- 2022.04.01
- Μπλάτζας Γεώργιος, Χειρουργός – Καθηγητής ΑΠΘ
- Πηγή: Η ιστορία της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής (Σ.Ι.Σ.) Θεσσαλονίκης (1947-1970), Η εμβληματική περίοδος της Ελληνικής Στρατιωτικής Ιατρικής.
Ο Γεώργιος Μπλάτζας (1930–2021) ήταν Χειρουργός και Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 1949 εισήχθει στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (ΣΙΣ) με ΑΜ 196. Διεγράφη στο 4ο έτος και συνέχισε, ως πολίτης, τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ. Μετά τις σπουδές και την ειδίκευσή του στη Γενική Χειρουργική, υπηρέτησε για δεκαετίες στην Α’ Χειρουργική Κλινική του ΑΠΘ και διετέλεσε διευθυντής της Α’ Χειρουργικής – Ογκολογικής Κλινικής του Θεαγενείου Αντικαρκινικού Νοσοκομείου, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη της χειρουργικής ογκολογίας στην Ελλάδα. Δημοσίευσε σημαντικό επιστημονικό έργο, εκπαίδευσε μεγάλο αριθμό νέων χειρουργών και υπηρέτησε τον ιατρικό χώρο με προσήνεια και αφοσίωση. Ήταν γνωστός και για την πνευματική του σχέση με τον Άγιο Παΐσιο, τον οποίο είχε θεραπεύσει σε κρίσιμες στιγμές.
Ποτέ δεν ξέχασε τις σπουδές του στην ΣΙΣ, και η παρακάτω Βιωματική του ιστορία τελειώνει ως εξής :
Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή 45 χρόνια μετά. Καλεσμένος σε ογκολογικό συνέδριο, που οργανώθηκε στο Διδυμότειχο από την XVI Μ/Κ μεραρχία πεζικού, τη Δ/νση Υγειονομικού και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, είχα την απρόσμενη χαρά και έκπληξη να τιμηθώ από το στρατό για την μονίμως πρόθυμη προσφορά μου να χειρουργώ στο 424 ΣΝ ή στα Νοσοκομεία ΑΧΕΠΑ και Θεαγένειο αξιωματικούς και οπλίτες, όπως μου ζητήθηκε πολλές φορές.
Η έκπληξη ότι κανείς δεν ήξερε ότι είχα πράγματι ανδρωθεί στο Στρατό και ότι, αν δεν ήταν η ΣΙΣ, δεν θα είχα γίνει πιθανότατα γιατρός και η χαρά γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να ευχαριστήσω από καρδιάς τον Στρατό και την Σχολή, όχι μόνο γιατί με περιέβαλλαν με αγάπη, αλλά κυρίως γιατί με προετοίμασαν για το μεγάλο, όμορφο, ίσως σκληρό πολλές φορές, οδοιπορικό μιας ζωής αφιερωμένης στην Ιατρική, στη Χειρουργική.


Όσα και όπως τα θυμάμαι 65 χρόνια μετά…
Εισαγωγή στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (ΣΙΣ), απόλυτα συνειδητή, αποκλειστική, μοναδική και, γιατί όχι, αγαπητική-ερωτική. Άλλη διέξοδος εξάλλου δεν υπήρχε. Όλα βέβαια έδειχναν ότι τελειώνει όπου να΄ναι ο αδελφοκτόνος πόλεμος, αλλά οι προοπτικές για σπουδές ήταν ανύπαρκτες μετά από τις απανωτές λαίλαπες και οικογενειακές καταστροφές, την γερμανική και τον εμφύλιο.
Η σκληρή και αιματηρή σύρραξη είχε το 1949 περιοριστεί σχεδόν στο Γράμμο-Βίτσι, αλλά στα «αστικά» κέντρα μαίνονταν ένας άλλος, σκληρός, πονηρός, με αναπάντεχο θάνατο, αόρατος πόλεμος, η Νάρκη. Έτσι, στα μέσα του ’49, λίγο πριν τη λήξη του εμφυλίου, ο ασφαλέστερος τρόπος να φθάσει στη Θεσσαλονίκη από Κατερίνη ήταν δια θαλάσσης, υφιστάμενος την απαραίτητη νηοψία στα ανοιχτά του Θερμαϊκού. Ανάμεσα στα πλεούμενα που κάνανε τη συγκοινωνία, και ο «Έρωτας», ένας μικρός σκυλοπνίχτης, μια μεγάλη βάρκα με αρκετά δυνατή μηχανή, σε 3-3,5 ώρες έφτανε στη Θεσσαλονίκη. Είτε κρατήστε λοιπόν το άρθρο (τον) στον τίτλο είτε όχι, η ουσία δεν αλλάζει και είναι μία: ταξίδι στη συμπρωτεύουσα για τη μεγάλη, την αποκλειστική και συνειδητή επιλογή για το μέλλον. Οι δυσκολίες αφάνταστες. Ο συναγωνισμός μεγάλος. Ένας στους είκοσι θα ήταν ο τυχερός. Υποψήφιοι 840, εισακτέοι 46 και όσοι προερχόμενοι από οικογένειες στρατιωτικών θα ισοβαθμούσαν με τον 46ο, τον τελευταίο επιτυχόντα. Τελικά «εισήχθησαν» 46+6, πενήντα δύο μαθητές στην 1η τάξη της ΣΙΣ του 1949.
Οι εξετάσεις τέλη Ιουλίου, ώστε, όποιος ήθελε και ανεξάρτητα επιτυχίας ή όχι, να έχει τη δυνατότητα (τι ειρωνία για αρκετούς – τους περισσότερους από τους διαγωνισθέντες) να συμμετάσχουν αργότερα, τον Σεπτέμβρη, και στις εισαγωγικές εξετάσεις για την Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ.
Πριν από τις εξετάσεις, οι απαραίτητες δοκιμασίες για τη σωματική ακεραιότητα, ικανότητα και ευρωστία. Πρώτα γυμνοί μπροστά στα μέλη της ομάδας γιατρών στο ισόγειο –υπόγειο του 424 Σ.Ν, κάτω από τη σκάλα της εισόδου, από την εσωτερική αυλή, ύστερα στον οφθαλμίατρο, ΩΡΛ και τέλος στα αγωνίσματα, τρέξιμο ενός χιλιομέτρου και πήδημα στο σκάμμα, στο γήπεδο της ΧΑΝΘ. Στα δύο τελευταία μάλιστα υπήρξαν και ευτράπελα.
Στον ΩΡΛ, στον έλεγχο της ικανότητας ακοής, όσο ο εξεταστής κατέβαζε την ένταση στην ερώτηση, λέξη ή φράση που έπρεπε να επαναληφθεί, τόσο κατέβαζε και την ένταση στην απάντηση και ο εξεταζόμενος, ώστε κάποια στιγμή να ρωτήσει ο εξεταστής «τι είπες;» και να γελάσει το παρδαλό κατσίκι, όταν ο εξεταζόμενος αφελώς και αυθορμήτως είπε στον εξεταστή: «δεν ακούτε καλά, κύριε;».
Στο αγώνισμα του χιλιομέτρου σε ορισμένο χρόνο, ένας σχετικά μικρόσωμος και αδύνατος, σπουδαίος μετέπειτα γιατρός του Ναυτικού, χρειάστηκε τη μαζική υποστήριξη με παροτρύνσεις από την κερκίδα αλλά και τρέξιμο μαζί του αρκετών συνυποψηφίων που είχαν τερματίσει, ώστε να δοθεί επιπλέον χρόνος και να περάσει επιτυχώς ο μετέπειτα συμμαθητής.
Τα μαθήματα των εισαγωγικών εξετάσεων πέντε, κατανεμημένα σε τρεις κύκλους, με εξεταστές καθηγητής του ΑΠΘ και δύο συνεξεταστές αξιωματικούς ειδικών σπουδών. Η βαθμολογία των δύο αξιωματικών δεν μπορούσε να διαφέρει του ενός βαθμού εκείνης των καθηγητών – εξεταστών. Φυσικά, τα στοιχεία του εξεταζομένου ήταν καλυμμένα με χοντρή μπλε κόλλα. Έπρεπε να είναι επιτυχής η εξέταση στο πρώτο μάθημα, για να προκριθεί η διαγωνιζόμενος στο δεύτερο κύκλο και το ίδιο για τον τρίτο κύκλο.
Ο πρώτος και δυσκολότερος στόχος ήταν η Έκθεση Ιδεών. Εξεταστής ο σπουδαίος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ Στίλπων Κυριακίδης. Μόνο το 12,5 (δωδεκάμισι) θεωρούνταν επιτυχία και έδινε τη δυνατότητα συνέχισης των εξετάσεων. Βέβαια, φαντάζεστε την ανακούφιση όσων συνέχισαν, αφού αντί 840 προσήλθαν κάτι λιγότεροι από τους μισούς, περί τους 350, για να διαγωνιστούν στα μαθήματα του 2ου κύκλου, φυσική και χημεία. Εδώ η βάση ήταν χαμηλότερη (στο 10). Εξεταστής ο καθηγητής ΑΠΘ Κόκκορης και μόλις 84 με το εισιτήριο για τον τρίτο κύκλο. Δεν χρειάσθηκαν οι πανεπιστημιακές αίθουσες. Αρκούσαν τα τραπέζια της τραπεζαρίας των μαθητών της Σχολής. Εξεταστής, ένας γλυκύτατος απόστρατος αξιωματικός, ο Κ.Ι.Περιστέρης για τα μαθήματα της στρατιωτικής ιστορίας και στρατιωτικής γεωγραφίας. Ο ίδιος μετέπειτα ήταν ο καθηγητής των ιδίων μαθημάτων στην 1η τάξη της ΣΙΣ. Επιτηρητής, αυστηρός, ο αρχηγός της 3ης τάξεως και μετέπειτα καθηγητής της Οφθαλμολογίας στο ΑΠΘ, Π.Κώνστας. Η αγωνία στις εξετάσεις του 3ου κύκλου μεγαλύτερη, καθώς κυριολεκτικά υπήρχε η οσμή (από το παρακείμενο μαγειρείο) της ΣΙΣ. Τελικά, για τους 52 επιτυχόντες δόθηκε η δυνατότητα να βελτιώσουν τη θέση στη σειρά επιτυχίας δίδοντας εξετάσεις σε ξένη γλώσσα. Έτσι άλλαξε η σειρά, αφού μερικοί έδωσαν ακόμη και σε 3 γλώσσες, που τους προσέθεσαν μόρια. Δυστυχώς αδικήθηκαν οι γνωρίζοντες την ποντιακήν, διότι τότε δεν είχε, όπως πρόσφατα, προταθεί για ψηφοθηρικούς λόγους να θεωρείται η ποντιακή (η συγγενέστερη διάλεκτος προς την Αρχαία Ελληνική) ως ξένη γλώσσα!
10 Νοεμβρίου του 1949 και ώρα 2-4μμ, η υποδοχή στη ΣΙΣ. Μία ομάδα μαθητών με τα γυαλισμένα άρβυλα, την καλοσιδερωμένη χακί στολή εξόδου, γραβάτα και άσπρα γάντια, περίμεναν στην Πύλη επί της Β.Όλγας. Όλοι οι καινούργιοι, όπως έφθαναν, παραλαμβάνονταν ένας-ένας από μαθητή της Σχολής, χαιρετούσαν, όσοι είχαν, τους δικούς τους που τους είχαν συνοδέψει μέχρι την Πύλη και βάδιζαν κατά μήκος του τοίχου μιλώντας φιλικά. Ο τοίχος υπάρχει και σήμερα και χωρίζει το Μουσείο (τότε Κυβερνείο) από τη σχολή Γκαίτε (τότε κοιτώνες, μαγειρεία, τραπεζαρία της ΣΙΣ). Εκεί, κοντά στα δύο κτίρια, υπήρχε ένα άνοιγμα ευρύχωρο στον τοίχο, έτσι ώστε να γίνεται απρόσκοπτα και σύντομα η κίνηση από το ένα προς το άλλο κτίριο, δηλαδή από τους κοιτώνες προς τη Διοίκηση και κυρίως προς τα αναγνωστήρια. Μόλις λοιπόν έφθανε η φιλική δυάδα στο άνοιγμα, ο συνοδός μαθητής έστριβε ξαφνικά αριστερά, σπρώχνοντας το νεοφερμένο στον κήπο-αυλή του Κυβερνείου, όπου και τελείωνε η αποστολή του. Γύριζε ο μαθητής να παραλάβει τον επόμενο από την Πύλη και άρχιζε η οδύσσεια του νεοφερμένου. Για δυο-τρεις ώρες χάνονταν ο χρόνος και όλα στριφογύριζαν μπροστά στις αποθήκες υλικού και ιματισμού, στο υπόγειο του Κυβερνείου. «Είσαι οοοο;;;;» μια ακατανόητη κραυγή από «μαινόμενους» μαθητές της Διοικούσης (5η και 6η εκείνη τη χρονιά) τάξεως. Απορία και ίσως ψέλισμα του ονόματός σου. Η απάντηση εξίσου ακατανόητη. «Είσαι σκερβελές!» Μια μη ετοιμολογούμενη λέξη, ώσπου μετά από ώρα μάθαινες ότι είσαι ο μαθητής 1ης τάξεως τάδε, του (πατρώνυμο) και της (μητρώνυμο) εκ (τόπος καταγωγής) – ΔΙΑΤΑΞΤΕ!
Όλοι με σχετικά πρόχειρα ρούχα, μερικοί φυσικά δεν είχαν και άλλα, πλην του λεβέντη υπαξιωματικού του Λιμενικού Σώματος, που ήρθε με την επίσημη στολή του για να αρχίσει σε λίγο να μασάει ανόρεχτα τη σκούρα μπλε γραβάτα του. Το γέλιο πληρώθηκε ακριβά: πηδήματα επιτόπου με βαθιά καθίσματα, μέτρημα με σπιρτόξυλο της περιμέτρου του κήπου και στρίψιμο (άνοιγμα-κλείσιμο) του ηλεκτρικού διακόπτη με τη …μύτη! Ο διακόπτης δεν γύρισε, η μύτη όμως διογκώθηκε σημαντικά στο ακρορρίνιο.
Άμεση απαλλαγή από την κόμη στο κουρείο, στεγασμένο σε toll στην αυλή του κυβερνείου, όπου και το ΚΨΜ (Κέντρο Ψυχαγωγίας Μαθητών) από έναν δύστροπο για την περίσταση κουρέα, που επέμενε να κλείνει καλά η πόρτα, για να μην αρπάξει «κανα σαλπιγγίτη», όπως έλεγε. Ευτυχώς η μηχανή είχε δεύτερη σκάλα και άμεινε αρκετό μαλλί στο κεφάλι, γιατί είχαν αρχίσει ήδη τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, τα οποία αρχίσαμε να παρακολουθούμε μετά 5-10 ημέρες. 10μμ και η παράσταση στον μεγάλο θάλαμο-βάση υποβρυχίων με την παρέμβαση ενός όμορφου μαθητή με 6 και άστρο στις επωμίδες, του θεού της Σχολής, όπως λεγόταν (ο Αρχηγός), έληξε μετά από ένα εξαντλητικό 8ωρο περίπου. Το κρεβάτι είχε βέβαια ξεστρωθεί 4-5 φορές και ξαναστρώθηκε καλά με τεντωμένη την κουβέρτα και το μπαούλο παρόμοια είχε αδειάσει στο πάτωμα επανειλημμένως, για να «διδαχθεί καλά» ο τρόπος που έπρεπε να είναι τακτοποιημένα μέσα σ΄αυτό τα προσωπικά μας αντικείμενα.
Φαγητό..Πάντα καλομαγειρεμένο και προσεγμένο, φρόντιζε πολύ και ο Δ/της της Σχολής αυτοπροσώπως. Τα παιδιά –οι μαθητές- έπρεπε να τρώνε καλά, γιατί είχανε διπλή αποστολή και διπλή προσπάθεια. Του στρατιώτη και του φοιτητή της Ιατρικής με προσδοκίες και απαιτήσεις από τη Διοίκηση. Από τα ωραιότερα και νοστιμότερα φαγητά, η φασουλάδα και ο αλμυρός μπακαλιάρος. Ο μάγειρας άριστος και κυρίως ευγενικός –ο αντίποδας του κουρέα- με καλλιτεχνικές τάσεις. Ήταν ικανός να κάψει, πάντα πολύ λίγο, το φαγητό, μέχρι να τελειώσει την άρια, έχοντας συνήθως εκτός από το προσωπικό του μαγειρείου, σπουδαίο ακροατή το μαθητή-συσιτιάρχη της ημέρας. Αλλά τι ήταν εκείνο το «ελεύθεροι» που σήμαινε όχι να συνεχίσεις με ησυχία, αλλά να φύγεις από την τραπεζαρία αμέσως, είχες δεν είχες χορτάσει. Μερικές φορές ήταν και ευεργετικό. Στο τραπέζι (6 άτομα) άρχοντας ήταν ο αρχαιότερος μαθητής, ο τραπεζάρχης, με απόλυτο δικαίωμα να σε αναγκάζει να τρως το φαγητό της υπηρεσίας, π.χ.κατεψυγμένο Νέας Ζηλανδίας από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως κοροϊδεύαμε, και πλιγούρι μέχρι τέλους, ενώ δίπλα ήταν το πιάτο της βελτίωσης του συσιτίου, π.χ αρνάκι με πατάτες και σαλάτα. Χόρταινες με το κατεψυγμένο και δεν ήθελες ή δεν προλάβαινες λόγω του «ελεύθεροι» να θίξεις το αρνάκι που το λιγουρευόσουνα επί ώρα. Υπήρχε όμως και χειρότερο. Να σου ετοιμάσει ο μεγάλος ένα κοκτέιλ με ό,τι είχε το τραπέζι, ζουμιά, μπαχαρικά κλπ και να το πιείς στην υγειά του μονορούφι και να το «καταφχαριστηθείς». Να που το «ελεύθεροι» ευτυχώς αρκετές φορές τον προλάβαινε τον άρχοντα τραπεζάρχη και την γλίτωνες τη δυσπεψία.
Προσευχή στρατιωτική με την επιστροφή στο θάλαμο και ύπνο. Ύπνο να τον πει ο Θεός! Το στρώμα και το μαξιλάρι με άχυρα και να αισθάνεσαι μαζί με τα τσιμπήματα, ότι χάνεις κομμάτια πατριωτισμού και ερωτικής διάθεσης για την ΣΙΣ.
Το επόμενο πρωί, το πρώτο εγερτήριο, νύχτα ακόμη, μετά από ένα παρατεταμένο σφύριγμα, κραυγές και τη μαγική λέξη «σκερβελέδες» και όλοι στη βεράντα του μεγάλου θαλάμου για τα άρβυλα. Ένα υπέροχο φεγγαροβασίλεμα που δεν κατόρθωνε να το σβήσει τίποτε και έμελλε να συνοδεύει τους μαθητές και αργότερα, όσοι γίνανε Θεσσαλονικείς και είχαν θέα στο Θερμαϊκό. Γυμναστική 15-20’ και προετοιμασία για την πρωινή αναφορά.
Ήταν η μεγάλη στιγμή της ενσωμάτωσης στην ομάδα και στη Διλοχία, που άγγιξε αμέσως την καρδιά, ανέβασε στα ύψη την αδρεναλίνη, γύρισαν πίσω όσα κομμάτια ενθουσιασμού τόλμησαν αποβραδίς να αποδράσουν και το αίσθημα μίας κρυφής, ανάλαφρης υπερηφάνειας και κυρίως ένα κυρίαρχο αίσθημα ομαδικότητας, συντροφικότητας, αδελφικότητας και ασφάλειας πέταξε το πρώτο φυλλαράκι, που σύντομα θα γιγαντώνονταν σε δέντρο όμορφο, πολλά υποσχόμενο, με βαθιές και στέρεες ρίζες. Ακολούθησε βέβαια το δύσκολο 40ήμερο της εκπαίδευσης και συνήθειας στη στρατιωτική ζωή, αλλά η αρχή, το ήμισυ του παντός, είχε γίνει.
Εν μέσω σφυριγμάτων (τρία παρατεταμένα για τους πρωτοετείς – να μην χανόμαστε), η εντολή με την έρρινη κραυγή του αρχηγού Φ.Κυρίμη «όπλα, παλάσκες, ντοκ», το ρυθμικό απ-δύο-τρία (από το αγγλοσαξονικό up-two-three) επ΄ώμου, παρουσιάστε, οι ασκήσεις πυκνής τάξεως. Ταυτόχρονα όλα τα βιβλία: Ανόργανη χημεία, Φυσική, Βοτανική και μία ακατανόητη Ζωολογία (καθ.Γ.Αθανασόπουλος Θεός ΄σχωρέστον) πραγματικός γρίφος. Όλα μαζί. Σε λίγες μέρες στο Πανεπιστήμιο για παραδόσεις και εργαστήρια, αλλά και ταχύρρυθμη στρατιωτική εκπαίδευση, ασκήσεις παρελάσεων, πορείες και σκοποβολή στο λόφο ΔΟΞΑ (με τιμητικές εξόδους αργότερα, λόγω υψηλής ευστοχίας). Στο Πανεπιστήμιο με 3 Τζέημς και φρουρά στρατιωτική. Μόλις 2-3 μήνες πριν, είχε γίνει δολοφονική επίθεση στο διπλανό αερονομείο, με νεκρούς Μπερέδες-ταψί στο κουρεμένο κεφάλι, αλλά τάξη, σεβασμός στους καθηγητές, προσπάθεια καταγραφής της διδασκαλίας, Έτσι χάθηκε κάθε ίχνος καλλιγραφίας και ορθογραφίας στα γραφόμενα, για να προλαμβάνεται ο ομιλητής. Πολύ βοηθούσαν πάντως στην ανάγνωση των ορνιθοσκαλισμάτων, οι τόνοι, τα πνεύματα και όλα τα σημεία στίξης. Την περίοδο αυτή συγκλονιστική ήταν η στιγμή που ο μπαρουτοκαπνισμένος λοχαγός Γ.Τσίτσας του Πεζικού μας παρέδωσε το όπλο με ένα σύντομο αλλά συγκινητικό λόγο για τον μοναδικό και πιστό φίλο που θα τον ξεχώριζες ανάμεσα σε πολλά άλλα όπλα και δεν θα σε πρόδιδε ποτέ, έναντι μιας μικρής περιποίησης.
Γρήγορα περάσανε οι 40 ημέρες. Ορκωμοσία και η πρώτη έξοδος στην πόλη. Φυσικά στο σπίτι και σε συγγενείς ή φίλους, εφόσον υπήρχαν, ή σε μικρές ομάδες όσο γινόταν ανέμελα στο κέντρο της πόλης. Οι οδηγίες αυστηρές για αξιωματικούς που θα συναντούσες, πώς θα στεκόσουν στο τραμ, τι επιτρέπεται να κρατάς στο χέρι και κυρίως ο τρόπος συμπεριφοράς προς τους άλλους. Βέβαια ανάλογη κάθε φορά αλλά πάντα να αποπνέει άρωμα ευγένειας και τιμής στον συνεπιβάτη ή συνοδοιπόρο. Επιστροφή αυστηρά προ του προσκλητηρίου στις 10.30μμ. Σιωπητήριο και όσοι ήθελαν, Προαιρετική. Η προαιρετική μελέτη και η «αιρετική» για στρατιωτική σχολή, μεσημεριανή διακοπή μετά το γεύμα με εντολή του Αρχηγού της Σχολής ήταν πράγματι σπουδαίες καινοτομίες, που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην απόδοση και στην επιτυχία των εξετάσεων στο ΑΠΘ. Μετά την προαιρετική, όσο άντεχε ο καθένας, επιστροφή στους θαλάμους ακροποδητί, χωρίς θορύβους, ομιλίες ή χαιρετούρες ακόμη και στον Αρχηγό, ο οποίος ήταν εκείνη τη στιγμή συμφοιτητής και συνάδελφος.
Μετά τη σύντομη εκπαίδευση στη χρήση των όπλων, άρχισαν και οι στρατιωτικές υπηρεσίες και σκοπιές στην Πύλη, στον κήπο του Κυβερνείου και στη μεγάλη ταράτσα της Σχολής. Στη θάλασσα, σκοπιά φύλαγε η ομάδα των στρατιωτών που υπηρετούσε στη Σχολή ως ομάδα υποστήριξης. Το καλοκαίρι του ΄50 και κυρίως η βάρδια 12-2πμ ήταν μεγαλείο στη μεγάλη ταράτσα, με τα τραγούδια του Τ.Μαρούδα, που ακούγονταν από το παραδίπλα νυκτερινό κέντρο, λίγο πιο εδώ από τη σημερινή οδό Καλλιδοπούλου. Το ρεπερτόριο άρχιζε με το «…όνειρα που για μια νύχτα μόνο…», όμως υπήρχε και μια αυστηρή εντολή. Συχνά οι γλεντζέδες έφευγαν από το κέντρο με βάρκα για μια σύντομη βόλτα στο Θερμαϊκό ή δια θαλάσσης στα σπίτια τους «τελούντες εν ευθυμία». Η εντολή: Να μην πλησιάσουν σε απόσταση 50 μέτρων από τον περίβολο της Σχολής. Και να΄ναι χειμωνιάτικο βράδυ με αρκετό βαρδάρη, να περνάει η βάρκα, να ακούγεται το άσμα «…σίγουρα θα πάμε μια και φθάσαμε ως εκεί, εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή..» και εσύ να απασφαλίζεις το τόμιγκαν, να τραβιέσαι από τη σκοπιά, να σε δέρνει ο βαρδάρης και να εύχεσαι να περάσει η βάρκα για να ξαναμπείς στη σκοπιά, τουρτουρίζοντας. Η θάλασσα ήταν πολύ κοντά. Το κύμα έσκαζε περίπου στο μέσον της σημερινής παραλιακής λεωφόρου. Επί τη ευκαιρία να σημειωθεί ότι είχε και η Σχολή οκτάκωπη βάρκα, που τη χρησιμοποιούσαν οι μαθητές το καλοκαίρι για βουτιές στη θάλασσα λίγο ανοιχτά, μπροστά από τη Σχολή, ή για μια κρυφή βόλτα για ξέσκασμα μέχρι την Καστέλα, όπου και το άγαλμα του Βασιλέως Γεωργίου Α, στο ύψος της οδού Αγ.Τριάδος.
Βέβαια, δεν ήταν μόνο η ταράτσα. Ήταν και η σκοπιά της Πύλης στη Βας.Όλγας. Εκεί όπου σήμερα είναι το παρκάκι-κήπος του Μουσείου, δίπλα ακριβώς από την είσοδο του Γκαίτε, ήταν ένα πανέμορφο, δίπατο, πολυγωνικό περίπτερο, σε στιλ αυστροουγκρικής αυτοκρατορίας, ίσως οίκημα του θυρωρού παλαιότερα. Εδώ η ομάδα υπηρεσίας, συνήθως 6-8 μαθητές όλων των τάξεων, είχαν υποχρέωση να κοιμούνται με πλήρη πολεμική εξάρτηση όλη τη νύχτα, διαδεχόμενοι ο ένας τον άλλο και περιμένοντας οπωσδήποτε την έφοδο αξιωματικού της φρουράς Θεσσαλονίκης με Σύνθημα-Παρασύνθημα. Είχε βέβαια και αυτή η σκοπιά το ενδιαφέρον της. Απέναντι ακριβώς, μεταξύ των οδών σήμερα 28ης Οκτωβρίου και Κοσμά Αιτωλού, σε βάθος 100-150 μέτρων ήταν ένα οικόπεδο-αλάνα. Εδώ μαζευόταν η αφρόκρεμα των οινοφίλων της συνοικίας, και όχι μόνον, σε μια ταβερνούλα τη «Χιονισμένη Καλύβα» και την «εύρισκε» υπό τους ήχους οργάνου (μπαγλαμά;) και με άσματα του τύπου «..κι ήταν απένταρος μπεκρής έξω από το ταβερνάκι, συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι…». Μια απόπειρα εξερεύνησης του «χώρου», νωρίς ένα κυριακάτικο βράδυ, έγινε αντιληπτή από το όργανο υπηρεσίας, τον Λοχία-μαθητή της διοικούσης Μ.Μουζάκη, Κεφαλλονίτη και έληξε άδοξα. Ο λοχίας διετείνετο στον αξιωματικό υπηρεσίας ότι δεν πρόλαβε να δει ποιοι εκ της φρουράς ήταν οι δράστες, διότι, όπως είπε: «Αμα τη εμφανίσει, κ.Υπολοχαγέ, του υποφαινομένου, έσπευσαν να εξαφανισθώσιν κράζοντες ο Λιοχίας, ο Λιοχίας». Περιττό να ειπωθεί ότι έπεσε γέλιο, δεν μαρτυρούσε φυσικά κανείς κάτι σχετικό με πρόσωπα-δράστες και η καμπάνα με προειδοποίηση προς όλους ήταν δύο στερήσεις εξόδου.
Εκτός από τις σκοπιές (για το 1950) υπήρχαν και οι περιπολίες. 10μμ με 6 το πρωί ανά 2ωρο, δύο μαθητές (ο ένας της 1ης τάξης) περιπολούσαν στη γύρω περιοχή μέχρι τη σημερινή Δελφών και είχαν υποχρέωση να ξυπνούν τους σκοπούς για τις σκοπιές Κυβερνείου και μεγάλης ταράτσας. Στη συνέχεια καταργήθηκε η περιπολία προς μεγάλη ανακούφιση. Οι «πορείες» με πλήρη εξάρτηση κυρίως προς Κουρί και Χορτιάτη ήταν πραγματικές εκδρομές. Γινόταν κατά τη διάρκεια των διακοπών, κυρίως, και στην επιστροφή περίμενε πάντα τηγανητός μπακαλιάρος και άφθονο νερό.
Η ζωή καθόλου μουντή. Πέραν των επίσημων χορών στο 2ο όροφο του Κυβερνείου, με τη συμμετοχή βεβαίως του Λυκείου των Ελληνίδων 1-2 φορές το χρόνο, τις αστειότητες και τα παιχνίδια στο ΚΨΜ, όπου φιλοξενήθηκαν αναδυόμενοι “star” του καλλιτεχνικού στερεώματος, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Μπιθικώτσης στη διάρκεια των «σουαρέ», έβγαινε στην παρλάτα και αρκετή διακωμώδηση για τα έργα και τις ημέρες της διοικούσης τάξης. Υπήρχε και η εβδομαδιαία ώρα εκμάθησης χορών, εθνικών βεβαίως, αλλά και ευρωπαϊκών με το χοροδιδάσκαλο Μεταλληνό. Τι χάρμα αλήθεια να βλέπεις να «στροβιλίζονται» σε ρυθμό βαλς δύο ζευγάρια αρβύλες Νο 50 και βάλε!! Αξέχαστο θα μείνει και το ρεσιτάλ βιολιού από τον ταλαντούχο βιολονίστα, μαθητή 3ης τάξης, Αρ.Βρίτσιο. Κυριακή απόγευμα, οι σκερβελέδες βαρύθημοι, οι άλλοι είχαν βλέπεις έξοδο, και ξαφνικά συγκέντρωση στη βάση υποβρυχίων, το μεγάλο θάλαμο της Σχολής. Αντί του αναμενόμενου καψονίου για να ζωηρέψουν, άνετο κάθισμα και απόλαυση επί δίωρο του ρεσιτάλ βιολιού. Χρόνια μετά γελάσαμε όταν το θυμηθήκαμε σε παρέα με τον εκτελεστή και διατυπώθηκε η άποψη ότι «δεν ήταν και πολύ χειρότερο από καψόνι»! Κακίες! Ήταν για τους περισσότερους η πρώτη φορά που μαγεύτηκαν από βιολί, γιατί το ήξεραν μόνο από τα πανηγύρια στα χωριά τους.
Εκείνο το καλοκαίρι του ’50 σημάδεψε τη Σχολή και ιδιαίτερα την 1η τάξη. Σε μία εκδρομή της Σχολής στο Σταυρό της Χαλκιδικής για ξεκούραση, μετά τις εξετάσεις του Ιουνίου, μία ομάδα 4 μαθητών της 1ης τάξης μπήκε κατά λάθος σε παραμελημένο ναρκοπέδιο, εκεί που σήμερα περνάει ο δρόμος προς Ολυμπιάδα, αλλά τότε η θάλασσα έφθανε μέχρι τα ριζά του βουνού. Η έκρηξη φοβερή. Ένας συμμαθητής, ιδιαίτερα αγαπητός, στον τόπο και τρεις βαριά τραυματίες εκ των οποίων ένας, δυστυχώς, δεν επέζησε. Τραγωδία. Η τιμητική φρουρά που συνόδεψε τις σωρούς στα χωριά τους γύρισε συγκλονισμένη…Δύο φορές νιώσαμε έτσι. Η δεύτερη ήταν όταν, ευτυχώς, τελικά γλίτωσε συμμαθητής μας από επίθεση καρχαρία στην Κέρκυρα, πρωτοφανές για την Ελλάδα, ενώ κατασπαράχθηκε η φίλη του. Πάντως δεν ξεχνιέται ο λοχαγός μας, που μετά την έκρηξη μπήκε τέσσερις φορές στο ναρκοπέδιο και με απαράμιλλη ψυχραιμία και δύναμη ψυχική και σωματική, έβγαλε τους τραυματισμένους μαθητές και το νεκρό, όπως εκείνος ήξερε, απαγορεύονται την είσοδο σε όλους. Άξιος θαυμασμού. Πολύ αργότερα, τον συναντούσα συχνά τις Κυριακές στον Ι.Ν. της Θείας Αναλήψεως, τον χαιρετούσα με σεβασμό και όταν μια φορά του θύμισα το επεισόδιο, έσκυψε το κεφάλι και κοκκίνισε «ως αρσακειάς», όπως λέγαμε τότε.
Αυτός ήταν τότε ο Ελληνικός Στρατός και η ΣΙΣ, όσο τα θυμάται κανείς μετά τόσα χρόνια. Μέσα σ΄αυτό το κλίμα άρχισαν και συνεχίστηκαν με πλήρη επιτυχία οι σπουδές στην Ιατρική. Το πρόγραμμα, η σωστή κατανομή του χρόνου για στρατιωτικές ασκήσεις, ανάπαυση, μελέτη, ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των μαθητών αλλά και μεταξύ στρατιωτικών και πολιτών φοιτητών και, κυρίως η συντροφικότητα μεταξύ των μαθητών και η άμιλλα, ώστε να είναι όσο γίνεται καλύτεροι φοιτητές, να μην αφήνουν μάθημα για μετά την 2η περίοδο, να αρχίζουν απερίσπαστοι το νέο έτος από την αρχή, έδωσαν πλούσιους καρπούς. Ασφαλώς δεν υπήρχε δυσκολία και μέριμνα για βιβλία, σίτιση και διαμονή. Το πρόγραμμα όμως έδινε δυνατότητα για πλήρη εκμετάλλευση του χρόνου, ο οποίος ήταν αφιερωμένος βασικά στις πανεπιστημιακές υποχρεώσεις. Η στενή και διακριτική παρακολούθηση αλλά και φροντίδα από τον ευπατρίδη Δ/τη Σπουδών Α.Καϊλόγλου για την πρόοδο και απόδοση των μαθητών, είχε πλούσια συγκομιδή.
Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι σπουδές. Ήταν και η διάπλαση χαρακτήρων των μελλοντικών στρατιωτικών ιατρών, για τους οποίους σεμνύνεται όχι μόνο ο στρατός με τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία αλλά και κάθε ασθενής που προσέτρεξε και προστρέχει σε αυτούς. Η έξωθεν καλή μαρτυρία και η αγάπη και εμπιστοσύνη των ασθενών τους είναι ο αψευδέστερος μάρτυρας της ιατρικής τους πληρότητας σε όλες τις ειδικότητες, του άριστου χαρακτήρα και της τέλειας συμπεριφοράς τους. Το μαρτυρεί και ο αριθμός των τότε μαθητών που ανήλθε σε ανώτατα πανεπιστημιακά και κοινωνικά αξιώματα. Ήταν επόμενο. Από τα λίγα που αναφέρθηκαν στο σύντομο αυτό σημείωμα, δεν μένει αμφιβολία ότι εκείνη η ΣΙΣ ήταν φυτώριο αξιών και αξιών.
Η Διαγραφή
Μετά 4 χρόνια, εμπερίστατος, βγήκες από το γραφείο του Δ/τη Σπουδών της ΣΙΣ με πολλές συμβουλές και το βιβλιάριο σπουδών στο χέρι. Ντυμένος ακόμη με χακί, το παρέδωσες στη Γραμματεία της Ιατρικής του ΑΠΘ, στο κεντρικό τότε κτίριο της Φιλοσοφικής και εντάχθηκες στους πολίτες φοιτητές της Ιατρικής. Τότε συνειδητοποίησες τη δημιουργικότητα της ΣΙΣ σ΄όλο το μεγαλείο της. Τα οικονομικά καλύτερα, αλλά πολύ δύσκολα ακόμη, τα βιβλία δεν ήταν πια δωρεάν και μία καινούρια ζωή μόλις άρχιζε, η κλασική φοιτητική. Πήγες με το τραμ που πήρες έξω από τη Σχολή, στη Βας.Όλγας στο ΑΠΘ και γύρισες με τα πόδια στην οδό Αγ.Τριάδας. Πήγαινες εμπερίστατος, ολίγον απορημένος, αρκετά ανήσυχος για το μέλλον. Κατεβαίνοντας από το ΑΠΘ, ξεκίνησεες με τα πόδια για να βάλεις σε κάποια τάξη τις σκέψεις σου. Πριν φθάσεις στο «Σιντριβάνι», η απόφαση είχε ληφθεί: «το πρόγραμμα της ΣΙΣ χωρίς παρεκκλίσεις» είπες σχεδόν φωναχτά. Έφθασες ανακουφισμένος στο σπίτι, απ΄όπου έφυγες σε δύο χρόνια με το πτυχίο της Ιατρικής και το απολυτήριο του στρατού, που έγραφε «διπλωματούχος οπλίτης». Ήταν επόμενο. Δεν ήταν τυχαίο ότι διάλεξες μόνο τη ΣΙΣ για να δώσεις σάρκα και οστά στα όνειρά σου. Και εκείνη να σε ετοιμάζει με στοργή και φροντίδα, να σφυρηλατήσει χαρακτήρα, να σε κάνει δυνατό και άξιο να προχωρήσεις μόνος σου με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου και να πετύχεις.
Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή 45 χρόνια μετά. Καλεσμένος σε ογκολογικό συνέδριο, που οργανώθηκε στο Διδυμότειχο από την XVI Μ/Κ μεραρχία πεζικού, τη Δ/νση Υγειονομικού και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, είχα την απρόσμενη χαρά και έκπληξη να τιμηθώ από το στρατό για την μονίμως πρόθυμη προσφορά μου να χειρουργώ στο 424 ΣΝ ή στα Νοσοκομεία ΑΧΕΠΑ και Θεαγένειο αξιωματικούς και οπλίτες, όπως μου ζητήθηκε πολλές φορές.
Η έκπληξη ότι κανείς δεν ήξερε ότι είχα πράγματι ανδρωθεί στο Στρατό και ότι, αν δεν ήταν η ΣΙΣ, δεν θα είχα γίνει πιθανότατα γιατρός και η χαρά γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να ευχαριστήσω από καρδιάς τον Στρατό και την Σχολή, όχι μόνο γιατί με περιέβαλλαν με αγάπη, αλλά κυρίως γιατί με προετοίμασαν για το μεγάλο, όμορφο, ίσως σκληρό πολλές φορές, οδοιπορικό μιας ζωής αφιερωμένης στην Ιατρική, στη Χειρουργική.
Μπλάτζας Γεώργιος
Χειρουργός – Καθηγητής ΑΠΘ

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η ιστορία της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής (Σ.Ι.Σ.) Θεσσαλονίκης (1947-1970), Η εμβληματική περίοδος της Ελληνικής Στρατιωτικής Ιατρικής. (ISBN 9786188024076)

Το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία της ΣΙΣ από την 1η δημιουργία της το 1947 στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1970 που μετονομάστηκε. Στο βιβλίο, εκτός από την ιστορία, παρουσιάζονται οι κτιριακές εγκαταστάσεις, η ζωή στη σχολή, βιωματικές καταθέσεις μαθητών της ΣΙΣ, το μητρώο των μαθητών της ΣΙΣ και φωτογραφίες όλων των μαθητών.
Συγγραφείς: Υποστράτηγος (ΥΙ) ε.α. Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος Ταξίαρχος (ΥΙ) ε.α. Γεώργιος Πολυράκης Γενικός Αρχίατρος ε.α. Χρίστος Β. Παπαγιάννης Αντιστράτηγος (ΥΙ) ε.α. Κωνσταντίνος Παγουρόπουλος και Γενικός Αρχίατρος Γεώργιος Βουρβουλάκης. Το Βιβλίο εκδώθηκε το 1916 από τις Εκδόσεις “Λόγος & Εικόνα“.

Επιμέλεια ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος
