- 2022.04.21
- Από το Βιβλίο “Η Ιστορία της ΣΙΣ (1947-1970)
Βιωματική Ιστορία του Γενικού Αρχιάτρου ε.α, Ακτινολόγου, Κώστα Καντζάβελου (ΣΙΣ 1963, ΑΜ 796).

29 Οκτωβρίου 1963, ημερομηνία παρουσίασης στη Σχολή της πιο μικρής τάξης: 17 μαθητές στο ιατρικό τμήμα, 5 στο οδοντιατρικό, 2 στο φαρμακευτικό και 1 στο κτηνιατρικό τμήμα. Το καλωσόρισμα; Ανώμαλη προσγείωση, ψυχρολουσία: «Αγγούρια θα πεθάνετε!»
Τα καψόνια σε καθημερινή βάση ομαδικά αλλά και ατομικά, όμως πάντα εξαντλητικά, κάποτε διασκεδαστικά, αλλά και κάποιες φορές εξευτελιστικά. Να ράβεις κουμπιά, που μόλις τελείωνες το ράψιμο να σου τα ξανακόβουν…Να μετράς τις διστάσεις του προαυλίου με το σπιρτόξυλο…
Ερωτική εξομολόγηση στη λάμπα που κρέμεται από το ταβάνι, παρέλαση με σκελέα και κράνος και τον ευτραφή αρχηγό της τάξης να ηγείται…οι «λίτες», οι κάμψεις…
Μετά την ορκωμοσία, τα καψόνια τέλος. Στόχος πιστεύω ήταν η ισοπέδωση της προσωπικότητας και η άβουλη και άκριτη υπακοή ακόμη και στις πιο παράλογες διαταγές, όπως παράλογα ήταν και πολλά από τα «καψόνια».
Οι μετακινήσεις από κτίριο σε κτίριο τρέχοντας. Κοιμόμαστε σε θαλάμους των 40 ατόμων σε διπλά κρεβάτια (πάνω και κάτω), όπου έπρεπε να συνηθίσεις την κακόηχη χορωδία των ροχαλητών.
Εγερτήριο πριν ακόμα ξημερώσει, γυμναστική με το φανελάκι κι ας σου έκοβε την ανάσα ο παγωμένος βαρδάρης. Μετά ρόφημα, τακτοποίηση των κρεβατιών και επιθεώρηση.
Ακολουθούσαν τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο ή διάβασμα στα αναγνωστήρια με δεκάλεπτα διαλείμματα ανά ώρα. Υποχρεωτική μελέτη έως τις 11 το βράδυ, με διακοπή το μεσημέρι για ξεκούραση μέχρι τις 5μμ.
Η μετάβαση στο πανεπιστήμιο, όπου η παρακολούθηση όλων των μαθημάτων ήταν υποχρεωτική, γινόταν ομαδικά και η επιστροφή στη Σχολή μόνο από συγκεκριμένο δρομολόγιο μέσα σε 20΄. Ο αρχηγός της τάξης έπρεπε να δώσει αναφορά ότι επέστρεψαν όλοι. Ο αρχηγός ήταν υπεύθυνος για το εάν κάποιος απουσίαζε από μάθημα.
Ζηλεύαμε τον κτηνίατρο και τους δύο φαρμακοποιούς, που οι σχολές τους ήταν μακριά και το πρόγραμμά τους σχετικά ανεξέλεγκτο κι έτσι είχαν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Δεν θα ξεχάσω τις βασανιστικές πρόβες για την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, οι οποίες συνέπιπταν με την εξεταστική περίοδο του Οκτωβρίου. Να είσαι κατάκοπος από την υπηρεσία στο εστιατόριο (ως βοηθός ή συσσιτιάρχης), ή ξενύχτης από τη σκοπιά, να προσπαθείς να εκμεταλλευτείς και το τελευταίο λεπτό για διάβασμα και αντί γι΄αυτό, λίγη ώρα πριν την εξέταση, να εξαντλείσαι στην πρόβα, μέχρι να επιτευχθεί ο τέλειος συντονισμός…
Έξοδο είχαμε το Σάββατο και την Κυριακή (πλην των τιμωρημένων φυσικά). Σκοπιά τη νύχτα ή θαλαμοφύλακες, με το Βαρδάρη να σου παγώνει τα δάκρυα που τρέχαν από το κρύο… «Γερμανικά» νούμερα στην αρχή και στις μεγαλύτερες τάξεις πιο καλά, ενωρίς το βράδυ. Το μάτι γαρίδα και το ένα αφτί με ρυθμισμένη την ευαισθησία, να αντιλαμβάνεται και τον πιο χαμηλό ήχο, ώστε να αντιληφθείς την όποια «εχθρική» κίνηση ή την έφοδο, γιατί στο άλλο αφτί ήταν το ακουστικό με το κρυμμένο ραδιοφωνάκι (τρανζιστοράκι), που σου κρατούσε συντροφιά στον ατελείωτο χρόνο της δίωρης σκοπιάς.
Οι πιο ευχάριστες ώρες μέσα στη σχολή ήταν πριν από τις εξετάσεις του Ιουνίου, μετά το βραδινό φαγητό, όταν στις 8:30 – 9:00 το βράδυ που είχαμε ελεύθερο χρόνο, απολαμβάναμε στο γήπεδο του μπάσκετ την γλυκύτητα της ανοιξιάτικης Θεσσαλονίκης, αγναντεύοντας τον Λευκό Πύργο και τα καράβια στο βάθος του Θερμαϊκού και ονειρευόμασταν την ελεύθερη ζωή, η οποία θα ερχόταν το νωρίτερο το 1969!..
Τι να πει κανείς για τα μπάνια στη θάλασσα….Πηγαίναμε με τα καραβάκια στις όμορφες πλαζ της Περαίας και της Αγίας Τριάδας. Η εικόνα τουλάχιστον αστεία, αν όχι γελοία! Να πηγαίνεις για μπάνιο φορώντας την άσπρη στολή, με το χρυσαφί σπαθάκι να κρέμεται από τη ζώνη…Την ίδια στολή που φορούσαμε στις επίσημες τελετές! Σαν να πηγαίνεις στη θάλασσα με φράκο! Χρειάζονται σχόλια;
Επιτρεπόταν, κατά την έξοδό μας, να πηγαίνουμε μόνο σε εστιατόρια ή ζαχαροπλαστεία, κλπ, Α’ κατηγορίας. Όνειρο άπιαστο για τους πιο πολλούς. Τη λύση την είχε δώσει ένα κουτούκι, ο «Λάμπρος», στην Αγία-Φωτεινή, κοντά στη Σχολή, με το νοστιμότατο τηγανιτό μοσχαρίσιο συκώτι που έφτιαχνε. Σ΄αυτό σιωπηλά επιτρεπόταν! Οικονομικότερη λύση ήταν το ζαχαροπλαστείο δίπλα από την είσοδο του παλαιού 424. Εκεί το μενού ήταν γάλα και σάντουιτς…
Έτσι με «καρμπόν» κυλούσαν οι μέρες…Δύσκολη και σκληρή η ζωή, γιατί δεν ήταν ένας χρόνος ούτε δύο!
Η δύσκολη στρατιωτική ζωή, οι κοινοί στόχοι και προσδοκίες μας ένωναν σαν μια γροθιά. Οι παρέες και οι επί μέρους φιλίες, βέβαια, είχαν διαμορφωθεί από το χαρακτήρα, προφανώς, του καθενός, από τα κοινά ενδιαφέροντα, τον τόπο καταγωγής αλλά κυρίως την οικονομική κατάσταση του καθενός, αφού από αυτήν εξαρτάτο η ψυχαγωγία μας κατά τις εξόδους στην πόλη.
Και ήρθε η 21η Απριλίου 1967, οπότε το μικρόβιο του διχασμού μόλυνε τις νεανικές ψυχές και το μυαλό μας….

Στις 21 Απριλίου του 1967 μας ξύπνησαν λίγο πριν την κανονική ώρα του εγερτηρίου. Η διαταγή: «Συνταχθείτε με όπλα και παλάσκες». Η απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων μας. Αμέσως ακολούθησε παρέλαση στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Κανένας μας δεν ήξερε τι συμβαίνει. Μετά μάθαμε ότι έγινε «επανάσταση» και ο Στρατός ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Επειδή ακολουθούσαν εκλογές, τις οποίες φαινόταν πως θα κέρδιζε ο Γεώργιος Παπανδρέου, και η χώρα κινδύνευε από τους κομμουνιστές!…
Τότε άρχισε η διάκριση των μαθητών στους «δικούς μας», αυτούς δηλαδή που εθεωρούντο υποστηρικτές της «επανάστασης» και στους «άλλους». Οι «δικοί μας» εξωτερικό περίπολο και σκοπιά σε καίρια σημεία, οι «άλλοι» μόνον εσωτερικό περίπολο. Λες και κινδύνευε η ασφάλεια της Σχολής από τους αντιφρονούντες μαθητές, που θα επέτρεπαν να εισβάλει ο εχθρός!! Οι «δικοί μας» περιπολούσαν τη νύχτα και την περιοχή του Πανεπιστημίου, οπλοφορώντας με περίστροφα, μήπως τυχόν αντιφρονούντες φοιτητές γράψουν συνθήματα.
Συνεχίσαμε τις παρελάσεις στην πόλη. Γι΄αρκετό καιρό εκάναμε την έπαρση και την υποστολή της σημαίας στο Λευκό Πύργο.
Στους «δικούς μας», πριν από την αναχώρηση για τις παρελάσεις, έδιναν και σφαίρες με προκλητικό τρόπο προς τους «άλλους», στους οποίους φυσικά δεν έδιναν. Χαίρε αμέτρητο βάθος ηλιθιότητας!…Επίσης, οι πολύ «δικοί μας» μπορούσαν να κυκλοφορούν όπου και όποτε ήθελαν.
Η συνοχή, η αλληλεγγύη και η αγάπη των μαθητών είχαν διαρραγεί. Από «καρφώματα» άρχισαν να παραπέμπονται μαθητές στο πειθαρχικό συμβούλιο και να αποπέμπονται από τη Σχολή, ακόμη και να φυλακίζονται (ένας) με αστείες αιτιολογίες.
Τις Απόκριες του 1968 είμαστε παρατεταγμένοι προκειμένου να γίνει η σχετική επιθεώρηση και να πάρουμε τετραήμερη άδεια. Στο τέλος είχα μείνει εγώ και ένας ακόμη μαθητής. «Εσείς δεν θα πάρετε άδεια, υπάρχει πρόβλημα με εσάς» είπε ο αξ/κός υπηρεσίας. Οποία απογοήτευση! Τα όνειρα για τη μικρή 4/ήμερη ελευθερία και διασκέδαση κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα. Πού να φανταζόμασταν τη συνέχεια!
Το απόγευμα μάθαμε το πρόβλημα: Την προηγούμενη ημέρα μας ανακοινώθηκε στο γεύμα ότι όποιος ήθελε μπορούσε να πάρει 4 ημέρες άδεια. Βγαίνοντας από το εστιατόριο, λόγω της ευχάριστης είδησης, σφυρίζαμε ασυναίσθητα, με έναν συμμαθητή μου, το τραγούδι «πέντε-πέντε δέκα θα σου δίνω τα φιλιά». Φυσικά δεν θυμόμουν ότι είχε συμβεί αυτό το γεγονός. Απλά θυμήθηκα ότι ένας πρωτοετής μαθητής, από τα λεγόμενα «καρφιά», μας κοίταζε περίεργα, τη στιγμή που βγαίναμε από το εστιατόριο.
Τη νύχτα, στις 12 η ώρα περίπου, με ξύπνησε ο θαλαμοφύλακας, γιατί με ζητούσε ο αξιωματικός του β΄γραφείου, ο Δασκαλόπουλος, για ανάκριση. Φοβήθηκα ότι ήρθε η σειρά μου για το πειθαρχικό. Για να σε καλούν για ανάκριση τα μεσάνυχτα, θεώρησα ότι τα πράγματα είναι σοβαρά. Είχε προηγηθεί η φυλάκιση του Βρέντζου στο Γεντί Κουλέ και η αποπομπή του φίλου μου του Τσώνου. Τελικά, τιμωρηθήκαμε με 20 ημέρες φυλακή, επειδή, ευτυχώς, οι στίχοι του τραγουδιού δεν ήταν αντεθνικού περιεχομένου.
Διοικητής ήταν ο Ταξίαρχος Υγειονομικού Λαμπράκος.
Στο πειθαρχείο έπαιρνες δύο κουβέρτες ή τρεις, αν έκανε κρύο, και το μαξιλάρι σου, όπου έκρυβες και κανένα ραδιοφωνάκι με ακουστικά και απολάμβανες έτσι την ελευθερία της μοναξιάς σου. Το κρεβάτι ήταν σκέτες σανίδες, χωρίς στρώμα…Λίγο το κακό! Το πιο άσχημο ήταν το συναίσθημα που ένιωθες, όταν ο Αξιωματικός με το λοχία υπηρεσίας έκλειναν την πόρτα του κελιού με μία μπάρα. Λες και κλειδαμπαρώνανε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου!
Από το μικρό τζαμάκι της πόρτας του κελιού, τα όργανα υπηρεσίας μπορούσαν να ελέγχουν τους «κρατούμενους» μήπως ακούνε ραδιόφωνο ή μήπως διαβάζουν βιβλία, εκτός των Πανεπιστημιακών. Έτσι, πολλές φορές ρίχναμε ζάχαρη στο διάδρομο, προκειμένου να αντιληφθούμε αν κάποιος ερχόταν για έλεγχο…
Τα προσωπικά βιώματα, βέβαια, χαρακτηρίζουν ένα μικρό μέρος της ζωής στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή, η οποία έχει αναδείξει λαμπρούς επιστήμονες, μερικοί των οποίων μάλιστα διακρίθηκαν και στις ανώτατες ακαδημαϊκές βαθμίδες. Όλα μαζί όμως γράφουν την ιστορία της ΣΙΣ.
Όμως και κάποια μελανά σημεία θεωρώ ότι πρέπει να αναφερθούν. Και δεν πρέπει να μη στηλιτευθεί, το πόσο κακό έκαναν κάποια νέα παιδιά, που από απειρία και ενθουσιασμό, έκαναν ό,τι έκαναν, αν και η κύρια ευθύνη βαρύνει άλλους. Ίσως κάποιοι, σήμερα, να έχουν αντιληφθεί τι κακό έκαναν και να έχουν μετανιώσει.
Ότι, δηλαδή, αυτή η ιστορία είχε σαν αποτέλεσμα να διαρραγεί η συνοχή των μαθητών όλων των τάξεων και να δηλητηριαστούν οι σχέσεις τους, πράγμα που τους ακολούθησε και στη μετέπειτα ζωή τους. Αυτό, σε πολύ μικρότερη κλίμακα βέβαια, συνέβη και στην κοινωνία ευρύτερα.
Ας αποτελέσει αυτό ένα δίδαγμα για αυτούς που θα διαβάζουν την ιστορία της ΣΙΣ, ώστε να μην παρατηρηθούν ποτέ στο μέλλον τέτοια φαινόμενα, που σπέρνουν το μίσος και το διχασμό.
Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από κανέναν και ιδιαίτερα από αυτούς που με θάρρος και παρρησία εκφράζουν τις απόψεις τους και με πειστικά επιχειρήματα προσπαθούν να πείσουν τον συνομιλητή τους. Και οι δύο θέλουν το καλό της πατρίδας.
Κινδυνεύει μόνον από τους καιροσκόπους και τα «λαμόγια», που πάνω από το συμφέρον της πατρίδας βάζουν το δικό τους συμφέρον.
Κώστας Καντζάβελος
Γενικός Αρτρος ε.α

