εγώ, 100 εκπομπές, Χιούμορ και ζωγραφική, Τα μονοπάτια του πολέμου και άλλα.


Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος
