Ο «Βαρδιάνος στα σπόρκα» (1893) είναι γραμμένο με αφορμή την επιδημία χολέρας του 1865, το έργο προσφέρει μια συγκλονιστική περιγραφή των Λοιμοκαθαρτηρίων (Λαζαρέτων), των δομών καραντίνας και της ψυχολογίας της μάζας απέναντι στο μίασμα. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με ζωντανό τρόπο, τη ναυτική ζωή των νησιωτών, τα ήθη της Σκιάθου, τον φόβο των ανθρώπων μπροστά στις επιδημίες, την αυστηρότητα των υγειονομικών μέτρων της εποχής.
Ο Παπαδιαμάντης, που μεγάλωσε σε ναυτική κοινωνία και άκουγε συχνά τέτοιες ιστορίες, ίσως είχε δει και ο ίδιος πλοία σε καραντίνα όταν ήταν παιδί. Φαίνεται ότι, πήρε το βασικό συναίσθημα της μητρικής αγωνίας από πραγματικές αφηγήσεις και το το μετέτρεψε σε λογοτεχνική πλοκή. Δημιούργησε τη μορφή της Σκεύως, η οποία πηγαίνει ακόμη πιο μακριά, μεταμφιέζεται σε βαρδιάνο. Έτσι ένα πραγματικό περιστατικό, πιθανόν έγινε ο πυρήνας της φανταστικής ιστορίας. Η μέθοδος αυτή είναι χαρακτηριστική του συγγραφέα, αντλεί θέματα από την προφορική παράδοση των νησιών, βασίζει την αφήγηση σε αληθινά ή αληθοφανή γεγονότα, χρησιμοποίησε πραγματικά τοπωνύμια, πραγματικές περιγραφές της υγειονομικής οργάνωσης και ναυτικές πρακτικές. Γι’ αυτό το έργο φαίνεται τόσο ρεαλιστικό και ζωντανό που ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διαβάζει ιστορικό αφήγημα.

Μια Σύνοψη του Έργου.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Σκιάθο, πατρίδα του συγγραφέα, στα μέσα του 19ου αιώνα. Την εποχή εκείνη εμφανίζεται επιδημία χολέρας στην Ανατολή και υπάρχει φόβος ότι μπορεί να μεταφερθεί στα ελληνικά νησιά μέσω των πλοίων. Για τον λόγο αυτό δημιουργούνται υγειονομικοί σταθμοί καραντίνας. Τα πλοία που θεωρούνται ύποπτα για μόλυνση δεν επιτρέπεται να μπουν στο λιμάνι αλλά αγκυροβολούν μακριά από την ακτή, σε απομονωμένο χώρο που οι ντόπιοι αποκαλούν «σπόρκα» (μολυσμένα). Εκεί τοποθετείται ένας φύλακας – ο βαρδιάνος – που επιβλέπει τα πλοία και επιβάλλει την καραντίνα. Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι μια δυναμική γυναίκα της Σκιάθου, η Σκεύω. Είναι μητέρα ναυτικών και γυναίκα θαρραλέα, αποφασιστική και γεμάτη αγάπη για τα παιδιά της. Ο γιος της είναι ναυτικός σε πλοίο που επιστρέφει από την Ανατολή. Όταν φτάνει η είδηση ότι το πλοίο θεωρείται ύποπτο για πανώλη, το καράβι τίθεται σε καραντίνα στα «σπόρκα», μακριά από το νησί. Η Σκεύω αγωνιά για τον γιο της. Δεν μπορεί να τον πλησιάσει ούτε να μάθει νέα του, επειδή οι υγειονομικοί κανόνες απαγορεύουν κάθε επαφή.
Η μητρική αγωνία την οδηγεί σε ένα τολμηρό σχέδιο. Μαθαίνει ότι χρειάζεται φύλακας για να επιτηρεί τα πλοία της καραντίνας Η Σκεύω αποφασίζει να μεταμφιεστεί σε άνδρα και να παρουσιαστεί ως βαρδιάνος. Φορά ανδρικά ρούχα και προσποιείται ότι είναι ναυτικός, ώστε να προσληφθεί για την υπηρεσία. Το σχέδιο πετυχαίνει: διορίζεται φύλακας των «σπόρκων». Έτσι αποκτά πρόσβαση στο πλοίο όπου βρίσκεται ο γιος της.
Η Σκεύω εγκαθίσταται στο απομονωμένο σημείο όπου αγκυροβολούν τα πλοία της καραντίνας. Η ζωή εκεί είναι σκληρή, υπάρχει συνεχής φόβος για την ασθένεια, η απομόνωση, η δυσπιστία των κατοίκων και δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Η Σκεύω όμως υπομένει τα πάντα για χάρη του παιδιού της.
Η μεταμφίεση όμως δεν μπορεί να κρατήσει, διαισθάνεται ότι ο Γιατρός των Σπόρκων είχε καταλάβει την πλαστοπροσωπία και έγκαιρα του αποκαλύπτει την αλήθεια . Κατά τη διάρκεια της καραντίνας η Σκεύω κατορθώνει να βοηθήσει τον γιο . Παρά την παράβαση των κανόνων, οι γύρω της δεν την αντιμετωπίζουν με αυστηρότητα. Η πράξη της θεωρείται συγκινητική απόδειξη μητρικής αγάπης. Η καραντίνα τελικά λήγει και τα πλοία επιτρέπεται να επιστρέψουν στο λιμάνι. Η οικογένεια επανενώνεται και η Σκεύω επιστρέφει στην κανονική της ζωή, έχοντας αποδείξει την αυτοθυσία και τη δύναμη της μητρικής αγάπης.
Το διήγημα είμαι εκτενές, 63 σελίδες. Είναι αδύνατο να παρουσιασθεί στα πλαίσια της ανάρτησής μας. Θα σας παρουσιάσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα. Ολόκληρο το διήγημα ευρίσκεται στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη της ΕΕΥΕΔ εδώ.
Αποσπάσματα
Τα μέτρα της Κυβέρνησης και η συμπεριφορά των ανθρώπων.
Ἐναντίον τῆς χολέρας τοῦ 1865 διετάχθησαν ἐν Ἑλλάδι μακραὶ καὶ αὐστηραὶ καθάρσεις. Τότε τὰ νεόκτιστα λοιμοκαθαρτήρια τοῦ τόπου δὲν ἤρκεσαν πλέον καὶ δὲν ἐκρίθησαν κατάλληλα διὰ τὸν σκοπὸν τῶν καθάρσεων, καὶ διετάχθη πρὸς τοῖς ἄλλοις νὰ συσταθῇ ἔκτακτον λοιμοκαθαρτήριον ἐπὶ τῆς ἐρημονήσου Τσουγκριᾶ. Τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Αὐγούστου εἶχαν καταπλεύσει ὀλίγα πλοῖα. Μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἀριθμὸς τῶν κατάπλων ἐδιπλασιάσθη.
Ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης, ὅστις εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τῶν παραπηγμάτων, εἶχεν ἀρχίσει μετὰ ζήλου τὴν ἐργασίαν του. Εἶχε συναινέσει χάριν τῆς ἐργασίας, νὰ «σπορκαρισθῇ»* ἑκουσίως, ἤτοι νὰ συγκοινωνήσῃ ἐξ ἀνάγκης μὲ τοὺς ἐν καθάρσει καὶ μετάσχῃ καὶ αὐτὸς τῆς καθάρσεως. Εἰς τὴν ἀπόφασίν του ταύτην τὸν ἠκολούθησαν φιλοτίμως τέσσαρες ἐκ τῶν συναδέλφων του τεκτόνων ἐργαζόμενοι ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης ἐκάρφωνε μικρὰν δοκὸν ἐδῶ, μίαν σανίδα ἐκεῖ, καὶ εἶτα ἔτρεχε παρέκει. Ἤρχιζεν ἓν παράπηγμα, ἐκάρφωνε τρεῖς σανίδας διὰ τοῖχον, δύο πέταυρα διὰ στέγην, εἶτα τὸ ἄφηνεν ἀτελές, καὶ ἤρχιζεν ἄλλο παράπηγμα.
Μέσα εἰς τὴν ἐρημόνησον, ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης ἐφιλοτιμεῖτο νὰ κατασκευάσῃ πολλὰ παραπήγματα εἰς μίαν ἡμέραν καὶ κατεσκεύασε ἐντὸς δύο ἑβδομάδων πλεῖστα ἡμιτελῆ. Πέταυρον μισοκαρφωμένον, ἀποσπώμενον τὴν νύκτα, ἀπὸ τὸ φύσημα τῆς αὔρας, ἔπιπτεν εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς μισοκοιμισμένης γυναικὸς καὶ τοῦ πιπιλίζοντος τὴν θηλήν της βρέφους εἰς τὸ πλευρόν της.
Δὲν λέγομεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἦσαν ἐκτάκτως κακοί. Ἀλλοῦ ἴσως εἶναι χειρότεροι. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον κακὸν ὀφείλεται ἀναντιρρήτως εἰς τὴν ἀνικανότητα τῆς ἑλληνικῆς διοικήσεως. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χώρα αὕτη ἠλευθερώθη ἐπίτηδες διὰ ν᾽ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἱκανὴ πρὸς αὐτοδιοίκησιν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, ἀληθεύει ὅτι, εἰς τὴν ἐρημόνησον, τὴν χρησιμεύουσαν ὡς αὐτοσχέδιον λοιμοκαθαρτήριον, τὸ κρέας ἐπωλεῖτο ὑπὸ ἐλαστικῆς συνειδήσεως κερδοσκόπων ἀντὶ τριῶν δραχμῶν κατ᾽ ὀκάν, ὁ ἄρτος ἀντὶ ὀγδοήκοντα λεπτῶν καὶ ὁ οἶνος ἀντὶ δραχμῆς. Ὅσον διὰ τὸ νερόν, ἐπειδὴ τὸ μόνον πηγάδιον τὸ ὑπάρχον ἐπὶ τῆς ἐρημονήσου ταχέως ἐστείρευσε, κατήντησε νὰ πωληθῇ πρὸς δύο δραχμὰς ἡ στάμνα.
Φυσικά, ἡ μεγάλη πληθὺς τῶν ὑπὸ κάθαρσιν ταξιδιωτῶν ἦσαν ἄνθρωποι πτωχοί. Ὀλίγοι μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν εὔποροι. Οἱ κερδοσκόποι ἀπέθετον τὰ ἐμπορεύματά των εἰς τὴν ἄκραν τῆς ἀπωτάτης ἀκτῆς τῆς ἐρημονήσου, ἐλάμβανον τὰ λεπτά των καὶ ἔφευγον. Ἡ χολέρα δυνατὸν νὰ κολλᾷ εἰς κάθε πρᾶγμα, ἀλλ᾽ εἰς τὰ χρήματα ὄχι.
Ἐλέχθη ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων, τῶν παρασταθέντων τότε ὡς θυμάτων τῆς χολέρας, ἀπέθανον πραγματικῶς ἐκ πείνης. Ἴσως νὰ μὴν ὑπῆρξεν ὅλως χολέρα. Ἀλλ᾽ ὑπῆρξε τύφλωσις καὶ ἀθλιότης καὶ συμφορὰ ἀνήκουστος. Οἱ ἄνθρωποι, ὅλοι πάσχοντες, ἐσκληρύνοντο κατ᾽ ἀλλήλων, εἰς ἐπίμετρον, καὶ καθίστων τὴν δεινοπάθειαν ἀπείρως μεγαλυτέραν. Οἱ εὔποροι ἐκ τῶν καθαριζομένων ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν πτωχῶν, καὶ ἐμέμφοντο αὐτοὺς ὡς παραιτίους τῆς δυστυχίας δι᾽ αὐτῆς τῆς παρουσίας των. Οἱ πτωχοὶ ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν εὐπόρων, καὶ τοὺς ᾐτιῶντο ὡς προκαλοῦντας τὴν ἀκρίβειαν τῶν τροφίμων διὰ τῆς εὐπορίας των. Ὅλοι ὁμοῦ οἱ ὑπὸ κάθαρσιν ταξιδιῶται ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν κατοίκων τῆς πολίχνης, καὶ τοὺς κατηγόρουν ἐπὶ ἀσυνειδήτῳ αἰσχροκερδείᾳ καὶ σκληρότητι, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς ἦτο ὅτι δέκα μόνον ἄνθρωποι ἐκ τῆς ἐμπορικῆς καὶ τυχοδιωκτικῆς τάξεως, ἥτις πουθενὰ δὲν λείπει, ἦσαν οἱ αἰσχροκερδεῖς καὶ οἱ σκληροὶ ἐκμεταλλευταὶ τῆς δυστυχίας. Οἱ κάτοικοι τῆς πολίχνης ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν ταξιδιωτῶν, καὶ ἐμίσουν αὐτούς, διότι εἶχον ἔλθει νὰ τοὺς φέρωσι τὴν χολέραν. Κακὴ ὑποψία, δυσπιστία καὶ ἰδιοτέλεια χωροῦσα μέχρις ἀπανθρωπίας, ἐβασίλευε πανταχοῦ. Ὅλα ταῦτα ἦσαν εἰς τὸ βάθος καὶ ὁ φόβος τῆς χολέρας ἦτο εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χολέρα ἦτο μόνον πρόφασις, καὶ ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἀνθρώπων ἦτο ἡ ἀλήθεια. Τὸ δαιμόνιον τοῦ φόβου εἶχεν εὕρει ἑπτὰ ἄλλα δαιμόνια πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἶχε λάβει κατοχὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἀνθρώπων. (Σελ.21)
Ο χειρισμός των νεκρών :
Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ―ἡ δωδεκάδα, ὡς ἔλεγον αἱ γυναῖκες― εἶχε ψηφίσει συνδρομὴν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου δι᾽ ὑγιεινὰ μέτρα, καὶ εἶχε συστήσει περισσοτέραν καθαριότητα εἰς τοὺς κατοίκους. Ὁ δήμαρχος τὴν προτεραίαν εἶχε κηρύξει ἐπιχόλερον τὴν νῆσον Μεγάλον Τσουγκριᾶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον καταπλεύσει χθὲς δύο ἢ τρία τρεχαντήρια καὶ βρατσέραι ἐξ ἐπιχολέρων μερῶν. Τὰ πλοῖα ταῦτα ἦσαν ἀραγμένα ἐντὸς τοῦ ὅρμου τοῦ Ἁγίου Φλώρου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦσαν ὁρατὰ ἀπὸ τῆς πολίχνης.
Σήμερον δὲ τὸ πρωί ―τὴν νύκτα, πρὸς τὰ ἐξημερώματα―, εἶχε φθάσει μέγα πλοῖον, καράβι, ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου, ὡς φαίνεται, ἔκαμνε μεγάλην φθορὰν ἡ χολέρα, καὶ εἶχεν ἀράξει δίπλα εἰς τὸν Μεγάλον Τσουγκριᾶν, πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος, ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο ἀδελφὰ νησάκια. Τὸ πλοῖον τοῦτο ἦτο πλῆρες ἐπιβατῶν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἦσαν χολεριῶντες. Κατὰ τὸν διάπλουν εἶχον ἀποθάνει δύο τρεῖς, καὶ τὸ πλήρωμα ἠναγκάσθη νὰ ρίψῃ τοὺς νεκροὺς εἰς τὴν θάλασσαν. Ἀλλ᾽ εἷς τῶν τεθνεώτων, προσέθετον ἐπὶ τὸ θαυμασιώτερον αἱ γυναῖκες, τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν τὸν εἶχον ρίψει εἰς τὴν θάλασσαν, ἐνῷ διεπέρα τὸ κενὸν ἐζωντάνευσε, καὶ κατηράσθη τοὺς ναύτας «ἀπὸ τὴ χολέρα νὰ μὴ γλυτώσουν». Τοῦτο δέ, διότι τοὺς κακοφαίνεται τοὺς νεκροὺς νὰ τοὺς ρίπτωσιν εἰς τὸ κῦμα. Ὁ καλὸς Χριστιανὸς πρέπει νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα, καὶ τὸ χῶμα ν᾽ ἁγιασθῇ μὲ λάδι καὶ μὲ νερόν. Ὁ ἱερεὺς πρέπει νὰ τοῦ εἴπῃ: «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ», καὶ νὰ θέσῃ ἐπὶ τοῦ προσκεφαλαίου κεραμίδι, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει χαράξει τὸν Σταυρὸν μὲ τὸ ΙΣ.ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ, διὰ νὰ λυώσῃ τὸ κορμί του, καὶ τὰ κόκκαλά του νὰ περιμένουν τὴν κοινὴν ἀνάστασιν.
Τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν εἶχον ἀπολύσει τὸν χολεριῶντα ἀπὸ τὰς χεῖράς των, οἱ σύντροφοι τοῦ καραβιοῦ, ἐνόησαν κάπως ὅτι ὁ νεκρὸς εἶχε ζωντανεύσει, ἀλλὰ δὲν ἦτο πλέον καιρὸς νὰ τὸν κρατήσωσι. Καθὼς ἦτον, μὲ σιδηροῦν βάρος κρεμάμενον ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ, μόλις ἤγγισε τὸ κῦμα, καὶ πάραυτα ἐπῆγεν εἰς τὸν πάτον. Ἤκουσαν τὴν ἀπαισίαν κραυγήν του, καὶ συγχρόνως ἔγινεν ἄφαντος. Ὁ ἄτυχος, εἶχεν ἀποθάνει δύο θανάτους, τὸν ἕνα ἀπὸ τὴν χολέραν, τὸν ἄλλον ἀπὸ τὴν ἄθεσμον ταφήν. Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ὅτι τώρα ὑπέκειντο καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀρὰν νὰ γευθῶσι δὶς τὸν θάνατον, κινδυνεύοντες ν᾽ ἀποθάνωσι προώρως ἀπὸ τὸν φόβον, πρὶν ἀποθάνωσιν ὁριστικῶς ἀπὸ τὴν χολέραν. (σελ. 7)
Η γριά Σκευώ :
….. Οὕτω ἐκήρυττε καὶ οὕτω ἐλάμβανε τὸ θάρρος νὰ συμβουλεύῃ τὰς νεωτέρας ἡ γραῖα Σκεύω. Ἀλλ᾽ ἐκεῖναι, αἱ περισσότεραι ἐξ αὐτῶν, αἱ ἀνοητότεραι, τὴν ἐπεριγέλων. Καὶ τὰ παιδία ἀκόμη, οἱ κλῆρες* αὐτοῦ τοῦ καιροῦ, ἡ νέα πλάσις, τὴν ἐμυκτήριζον, καὶ τῆς ἐφώναζαν: «Σκεύω Σαβουρόκοφα! Σκεύω Σαβουρόκοφα!»
Σαβουρόκοφα ἦτο τὸ παρωνύμιον μὲ τὸ ὁποῖον τὴν εἶχε προικίσει ἡ ἀδυσώπητος κακολογία τῆς γειτονιᾶς. ᾿Επειδὴ ἦτο κάπως κοντὴ καὶ στρογγύλη τὸ σῶμα, τὴν ἐπαρωμοίασαν μὲ τοὺς χονδροὺς κοφίνους, δι᾽ ὧν εἰσκομίζεται ἡ σαβούρα εἰς τὰ ἀμπάρια τῶν ἀρτίως ἐκφορτωθέντων πλοίων. Ἀλλ᾽ αὐτή, ὡς ἡ καρίνα φέρει τὰ στραβόξυλα εἰς τὸν ἀρσανὰν τοῦ γερο-Μαθινοῦ, ἔφερεν ἐν ὑπομονῇ τὰς ἰδιοτροπίας, τοὺς χλευασμοὺς καὶ τοὺς ὀνειδισμοὺς ὅλων. Καὶ δὲν ἀπέκαμνε νὰ νουθετῇ καὶ νὰ συμβουλεύῃ εἰς τὸ καλόν. Ἐφρόνει ὅτι ἦτο καιρὸς πλέον νὰ ἔλθῃ μετάνοια. Ἀρκετὰ δεινὰ εἶχον ἔλθει εἰς τὸν κόσμον καὶ περισσότερα ἀκόμη ἠπείλουν νὰ ἐνσκήψωσιν. Ἡ ἀρρώστια δὲν ἦτο τὸ ἐλάχιστον ἐξ αὐτῶν. Καὶ ἡ ἀρρώστια ἠπείλει ἤδη πανταχόθεν νὰ εἰσβάλῃ. (σελ 4)
Προσωρινὸ έκτακτον λαζαρέτο:
Καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ πρωὶ ἐπεθύμει νὰ εὕρῃ ἄνθρωπον διὰ νὰ διηγηθῇ ὅ,τι ἤξευρε, καὶ δὲν εἶχεν εὕρει κανένα, διότι οἱ «δικοί του ἦσαν ὅλοι ντουβάρια», ἔλεγεν, ἐννοῶν τοὺς συναδέλφους του ἀχθοφόρους, ἤρχισεν εὐθὺς νὰ διηγῆται, χαρτὶ καὶ καλαμάρι, εἰς τὴν θεια-Γερακίναν, ὅσα ἐγνώριζε, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀκριβῆ. Ἐπειδὴ ἡ χολέρα ἐθέριζε κόσμον εἰς τὰ μέρη τῆς Τουρκιᾶς, ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε διατάξει νὰ γίνεται αὐστηροτάτη ἡ καραντίνα. Ἐκτὸς τοῦ ὑπάρχοντος λαζαρέτου εἰς τὴν νῆσον, διετάχθη νὰ γίνῃ προσωρινὸν ἔκτακτον λαζαρέτον ἡ ἐρημόνησος Τσουγκριᾶς, ἀνατολικομεσημβρινῶς κειμένη, παρὰ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος. Τὸ ἔκτακτον τοῦτο λαζαρέτον ὠνόμαζόν τινες λοιμοκομεῖον, ἐνῷ τὸ ἄλλο, τὸ σύνηθες, ἦτο λοιμοκαθαρτήριον. Εἰς τὸ λοιμοκομεῖον θὰ ἔμενον τὰ πλοῖα καὶ οἱ ἐπιβάται εἰκοσιμίαν ἡμέρας, εἰς τὸ λοιμοκαθαρτήριον ἄλλας ἕνδεκα. Τὸ ὅλον τριανταδύο ἡμέρας καραντίνα Ἕως τώρα εἶχον φθάσει δύο τρία μεγάλα πλοῖα καὶ πέντε ἢ ἓξ μικρά, εἰς τὸν Τσουγκριᾶν. Ἐπεριμένοντο ὅμως καὶ ἄλλα, καὶ ἄλλα… Ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς ἐρημονήσου Τσουγκριᾶ ὀλίγιστα ὑπῆρχον καταλύματα, δύο ἢ τρία κελλία πρὸς χρῆσιν τῶν καλογήρων ―διότι ἡ νῆσος ἦτο ἀφιέρωμα εἰς τὴν Παναγίαν (ἦτο κτῆμα τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ)― καὶ ἐπειδὴ θὰ ἐχρειάζοντο ὑπόστεγα διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιβατῶν, ὅσοι ἦτο πιθανὸν νὰ ἔλθωσι, καὶ ἐπειδὴ ἐμέσαζεν ἤδη ὁ Αὔγουστος καὶ ἐπλησίαζαν τὰ πρωτοβρόχια, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις διέταξε κατεπειγόντως νὰ κατασκευασθῶσι παραπήγματα ἐπὶ τῆς μικρᾶς νήσου, διὰ νὰ εὕρωσι στέγην ὅσοι θὰ ἤρχοντο δυστυχεῖς ἀπὸ τὰ χολεριασμένα μέρη, φεύγοντες τὴν φοβερὰν νόσον. Αἱ ἀρχαὶ ἔβγαλαν σήμερον εἰς τὴν δημοπρασίαν τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ διὰ τὰ παραπήγματα, καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν παραπηγμάτων αὐτῶν. Εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ, ἐπροτιμήθη διὰ τόσες χιλιάδες κομμάτια, πρὸς τόσα τὸ κομμάτι, ὁ καπετὰν Κωσταντὴς ὁ Καβαρδίνας, ἀπὸ τὸ Λιτόχωρον. Τὴν κατασκευὴν τῶν παραπηγμάτων τὴν ἐπῆρε, διὰ 7,812 δραχμάς, ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης, ὁ ἀρχιτέκτων. Αὐτὰ συνέβησαν σήμερον. (σελ 15)
Η Σκεύω έχει μάθει ότι θα έλθει και ο γιος της, στην θυμισή της έρχονται σκηνές από προηγούμενη επιδημιά, που και ο συζυγός της ήταν σε καραντίνα :
……. καὶ τότε ἡ Σκεύω, μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες, καπετάνισσες ἢ ἄλλες ὁποὺ εἶχαν τοὺς ἄνδρας των ἢ τοὺς συζύγους των εἰς τὴν καραντίναν, ἔτρεχε κάθε βράδυ εἰς τὴν καραντίναν, καὶ ὅλαι εἶχαν τὰ κοφινάκια των γεμᾶτα. Καὶ ἦτο ἡ μόνη φορὰ ὁποὺ ἤρχοντο τὰ καλάθια γεμᾶτα ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀντὶ νὰ γυρίζουν γεμᾶτα ἀπὸ τὴν ἐξοχήν. Ἡ Σκεύω εἶχεν ἕνα καλαθάκι λεπτόν, μικρόν, ψιλολογιὰ* καμωμένο, μὲ λεπτοτάτας βέργας ἁγιοκλήματος καὶ μὲ στιλπνοτάτας σχίζας λείου καλάμου, ἀριστούργημα καλαθοποιΐας, ὁποῖα μόνον εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην κατασκευάζονται. Τὸ ἔφερε κάθε βράδυ γεμᾶτον ἀπὸ τυρόπιττες, ἀπὸ αὐγά, καὶ ἀπὸ μοσχᾶτα σταφύλια ― διότι ἦτο Αὔγουστος καθὼς τώρα. Τὰ σταφύλια ἐκομίζοντο εἰς τὰ Λαζαρέτα, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ ἰατροῦ, ὅστις δὲν ἤξευρε τί ἔλεγε. Νὰ εἶναι κλεισμένοι οἱ ἄνθρωποι, φυλακωμένοι μέσα εἰς τὰ πλοῖα, ἐπὶ ἑβδομάδας, Αὔγουστον μῆνα, καὶ νὰ μὴν ἔχουν σταφυλάκι νὰ βρέξουν τὸ στόμα των! Καὶ ποῦ τὸ ηὗρε γραμμένο; Λέει πουθενά, στὸ γιατροσόφι μέσα, ὅτι πρέπει νὰ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ἕνα κακὸ διὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὸ ἄλλο; ― Καὶ ἔφθαναν κάθε βράδυ, βασίλευμα ἡλίου, αἱ γυναῖκες, πέρα στὰ Λαζαρέτα, ἀντικρὺ τοῦ χωρίου, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης καὶ τοῦ ναυπηγείου, σιμὰ εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον. Καὶ ἄδειαζαν τὰ καλαθάκια τους ἐπάνω εἰς ἕνα χαμηλὸν βράχον, εἰς τὴν ἀκρογιαλιά, καὶ ἔβγαιναν οἱ βάρκες ἀπὸ τὰ καΐκια ὁποὺ ἦσαν εἰς τὴν καραντίνα, καὶ ἔπαιρναν τὲς τυρόπιττες, τὰ αὐγά, τὰ μποκάλια μὲ τὸ βαθὺ ξανθὸν μοσχᾶτον, τὰ φλωροκίτρινα μοσχᾶτα σταφύλια, τὰ γλυκὰ μεγάλα καλαμόσυκα καὶ τὰ χνοώδη ὡς παρειὰς παρθένου εὔχυμα ροδάκινα. Καὶ οἱ ναῦται ἀπεχαιρέτιζον τὲς γυναῖκες κράζοντες «Καλὴ νύχτα!» Καὶ αἱ γυναῖκες ἀπήντων μακρόθεν «Καλὴ νύχτα! καλὴ νύχτα σας! καλὸ πράτιγο*!» Καὶ ἡ κάθε μία εἰς τὸν ἄνδρα της ἔλεγε: «Καλὴ νύκτα καλέ μου! νοικοκύρη μου! σταυραϊτέ μου!»
….. πρακτική που δεν μπορεί να επαναλάβει στην τωρινή επιδημία για τον γιό της.
Ἡ γραῖα Σκεύω διετήρει, μία ἐκ τῶν ὀλίγων πράγματι εὐαισθήτων γυναικῶν, τὰς ἀναμνήσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἀκροθιγῶς ὑπῃνίχθημεν ἐν τῷ προηγουμένῳ κεφαλαίῳ, καὶ δὲν τῆς ἐκαλοφάνη, εἴπομεν, ὅταν ἔμαθεν ὅτι ὁ υἱός της θὰ διέτριβεν εἴκοσι μίαν ἡμέρας μέσα εἰς τὸν Τσουγκριᾶν, καὶ ἄλλας ἕνδεκα εἰς τὰ νέα λαζαρέτα. Δὲν θὰ ἠδύνατο πλέον νὰ γεμίζῃ τὸ εὔπλεκτον κομψὸν καλαθάκι της μὲ οἰκιακὰ δῶρα διὰ τὸν υἱόν της, ὅπως τὸ ἐγέμιζε τὸ πάλαι διὰ τὸν σύζυγόν της. Δὲν θὰ ἠδύνατο τὸ βράδυ-βράδυ, ὅταν θὰ ἐχαμήλωνεν ὁ ἥλιος ἕως τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, νὰ σηκωθῇ νὰ πάρῃ γεμᾶτον τὸ καλαθάκι της, καὶ νὰ ὑπάγῃ, τὸ γιαλὸ-γιαλό, τὴν ἄμμο-ἄμμο πέραν εἰς τὸν μέγαν ἀρσανὰν τῆς πόλεως, σιμὰ εἰς τὴν λίμνην, ἀντικρὺ εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, διὰ νὰ φέρῃ τὸ καλαθάκι της εἰς τὸν υἱόν της. Τώρα θὰ ἐχρειάζετο νὰ κάμῃ φτερά, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Τσουγκριᾶν, εἰς τὴν νῆσον τῆς Εὐαγγελίστρας, πρὸς τὸ πέλαγος, διὰ νὰ φέρῃ τὸ καλαθάκι της εἰς τὸν υἱόν της.
Η Σκεύω μεταμφιέζεται σε “Βαρδιάνο” – φύλακα, για να έχει προσβαση στον γιό της.
Προσηυχήθη ἐπὶ μακρὸν διὰ τὸ παιδί της ― διότι φεῦ! δὲν ἀμφέβαλλεν ὅτι ἡ κλήρα* τῆς εἶχεν εἴπει τὴν ἀλήθειαν, καὶ οὐδ᾽ ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἐπιβεβαίωσιν τῆς εἰδήσεως.
Ἔμεινεν ἐπὶ ὥρας γονατιστή, καὶ ὅταν ἐπῆλθεν ὁ κάματος, καὶ ἐξηπλώθη αὐθορμήτως ἐπὶ τοῦ μικροῦ ἐστρωμένου χαμηλοῦ σοφᾶ* της, τότε συνέλαβε μίαν ἀπόφασιν καὶ εἶπε μεγαλοφώνως: «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα θὰ πάω. Βαρδιάνος στὰ σπόρκα!» (Σελ. 23)
Τὴν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὁ Ἀλέξης τὸ Παποράκι εἰς τὸ τελευταῖον ταξίδιόν του εἶχε φέρει διὰ τῆς λέμβου του κ᾽ ἕνα νεωστὶ διορισθέντα «βαρδιάνον» (ΣΣ. την Σκέυω με το όνομα Σταμάτης Γυρατσίνης ἢ Καρδαράκης, όνομα αποθανόντος ναυτικού). Ἕκαστον πλοῖον τιθέμενον ὑπὸ κάθαρσιν ἦτο ὑπόχρεων νὰ προσλάβῃ ἕνα βαρδιάνον, ἤτοι φύλακα. Ἐὰν τὸ πλοῖον ἦτο μεγαλύτερον, ἔπαιρνε καὶ δύο τοιούτους φύλακας. Οἱ βαρδιάνοι οὗτοι ἦσαν γηραιοὶ ναῦται ἢ ἄλλοι ἄνθρωποι τοῦ τόπου πτωχοί, οἵτινες, χάριν μικροῦ μισθοῦ, ἐδέχοντο νὰ «σπορκαρισθοῦν», ἤτοι νὰ τεθῶσιν ὑπὸ κάθαρσιν, ὅπως ἐπιβλέπωσι τὴν ἀκριβῆ τήρησιν τῆς καθάρσεως ἐπὶ τῶν πλοίων. Ὁ πλοίαρχος τοῦ καθαριζομένου πλοίου ἦτο ὑπόχρεως νὰ δίδῃ αὐτοῖς μισθὸν καὶ τροφήν. Πλείονας τῶν πενῆντα τοιούτους βαρδιάνους εἶχον κουβαλήσει ἤδη ὁ Ἀλέξης τὸ Παποράκι καὶ οἱ ἄλλοι βαρκάρηδες. Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον εἶχε φέρει σήμερον ὁ Ἀλέξης ἦτο μικρόσωμος καὶ στρογγύλος τὸν κορμόν, καὶ σπανός. Ἐφόρει πλατεῖαν βράκαν, καὶ ἐπὶ τῆς βράκας μέγα ταμπάρον, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει, ὡς ἔλεγε, διὰ νὰ μὴ κρυώνῃ τὴν νύκτα εἰς τὴν κουβέρταν* τοῦ καραβιοῦ, ὅπου θὰ ἐκοιμᾶτο, καὶ ἦτο ζαρωμένος τὸ πρόσωπον.
Τὴν ἑσπέραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ἥτις ἦτο ἡ 17 Αὐγούστου, βραχύσωμον γερόντιον παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ κὺρ ὑγειονόμου, τοῦ ἐπιστάτου τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, καὶ τοῦ λιμενάρχου οἵτινες εἶχον συνέλθει εἰς συμβούλιον ἐν τῷ λιμεναρχείῳ. Εἰς τὸν προθάλαμον εὑρίσκοντο πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι γηραιοί, πρῴην ναῦται, οἵτινες ἐπερίμεναν νὰ μάθωσιν ἂν ἔγινε δεκτὴ ἡ προσφορά των.
Ὁ ὑγειονόμος ἦτο ἀγαθὸς γέρων, ὑπερεβδομηκοντούτης, πρῴην συνταξιοῦχος, καὶ τώρα εἶχεν ἐπανέλθει ἐκτάκτως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἕνεκα τῆς περιστάσεως. Τὰ χωριστὰ ὑγειονομεῖα εἶχον καταργηθῆ χάριν οἰκονομίας, σχεδὸν πανταχοῦ τοῦ Κράτους, συγχωνευθέντα ἀλλαχοῦ μὲ τὰς λιμενικὰς καὶ ἀλλαχοῦ μὲ τὰς τελωνειακὰς ἀρχάς. Ἕνεκα τῆς χολέρας, οὐ μόνον διωρίσθη ἐπιστάτης τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, ἀλλ᾽ ἀνεσυστήθη καὶ τὸ ὑγειονομεῖον τοῦ τόπου, καὶ διωρίσθη ἔκτακτος ὑγειονόμος, ἄλλος παρὰ τὸν ὑγειονομικὸν ἰατρόν, ὁ τέως συνταξιοῦχος, λαμβάνων τὴν σύνταξίν του καὶ μικρὸν ἐπιμίσθιον. (Σελ. 28)
Ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ πρὶν ἀκόμη, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυβερνήτου, εἶχε διατελέσει ὁ ἴδιος ὑγειονόμος εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ἐντελῶς ἀμετάθετος σχεδόν, ἐπὶ τριακονταετίαν. Ἐγνώριζεν ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς πολίχνης, καὶ μάλιστα τοὺς ὁμήλικας μὲ αὐτόν· μόνον ὅτι δὲν ἐνθυμεῖτο πλέον τίνες ἔζων ἀκόμη καὶ τίνες εἶχον ἀποθάνει. Ἦσαν ὅλοι ὑποψήφιοι φύλακες τῶν ὑπὸ κάθαρσιν πλοίων, βαρδιάνοι. Δὲν ἐβράδυναν δὲ νὰ μάθωσιν ὅτι ἦσαν δεκτοί….. Ἐκαλεῖτο, καθὼς ἐγράφη εἰς τὰ βιβλία τοῦ ὑγειονομείου, μπαρμπα-Σταμάτης Γυρατσίνης. (σελ. 22 & 27).
Η Βάρκα που μεταφέρει την Σκεύω, πλησιάζει στα νησάκι στα Σπόρκα. Μεσα από τα λογια της Σκεύως, σε λίγες γραμμές μας ο Παπαδιαμέντης “ποιητικά φωτογραφίζει” την σκηνή με τα πλεούμενα σε καραντίνα.

Ἀριστερόθεν, κατά μῆκος τῆς ἀκτῆς, ἦσαν ἀραδιασμένα εἰκοσιπέντε ἢ τριάντα μικροκάικα διαφόρου σκαριοῦ καὶ ἀρματωσιᾶς· γολετιά, βρατσέρες, τρεχαντήρια, κότερα, τσερνίκια, τράτες, σκαμπαβίες καὶ βάρκες. Ἡ Σκεύω τὰ εἶδε, καὶ τῆς ἐφάνησαν πολλά, ἀμέτρητα, παραπάνω ἀπὸ πεντακόσια. Ἡ σελήνη ἀρτίως ἀνατείλασα ἐμοίραζε τὸ φῶς της μεταξὺ τῆς ὑψηλοτέρας συνδένδρου κορυφῆς τῆς ἐρημονήσου καὶ τοῦ φωσφορίζοντος καὶ φλοισβίζοντος ἀπὸ τὴν ἐλαφρὰν αὔραν κύματος, ἔρριπτεν ἀφθόνους τὰς ἀκτῖνάς της ἐπὶ τῶν στιλβόντων ἐξαρτίων τῶν μεγάλων πλοίων, καὶ ἄφηνεν εἰς τὴν σκιάν, ὑπὸ τὴν σκοτεινὴν ἀκτήν, τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν μικρῶν πλοίων. Φῶτά τινα ἔλαμπον τῇδε κἀκεῖσε ἐπὶ τῶν πλοίων. Ἠρεμία καὶ σιωπή, ἐκτὸς ἀραιῶν τινων φωνῶν, ἐπεκράτει ἐπὶ τῶν πλοίων, συγκεχυμένη δὲ βοὴ ἠγείρετο ἀπὸ τοῦ ἐδάφους τῆς μικρᾶς νήσου. (Σελ.30)
Με την αποβίβασή, έπρεπε πρώτα να την εξετάσει ο Σταθμάρχης.
Ὁ σταθμάρχης δὲν ἐσκοτίζετο νὰ ἴδῃ καὶ ἐξετάσῃ ὁ ἴδιος τὸν βαρδιάνον. Αὐτὸ δὲν ἦτο ἰδική του δουλειά, ἦτο τοῦ ἰατροῦ. Τί ἀνάγκην εἶχεν αὐτὸς νὰ ἐξετάζῃ γέρους καὶ πτωχοὺς ἀνθρώπους; Ὁ ἰατρὸς ἦτο πράγματι ἡ ἀνωτέρα ἀρχή, μέσα εἰς τὴν νῆσον. Συνεννοεῖτο ἀπ᾽ εὐθείας μὲ ὅλας τὰς ἀρχὰς ἔξω, καὶ συχνὰ ἔγραφε καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκτραγῳδῶν τὴν κατάστασιν. Ὁ σταθμάρχης ἐγέλασε τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διότι τοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἑπομένη σκέψις, διὰ τὰ συμβαίνοντα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐφαίνοντο ὡς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἰατρικῆς ἐπιθεωρήσεως: «Νὰ σὲ ἐπιθεωρῇ ὁ γιατρὸς ὄχι γιὰ νὰ πάρῃς πράτιγο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μβῇς καραντίνα… εἶναι σὰν νὰ σὲ δοκιμάζῃ ἂν εἶσαι καλὸς γιὰ νὰ χολεριασθῇς!» (σελ. 32)
Η Σκέυω όμως έιχε να ξεπεράσει ακόμη ένα εμπόδιο και αυτό ήταν ο Γιατρός στα Σπόρκα (Βίλελμ Βουντ). Μπορεί να ξεγέλασε τον υγειονόμο με τα κενά μνήμης, αλλά ο Γιατρός στα Σπόρκα δεν ξεγελάστηκε.
Λαβὼν ὁ ἰατρὸς τὸν φάκελον, τὸν ὁποῖον ἔτεινεν αὐτῷ ὁ Γιάννης ὁ Μπρίκος, τὸν ἤνοιξε καὶ ἀνέγνωσε τὸ ἐν αὐτῷ ἔγγραφον. Τὸ ἔγγραφον ἦτο οἱονεὶ διορισμὸς καὶ πιστοποιητικὸν ταυτότητος τοῦ ἀποστελλομένου δι᾽ ἓν τῶν ἐπιχολέρων πλοίων φύλακος, τὸν ὁποῖον ὁ ὑγειονόμος ἐπέμενε νὰ ὀνομάζῃ Σταμάτην Γυρατσίνην. Τοῦ ἐφαίνετο λοιπόν, ἦτο βέβαιος μάλιστα, ὅτι ὁ ὡς ἕβδομος ἀναφερόμενος ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ φίλου του, τοῦ ὑγειονόμου, ἦτο ἀποθαμένος πρὸ πολλοῦ. Συνήθειαν δὲν εἶχε βεβαίως ὁ ἰατρὸς νὰ προπέμπῃ τοὺς νεκροὺς εἰς τὰς κηδείας. Ἀλλ᾽ εἶχε συνήθειαν νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ νεκροσκοπίας «ἐνταφιαστήρια», καὶ δι᾽ ἐκείνους τῶν νεκρῶν τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐπισκεφθῆ μέχρι τῶν ἐσχάτων στιγμῶν των, καὶ δι᾿ ἐκείνους τοὺς ὁποίους οὐδόλως εἶχεν ἐπισκεφθῆ. Αὐτὸν δὲ τὸν Σταμάτιον Γυρατσίνην ἐνθυμεῖτο πολὺ καλὰ ὅτι τὸν εἶχεν ἐπισκεφθῆ πολλάκις, ὅτι εἶχεν ἀποθάνει στὰ χέρια του, καὶ ὅτι εἶχεν ἐκδώσει πιστοποιητικὸν θανάτου.
Ὁ ἰατρὸς ἔκαμε ζωηρὸν κίνημα δυσφορίας, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐξέφυγε τὰς χεῖρας.
― Νὰ πάρῃ ὁ ντιάολος! εἶπε· καὶ ποιὸς εἶν᾿ αὐτὸς ὁ Σταμάτης Γκυρατσίνης;… Φέρε τον ἐντῶ.
Ὁ Γιάννης ἐστράφη πρὸς τὸν ὄπισθέν του ἱστάμενον σύντροφόν του καὶ τὸν ἔδειξε:
― Νά τος! εἶπε.
Ὁ ἰατρὸς ἐμειδίασεν, ἐκάγχασεν, ἐκάπνισε θορυβωδῶς τὸ τσιμπούκι του, ἐπλατάγισε τὰ χείλη, ἀπέπνευσε μεγάλην ἕλικα καπνοῦ ἀπὸ τὸ στόμα, καὶ εἶπε:
―Ἔλα ντῶ! ποιὸς εἶσαι;
Ἡ θεια-Σκεύω ἐπλησίασε τρέμουσα.
―Ἐγὼ εἶμαι, γιατρέ, εἶπε.
― Καὶ εἶσαι τοῦ λόγκου σου, ὁ Σταμάτης Γκυρατσίνης;
Ἡ θεια-Σκεύω ἔκαμε διφορούμενον νεῦμα· κάτι τι τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐκληφθῇ ὡς ναὶ καὶ ὡς ὄχι.
Ὁ ἰατρὸς ὕψωσε τὸ κηρίον τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἔβαλε τὰ γυαλιά του, τὰ ὁποῖα ἐκρέμαντο δι᾽ ἱμάντος ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ του, κ᾽ ἐκοίταξε τὸ μυστηριῶδες ἄτομον.
―Ἔλα σιμότερα, εἶπε.
Μὲ ἀποφασιστικότητα τιμῶσαν αὐτὴν μεγάλως, ἡ θεια-Σκεύω δὲν ἔδωκε καιρὸν εἰς τὸν ἰατρὸν νὰ τελειώσῃ τὴν ἐπιθεώρησίν του, ἀλλὰ κύψασα πρὸς τὸ οὖς του τοῦ εἶπε:
―Ἐγὼ εἶμαι ἡ Σκεύω, ἡ Γιαλινίτσα… ποὺ μὲ λένε κάποτε καὶ Σαβουρόκοφα.
Ὁ ἰατρὸς ἀνετινάχθη ὅλος ἐπὶ τοῦ στελέχους ἐφ᾽ οὗ ἐκάθητο καὶ ἐκάγχασε θορυβωδῶς.
― Χά, χὰ χά!…χὰ χὰ χά! Νὰ πάρῃ ὁ ντιάολος… ἐκεῖνο τὸ ὑγκειονόμο τὸ στραβούλιακα… ποὺ εἶναι καὶ φίλος μου!… χὰ χὰ χά! Καὶ ντὲν ηὗρε ἄλλο ὄνομα νὰ σοῦ ντώσῃ, ἑνὸς ζωντανοῦ, μόνον σοῦ ἔντωσε τὸ ὄνομα τοῦ πεταμένου… χὰ χὰ χά!
Εἶτα ἐπέφερε:
―Ἀν-καλὰ τί λέω ἐγκώ;… τὸ ὄνομα τοῦ ζωντανοῦ εἶναι κάποιου… τὸ ὄνομα τοῦ πεταμένου ντὲν ἔχει ἰντιοκτήτη, εἶναι ἔρμο… Ἔξυπνος ἐφάνη ὁ στραβούλιακας ποὺ σοῦ ἔντωκε τὸ ὄνομα τοῦ πεταμένου. (σελ 36-37)
Καὶ ὁ ἰατρὸς ἐξηκολούθει νὰ ροφᾷ μεγάλας εἰσπνοὰς καπνοῦ, νὰ ἐκπέμπῃ πυκνὰ νέφη περὶ τοὺς παχεῖς καστανοὺς μύστακάς του, νὰ ἀκτινοβολῇ ἀπὸ εὐθυμίαν καὶ ν᾽ ἀκροᾶται.
―Ἐγὼ ἤμουν σὰν παλαβή, σὰν τὸ ἔμαθα, ποὺ μοῦ τὸ ἐφώναξε μιὰ κλήρα προχτὲς τὸ βράδυ, ἀπὸ μιὰ βάρκα μέσα, πὼς ὁ γυιός μου εἶναι ἄρρωστος ἀπὸ χολέρα.
―Ἄ!… λοιπόν;
―Ἐγὼ ἐγονάτισα μπροστὰ στὰ κονίσματα, κ᾽ ἐπαρακάλεσα τὴν Παναγίτσα μου, μιὰ μικρὴ Παναγίτσα ἀσημωμένη ποὺ ἔχω, νὰ μὲ λυπηθῇ καὶ νὰ μοῦ στείλῃ καλὰ μαντᾶτα ἀπὸ τὸ Σταῦρο ἢ νὰ μὲ φωτίσῃ τί νὰ κάμω…
― Ὕστερα;
―Ἐμένα ἡ Μεγαλόχαρη καλὰ μαντᾶτα δὲν ηὐδόκησε νὰ μοῦ στείλῃ, γιατὶ ἤμουν ἁμαρτωλή, ἔξω ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ σ᾽ ἐφώτισε νὰ μοῦ δώσῃς, γιατρέ μου… μονάχα μ᾽ ἐφώτισε, σὰν ἦτον πολὺ δύσκολο νὰ μὲ πάρουν οἱ βαρκάρηδες νὰ μὲ φέρουν, ὅπως ἤμουν μὲ τὴ γυναίκεια φορεσιά μου, στὸ νησὶ μέσα γιὰ νὰ βρῶ τὸ γυιό μου, μ᾽ ἐφώτισε νὰ φορέσω ἀντρίκεια καὶ νὰ πάω βαρδιάνος στὰ σπόρκα.
Ὁ ἰατρὸς ἀνεκάγχασε θορυβωδῶς.
―Ἄ! χὰ χὰ χά! ντιάολο! παράξενο! βαρντιάνος στὰ σπόρκα! Ἄ! ντιάολο! Καὶ τὸ στραβούλιακα τὸ ὑγκειονόμο;… (σελ. 38)
Τελικά ο Γιατρός την αποδέχεται. Την ενημερώνει ότι ο γιος της έχει ξεφύγει τον κίνδυνο. Αυτή φορά πλεον τα κανονικά της ρουχα. Την βοηθά να φέρει τον γιό της στην ακτή. Βρίσκουν καταφύγιο στο κελί ενός ασκητή ο οποιος μην αντέχοντας την πολυκοσμία φεύγει για το βουνό και της παραχωρεί το κελί του. Ο γιατρός επισκεπτεται καθε μέρα τον γιό της.
Η Αγωνία

Ἡ Σκεύω ἔβλεπε πρὸς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν σειρὰν τῶν μεγάλων πλοίων, τῶν ὁποίων εἶχεν αὐξήσει ὁ ἀριθμός. Ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν εἶχον ἔλθει περισσότερα ἀπὸ δώδεκα κομμάτια καράβια, καὶ ὄχι ὀλίγα μικροκάικα. Ἡ γραῖα ἔβλεπε μετὰ τρόμου τὸ πλῆθος τοῦτο τῶν πλοίων καὶ τῶν ἐπιβατῶν. Ἐνθυμεῖτο τὸν δημώδη λόγον περὶ τῶν μελλόντων νὰ συμβῶσιν εἰς τὴν Συντέλειαν τοῦ κόσμου, ὅταν οἱ ζῶντες θὰ κράξωσι πρὸς τοὺς νεκρούς: «Ἐβγᾶτε σεῖς οἱ πεθαμένοι, νὰ ἐμβοῦμε ἡμεῖς οἱ ζωντανοί!» Καὶ ἐφοβεῖτο μὴ ἡ πρόρρησις ἐπαληθεύσῃ προχείρως καὶ παραδειγματικῶς εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ἥτις ἦτο βεβαίως μία ἐκ τῶν προεικονίσεων τῆς Συντελείας. Ἐτρόμαζε μήπως ἀπὸ τὰ τόσα κομμάτια καράβια ἐξέλθωσιν αἰφνιδίως οἱ τόσοι ἄρρωστοι, ὅσοι ἐλέγετο ὅτι ὑπῆρχον ἐπ᾽ αὐτῶν, καὶ φωνάξωσι πρὸς τοὺς κατέχοντας τὰς προχείρους σκηνάς, τὰ ἡμιτελῆ παραπήγματα καὶ τὰ ὀλίγα εὐτελῆ κελλία, ἀσθενεῖς ἢ νοσοκόμους, ὑγιεῖς ἢ πάσχοντας, ζῶντας ἢ νεκρούς: «Καιρὸς νὰ φύγητε σεῖς, διὰ νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς».
Οι Αντιδράσεις

……. Δὲν εἶχον παραλείψει νὰ συμβουλευθῶσι τὸν ἰατρὸν Βίλελμ Βοὺντ οἱ πρωταίτιοι τοῦ κινήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸν εἶχον συμβουλευθῆ ὄχι μὲ πεποίθησιν, ἀλλ᾽ ἁπλῶς διὰ τὸν τύπον, καὶ διὰ νὰ δύνανται νὰ λέγωσιν ἀργότερα, κατὰ τὴν παιδαριώδη ἀπολογητικὴν μέθοδον τοῦ ψευδομανοῦς ὄχλου, «ἐρωτήσαμε καὶ τὸ γιατρό». Ὁ κ. Βούντ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τοὺς ἀπέτρεψεν αὐστηρῶς νὰ μὴ τολμήσωσι καὶ τὸ κάμωσι, καὶ ὑπεσχέθη νὰ προσπαθήσῃ παντὶ σθένει ὅπως γίνῃ τακτικώτερος εἰς τὸ μέλλον ὁ ἐπισιτισμὸς καὶ ἡ ἄλλη ὑπηρεσία εἰς τὸν τόπον τῶν καθάρσεων. Αὐτὸς καὶ ἕως τότε δὲν ἔπαυσε νὰ φροντίζῃ καὶ νὰ γίνεται κακὸς μὲ ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς νήσου, κατακραυγάζων καὶ ἐλέγχων τὰ κακῶς γινόμενα, ἀλλ᾽ ἔπταιεν ἡ κακὴ διοίκησις.
Οἱ αὐτουργοὶ τοῦ κινήματος ἦσαν εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ἄνθρωποι ἐκ τῶν πρώτων ἐλθόντων εἰς τὴν καραντίναν. Οὗτοι εἶχον διατρίψει ἤδη τρεῖς ἑβδομάδας εἰς τὸ ἔκτακτον λοιμοκαθαρτήριον. Ὑπῆρχον πράγματι πολλὰ καὶ ἀφόρητα δεινά. Ἡ κακὴ κατασκευὴ τῶν παραπηγμάτων, ἡ βραδύτης, ἡ ἀκρίβεια, καὶ ἡ κακὴ ποιότης τῶν τροφίμων, ὁ φόβος, ὁ συνωθισμὸς καὶ ἡ πνιγμονή, ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν καπήλων καὶ μικρεμπόρων, ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ, καὶ εἰς ἐπίμετρον τὰ πρωτοβρόχια τοῦ φθινοπώρου, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρχίσει ραγδαῖα, καὶ τὰ πρῶτα ψύχη τοῦ πνεύσαντος εὐθὺς ὕστερον πρώτου βορρᾶ. Τὸ πλῆθος τῶν καθαριζομένων ἔπασχεν, ἐστέναζε καὶ ἐπνίγετο. Ὄχι ὀλίγους εἶχε θερίσει ἤδη ὁ Χάρος, τῇ βοηθείᾳ τῆς νόσου, τοῦ φόβου, τῶν στερήσεων, τῆς κακοπαθείας, καὶ ἄλλων θανασίμων ἐπικούρων.
Τὴν ἰδίαν ἑσπέραν, οἱ συνωμόται ἔλαβον ἐννέα ἢ δέκα λέμβους, ἐπέβησαν ἐπ᾽ αὐτῶν ἄνδρες περὶ τοὺς ἑκατὸν εἴκοσιν, ἐπλατάγισαν μετὰ θορύβου τὰς κώπας πλήττοντες διὰ κραυγῶν τὰς ἠχούς, ἔπλευσαν ἀνοικτὰ πρὸς δυσμάς, διὰ νὰ εἶναι ἐκτὸς βολῆς ἀπὸ τῶν ὅπλων τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος τοῦ σταθμεύοντος παρὰ τὸν Ἅγιον Φλῶρον καὶ εἶτα ἔβαλαν πλώρην εἰς τὲς Πλάκες, κατὰ τὸ ἀπόκεντρον δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως.
ΣΣ. Οι κάτοικοι φοβούμενοι να μην τους μεταδόσουν την χολέρα, τους υποδέχτηκαν με καταγισμό από πέτρες και ακούστηκαν και μερικού πυροβολισμοί χωρίς όμως να υπάρξουν τραυματισμοί. Ο Δήμαρχος μίλησε στον επικεφαλή της “απόβασης”
Τώρα εἶναι δίκιο Θεοῦ νὰ πατήσετε νύχτα στὸ χωριό μας, νὰ μᾶς δώσετε μεγάλο φόβο, τὸ φόβο ποὺ μπορεῖ νὰ γεννήσῃ τὴ χολέρα καὶ χωρὶς νὰ εἶναι χολέρα; Εἴτε τελείωσεν ἡ καραντίνα σας εἴτε ὄχι, πρέπει νὰ λάβετε ὑπομονή, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ λέγει ναὶ καὶ ὄχι, καὶ μεῖς καλὰ-καλὰ δὲ ξέρουμε ἂν ἦρθε ὁ καιρὸς γιὰ νὰ πάρετε πράτιγο. Γυρίστε ὄμορφα-ὄμορφα καὶ ἥσυχα-ἥσυχα στὸ νησὶ μέσα κ᾽ ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι τὸ πρωί, σὰ ξημερώσῃ, νὰ πάρω τέσσερες βάρκες νὰ τὲς γεμίσω ψωμὶ καὶ κρέατα καὶ ρύζια καὶ νερὸ καὶ ρώμι καὶ κρασί, ὅλα δωρεά, ὅλα προσφορὲς ἀπὸ μέρους τοῦ φτωχοῦ λαοῦ, ποὺ θὰ σᾶς τὰ δώσῃ ἀπὸ τὸ ὑστέρημά του…
Η απόβαση απετράπει.
Η Σκεύω γινεται κοινωνός ανθρώπινων δραμάτων.

Χθὲς ἀκόμη πόσον εἶχε λαχταρίσει ἡ καρδιά της! Εἰς τὴν πλησιεστέραν σκηνὴν εἶχε κατοικήσει μία οἰκογένεια ἐκ μητρὸς καὶ τεσσάρων τέκνων, τῆς ὁποίας ὁ πατὴρ εἶχεν ἀποθάνει εἰς τὸν Γαλατᾶν πρό τινων ἑβδομάδων, θῦμα τῆς νόσου. Ἡ χήρα περιμένουσα ἀρρώστησε, καὶ ἀρρωστήσασα ἐμαράνθη. Καὶ ἠγάπησε μᾶλλον τὸν σύζυγόν της ἢ τὰ τέκνα της. Καὶ ἀπῆλθε νὰ τὸν συναντήσῃ ἐκεῖ ὅπου οἱ προτρέξαντες περιμένουν τοὺς ὑστερήσαντας συμπλωτῆρας. Καὶ τώρα ἐκοιμήθη τὸν ἄλυπον ὕπνον, ἔρημος καὶ ἄφιλος εἰς ξένην ὄχθην, ἀφήσασα ξένα ἐν μέσῳ ξένων τὰ τέκνα της. Καὶ τώρα ἡ μικρὰ κόρη, ἡ ὀκταέτις Ὀλυμπία, προσπαθεῖ νὰ γίνῃ ὡς μήτηρ εἰς τὰ τρία μικρότερα ἀδελφάκια της, εἰς τὸν πενταετῆ Γιῶργον, τὴν τετραετῆ Ἄνναν, καὶ τὸν διετῆ Κωστήν. Χελιδὼν ἥτις ἀσκεῖται διὰ νὰ μάθῃ νὰ ἐκτελῇ ἔργα πελαργοῦ. Ἀσθενὲς νεόφυτον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ φουντώσῃ ταχέως, διὰ νὰ σκιάσῃ κόσμον ὑπὸ τοὺς κλῶνάς του. Νεοσσὶς ἥτις διὰ μιᾶς εὑρέθη κλῶσσα, χωρὶς νὰ κλωσσάσῃ*, χωρὶς νὰ ἐπῳάσῃ καὶ χωρὶς νὰ ἐκκολάψῃ, καὶ ὀφείλει νὰ σκεπάζῃ τοὺς νεοσσοὺς ὑπὸ τὰς πτέρυγάς της. Παιδίον αὐτή, ὁδηγοῦσα μὲ τὴν χεῖρα δύο ἄλλα παιδία, καὶ κρατοῦσα τρίτον παιδίον εἰς τὴν ἀγκάλην της. Κλαίουσα παιδίσκη, ἄγουσα τρία κλαίοντα παιδία εἰς τὴν τραχεῖαν καὶ σκολιὰν ὁδόν, εἰς τὸν κοπιώδη ἀνήφορον τοῦ κόσμου. Αὐτὸ ἦτο τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ τὴν προτεραίαν ἡ Σκεύω. (Σελ. 50)
Ο Γιατρός.
Ο ἰατρὸς ἐνήργει ὡς ἀνωτέρα ἀρχὴ ἐντὸς τοῦ προσωρινοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, καὶ πρὸς αὐτὸν ὡδηγεῖτο πᾶς νεωστὶ ἐρχόμενος, εἴτε ταξιδιώτης ἦτο ἀπὸ τὰ μακρινὰ χολεριασμένα μέρη, εἴτε ἐργολάβος καὶ ἔμπορος ἐρχόμενος ἐκ τῆς νήσου διὰ νὰ πωλήσῃ τὴν τέχνην του, εἴτε «βαρδιάνος γιὰ τὰ σπόρκα», φύλαξ διὰ τὰ ἐπιχόλερα πλοῖα στρατολογούμενος ὑπὸ τῆς ὑγειονομικῆς ἀρχῆς. Ὁ ἰατρός, πρεσβύτης, ὑπερβὰς τὸ πεντηκοστὸν ἔτος εἶχε σπορκαρισθῆ ἀκουσίως ἐλθὼν τὰς πρώτας ἡμέρας διὰ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τοὺς ἐπιβάτας, καὶ μὴ προφθάσας νὰ ἐξέλθῃ ἐγκαίρως ἐκ τῆς ἐρημονήσου, ἥτις ἐκηρύχθη ἐπιχόλερος ἐν τῷ μεταξύ. Ἐκ Γερμανίας καταγόμενος, εἶχε κατέλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Ἀπὸ τοῦ 1845 εἶχεν ἀποκατασταθῆ εἰς τὴν νῆσον, εἶχε προσφέρει τὰς ἐκδουλεύσεις του εἰς τὴν χολέραν τοῦ 1848, καὶ δὲν εἶχε παύσει ἔκτοτε ν᾽ ἀναφαίνεται παντοῦ ὅπου ἦτο χολέρα καὶ καραντίνα. Οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, γνωρίζοντες τὴν ἱκανότητά του, τὸν ἀπέσπων πολλάκις ἐκ τῆς νήσου καὶ τὸν ἔστελλον ἐπὶ ἁδρῷ μισθῷ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα τῶν καθάρσεων ἐν Ἑλλάδι. (Σελ. 32).
Σημείωση : Ο γιατρός που επιβλέπει την καραντίνα (Βίλελμ Βουντ) παρουσιάζεται ως μέρος του υγειονομικού μηχανισμού της εποχής. Το πρόσωπο αυτό δεν είναι γνωστό ότι αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο ιστορικό άτομο. Οι μελετητές θεωρούν ότι είναι κυρίως λογοτεχνικός χαρακτήρας, αν και βασίζεται σε πραγματικό θεσμό. Τον 19ο αιώνα στα ελληνικά λιμάνια υπήρχαν υγειονομικοί γιατροί λιμανιού, λοιμοκαθαρτήρια (λαζαρέτα), επιτροπές καραντίνας. Οι γιατροί αυτοί είχαν την ευθύνη να να εξετάζουν πληρώματα πλοίων, να αποφασίζουν καραντίνα και να επιβλέπουν τα «σπόρκα» (τα ύποπτα για μόλυνση πλοία).
Ο Ασκητής – Πατερ Νικόδημος

Το νησάκι “Σαγκριά” ήταν αφιερωμένο στην Μεγαλόχαρη. Εκεί υπήρχε το Μετόχι του Ιερού κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, με έξη κελιά. Τα πέντε κελιά επιτάχτηκαν για τις ανάγκες νοσηλείας των Σπόρκων.
Πρὸς τὰ ἐξημερώματα ὁ πάτερ Νικόδημος ὁ Μανασσὴς κατέβη ὡς συνήθως ἀπὸ τὸ κελλίον του, διὰ νὰ ψάλῃ τὸν ὄρθρον, διὰ τοῦ κομβοσχοινίου καὶ τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», εἰς τὸ μικρὸν ἰσόγειον χώρισμα τὸ χρησιμεῦον ὡς εὐκτήριος οἶκος. Ὅλην τὴν νύκτα ὁ γέρων μοναχὸς δὲν εἶχε κλείσει τὸ ὄμμα. Ἀφ᾽ ὅτου ἔχασε τὴν ἡσυχίαν του καὶ τὴν προσφιλῆ μοναξίαν του, δὲν εἶχε πλέον ὕπνον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του οὐδὲ εἰς τὰ βλέφαρά του νυσταγμόν. Ὅ,τι διὰ τοὺς ἄλλους ἦτο ἀποκλεισμὸς καὶ ἀνία ἀφόρητος, δι᾽ αὐτὸν ἦτο πολυθόρυβος συναγελασμὸς ἀνθρώπων καὶ τύρβη τοῦ κόσμου. Ἐκλείετο ἀπὸ ἐνωρὶς εἰς τὸν μικρὸν θαλαμίσκον του, τὸ μόνον ἐκ τῶν πέντε κελλίων τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχαν ἀφήσει, καὶ αφοῦ ἔλεγε τὸ ἀπόδειπνον, μάτην ἐκάλει τὸν ὕπνον νὰ κατέλθῃ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του.(σελ. 40).
Τὸν εἶχεν (η γάτα του πατερ Νικόδημου) ἰδεῖ, τὸν εἶχεν ἀναγνωρίσει καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν. Ἄλλοτε, ὅταν ἤρχοντο ἀραιοὶ ξένοι ἐπάνω εἰς τὸ νησί, ἠγρίευε πρὸς αὐτούς, δὲν ἦτο χειροήθης εἰς κανένα, ἀλλὰ δὲν ἐθύμωνε διὰ τοῦτο μὲ τὸν προσφιλῆ της κύριον. Ἐξηκολούθει νὰ εἶναι φίλη εὐσταθὴς καὶ τιθασὴ πρὸς αὐτόν. Ἀπὸ ἑβδομάδος, ἅμα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται πλοῖα, καὶ ν᾽ ἀποβιβάζηται ἀσυνήθης πληθὺς εἰς τὴν νῆσον, ἠγρίευσεν, ἐθύμωσεν, ἔπαυσε νὰ εἶναι χειροήθης εἰς τὸν κύριόν της, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἔφυγεν ὑψηλά, εἰς τοὺς λόφους καὶ ἐχώθη εἰς τὸ δάσος. Ἔκτοτε δὲν ἐπαρουσιάσθη πλέον εἰς τὸν κύριόν της. Ἐφαίνετο διαμαρτυρομένη ἐναντίον του διατί νὰ δεχθῇ τόσον κόσμον ἐπάνω εἰς τὸ βασίλειόν των, εἰς τὴν περιοχήν των, εἰς τὸ κτῆμά των.
Πέρα από την γάτα, συντροφιά του ήταν και δύο όρνιθες τις ειχε δόσει ονάματα, Πιτσινή και η Κοστσιμή. Η μια κλάπηκε και φαγώθηκε από τους ξένους.
Ὁ πάτερ Νικόδημος ἐστέναξε, κ᾽ ἐπλησίασεν εἰς τὸ πηγάδιον, καὶ ἤντλησε νερόν, διὰ νὰ νιφθῇ. Ἐνῷ ἐνίπτετο, παρέκει ὀλίγον, ὑπό τινα καλαμωτήν, ἀποτελοῦσαν δευτέραν σκιάδα ἐγγὺς τῆς πρώτης, ἠκούσθη ὁ κλωγμὸς μιᾶς ὄρνιθος.
―Ἄ! Πιτσινή μου! Πιτσινή μου! ἐστέναξεν ὁ πάτερ Νικόδημος, ἐσὺ εἶσαι;
Νέος κλωγμὸς ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπιφώνησιν τοῦ γηραιοῦ μοναχοῦ.
― Συλλογίζομαι νύκτα καὶ μέρα, ἤρχισε νὰ μονολογῇ ὁ πάτερ Νικόδημος, πῶς νὰ κάμω γιὰ νὰ τὴν γλυτώσω, μὴν πάθῃ κι αὐτὴ ὅ,τι ἔπαθεν ἡ ἄτυχη ἡ Κοτσινή. Ἄχ, Κοτσινή, Κοτσινή!
Ἡ Κοτσινὴ ἦτο ἡ ἄλλη προσφιλής του ὄρνις τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχαν «φαρμακώσει» πρὸ δύο ἡμερῶν οἱ ἐλθόντες ξένοι. Καὶ τὰς δύο, τὴν Πιτσινὴ καὶ τὴν Κοτσινή, τοῦ τὰς εἶχεν ἐμπιστευθῆ ὡς πολύτιμον παρακαταθήκην ὁ πάτερ Σισώης, ὁ δάσκαλος, ἀπὸ τὸ ἱερὸν κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
Το Τέλος
Τὴν ἐπαύριον ἔδωκε τὴν ἄδειαν ὁ ἰατρὸς νὰ ἐξέλθῃ ὁ υἱὸς τῆς Σκεύως, ὅστις εἶχε δυναμώσει ἀρκετά. Τὴν τρίτην ἡμέραν, αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ του ἀνέβησαν εἰς τὸν λόφον, διὰ ν᾽ ἀποχαιρετίσωσι τὸν πάτερ Νικόδημον, καθόσον ἡτοιμάζοντο νὰ τύχωσιν ἐλευθέρας κοινωνίας.
Ἅμα εἶδεν ὁ Νικόδημος τὴν Σκεύω καὶ τὸν υἱόν της, ἐσηκώθη νὰ τοὺς ὑποδεχθῇ. Μὲ δύο παλαιὰ ράσα του, μὲ μίαν βελέντζαν καὶ μὲ μίαν κάπαν ἐσχημάτισε πρόσκαιρον σκηνήν, προσδέσας τὰ ἄκρα τῶν ὀθονῶν εἰς τοὺς χθαμαλωτέρους κλῶνας τοῦ πεύκου, καὶ ὑποστρώσας τρίτον ράσον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἔβαλε τὸν ἐν ἀναρρώσει ἀσθενῆ νὰ καθίσῃ, διὰ νὰ μὴ τὸν βλάψῃ ἡ δρόσος καὶ ὑγρασία τῶν δένδρων. Εἶτα καλέσας τὸν Ἀγκόρτζαν, τὸν διέταξε νὰ σφάξῃ τὸ μόνον κατσικάκι, τὸ ὁποῖον τοὺς εἶχε μείνει, διὰ νὰ φιλεύσουν τοὺς ἐπισκέπτας.
Ὁ Ἀγκόρτζας δὲν δυσηρεστήθη πολύ. Ἀφοῦ τόσα καὶ τόσα ἐρίφια τοῦ τὰ εἶχαν φάγει ἄνθρωποι ἄγνωστοι καὶ ξένοι, παρήγορον θὰ ἦτο νὰ ξεκοκκαλίσῃ καὶ αὐτὸς ἓν καλοψημένον καὶ ροδοκοκκινισμένον μηρίον ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτάς του, ἀπὸ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν του.
Μετ᾽ ὀλίγον ἦλθε καὶ ὁ ἰατρὸς κ. Βίλελμ Βούντ. Ἔφθασεν ἀκριβῶς τὴν ὥραν ποὺ ἦτο ἕτοιμον τὸ κοκορέτσι. Διότι ὁ Ἀγκόρτζας εἰς ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας εἶχε θυσιάσει τὸ μικρὸν ἐρίφιον, τὸ εἶχε γδάρει καὶ ξεκοιλιάσει, τὸ εἶχε περάσει εἰς τὴν σούβλαν καὶ εἶχεν ἀνάψει πῦρ.
Ὅταν ἐκομίσθη ἡ σούβλα μὲ τὸ κοκορέτσι, ὁ ἰατρὸς ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην του παγούριον μὲ ρούμι καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν πάτερ Νικόδημον νὰ εὐλογήσῃ, ἔπιε καὶ αὐτός, κατέπιε μικρὰν δόσιν καὶ ἡ Σκεύω καὶ ὁ υἱός της, καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἐδόθη εἰς τὸν Ἀγκόρτζαν.
― Τὰ μᾶς παίξῃς τὴν γκάιντα σήμερα, εἶπεν ὁ ἰατρός· γι᾽ αὐτὸ ἦρτα.
Ἐσηκώθη, (ο Ἀγκόρτζας) ἐπήδησεν ὡς ἀγρίμιον ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, καὶ μετ᾽ ὀλίγα πηδήματα εὑρέθη εἰς ἀπόστασιν πολλῶν βημάτων, εἰς τὸ χαμηλότερον ὑπήνεμον μέρος, ὄπισθεν τῶν ὑψηλῶν θάμνων ὅπου ἦτο ἡ μάνδρα.
Μετ᾽ ὀλίγας στιγμὰς ἠκούσθησαν σπαρακτικοὶ οἱ τραχεῖς φθόγγοι τῆς γκάιδας πλήττοντες τὰς εἰρηνικὰς ἠχούς, βωβαίνοντες τὸ μελῳδικὸν σύριγμα τῆς αὔρας, τῆς φυσώσης τοὺς κλῶνας τοῦ μεγάλου πεύκου.
Τὴν ἐπιοῦσαν ἀπῆλθον ἐκ τῆς μικρᾶς νήσου ὁ ἰατρὸς Βίλελμ Βούντ, ἡ Σκεύω καὶ ὁ υἱός της. Μετὰ μίαν δ᾽ ἑβδομάδα τὰ τελευταῖα καθαρισθέντα πλοῖα ἀπέπλευσαν ἐκ τῆς νήσου, καὶ ὁ πάτερ Νικόδημος ἐπανεῦρε τὴν προσφιλῆ μοναξίαν του.

Από το Βιβλίο του Στρατιωτικου Ιατρού Γιώργου Δαλαμάνγκα – Καρδιολογου , “ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΠΑΝΔΗΜΙΕΣ (ΚΑΙ ΕΠΙΔΗΜΙΕΣ)”
Η χολέρα οφείλεται στο δονάκιο της χολέρας και ήταν γνωστή και στην εποχή του Ιπποκράτη. Στα νεότερα χρόνια για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε περιορισμένη στο δέλτα του Γάγγη στην Ινδία, από όπου το 1817 έμποροι ταξιδιώτες την μετέφεραν στη Βιρμανία και τη Σρι Λάνκα. Η Ευρώπη χτυπήθηκε από τη Χολέρα για πρώτη φορά το 1830. Είχε ταξιδέψει από τη Ρωσία, (όπου είχαν πεθάνει 1 εκατ. άνθρωποι) και χάρη στην μεγάλη εμβέλεια της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μεταδόθηκε στην Ινδονία, την Αφρική, την Ινδονησία, την Κίνα την Ιαπωνία, την Ευρώπη και την Αμερική. Είχε αφήσει χιλιάδες θύματα. Τότε ήταν που η πανδημία αυτή της χολέρας ονομάστηκε Ασιατική χολέρα και ήταν η πρώτη από τις επτά κυριότερες πανδημίες με τις οποίες εμφανίστηκε η χολέρα στα επόμενα 150 χρόνια. Στη διάρκεια αυτή, η πανδημία προκάλεσε συνολικά 1,1 εκατ. θανάτους, αλλά δεν εξαλείφθηκε ποτέ, παρότι βρέθηκαν φάρμακα και αναπτύχθηκαν εμβόλια. Η χολέρα παραμένει και σήμερα παγκόσμια απειλή και δείκτης ανισότητας των κοινωνιών, αφού συνεχίζει να ενδημεί στις υποανάπτυκτες χώρες, όπου φέρνει 1,3 έως 4 εκ. κρούσματα το χρόνο και 21.000 έως 143.000 θανάτους παγκοσμίως.
Επισκέφτηκε και τη χώρα μας, το 1853-54 με τη λεγόμενη χολέρα του Πειραιά. Προήλθε από τα γαλλικά και αγγλικά στρατεύματα, που πολιορκούσαν τον Πειραιά με σκοπό να αποτρέψουν τη χώρα μας να συμμετάσχει στον πόλεμο της Κριμαίας. Ο λογοτέχνης Εμμανουήλ Λυκούδης σε διήγημά του την αποκάλεσε «Η Ξένη του 1854».
Τον επόμενο χρόνο ο άγγλος γιατρός Τζον Σνόου εντόπισε την πηγή της νόσου του Λονδίνου στα νερά μιας βρύσης στην περιοχή του Σόχο, την οποία τροφοδοτούσε με μολυσμένο νερό ένας αγωγός της χολερόπληκτης πόλης. Όσοι κάτοικοι υδρεύονταν από αυτή τη βρύση αρρώσταιναν από χολέρα σε μεγάλο ποσοστό. Επαληθεύτηκε έτσι η άποψή του, ότι η νόσος δεν μεταδίδεται από τον αέρα αλλά από το βρώμικο νερό. Το 2015, με αφορμή την ανάπλαση της περιοχής, στήθηκε εκεί κρούνος με το όνομα του Τζον Σνόου. Η 5η πανδημία της χολέρας διήρκεσε από το 1881 έως το 1890 και η 6η πανδημία της χολέρας (1899-1923) είχε 1,5 εκατ. θανάτους. Ο ήρωας της νουβέλας «Θάνατος στη Βενετία»¹³, του Τόμας Μαν, πέθανε από χολέρα στην Βενετία. Το θέμα της νουβέλας γύρισε σε κινηματογραφικό έργο το 1971 από τον Luchino Visconti.


Ιιστότοπος της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών, ελεύθερη πρόσβαση και περιήγηση. : εδώ
