- 21.4.2025
- Κων/νος Κυριακόπουλος
Σαν Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου είναι γνωστή η βιαία ανατροπή της Κυβέρνησης Παναγιώτη Κανελλόπουλου την 21η Απριλίου του 1967 από ομάδα ανόμων αξιωματικών υπό την ηγεσία των συνταγματάρχη Πυροβολικού Γεωργίου Παπαδόπουλου, ταξίαρχου Τεθωρακισμένων Στυλιανού Παττακού και συνταγματάρχη Πυροβολικού Νικόλαου Μακαρέζου, με τη συμμετοχή στρατιωτικών μονάδων της Αττικής. Με το πραξικόπημα καταλύθηκε στην Ελλάδα το δημοκρατικό πολίτευμα και επιβλήθηκε στρατιωτική δικτατορία, που διάρκεσε με εναλλαγή διαφόρων κυβερνήσεων μέχρι την 24η Ιουλίου 1974. Η Ελλάδα έζησε μια εφτάχρονη και πάνω κατάπτυστη δικτατορία που οδήγησε την Ελλάδα στο Μεσαίωνα.
Οι ηγέτες του πραξικοπήματος προέρχονταν από την οργάνωση ΕΕΝΑ και αυτεπικαλούντο «επαναστάτες» που επαίρονταν, για το δήθεν αναίμακτο στρατιωτικό πραξικόπημα. Το νέο καθεστώς ανέστειλε το Δημοκρατικό σύστημα, που είχε επικρατήσει στην Ελλάδα από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης μέχρι τότε Ελληνικής Ιστορίας. Αυτό το καθεστώς λειτούργησε, αυταρχικά ως μη κομματικό σύστημα με το όνομα «Επανάσταση της 21ης Απριλίου 1967»!!! Επιβάλλοντας τον στρατιωτικό νόμο, στο όνομα του βασιλιά – σατράπη Κωνσταντίνου, που είχε καταλύσει κάθε έννοια συνταγματικής νομιμότητας σε όλη τη χώρα και αναλαμβάνοντας συνταγματικές, εκτελεστικές και νομοθετικές εξουσίες, άρχισε να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα κάνοντας χρήση ενός ισχυρισμού της «επαναστατικής νομιμότητας». Αυτή την δήθεν νομιμότητα ήλθε να αναγνωρίσει στη Μεταπολίτευση η Ανωτάτη Δικαιοσύνη.
Όλοι όμως, πλήν των φασιστών υπερασπιστών της χούντας, μετά την αποκατάσταση της ελευθερίας την 23η Ιουλίου 1974 ήθελαν να δουν τον Παπαδόπουλο, τον Παττακό, τον Ιωαννίδηκαι την παρέα τους να καταδικάζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή ποινή. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ως στιγμιαίο το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας των πραξικοπηματιών, προσδιορίζοντας το για τη στιγμή της κατάλυσης της δημοκρατίας.
Όλα όσα ακολούθησαν ήταν συνέπεια του αδικήματος και επομένως προστατεύονταν από την πιθανότητα δίωξης μια σειρά στελεχών (υπουργών κ.ά.), που είχαν υπηρετήσει το δικτατορικό καθεστώς από κυβερνητικές θέσεις· παρέμενε έτσι στο απυρόβλητο ένας σημαντικός αριθμός προσώπων. Με βάση αυτή την απόφαση οι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος καταδικάστηκαν σε θάνατο, ποινή την οποία ο Καραμανλής μετέτρεψε σε ισόβια κάθειρξη.
Αποδόθηκε δικαιοσύνη; Η απάντηση είναι όχι και αυτό προκύπτει από το γεγονός πως από ένα ολόκληρο στρατιωτικό καθεστώς, που διατήρησε με τα όπλα την εξουσία για επτά χρόνια καταδικάστηκαν μόλις 18 άνθρωποι.
«Επανάστασις επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιον» ένας κοινός τόπος των εγχειριδίων δημοσίου δικαίου, που υποστηρίχθηκε από τους πραξικοπηματίες. Όμως: «Μόνη η επανάστασις, εφ’ όσον επικρατήσει, όχι όμως και το πραξικόπημα ακόμη και αν επικρατήση, δημιουργεί δίκαιον»! Συνεπώς η «επανάστασις», εν αντιθέσει προς το πραξικόπημα, δημουργεί μετά την επικράτησή της δίκαιον εν τη εννοία της ικανότητας εισαγωγής κανόνων, οίτινες ισχύουν μόνο ως κανόνες δικαίου και όχι ως βίαιαι διευθετήσεις ανάλογοι προς τας εισαγωγείς υπό της ληστρικής συμμόρφωσης». (Ανδρουλάκης Νικ.)
Προσωπική Μαρτυρία.
Για την πολυσυζητουμένη δικτατορία αναφέρομαι σε ένα γεγονός, το οποίο έζησα σαν νέος αξιωματικός ιατρός Τάγματος. Αν δεν ήταν ο Σπαντιδάκης αρχηγός του ΓΕΣ και ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος θα είχε αποφευχθεί η επάρατη δικτατορία.
Τον Φεβρουάριο του 1967 υπηρετούσα στον 19 ΛΥΣΠ (Λόχο Υγειονομικού Συντάγματος Πεζικού) στη Βυρώνεια Σερρών. Το χωριό βρίσκεται 4 χιλιόμετρα δυταικά του Νέου Πετριτσίου, κοντά στη διάβαση μεταξύ των οροσειρών του Μπέλλες και Αγκίστρου και αποτελεί την είσοδο στην Ελλάδα του Στρυμώνα. Την εποχή εκείνη στη Βυρώνεια στρατωνίζοταν το 19 Σύνταγμα Πεζικού, το 602 Τάγμα Πεζικού, η 116 ΜΠΠ, ο 19 ΛΒΟ, ο 19 ΛΥΣΠ και ο 812 ΛΕΜ. Μεγάλος αριθμός αξιωματικών και στρατιωτών σε ένα μικρό χωριό, που μαστιζόταν από την μετανάστευση.
Η διαμονή στο χωριό ήταν δύσκολη, αφού δεν υπήρχε τίποτε άλλο, για διασκέδαση παρά ένας κινηματογράφος που λειτουργούσε μόνο τα Σαββατοκύριακα. Έτσι οι περισσσότεροι αξιωματικοί μαζευόμαστε στη Στρατιωτική Λέσχη που βρίσκοταν σε ένα ενοικιασμένο κτίριο. Οι συζητήσεις περιστρεφόντουσαν κυρίως σε ποδοσφαιρικά ζητήματα, ενώ οι περισσσότεροι αξιωματικοί, που ήσαν ανύπαντροι, ή ζούσαν χωρίς τις οικογένειές τους ερχόντουσαν στη Λέσχη μόνο, για φαγητό. Υπήρχαν μερικοί αξιωματικοί, που πολιτικολογούσαν και έδειχναν τον «αντικομμουνισμό» τους. Ένας από αυτούς ήταν ο Λοχαγός Σταυρόπουλος Κων., που συνεχώς έβριζε τον Παπανδρέου και έλεγε, ότι έχει επαφές με το ΓΕΣ και άλλους οπαδούς της μελλοντικής δικτατορίας. Έπαιρνε μερικούς δοκίμους (ΔΕΑ) με τούς οποίους κάθε βράδυ σε όλο το διάστημα πρίν τον Φεβρουάριο πήγαιναν σε διάφορα χωριά, αλλά δεν ξέρουμε σε ποια και τι κάνανε. Έλεγε πώς πήγαιναν, για να βρούν τις φιλενάδες τους.
Η πολιτική κατάσταση ήταν εκκρηκτική. Κυβέρνηση ήταν του Παρασκευόποθυλου, που είχε αποστολή να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές στα τέλη Μαΐου 1967.
Ένα πρωινό του Φεβρουαρίου, ενώ βρισκόμουνα έξω από το μικρό κτήριο του ΛΥΣΠ, ακριβώς από ένα μικρό κτιριάκι, στο οποίο ήταν το γραφείο του υποδιοικητού της 116 ΜΠΠ βγήκε ο Διοικητής της 6ης Μεραρχίας Πεζικού – με έδρα το Κιλκίς – στην οποία υπήγετο το 19 Σ. Π. Ο στρατηγός ξαναήλθε στο στρατόπεδο, άλλη μια φορά μετά 2 ή 3 ημέρες. Υοδιοικητής της 116 ΜΠΠ ήταν ο λοχαγός Π/Β Βασίλειος Πετροπουλάκης και διοικητής ο Ταγματάρχης Ιωάννης Σακκάς της τάξεως του 1948.
Υποδιοικητής του Τάγματος ήταν ένας ταγματάρχης που προέρχοταν όχι από τη Σχολή Ευελπίδων, ο Θανάσης Ευθυμιόπουλος, που γνώριζε πολλά πράγματα και ήταν ενημερωμένος σε ό,τι αφορούσε τα στρατιωτικα πράγματα της εποχής. Τον ρώτησα τι συμβαίνει και ο στρατηγός έρχεται συχνά στο στρατόπεδο. Μετά από 3 μέρες μου είπε, ότι θα έχουμε σύντομα δικτατορία. Όταν τον ρώτησα από που το ξέρει, μου είπε, ότι ο Σταυρόπουλος πλησίασε τον Πετροπουλάκη και προσπάθησε να τον μυήσει σε μια οργάνωση, που σχετίζεται με μελλοντική δικτατορία. Του είπε, ότι η κατάσταση είναι κρίσιμη και πρέπει να συμβάλουν όλοι να αποφευχθεί ο κίνδυνος. Άφησε να εννοηθεί ότι, η κίνηση αποσκοπούσε να δημιουργηθεί ένα καθεστώς σαν της 4ης Αυγούστου. Μάθαμε αμέσως ότι ο Πετροπουλάκης μη θέλοντας να μπλέξει σε παραστρατιωτικές οργανώσεις – τότε γινότανε η δίκη του ΑΣΠΙΔΑ – ανέφερε το γεγονός στο διοικητή του Σακκά και εκείνος στο στρατηγό Ανδρέα Βαρδουλάκη. Ο Βαρδουλάκης, για το λόγο αυτό ερχότανε στη Βυρώνεια κάνοντας ο ίδιος εξέταση -άτυπη ανάκριση, χωρίς κανέναν άλλο.
Όπως ανέφερε στη δίκη των πρωταιτίων της δικτατορίας καταθέτοντας ο Βαρδουλάκης, ζήτησε από τον Πτεροπουλάκη να γράψει αναλυτικά τά, όσα είχαν συμβεί. Ο Πετροπουλάκης τα έγραψε σε 15 σελίδες.
Μάθαμε, ότι ο Σταυρόπουλος προσπάθησε εκτός του Πετροπουλάκη να προσηλυτίσει και τον υπολοχαγό Αλευρομέγειρο (τον σημερινό απόστρατο αντιστράτηγο), διοικητή τότε του 19 ΛΒΟ.
Εδώ κάνω μια παρέκβαση, για να γίνει κατανοητό. Γράφει ο Μπονάνος στο βιβλίο του «Η Αλήθεια», για τά όσα προηγήθηκαν από τα γεγονότα αυτά, που αποτελούν επιβεβαίωση των όσων παρουσιάζουμε.
«Μίαν ημέραν του Φεβρουαρίου 1967 και ενώ ευρισκόμην εις την Λέσχην Αξιωματικών (σ. Της Έδεσσας), που εστεγάζετο επίσης επίσης στο κτίριον του Στρατηγείου της Μεραρχίας διά να γευμαρίσω, είδα εισερχόμενον εις την Λέσχην τον συμμαθητήν μου [αντι]συνταγματάρχην Λαδάν, συνοδευόμενον υπό του Διοικητου του λόχου ΕΣΑ της Μεραρχίας Λοχαγού Γερασίμου Ματάτση.
Ο Ματάσης μου ανέφερεν, ότι ο Λαδάς ήλθεν, ως διευθυντής της διευθύνσεως ΕΣΑ του ΓΕΣ, διά να επιθεωρήσει τον Λόχο ΕΣΑ της Μεραρχίας. Πρέπει να ειπώ, ότι με εξένισεν η απρέπεια του Λαδά[1], ο οποίος ώφειλε κατά τα ισχύοντα να παρουσιασθεί εις τον Μέραρχον, ή εις τον Υποδοικητήν της Μεραρχίας, ή αν ούτοι απουσίαζον εις τον Επιτελάρχην της Μεραρχίας και να αναφέρει τον σκοπόν της επισκέψεώς του. Πολύ περισσσότερον έπρεπε να έχη ειδοποιηθή η Μεραρχία διά σήματος περί του σκοπού της αφίξεώς του Λαδά, πράγμα που όμως δεν συνέβη. Παρ’ ότι ηνωχλήθην εκάλεσα αμφοτέρους εις το τραπέζι μου.
Όταν ο Λαδάς ανεχώρησε συνεζήτησα το θέμα με τον Μέραρχον Ντενίσην, ο οποίος δεν έδωσε συνέχειαν, παρ’ ότι οι αξιωματικοί, που φέρονται με τον τρόπον που συμπεριφέρθη ο Λαδάς τιμωρούνται.
Μετ’ ολίγας ημέρας, περί τας αρχάς Μαρτίου 1967 η Μεραρχία εξετέλει άσκησιν και το στρατηγείον της είχε καταυλισθεί υπό σκηνάς εις ένα λόφον έξω της πόλεως. Κατά την διάρκειαν της ασκήσεως επεσκεφθη το Στρατηγείον ο Υποδιευθυντής του 3ου Επιτελικού γραφείου του ΓΕΣ συμμαθητής μου και αρχηγός της τάξεώς μου της Σχολής Ευελπίδων (Τάξις 1940) συνταγματάρχης Πυροβολικού Γεώργιος Παπαδόπουλος. Ούτος είχεν ιδιαιτέραν συνομιλίαν με τον Μέραρχον Ντενίσην και εν συνεχεία με επεσκέφθη εις την σκηνήν μου. Είμεθα συμμαθηταί και αυτό, όπως γνωρίζουν όλοι οι αξιωματικοί δημιουργεί πάντοτε κάποιον δεσμόν…
Μέ τον Παπαδόπουλον συνεζήτησα επί πολλήν ώραν. Αι απόψεις μας περί της καταστάσεως τώς χώρας συνέπιπταν…
Ο Παπαδόπουλος έφυγε, όταν ετερματίσθη η συζήτησίς μας».
Είχε ήδη αναφερθεί στό Διοικητή της 6ης Μεραρχίας υποστράτηγο Βαρδουλάκη η οργανουμένη συνωμοσία και γνώστης αυτής ήταν και ο Σωματάρχης διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγος Μανέττας Ιωάννης. Γνώστης της αναφοράς του Πετροπυλάκη ήταν και ο επιτελάρχης του Σώματος, ο οποίος ενημέρωσε τούς συνωμότες, για το γεγονός και για τον λόγο αυτό επισκέφθηκαν το Κιλκίς ο Παπαδόπούλος με τον Καραμπέρη και επίσης ο Παττακός. Θέλανε να πληροφορηθούν μέχρι που είχε φτάσει η γνώση της συνωμοσίας. Γράφει στη συνέχεια ο Μπονάνος.
«Ο Παπαδόπουλος έφυγε, όταν ετερματίσθη η συζήτησή μας, αλλά τον επανείδα αμέσως. Πράγματι μετ’ ου πολύ, περί τας αρχάς Απριλίου επεσκέφθη εκ νέου την Μεραρχίαν. Είχε και πάλιν μακράν ιδιαιτέραν συνομιλίαν με τον Ντενίσην εις το γραφείον του Μεράρχου και εν συνεχεία επεσκέφθη και εμέ στο γραφείον μου[2]. Ομολογώ, ότι εξεπλάγην.
– Πάλι εδώ τον ηρώτησα.
– Ήλθα να σας ιδώ…
Βεβαίως είχα αντιληφθή τι συνέβαινε. Η επίσκεψις του Λαδά αρχικώς και αι αλλεπάλληλοι επισκέψεις του Παπαδόπουλου, αι κατ’ ιδίαν και επί ώρας συζητήσεις με τον Υποστράτηγον Ντενίσην αποτέλουν ενδείξεις, αλλά δεν είχα ενημέρωσιν…
Αλλ’ η εντύπωσίς μου, ότι «κάτι ετοιμάζεται» κατέστη τώρα βεβαιότης. Προσεπάθησα λοιπόν να πληροφορηθώ κάτι από τον Μέραρχόν μου. Αλλ’ ο Ντενίσης, όταν του υπέβαλα σχετικάς ερωτήσεις κατελήφθη υπό νευρικότητος και ουσιατικώς δεν μου απήντησε». Ο Μπονάνος ερμηνεύει την νευρικότητα του Ντενίση, στό, ότι δεν του είχαν εμπιστοσύνη.
Όμως μετά από αυτή την αναφορά του Μπονάνου γίνεται πασιφανέστατο, ότι ο Παπαδόπουλος θα συζητούσε μαζί με τον Ντενίση την διαρροή της πληροφορίας, για το προετοιμαζόμενο πραξικόπημα.
Όπως κατέθεσε στη δίκη των πραξικοπηματιών ο διοικητής της 6ης Μεραρχίας, μετά από μια συγκέντρωση Διοκητών Μονάδων στο Κιλκίς τον πλησίασε ο Διοικητής της 116 ΜΠΠ (Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού) Ταγματάρχης της τάξεως του 1948 Γιάννης Σακκάς (πιστεύω μέλος της ομάδας του Αρναούτη) και του ανέφερε τά, όσα του είχε αναφέρει ο υποδιοικητής της Μοίρας λοχαγός Βασίλης Πετροπουλάκης, για την απόπειρα του Λοχαγού Κώστα Σταυρόπουλου να τον μυήσει στην συνωμοσία, για την ανατροπή του κοινοβουλευτικού κεθεστώτος, κάτι που ο Σταυρόπουλος διακήρυττε φανερά καθημερινώς σχεδόν στη Στρατιωτική Λέσχη της Βυρώνειας. Προσωπικά εγώ τον είχα ακούσει κατ’ επανάληψη να αναφέρεται στο καθεστώς του Μεταξά και ότι πρέπει επί τέλους να ακουστούν και πάλι τα κανόνια. Έβριζε με χυδαία λόγια τον Γεώργιο Παπανδρέου και προσπαθούσε να προκαλέσει την αγανάκτηση των νεαρών δοκίμων αξωματικών, για τον επερχόμενο εν όψει των εκλογών κίνδυνο του κομμουνισμού. Συνέβη να αναφέρεται σε αξιωματικούς, που αργότερα απεδείχθη, ότι ήσαν από εκείνους που συμμετέσχον στίς συλλήψεις στην Αθήνα και αναδείχτηκαν επί δικτατορίας. Ο Βαρδουλάκης κατά τα μέσα Ιανουαρίου βρίσκοταν συχνά στη Βυρώνεια λόγω της ασκήσεως επί χάρτου της μεραρχίας (ΤΑΑΣ) του έτους 1967. Αργότερα στην επιθεώρηση του ως μεράρχου μίλησε με θέρμη, για τον βασιλιά.
Επικρατούσε κάποιος αναβρασμός γιατί γινόντουσαν προσπάθειες να αλλάξει το πνεύμα των κατοίκων του χωριού, που στην πλειονότητά τουσή σαν άτομα δημοκρατικών φρονημάτων. Είχε έλθει σύσταση στους αξιωματικούς να λέμε στο χωριό, όπου βρισκόμαστε ή σε γνωστούς μας «μα επί τέλους δεν υπάρχει κάποιος λοχίας;»
Ο Βαρδουλάκης κατέθεσε ότι είπε ο Πετροπουλάκης, για τις προσπάθειες του Σταυρόπουλου να μυήσει και τον υπολοχαγό Αλευρομέγειρο, διοικητή τότε του 19 ΛΒΟ. Ο Αλευρομάγειρος όταν κλήθηκε από τον διοικητή της Μεραρχίας να αναφέρει αν ίσχυαν τα όσα ανέφερε ο Πετροπουλάκης, κατέθεσε, ότι πραγματικά ο Σταυρόπουλος είχε προσπαθήσει να τον μυήσει, πλήν δεν έδωσε καμμιά σημασία, γιατί ο Στυρόπουλος διακρινότανε για τις μεγαλαυχίες του.
Ο Βαρδουλάκης, αφού πήρε την αναφορά – μνημόνιο του Πετροπουλάκη ενημέρωσε τον Σωματάρχη αντιστράτηγο Μανέττα Ιωάννη. Επειδή επρόκειτο, για συνωμοτική οργάνωση, πολύ σωστά ο Βαρδουλάκης δεν ακολούθησε τον φυσικό τρόπο εξιχνίασης της υπόθεσης, αλλά έδρασε απολύτως μυστικά. Μετέβη και παρέδωσε το μνημόνιο του Πετροπουλάκη, που ήταν γραμμένο σε κόλλες διαγωνισμού – και επειδή ο Σωματάρχης έλειπε στην Αθήνα – στον επιτελάρχη του σώματος ταξίαρχο Γιάνναρη, όπως είπε στο δικαστήριο καταθέτοντας, «η κρίσις μου, σχόλιόν μου είναι, ότι εις αυτάς τας εγκληματικάς και επομένως απιθάνους κινήσεις αναζητήσατε Γεώργιον Παπαδόπουλον. Και έφυγα».
Σέ ερώτηση του προέδρου του εφετείου εφέτη Ντεγιάννη, γιατί συσχέτισε τον Παπαδόπουλο με την προσπάθεια του Σταυρόπουλου να μυήσει αξιωματικούς στο ετοιμαζόμενο κίνημα η απάντηση του Βαρδουλάκη υπήρξε καταλυτική:
«Διότι έκαμα μίαν εκτίμησιν, υπεισήλθεν η τέχνη του στρατηγού, που λέμε. Βεβαίως παραδέχομαι, ότι ήτο μία εκτίμησις, η οποία εβασίσθη σε σπίθες, αν θέλετε στοιχείων …», Στο στρατό συνεζητείτο τότε η δικτατορία, που θα γινότανε από αξιωματικούς που ήσαν μέλη της ΕΕΝΑ.
Ο Βαρδουλάκης στο δικαστήριο ανέλυσε εν εκτάσει τά, όσα έλεγε ο Σταυρόπουλος, συγκρίνοντάς τα με τις απόψεις του Παπδόπουλου. «Συνέπιπτεν ιδίως αυτή η αξιοκρατία. Τα είχα ακούσει και από τον Παπαδόπουλον, επίσης και από ορισμένες μισοκουβέντες, τις οποίες έλεγαν αξιωματικοί, οι οποίοι παρουσιάζοντο εις την Μεραρχίαν διωχθέντες, που ανεκάλυπτα εις το βλέμμα των μίαν πικρίαν, μίαν απαγοήτευσιν, διότι τούς αδικούσαν και τούς παραμέριζαν και τούς κακομεταχειρίζοντο και έβγαινε κάποια ομάς, κάποια κίνησις. Επίσης από οικογένειες, τις οποίες είχαν κρατούμενες εις το Γουδί τότε, με το θέμα το πεποιημένον, όπως πιστεύω εγώ, του «ΑΣΠΙΔΑ», έβγαινε, ότι εις το ΚΕΤ (σημ. Διοικητής ο Παττακός), όπου τούς φυλάγανε κλπ. Κάτι συνέβαινε, κάποια κίνησις…
Μετά από το σαμποτάζ του Έβρου, ενώ είχε γίνει ένας τόσο θόρυβος εναντίον του Παπαδοπούλου, έβλεπα, ότι ενώ έλειπε πάντοτε από τις Μονάδες, που είχε ελάχιστον χρόνον δι’ αυτές, να μετατίθεται και να γυρίζη πάντοτε εις το Κέντρον κατά στάδια εις την Λάρισαν εις θέσεις δευτέρου γραφείου κλπ. Αυτά και άλλα πιθανόν να είναι οι σπίθες…»
Στή συνέχεια ο μέραρχος κατέθεσε, ότι μετά δυό τρείς μέρες ο σωματάρχης βεβαίωσε, ότι το υπόμνημα δόθηκε στα χέρια του τότε αρχηγού του ΓΕΣ Σπαντιδάκη. Σε ερώτηση του προέδρου είπε, ότι δόθηκε στα χέρια του Σπαντιδάκη, ο οποίος έλαβε γνώση των όσων διατρέχανε. Στίς 6 Μαρτίου κλήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον διευθυντή του γραφείου του Σπαντιδάκη συνταγματάρχη Ιωάννη Λάζαρη, για υπηρεσιακά θέματα. Και του έδωσε έγγραφο του Σπαντιδάκη, στο οποίο του έγραφε, ότι κατόπιν ερεύνης διαπιστώθηκε, πως δεν υπάρχει υπόσταση στά όσα ανέφερε ο Πετροπουλάκης. Ποιός και πότε έκανε την έρευνα; Έγινε σαφώς προσπάθεια συγκάλυψης.
Στή συνέχεια αναφέρει ο Βαρδουλάκης, ότι αφού την έρευνα την έκανε ο ίδιος και μόνο ο υποδιοικητής της Μεραρχίας του γνώριζε το γεγονός, τότε κάποιος ήταν ο πληροφοριοδότης των συνωμοτών. Από ακριτομύθειες είχαμε πληροφορηθεί, ότι πληροφοριοδότης ήταν μάλλον ο επιτελάρχης του Σώματος, χωρίς να είναι απόλυτο.
Τό ζήτημα είχε αρχίσει να γίνεται περίπλοκο γιατί η συμπεριφορά των συνωμοτών περίεργη. Όπως ανέφερε ο Βαρδουλάκης μετά από μερικές ημέρες επισκέφθηκε τη μεραρχία ο Παττακός, με πρόσχημα, ότι είχε έλθει, για να επισκεφθεί δήθεν κάποιους συγγενείς του, που είχε εκεί. Μιλώντας αργότερα ο Βαρδουλάκης με τον Παττακό ο τελευταίος του απεκάλυψε, ότι είχε έλθει, για τον σκοπό αυτό.
Συνεχίζοντας ο Βαρδουλάκης την κατάθεσή του είπε:
«Εις τας 14/3, όταν ήμουν εις άσκησιν μάχης, έξω από το Κιλκίς, την οποίαν διηύθυνα, ήλθαν απροσδόκητα και κατά τρόπον μη προβλεπόμενον από τον κανονισμόν, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος με τον Γκαντώνα. Εκ των υστέρων διαπιστώνω, ότι ήλθαν, για τον ίδιο σκοπό. Ο Γκαντώνας υπηρετούσε τότε εις την ΚΥΠ Θεσσαλονίκης. Ήτο απροσδόκητος η επίσκεψις, διότι έπρεπε να έχω ειδοποιηθή. Και ήτο αντικανονική, διότι έπρεπε να είχε ειδοποιηθή και το Σώμα Στρατού. Και θα έπρεπε να γίνεται επί τη βάσει διατυπώσεων, διότι ο Παπαδόπουλος ήτο επιτελής του 3ου ΕΓ του ΓΕΣ. Βεβαίως εγω ανέφερον το περιστατικόν εις τον Διοικητήν του Β΄ Σώματος Στρατού.
Ο Γκαντώνας ερωτώμενος από τον Πρόεδρο του Εφετείου επιβεβαίωσε την επίσκεψη, αλλά δικαιολογούμενος είπε, ότι συναντήθηκε τυχαία με τον Παπαδόπουλο στο Κιλκίς.
Για το περιστατικό, που αναφέρουμε ερωτώμενος από τον εισαγγελέα ο διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατου αντιστράτηγος Ιωάννης Μανέττας, αν έκανε ανακρίσεις είπε: «Ο επιτελάρχης μου μου ανέφερεν, ότι ο διοικητής της 6ης Μεραρχίας υποστράτηγος Βαρδουλάκης του έδωσεν ένα υπόμνημα προχειρογραμμένο, όπου ανεφέρετο, ότι ο λοχαγός Σταυρόπουλος απετάθη εις ένα ταγματάχη (σ. επρόκειτο, για λοχαγό) και του εζήτει… του έλεγε, ότι τα κανόνια πρέπει να τα κρατήση, για τον στρατό μονιασμένο, διά να μπορέσει να κρατήσει μίαν κατάστασιν και ο στρατός να μπορέσει να επιβάλει μίαν εθνικήν άποψιν, έστω και χωρίς τον βασιλέα. Αυτό το επήρα εις τα χερια μου από τον Γιάνναρη. Ο Γιάνναρης ήταν ο επιτελάρχης μου, του το έστειλε ο Βαρδουλάκης., όταν το επήρα εις τα χέρια μου και το εδιάβασα αναρωτήθηκα γιατί δεν έκανε ανάκρισιν ο μέραρχος. Μου απήντησεν, διότι έχομεν διαταγήν διά τον ΑΣΠΙΔΑ. Η διαταγή του Γενικού Επιτελείου Στρατου ήτο, ότι κάθε τι σχετιζόμενον με τον ΑΣΠΙΔΑ να υποβάλλεται εις το ΓΕΣ, ώστε αυτό να γνωρίζη και να διδη τας λύσεις.»
Ο εισαγγελέας του είπε, ότι αυτό το περιστατικό δεν σχετιζότανε με τον ΑΣΠΙΔΑ και ο Μανέττας απάντησε. «Αλλά απεδόθη εις τον ΑΣΠΙΔΑ. Ὀταν λέγη όμως «αξιοκρατία χωρίς τον βασιλέα» αυτήν την άποψιν εξέφρασεν ο επιτελάρχης.»
Ο Μανέττας συμφώνησε με την άποψη του εισαγγελέα, ότι η έκτίμηση αυτή ήταν λανθασμένη και ότι επρόκειτο, για προσπάθεια μύησης στην συνωμοσία της ομάδας του Παπαδόπουλου. Στη συνέχεια ο Μανέττας αναφέρει τις ενέργειες στίς οποίες προέβη. Έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί της κινήσεως έγιναν γνώστες τόσο ο Σπαντιδάκης, όσο και ο Κωνσταντίνος. Παραθέτουμε το σημείο αυτό της κατάθεσής του, από το οποίο προκύπτει, ότι στην όλη υπόθεση καταβλήθηκε προσπάθεια αποκρύψης της, άσχετα, αν αργότερα όλοι γίνανε τιμητές του πραξικοπήματος. Πιστεύω, ότι αν ο Κωνσταντίνος είχε κάνει την δικτατορία, όλοι αυτοί θα ήσαν θιασώτες της. Να η κατάθεση του Μανέττα.
«Όταν κατέβηκα εις την Αθήνα, επήγα εις τον αρχηγόν του επιτελείου και του λέγω «ιδού». Μου απαντά «θά κάμω αμέσως ανάκρισιν». Ο Σπαντιδάκης το εκράτησε και μου είπε, ότι θα ειδοποιήσει και τον Μέραρχον Βαρδουλάκην. Ύστερα από μερικές ημέρες, όταν έφυγα από την Αθήνα ηρώτησα τον Βαρδουλάλην τι έγινε. Εκείνος μου απήντησε, ότι ετακτοποίθηκε αυτό το θέμα. Του είχε στείλει τον Λάζαρην, δεν ξέρω ακριβώς κάποιον αξιωματικόν. Ο μέραρχος μου είπε είχε τακτοποιηθή το θέμα. Όπως διαβασα αργότερα, ο Σπαντιδάκης ανεφέρθη εις τον βασιλέα. Αυτό δεν το ηξεύρω. Το γεγονός πάντως είναι, ότι μία τέτοια κίνησις περιήλθεν εις γνώσιν του αρχηγού του ΓΕΣ, ο οποίος κατηύθυνε όλες αυτές τις περιπτώσεις». Σε ερώτηση του εισαγγελέα, για την επίσκεψη του Παπαδόπολου και Γκαντώνα στο Κιλκίς απάντησε, ότι δεν το γνώριζε.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί, ότι οι πολιτικοί μολονότι ειδοποιήθηκαν εδήλωσαν, ότι «έχουν γνώσιν οι φύλακες». Απάντηση που δόθηκε σε μένα, όταν τηλεφώνησα στη Θεσσαλονίκη στα γραφεία της Ε.Κ. ανωνύμως την 10η Απριλίου 1967 λέγοντάς τους, «ειδοποιείστε στην Αθήνα, ότι θα γίνει κίνημα. Να λάβουν τα μέτρα τους». Το πρωί της 21ης Απριλίου ο Πετροπουλάκης μου είπε, «τους ειδοποίησα. Δεν με άκουσαν».
Ποιό ήταν το μέλλον των αξιωματικών που ενεπλάκησαν στο ζήτημα; Ο Βαρδουλάκης αποστρατεύτηκε τον τοποθέτησαν Νομάρχη Λάρισας και αρνήθηκε τη θέση. Ο Πετροπουλάκης απετάχθη, στον Αλευρομέγειρο επιβλήθηκε ποινή 6μηνης αργίας. Το Σακκά τον μεταθέσανε και προσπάθησαν να τον μπλέξουν σε κάποιο ανύπαρκτο ποινικό ζήτημα. Το 602 Τάγμα Πεζικού το μεσημέρι της 21ης Απριλίου μεταστάθμευσε στην Κοζάνη, διότι (άκουσον, άκουσον!!!) θα δεχθούμε επίθεση από την Γιουγκοσλαβία.
Ο Ντενίσης, που πιστεύω, ότι ήταν γνώστης της συνωμοσίας, γιατί δεν εξηγείται, όπως αναφέρει ο Μπονάνος η μακρά συνεργασία του πρίν την 21η Απριλίου με τον Παπαδόπουλο. Πρέπει ο Παπαδόπουλος να είχε έλθει στο Β΄ Σώμα Σρατού, για να πληροφορηθεί, αν το μελλοντικό κίνημα είχε προδοθεί.
Εκτός από τα παραπάνω, που δεν επιδέχονται καμμιάς αμφισβήτησης, αναφέρομαι σε δυό περιστατικά, που δείχνουν την μικρόνοια και αμετροέπεια των πραξικοπηματιών. Πρώτο. Διοικητής του Συντάγματος των Ευευλπίδων ήταν ο Δημ. Ιωαννίδης ο μετέπειτα δικτάτορας της δεύτερης δικτατορίας. Είχε το θράσος να βγάλει τους ευέλπιδες στην Αθήνα για να δείξει την ευμμετοχή τους στο πραξικόπημα, σε αντίθεση με τους Ικάρους και Ναυτικούς Δοκίμους. Το δεύτερο αίσχος αφορούσε στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (ΣΙΣ), που με απόφαση του τότε διοικητής της παρέλασε το πρωί της 21ης Απριλίου στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός αυτό μεγάλος αριθμός ανθρώπων το σχολίασε δυσμενώς. Όπως πληροφορήθηκα για να συμβεί αυτό έλαβαν μέρος αξιωματικοί του Γ΄ Σώματος Στρατού, μερικοί μαθητές της Σχολής και ο Διοικητής της Σχολής, που αργότερα για τις προσφορές του στο πραξικόπημα αμείφθηκε με τη θέση του «Υφυπουργού» της δικτατορίας.
Επρόκειτο για «Επανάσταση», ή Πραξικόπημα;
Οι απολογητές-υμνολόγοι της χούντας και οι οπαδοί της διατείνονται ότι, το καθεστώς τους ήταν επανάσταση, για να σώσει την Ελλάδα από τον επαπειλούμενο κομμουνιστικό κίνδυνο. Το ζήτημα αυτό έχει λυθεί από την Βουλή των Ελλήνων κατά τη συζήτηση της ψηφίσεως του ψηφίσματος για την δίωξη των στασιαστών και είναι σαφώς πραξικόπημα. Είπε ο εισηγητής της πλειοψηφίας:
«Ότι την 21ην Απριλίου 1967, εγένετο στυγνόν πραξικόπημα μη έχον καμμίαν σχέσιν με επανάστασιν, είναι αναμφισβήτητον, το γνωρίζει ο Ελληνικός Λαός, το γνωρίζουν και τα μέλη της Εθνικής Αντιπροσωπείας. Ό,τι συνέβη την νύκτα της 21ης Απριλίου, συνέβη, όχι από μίαν ομαδικήν κίνησιν και εκδήλωσιν λαϊκών μερίδων, αλλά απλώς από μίαν μικράν, πολύ μικράν ομάδα Ελλήνων αξιωματικών, είναι δυνατόν να φθάνουν μέχρι 50, να φθάνουν μέχρις 100, οι οποίοι, καταχρώμενοι των καιρίων θέσεων τας οποίας είχον καταλάβει εις το στράτευμα και ειδικώτερον εις το Γενικόν Επιτελείον Στρατού και τα Σώματα Στρατού, επάτησαν το γνωστό κουμπί, το οποίον ελέγετο «Σχέδιον Προμηθεύς» και χωρίς να γίνη καμμία εκδήλωσις άλλη, έγιναν κύριοι της εξουσίας. Ο τρόπος της ενεργείας δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι, υπήρξε τρόπος απατηλός και έτσι εν μια και μόνη νυκτί, μέσα εις ολίγας ώρας, όπως αργότερον έλεγον οι ίδιοι καυχόμενοι, χωρίς να μάτωση ουδέ μύτη, έγιναν κύριοι της εξουσίας, την οποίαν εκράτησαν επί 7,5 χρόνια.
Ποιος ήτο ο σκοπός των; Αναμφισβήτητα δεν υπήρξεν ιδεολογικός σκοπός, δεν υπήρξαν στόχοι κοινωνικοί, ή οικονομικοί, αλλά η ομάδα αυτή των ολίγων αξιωματικών και των συνεργατών των η κλίκα, όπως εχαρακτηρίστηκε προσφυώς από τον αξιότιμον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, απέβλεψεν αποκλειστικώς εις την εξυπηρέτησιν, ιδίων αυτών προσωπικών συμφερόντων και εις την ικανοποίησιν της αμέτρου φιλοδοξίας των. Κατά συνέπειαν, δεν είναι δυνατόν και δεν έπρεπε να απασχολήσει την Εθνικήν Αντιπροσωπείαν, αν αυτό το οποίον τότε έκαναν οι κύριοι, ήτο ή όχι πραξικόπημα. Ήτο πραξικόπημα στυγνής μορφής και περί αυτού δεν υπάρχει αμφιβολία…
Διά να υπάρξη Επανάστασις, αξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι χρειάζονται ωρισμέναι προϋποθέσεις, κυρίως χρειάζεται η ύπαρξις συμμετοχής του Λαού…
Περαιτέρω, διά να υπάρξη Επανάστασις χρειάζεται οπωσδήποτε να προϋπάρχει της κινήσεως της Επαναστάσεως μία συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Οι κύριοι αυτοί με το κίνημα το οποίον έκαμαν την 21ην Απριλίου, όχι μόνον δεν είπον ότι, επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν κάποιαν νέαν ιδεολογίαν, αλλά αντίθετα, δικαιολογούμενοι ότι, επρόκειτο να γίνουν επεισόδια εις την Θεσσαλονίκην, από την πολιτικήν προεκλογικήν συγκέντρωσιν, ισχυρίστηκαν ότι, έκαμαν πραξικόπημα, διά να κατοχυρώσουν το καθεστώς, που υπήρχε, την υφισταμένην κατάστασιν, την καθεστηκυίαν τάξιν, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται…
Τέλος, διά να υπάρξη Επανάστασις είναι ανάγκη οι δημιουργοί της να έχουν προδιαγεγραμμένους ωρισμένους κοινωνικούς σκοπούς και να θέλουν εναντίον της υφισταμένης μέχρι τότε καταστάσεως, να κάνουν κάποιαν αλλαγήν, να κάνουν κάποιαν μεταβολήν…»
Συνεπώς η Δημοκρατία εις τον τόπον μας δικαίω, ουδέποτε κατελύθη και η γενική αρχή είναι, ότι ουδέποτε η Δημοκρατία δικαίω καταλύεται εφ’ όσον τούτο δεν πηγάζει από την θέλησιν του Λαού, ελευθέρως εκδηλουμένην.
Το θέμα του στιγμιαίου, ή διαρκούς εγκλήματος είχε τεθεί στη Βουλή στη συζήτηση της 13ης και 14ης Ιανουαρίου 1975, κατά την ψήφιση του άρθ. 2 του Δ΄ Ψηφίσματος. Με δεδομένο ότι κατά το ομόφωνα ψηφισθέν άρθρ. 1 του ψηφίσματος, το στασιαστικό κίνημα της 21ης Απριλίου, αλλά «η εκ τούτου προελθούσα κατάστασις μέχρι της 23ης Ιουλίου 1974», αποτέλεσαν πραξικόπημα, ετέθη από την αντιπολίτευση το ζήτημα του χαρακτηρισμού της αναλήψεως υπουργικών καθηκόντων ως αξιόποινης πράξης.
Στη συζήτηση αυτή ο βουλευτής Αθανάσιος Κανελλόπουλος έθεσε πρώτος το θέμα αν η εσχάτη προδοσία είναι διαρκές αδίκημα. Επειδή, κατά την άποψη του, επρόκειτο περί διαρκούς αδικήματος, δεν ετίθετο θέμα να αναφερθεί ρητά στο ψήφισμα ότι, η ανάληψη υπουργικού αξιώματος ήταν αξιόποινη πράξη. Το ζήτημα στη συνέχεια έθεσε μετ’ επιτάσεως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος εδήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να κριθούν οι σφετεριστές με καινούργιο νόμο, αλλά με βάση τη νομοθεσία η οποία ίσχυε, όταν καταλύθηκε η έννομη τάξη. Πρόσθεσε όμως: «Δεν νομίζω ότι είναι δυσχερές το Σώμα να διευκρινίση ότι, εδώ υπάρχει συνεχιζόμενον πραξικόπημα. Τουλάχιστον η εσχάτη προδοσία η οποία αφορά την ανατροπήν της εννόμου τάξεως του πολιτεύματος της χώρας, αυτό το αδίκημα, αλλά και η στάσις, είναι τα δύο αδικήματα, επισημαίνω όμως την εσχάτην προδοσίαν η οποία αφορά κατ’ εξοχήν τον πολίτην Πρωθυπουργόν, Υπουργόν, Γενικόν Γραμματέα, θα πρέπει να θεωρηθή από το σώμα ότι εστρέφετο εναντίον του νομίμου πολιτεύματος και ότι απετέλεσε διαρκές αδίκημα μέχρι την 23η Ιουλίου 1974… το να μη θεωρούμε ενόχους επι ίση μοίρα με εκείνους, οι οποίοι το προπαρεσεύασαν, τους πρωταιτίους δηλαδη του πραξικοπήματος. Υπάρχει τέτοια αντίφασις…Η διώξις των Υπουργών, Υφυπουργών και Γενικών Γραμματέων αποτελεί, ναι ή όχι αδίκημα κ, Υπουργέ με την έννοια του άρθρου 1 ως συμμετόχων εις το συνεχιζόμενο πραξικόπημα;»
Αρχικά στην περιγραφή των όσων είχαν προηγηθεί του πραξικοπήματος και των όσων συνέβησαν είναι οι απόψεις του Παν. Κανελλόπουλου όπως αυτές φαίνονται στην παρακάτω παρατιθέμενη αλληλογραφία του με τον Καραμανλή.
Στην επιστολή του Παναγιώτη Κανελλόπουλου προς τον Καραμανλή φανερώνεται ο πραγματικός Κανελλόπουλος και όχι ο Κανελλόπουλος ο αρχηγός της ΕΡΕ, τον οποίο τα διάφορα φασιστοειδή της ΕΡΕ προσπαθούσαν προδικατατορικά να παρασύρουν σε ακραίες καταστάσεις. Η επιστολή αυτή προέρχεται εκ του αρχείου του Καραμανλή.
«16 ΙΟΥΝΙΟΥ 1969. Ο Π. Κανελλόπουλος απευθύνει στον Καραμανλή βαρυσήμαντη επιστολή, την πρώτη μετά την επιβολή της δικτατορίας, η οποία και αποτελεί εμπεριστατωμένη έκθεση, ταυτόχρονα, των δραματικών γεγονότων, που σηματοδότησαν την επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος και των προβληματισμών και διλημμάτων, που συνέχονται με την αντιμετώπιση της τρέχουσας καταστάσεως. Πιστεύουμε ότι, αυτή πλησιάζει περισσσότερο από κάθε άλλη περιγραφή στα προηγηθέντα της 21ης Απριλίου 1967.
«Αγαπητέ μου Πρόεδρε, Πολύ ευχαρίστως ανταποκρίνομαι εις την επιθυμίαν Σου, την οποίαν μου διεβίβασεν ο Αλέκος. Έχουν περάσει δύο έτη και σχεδόν τρείς μήνες από την 17η Μαρτίου Ι967, που Σου έστειλα την τελευταίαν επιστολήν μου. Από την ημέραν εκείνην συνέβησαν τόσα πολλά! τα γνωρίζεις. Γνωρίζεις και όσα προηγήθησαν. Θα διατυπώσω, επομένως, τας σκέψεις μου επί της καταστάσεως, όπως έχει σήμερον και επί του πρακτέου, ή άσχετα από το τι ημπορούμε να πράξωμεν εμείς, περί των πιθανών εις το προσεχές, ή απώτερον μέλλον εξελίξεων. Δεν θεωρώ, όμως άσκοπον να ειπώ μερικά λόγια υπό μορφήν απλών νύξεων περί του παρελθόντος και δή και περί εκείνου, που προηγήθη αμέσως της νυκτός της 20ής προς την 21ην Απριλίου 1967. Έχει κάποιαν ουσιώδη σημασίαν και η προϊστορία αυτή…………
Ο Κανελλόπουλος είναι σαφής στα όσα λέγει στην για την προσπάθεια του βασιλιά και των φασιστών να θεωρήσουν ότι, κινδυνεύει το καθεστώς και να προκαλούν προβοκατόρικες ενέργειες, που αποδίδανε στους κομμουνιστές. Ενέργειες ανθρωπαρίων τύπου Παττακού.
Η Επιστολή είναι ένα ιστορικό αρχείο. Λόγω του μεγέθους δεν είναι δυνατόν να προβληθεί στην παρούσα ανάρτηση. Η ΕΕΥΕΔ την τοποθέτησε στην Ηλεκτρονική της Βιβλιοθήκη. Αξίζει να την μελετήσετε. Εδώ
[1] Όπως μου είχε πεί λίγες μέρες μετά την 21η Απριλίου, φίλος υπολοχαγός, Διοικητής του Λόχου ΕΣΑ Κοζάνης, ο Λαδάς τον Φεβρουάριο είχε επισκεφθεί και την έδρα του Α΄ Σ. Σ. στη Κοζάνη.
[2] Ο Ντενίσης ήταν γνώστης της συνωμοσίας και ένθερμος οπαδός της αμέσως προήχθη σε αντιστράτηγο και ανέλαβε την διοίκηση του Α΄ Σώματος Στρατού και αργότερα έγινε Διοικητής της Στρατιάς. χή του.νω μικρή μελέτη για την δικτατορία του 1967