- 2026.01.25
- Γ. Ανδρέου.
Νταβός, μεσαίες δυνάμεις και Ελλάδα: το τέλος των ψευδαισθήσεων
Η ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού στο Νταβός δεν ήταν μια ακόμη τεχνοκρατική τοποθέτηση για την παγκόσμια οικονομία. Ήταν μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας: μια δημόσια παραδοχή ότι η διεθνής τάξη που βασίστηκε σε κανόνες, θεσμούς και υποτιθέμενη ισονομία έχει ουσιαστικά καταρρεύσει. Όχι στα χαρτιά – αλλά στην πράξη.
Η κεντρική του θέση είναι απλή και σκληρή: δεν βρισκόμαστε σε μετάβαση, αλλά σε ρήξη. Η παγκοσμιοποίηση, που για δεκαετίες παρουσιάστηκε ως πεδίο αμοιβαίου οφέλους, έχει μετατραπεί σε εργαλείο γεωπολιτικού εξαναγκασμού. Οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν πλέον την οικονομική αλληλεξάρτηση, την ενέργεια, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την στρατιωτική παρέμβαση και το εμπόριο ως μέσα πίεσης. Οι κανόνες παραμένουν ως ρητορική βιτρίνα, όχι ως μηχανισμός προστασίας.
Σε αυτό το σημείο, η αναφορά στον Θουκυδίδη δεν είναι ακαδημαϊκή. Το γνωστό απόφθεγμα ότι «οι ισχυροί πράττουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι πρέπει» επανέρχεται ως κυρίαρχο αφήγημα των διεθνών σχέσεων. Όχι επειδή αποτελεί αναγκαστικό φυσικό νόμο, αλλά επειδή βολεύει εκείνους που έχουν τη δύναμη να το επιβάλλουν.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η επίκληση του Βάτσλαβ Χάβελ και της έννοιας του «ζην εν τω ψεύδει». Ο Καναδός Πρωθυπουργός ουσιαστικά κατηγορεί κράτη, θεσμούς και ελίτ ότι συνεχίζουν να μιλούν για μια «τάξη βασισμένη σε κανόνες» την οποία γνωρίζουν ότι δεν εφαρμόζεται ισότιμα. Η ψευδαίσθηση διατηρείται επειδή όλοι συμμετέχουν στο τελετουργικό της σιωπηρής συμμόρφωσης. Όπως ο μανάβης του Χάβελ, τοποθετούν την πινακίδα στη βιτρίνα όχι επειδή πιστεύουν στο μήνυμα, αλλά για να αποφύγουν το κόστος της αμφισβήτησης.
Αυτή η ανάλυση αφορά άμεσα την Ελλάδα.
Η Ελλάδα είναι κλασικό παράδειγμα μεσαίας δύναμης: ούτε αδύναμη, ούτε ηγεμονική. Βρίσκεται σε στρατηγικό σταυροδρόμι, διαθέτει γεωπολιτικό βάρος, τεράσια ναυτηλία, αλλά παραμένει εξαρτημένη σε κρίσιμους τομείς – ενέργεια, άμυνα, χρηματοδότηση, εφοδιαστικές αλυσίδες. Σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες υποχωρούν και η ισχύς επανέρχεται, η επίκληση του διεθνούς δικαίου χωρίς αντίστοιχη αποτρεπτική και πολιτική ισχύ δεν αρκεί.
Η ομιλία στο Νταβός στέλνει ένα έμμεσο αλλά σαφές μήνυμα: η διμερής διαπραγμάτευση των μεσαίων χωρών με μεγάλες δυνάμεις δεν είναι άσκηση κυριαρχίας, αλλά διαχείριση υποτέλειας. Όταν κάθε χώρα διαπραγματεύεται μόνη της, ανταγωνίζεται τις υπόλοιπες για το ποια θα φανεί πιο «συνεργάσιμη». Αυτό δεν οδηγεί σε ασφάλεια, αλλά σε σταδιακή αποδυνάμωση.
Για την Ελλάδα, το δίδαγμα δεν είναι η αποχώρηση από συμμαχίες ούτε η αυταπάτη της αυτάρκειας. Είναι η ανάγκη για ρεαλιστική στρατηγική αυτονομία: ενίσχυση της αποτροπής, ενεργειακή διαφοροποίηση, παραγωγική βάση, και κυρίως συμμετοχή σε συλλογικά σχήματα με ουσιαστικό περιεχόμενο. Όχι απλώς δηλώσεις αρχών, αλλά συμπράξεις που μοιράζουν το κόστος και ενισχύουν τη διαπραγματευτική ισχύ.
Ο κόσμος που περιγράφεται στο Νταβός δεν είναι ευχάριστος. Είναι όμως ο πραγματικός κόσμος. Και η μεγαλύτερη απειλή για χώρες όπως η Ελλάδα δεν είναι η ωμή ισχύς των άλλων, αλλά η επιμονή σε ψευδαισθήσεις μιας τάξης που δεν λειτουργεί πια όπως διαφημίζεται.
Όπως υπονοεί η ομιλία, η κυριαρχία δεν δηλώνεται – ασκείται. Και το πρώτο βήμα για να ασκηθεί είναι να κατεβάσουμε την πινακίδα από τη βιτρίνα και να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για το περιβάλλον στο οποίο καλούμαστε να επιβιώσουμε.
Α.Γ
Διαβάστε την Ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού στα Ελληνικά και Αγγλικά.

Η ΟΜΙΛΙΑ
Σήμερα θα μιλήσω για μια ρήξη στην παγκόσμια τάξη, για το τέλος μιας ευχάριστης μυθοπλασίας και την αρχή μιας σκληρής πραγματικότητας, όπου η γεωπολιτική — όπου η μεγάλη, η κυρίαρχη δύναμη — δεν υπόκειται σε όρια, σε περιορισμούς.
Από την άλλη πλευρά, θα ήθελα να σας πω ότι οι υπόλοιπες χώρες, ιδίως οι ενδιάμεσες δυνάμεις όπως ο Καναδάς, δεν είναι ανίσχυρες. Έχουν την ικανότητα να οικοδομήσουν μια νέα τάξη που να ενσωματώνει τις αξίες μας, όπως ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η βιώσιμη ανάπτυξη, η αλληλεγγύη, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα των κρατών.
Η δύναμη των λιγότερο ισχυρών ξεκινά από την ειλικρίνεια.
Φαίνεται πως κάθε μέρα μας υπενθυμίζεται ότι ζούμε σε μια εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, ότι η τάξη βασισμένη σε κανόνες ξεθωριάζει, ότι οι ισχυροί μπορούν να κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι πρέπει να υπομένουν ό,τι τους επιβάλλεται.
Και αυτό το απόφθεγμα του Θουκυδίδη παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο, ως η φυσική λογική των διεθνών σχέσεων που επανεμφανίζεται.
Και μπροστά σε αυτή τη λογική, υπάρχει μια ισχυρή τάση τα κράτη να «συμμορφώνονται για να τα βρουν», να προσαρμόζονται, να αποφεύγουν τα προβλήματα, να ελπίζουν ότι η συμμόρφωση θα τους αγοράσει ασφάλεια.
Λοιπόν, δεν θα το κάνει.
Άρα, ποιες είναι οι επιλογές μας;
Το 1978, ο Τσέχος αντιφρονών Βάτσλαβ Χάβελ, μετέπειτα πρόεδρος, έγραψε ένα δοκίμιο με τίτλο “Η Δύναμη των Αδύναμων“, στο οποίο έθεσε ένα απλό ερώτημα: πώς επιζούσε το κομμουνιστικό σύστημα;
Και η απάντησή του ξεκινούσε με έναν μανάβη.
Κάθε πρωί, αυτός ο καταστηματάρχης τοποθετεί μια πινακίδα στη βιτρίνα του: «Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε». Δεν το πιστεύει, κανείς δεν το πιστεύει, αλλά την τοποθετεί για να αποφύγει προβλήματα, για να δείξει συμμόρφωση, για να τα βρει με το σύστημα. Και επειδή κάθε μανάβης σε κάθε δρόμο κάνει το ίδιο, το σύστημα επιβιώνει — όχι μόνο μέσω της βίας, αλλά μέσω της συμμετοχής των απλών ανθρώπων σε τελετουργίες που ιδιωτικά γνωρίζουν ότι είναι ψευδείς.
Ο Χάβελ το ονόμασε αυτό «το να ζεις μέσα στο ψέμα».
Η δύναμη του συστήματος δεν προέρχεται από την αλήθεια του, αλλά από την προθυμία όλων να συμπεριφέρονται σαν να είναι αληθινό· και η ευθραυστότητά του προέρχεται από την ίδια πηγή. Όταν έστω και ένα άτομο σταματήσει να συμμετέχει, όταν ο μανάβης κατεβάσει την πινακίδα του, η ψευδαίσθηση αρχίζει να ραγίζει. Φίλες και φίλοι, ήρθε η ώρα οι εταιρείες και τα κράτη να κατεβάσουν τις πινακίδες τους.
Για δεκαετίες, χώρες όπως ο Καναδάς ευημέρησαν μέσα σε αυτό που ονομάζαμε “διεθνή τάξη” βασισμένη σε κανόνες. Ενταχθήκαμε στους θεσμούς της, επαινέσαμε τις αρχές της, επωφεληθήκαμε από την προβλεψιμότητά της. Και χάρη σε αυτό, μπορούσαμε να ακολουθούμε εξωτερικές πολιτικές βασισμένες σε αξίες, υπό την προστασία της.
Γνωρίζαμε ότι η ιστορία της διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες ήταν εν μέρει ψευδής: ότι οι ισχυρότεροι εξαιρούνταν όταν τους συνέφερε, ότι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα. Και γνωρίζαμε ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμοζόταν με διαφορετική αυστηρότητα, ανάλογα με το ποιος ήταν ο κατηγορούμενος ή το θύμα.
Αυτή η μυθοπλασία ήταν χρήσιμη και η αμερικανική ηγεμονία, ειδικότερα, βοήθησε στην παροχή δημόσιων αγαθών: ανοιχτές θαλάσσιες οδούς, σταθερό χρηματοπιστωτικό σύστημα, συλλογική ασφάλεια και πλαίσια επίλυσης διαφορών.
Έτσι, τοποθετήσαμε την πινακίδα στη βιτρίνα. Συμμετείχαμε στα τελετουργικά και σε μεγάλο βαθμό αποφεύγαμε να επισημαίνουμε το χάσμα μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας.
Αυτή η συμφωνία δεν λειτουργεί πλέον. Θα είμαι σαφής: βρισκόμαστε εν μέσω μιας ρήξης, όχι μιας μετάβασης.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, μια σειρά κρίσεων — χρηματοπιστωτικών, υγειονομικών, ενεργειακών και γεωπολιτικών — αποκάλυψαν τους κινδύνους της ακραίας παγκόσμιας ολοκλήρωσης. Αλλά πιο πρόσφατα, οι μεγάλες δυνάμεις άρχισαν να χρησιμοποιούν την οικονομική ολοκλήρωση ως όπλο, τους δασμούς ως μοχλό πίεσης, τις χρηματοπιστωτικές υποδομές ως μέσο εξαναγκασμού, τις εφοδιαστικές αλυσίδες ως ευπάθειες προς εκμετάλλευση.
Δεν μπορείς να ζεις μέσα στο ψέμα του αμοιβαίου οφέλους μέσω της ολοκλήρωσης, όταν η ολοκλήρωση γίνεται η πηγή της υποταγής σου.
Οι πολυμερείς θεσμοί στους οποίους βασίστηκαν οι μεσαίες δυνάμεις — ο ΠΟΕ, ο ΟΗΕ, οι COP — η ίδια η αρχιτεκτονική της συλλογικής επίλυσης προβλημάτων απειλείται. Και ως αποτέλεσμα, πολλές χώρες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι πρέπει να αναπτύξουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία — στην ενέργεια, στα τρόφιμα, στα κρίσιμα ορυκτά, στη χρηματοδότηση και στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αυτή η παρόρμηση είναι κατανοητή. Μια χώρα που δεν μπορεί να θρέψει τον εαυτό της, να τον τροφοδοτήσει ή να τον υπερασπιστεί, έχει λίγες επιλογές. Όταν οι κανόνες δεν σε προστατεύουν πλέον, πρέπει να προστατεύσεις τον εαυτό σου.
Αλλά ας είμαστε νηφάλιοι ως προς το πού οδηγεί αυτό.
Ένας κόσμος φρουρίων θα είναι φτωχότερος, πιο εύθραυστος και λιγότερο βιώσιμος. Και υπάρχει και μια άλλη αλήθεια: αν οι μεγάλες δυνάμεις εγκαταλείψουν ακόμη και το πρόσχημα των κανόνων και των αξιών για την ανεμπόδιστη επιδίωξη της ισχύος και των συμφερόντων τους, τα οφέλη του συναλλακτισμού θα γίνουν δυσκολότερα να αναπαραχθούν.
Οι ηγεμονικές δυνάμεις δεν μπορούν να «νομισματοποιούν» επ’ άπειρον τις σχέσεις τους.
Οι σύμμαχοι θα διαφοροποιηθούν για να αντισταθμίσουν την αβεβαιότητα.
Θα «αγοράσουν ασφάλεια», θα αυξήσουν τις επιλογές τους προκειμένου να ανακτήσουν την κυριαρχία τους – μια κυριαρχία που κάποτε θεμελιωνόταν σε κανόνες, αλλά όλο και περισσότερο θα στηρίζεται στην ικανότητα να αντέχει κανείς την πίεση.
Όσοι βρίσκονται σε αυτή την αίθουσα γνωρίζουν ότι πρόκειται για κλασική διαχείριση ρίσκου. Η διαχείριση ρίσκου έχει κόστος, όμως αυτό το κόστος της στρατηγικής αυτονομίας, της κυριαρχίας, μπορεί επίσης να επιμεριστεί.
Οι συλλογικές επενδύσεις στην ανθεκτικότητα είναι φθηνότερες από το να χτίζει ο καθένας το δικό του φρούριο. Τα κοινά πρότυπα μειώνουν τον κατακερματισμό. Οι συμπληρωματικότητες δημιουργούν θετικό άθροισμα. Και το ερώτημα για τις μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, δεν είναι αν πρέπει να προσαρμοστούμε στη νέα πραγματικότητα – αυτό είναι αναπόφευκτο. Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμοστούμε απλώς υψώνοντας ψηλότερα τείχη ή αν μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο φιλόδοξο.
Ο Καναδάς ήταν από τις πρώτες χώρες που άκουσαν το καμπανάκι αφύπνισης, γεγονός που μας οδήγησε σε μια θεμελιώδη μεταβολή της στρατηγικής μας στάσης.
Οι Καναδοί γνωρίζουν ότι οι παλιές, άνετες παραδοχές μας – ότι η γεωγραφία μας και η συμμετοχή μας σε συμμαχίες εξασφάλιζαν αυτομάτως ευημερία και ασφάλεια– δεν ισχύουν πλέον. Και η νέα μας προσέγγιση βασίζεται σε αυτό που ο Πρόεδρος της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, αποκάλεσε «ρεαλισμό βασισμένο σε αξίες».
Ή, με άλλα λόγια, επιδιώκουμε να έχουμε ταυτόχρονα αρχές και να είμαστε πραγματιστές: σταθεροί στη δέσμευσή μας σε θεμελιώδεις αξίες, στην κυριαρχία, στην εδαφική ακεραιότητα, στην απαγόρευση της χρήσης βίας –εκτός αν αυτή συνάδει με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ – και στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· αλλά και πραγματιστές, αναγνωρίζοντας ότι η πρόοδος είναι συχνά σταδιακή, ότι τα συμφέροντα αποκλίνουν και ότι δεν θα συμμερίζονται όλοι οι εταίροι μας όλες τις αξίες μας.
Έτσι, εμπλεκόμαστε ευρέως και στρατηγικά, με ανοιχτά μάτια. Αντιμετωπίζουμε ενεργά τον κόσμο όπως είναι, δεν περιμένουμε έναν κόσμο όπως θα θέλαμε να είναι.
Ρυθμίζουμε τις σχέσεις μας έτσι ώστε το βάθος τους να αντανακλά τις αξίες μας και δίνουμε προτεραιότητα στην ευρεία εμπλοκή για να μεγιστοποιήσουμε την επιρροή μας, δεδομένης της ρευστότητας του κόσμου σήμερα, των κινδύνων που αυτή συνεπάγεται και των διακυβευμάτων για το τι έρχεται μετά.
Και δεν βασιζόμαστε πλέον μόνο στη δύναμη των αξιών μας, αλλά και στην αξία της δύναμής μας.
Χτίζουμε αυτή τη δύναμη στο εσωτερικό μας.
Από τότε που ανέλαβε καθήκοντα η κυβέρνησή μου, μειώσαμε φόρους στα εισοδήματα, στα κεφαλαιακά κέρδη και στις επιχειρηματικές επενδύσεις. Καταργήσαμε όλα τα ομοσπονδιακά εμπόδια στο διαεπαρχιακό εμπόριο. Επιταχύνουμε επενδύσεις ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στην ενέργεια, την τεχνητή νοημοσύνη, τα κρίσιμα ορυκτά, νέους εμπορικούς διαδρόμους και πολλά ακόμη. Διπλασιάζουμε τις αμυντικές μας δαπάνες έως το τέλος της δεκαετίας και το κάνουμε με τρόπους που ενισχύουν τις εγχώριες βιομηχανίες μας.
Και ταυτόχρονα διαφοροποιούμαστε ταχύτατα στο εξωτερικό. Συμφωνήσαμε σε μια συνολική στρατηγική εταιρική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής μας στο SAFE, το ευρωπαϊκό πλαίσιο αμυντικών προμηθειών. Υπογράψαμε άλλες 12 εμπορικές και αμυντικές συμφωνίες σε τέσσερις ηπείρους μέσα σε έξι μήνες. Τις τελευταίες ημέρες, ολοκληρώσαμε νέες στρατηγικές συνεργασίες με την Κίνα και το Κατάρ. Διαπραγματευόμαστε συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία, την ASEAN, την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και τη Mercosur.
Κάνουμε και κάτι ακόμη. Για να συμβάλουμε στην επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων, ακολουθούμε τη λεγόμενη «μεταβλητή γεωμετρία» – δηλαδή διαφορετικούς συνασπισμούς για διαφορετικά ζητήματα, με βάση κοινές αξίες και συμφέροντα. Έτσι, στο ζήτημα της Ουκρανίας, είμαστε βασικό μέλος του Συνασπισμού των Προθύμων και από τους μεγαλύτερους κατά κεφαλήν συνεισφέροντες στην άμυνα και την ασφάλειά της.
Στην κυριαρχία της Αρκτικής, στεκόμαστε σταθερά στο πλευρό της Γροιλανδίας και της Δανίας και υποστηρίζουμε πλήρως το μοναδικό τους δικαίωμα να καθορίσουν το μέλλον της Γροιλανδίας.
Η δέσμευσή μας στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ είναι αταλάντευτη, γι’ αυτό συνεργαζόμαστε με τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ – συμπεριλαμβανομένου του βόρειου και βαλτικού άξονα– για την περαιτέρω ασφάλιση των βόρειων και δυτικών πτερύγων της Συμμαχίας, μέσω πρωτοφανών Καναδικών επενδύσεων σε ραντάρ πέραν του ορίζοντα, σε υποβρύχια, σε αεροσκάφη και σε στρατεύματα επί του εδάφους, επί του πάγου.
Ο Καναδάς αντιτίθεται σθεναρά σε δασμούς που αφορούν τη Γροιλανδία και καλεί σε στοχευμένες συνομιλίες για την επίτευξη των κοινών μας στόχων ασφάλειας και ευημερίας στην Αρκτική.
Στο πολυμερές εμπόριο, πρωτοστατούμε στις προσπάθειες γεφύρωσης της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης του Ειρηνικού με την Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιουργώντας έναν νέο εμπορικό χώρο 1,5 δισεκατομμυρίου ανθρώπων. Στα κρίσιμα ορυκτά, συγκροτούμε «λέσχες αγοραστών» με άξονα την G7, ώστε ο κόσμος να απεξαρτηθεί από συγκεντρωμένες αλυσίδες προμήθειας. Και στην τεχνητή νοημοσύνη, συνεργαζόμαστε με ομοϊδεάτιδες δημοκρατίες για να διασφαλίσουμε ότι δεν θα αναγκαστούμε τελικά να επιλέξουμε μεταξύ ηγεμονικών δυνάμεων και υπερ-κολοσσών.
Αυτό δεν είναι αφελής “πολυμέρεια”, ούτε εξάρτηση από υπάρχοντες θεσμούς. Είναι η οικοδόμηση συνασπισμών που λειτουργούν – ζήτημα προς ζήτημα, με εταίρους που μοιράζονται αρκετό κοινό έδαφος ώστε να μπορούν να δράσουν μαζί.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό θα αφορά τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών.
Αυτό που δημιουργείται είναι ένα πυκνό δίκτυο διασυνδέσεων σε εμπόριο, επενδύσεις και πολιτισμό, στο οποίο μπορούμε να στηριχθούμε για μελλοντικές προκλήσεις και ευκαιρίες.
Υποστηρίζω ότι οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δρουν από κοινού, γιατί αν δεν είμαστε στο τραπέζι, τότε βρισκόμαστε στο μενού.
Θα έλεγα όμως και κάτι ακόμη: οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν προς το παρόν να πορεύονται μόνες τους. Διαθέτουν το μέγεθος της αγοράς, τη στρατιωτική ισχύ και τη μόχλευση για να επιβάλλουν όρους. Οι μεσαίες δυνάμεις δεν το έχουν αυτό.
Όταν όμως διαπραγματευόμαστε μόνο διμερώς με μια ηγεμονική δύναμη, διαπραγματευόμαστε από θέση αδυναμίας. Αποδεχόμαστε ό,τι μας προσφέρεται. Ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για το ποιος θα φανεί πιο «συνεργάσιμος».
Αυτό δεν είναι κυριαρχία. Είναι η επίφαση της κυριαρχίας, ενώ αποδεχόμαστε την υποτέλεια. Σε έναν κόσμο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, οι χώρες που βρίσκονται ενδιάμεσα έχουν μια επιλογή: να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για εύνοια ή να ενωθούν για να δημιουργήσουν έναν τρίτο δρόμο με πραγματικό αντίκτυπο.
Δεν πρέπει να αφήσουμε την άνοδο της σκληρής ισχύος να μας τυφλώσει απέναντι στο γεγονός ότι η δύναμη της νομιμοποίησης, της ακεραιότητας και των κανόνων θα παραμείνει ισχυρή, αν επιλέξουμε να τη χρησιμοποιήσουμε συλλογικά – και αυτό με φέρνει ξανά στον Χάβελ.
Τι σημαίνει για τις μεσαίες δυνάμεις να «ζουν μέσα στην αλήθεια»;
Πρώτον, σημαίνει να ονομάζουμε την πραγματικότητα. Να σταματήσουμε να επικαλούμαστε τη διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες σαν να λειτουργεί ακόμη όπως διαφημίζεται. Να την αποκαλούμε όπως είναι: ένα σύστημα εντεινόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, όπου οι ισχυρότεροι επιδιώκουν τα συμφέροντά τους χρησιμοποιώντας την οικονομική ολοκλήρωση ως μέσο εξαναγκασμού.
Σημαίνει να δρούμε με συνέπεια, εφαρμόζοντας τα ίδια πρότυπα σε συμμάχους και αντιπάλους. Όταν οι μεσαίες δυνάμεις καταγγέλλουν την οικονομική πίεση από τη μία πλευρά, αλλά σιωπούν όταν προέρχεται από άλλη, τότε κρατούν ακόμη την πινακίδα στη βιτρίνα.
Σημαίνει να χτίζουμε αυτό που δηλώνουμε ότι πιστεύουμε, αντί να περιμένουμε την αποκατάσταση της παλιάς τάξης. Σημαίνει να δημιουργούμε θεσμούς και συμφωνίες που λειτουργούν όπως περιγράφονται. Και σημαίνει να μειώνουμε τη μόχλευση που επιτρέπει τον εξαναγκασμό – δηλαδή να οικοδομούμε μια ισχυρή εγχώρια οικονομία. Αυτό θα έπρεπε να είναι άμεση προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης.
Και η διεθνής διαφοροποίηση δεν είναι απλώς οικονομική σύνεση αποτελεί υλική βάση για μια ειλικρινή εξωτερική πολιτική, γιατί τα κράτη κερδίζουν το δικαίωμα σε στάσεις αρχών μειώνοντας την ευαλωτότητά τους σε αντίποινα.
Ο Καναδάς, λοιπόν. Ο Καναδάς έχει αυτό που θέλει ο κόσμος. Είμαστε μια ενεργειακή υπερδύναμη. Διαθέτουμε τεράστια αποθέματα κρίσιμων ορυκτών. Έχουμε τον πιο μορφωμένο πληθυσμό στον κόσμο. Τα συνταξιοδοτικά μας ταμεία συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα και πιο εξελιγμένα παγκοσμίως. Με άλλα λόγια, έχουμε κεφάλαιο, ταλέντο… και επίσης μια κυβέρνηση με τεράστια δημοσιονομική δυνατότητα να δράσει αποφασιστικά. Και έχουμε αξίες στις οποίες πολλοί άλλοι προσβλέπουν.
Ο Καναδάς είναι μια πλουραλιστική κοινωνία που λειτουργεί. Ο δημόσιος χώρος μας είναι θορυβώδης, ποικιλόμορφος και ελεύθερος. Οι Καναδοί παραμένουν προσηλωμένοι στη βιωσιμότητα. Είμαστε ένας σταθερός και αξιόπιστος εταίρος σε έναν κόσμο που μόνο τέτοιος δεν είναι – ένας εταίρος που οικοδομεί και εκτιμά τις σχέσεις μακροπρόθεσμα.
Και έχουμε κάτι ακόμη, την επίγνωση του τι συμβαίνει και την αποφασιστικότητα να δράσουμε αναλόγως. Κατανοούμε ότι αυτή η ρήξη απαιτεί κάτι περισσότερο από προσαρμογή. Απαιτεί ειλικρίνεια για τον κόσμο όπως πραγματικά είναι.
Βγάζουμε την πινακίδα από τη βιτρίνα. Ξέρουμε ότι η παλιά τάξη δεν επιστρέφει. Δεν πρέπει να τη θρηνήσουμε. Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική. Πιστεύουμε όμως ότι μέσα από το ρήγμα μπορούμε να χτίσουμε κάτι μεγαλύτερο, καλύτερο, ισχυρότερο και δικαιότερο. Αυτό είναι το καθήκον των μεσαίων δυνάμεων – των χωρών που έχουν τα περισσότερα να χάσουν σε έναν κόσμο φρουρίων και τα περισσότερα να κερδίσουν από τη γνήσια συνεργασία.
Οι ισχυροί έχουν τη δύναμή τους.
Αλλά κι εμείς έχουμε κάτι επίσης την ικανότητα να σταματήσουμε να προσποιούμαστε, να ονομάσουμε την πραγματικότητα, να χτίσουμε τη δύναμή μας στο εσωτερικό και να δράσουμε από κοινού.
Αυτός είναι ο δρόμος του Καναδά. Τον επιλέγουμε ανοιχτά και με αυτοπεποίθηση και είναι ένας δρόμος ανοιχτός σε κάθε χώρα που είναι πρόθυμη να τον ακολουθήσει μαζί μας.
Σας ευχαριστώ πολύ.



Today I will talk about a rupture in the world order, the end of a pleasant fiction and the beginning of a harsh reality, where geopolitics, where the large, main power, geopolitics, is submitted to no limits, no constraints.
On the other hand, I would like to tell you that the other countries, especially intermediate powers like Canada, are not powerless. They have the capacity to build a new order that encompasses our values, such as respect for human rights, sustainable development, solidarity, sovereignty and territorial integrity of the various states.
The power of the less power starts with honesty.
[Carney returns to speaking in English]
It seems that every day we’re reminded that we live in an era of great power rivalry, that the rules based order is fading, that the strong can do what they can, and the weak must suffer what they must.
And this aphorism of Thucydides is presented as inevitable, as the natural logic of international relations reasserting itself.
And faced with this logic, there is a strong tendency for countries to go along to get along, to accommodate, to avoid trouble, to hope that compliance will buy safety.
Well, it won’t.
So, what are our options?
In 1978, the Czech dissident Václav Havel, later president, wrote an essay called The Power of the Powerless, and in it, he asked a simple question: how did the communist system sustain itself?
And his answer began with a greengrocer.
Every morning, this shopkeeper places a sign in his window: ‘Workers of the world unite’. He doesn’t believe it, no-one does, but he places a sign anyway to avoid trouble, to signal compliance, to get along. And because every shopkeeper on every street does the same, the system persist – not through violence alone, but through the participation of ordinary people in rituals they privately know to be false.
Havel called this “living within a lie”.
The system’s power comes not from its truth, but from everyone’s willingness to perform as if it were true, and its fragility comes from the same source. When even one person stops performing, when the greengrocer removes his sign, the illusion begins to crack. Friends, it is time for companies and countries to take their signs down.
For decades, countries like Canada prospered under what we called the rules-based international order. We joined its institutions, we praised its principles, we benefited from its predictability. And because of that, we could pursue values-based foreign policies under its protection.
We knew the story of the international rules-based order was partially false that the strongest would exempt themselves when convenient, that trade rules were enforced asymmetrically. And we knew that international law applied with varying rigour depending on the identity of the accused or the victim.
This fiction was useful, and American hegemony, in particular, helped provide public goods, open sea lanes, a stable financial system, collective security and support for frameworks for resolving disputes.
So, we placed the sign in the window. We participated in the rituals, and we largely avoided calling out the gaps between rhetoric and reality.
This bargain no longer works. Let me be direct. We are in the midst of a rupture, not a transition.
Over the past two decades, a series of crises in finance, health, energy and geopolitics have laid bare the risks of extreme global integration. But more recently, great powers have begun using economic integration as weapons, tariffs as leverage, financial infrastructure as coercion, supply chains as vulnerabilities to be exploited.
You cannot live within the lie of mutual benefit through integration, when integration becomes the source of your subordination.
The multilateral institutions on which the middle powers have relied – the WTO, the UN, the COP – the architecture, the very architecture of collective problem solving are under threat. And as a result, many countries are drawing the same conclusions that they must develop greater strategic autonomy, in energy, food, critical minerals, in finance and supply chains.
And this impulse is understandable. A country that can’t feed itself, fuel itself or defend itself, has few options. When the rules no longer protect you, you must protect yourself.
But let’s be clear eyed about where this leads.
A world of fortresses will be poorer, more fragile and less sustainable. And there is another truth. If great powers abandon even the pretense of rules and values for the unhindered pursuit of their power and interests, the gains from transactionalism will become harder to replicate.
Hegemons cannot continually monetize their relationships.
Allies will diversify to hedge against uncertainty.
They’ll buy insurance, increase options in order to rebuild sovereignty – sovereignty that was once grounded in rules, but will increasingly be anchored in the ability to withstand pressure.
This room knows this is classic risk management. Risk management comes at a price, but that cost of strategic autonomy, of sovereignty can also be shared.
Collective investments in resilience are cheaper than everyone building their own fortresses. Shared standards reduce fragmentations. Complementarities are positive sum. And the question for middle powers like Canada is not whether to adapt to the new reality – we must. The question is whether we adapt by simply building higher walls, or whether we can do something more ambitious.
Now Canada was amongst the first to hear the wake-up call, leading us to fundamentally shift our strategic posture.
Canadians know that our old comfortable assumptions that our geography and alliance memberships automatically conferred prosperity and security – that assumption is no longer valid. And our new approach rests on what Alexander Stubb, the President of Finland, has termed “value-based realism”.
Or, to put another way, we aim to be both principled and pragmatic – principled in our commitment to fundamental values, sovereignty, territorial integrity, the prohibition of the use of force, except when consistent with the UN Charter, and respect for human rights, and pragmatic and recognizing that progress is often incremental, that interests diverge, that not every partner will share all of our values.
So, we’re engaging broadly, strategically with open eyes. We actively take on the world as it is, not wait around for a world we wish to be.
We are calibrating our relationships, so their depth reflects our values, and we’re prioritizing broad engagement to maximize our influence, given and given the fluidity of the world at the moment, the risks that this poses and the stakes for what comes next.
And we are no longer just relying on the strength of our values, but also the value of our strength.
We are building that strength at home.
Since my government took office, we have cut taxes on incomes, on capital gains and business investment. We have removed all federal barriers to interprovincial trade. We are fast tracking a trillion dollars of investments in energy, AI, critical minerals, new trade corridors and beyond. We’re doubling our defence spending by the end of this decade, and we’re doing so in ways that build our domestic industries.
And we are rapidly diversifying abroad. We have agreed a comprehensive strategic partnership with the EU, including joining SAFE, the European defence procurement arrangements. We have signed 12 other trade and security deals on four continents in six months. The past few days, we’ve concluded new strategic partnerships with China and Qatar. We’re negotiating free trade pacts with India, ASEAN, Thailand, Philippines and Mercosur.
We’re doing something else. To help solve global problems, we’re pursuing variable geometry, in other words, different coalitions for different issues based on common values and interests. So, on Ukraine, we’re a core member of the Coalition of the Willing and one of the largest per capita contributors to its defence and security.
On Arctic sovereignty, we stand firmly with Greenland and Denmark, and fully support their unique right to determine Greenland’s future.
Our commitment to NATO’s Article 5 is unwavering, so we’re working with our NATO allies, including the Nordic Baltic Gate, to further secure the alliance’s northern and western flanks, including through Canada’s unprecedented investments in over-the-horizon radar, in submarines, in aircraft and boots on the ground, boots on the ice.
Canada strongly opposes tariffs over Greenland and calls for focused talks to achieve our shared objectives of security and prosperity in the Arctic.
On plurilateral trade, we’re championing efforts to build a bridge between the Trans Pacific Partnership and the European Union, which would create a new trading bloc of 1.5 billion people. On critical minerals, we’re forming buyers’ clubs anchored in the G7 so the world can diversify away from concentrated supply. And on AI, we’re cooperating with like-minded democracies to ensure that we won’t ultimately be forced to choose between hegemons and hyper-scalers.
This is not naive multilateralism, nor is it relying on their institutions. It’s building coalitions that work – issues by issue, with partners who share enough common ground to act together.
In some cases, this will be the vast majority of nations.
What it’s doing is creating a dense web of connections across trade, investment, culture, on which we can draw for future challenges and opportunities.
Argue, the middle powers must act together, because if we’re not at the table, we’re on the menu.
But I’d also say that great powers, great powers can afford for now to go it alone. They have the market size, the military capacity and the leverage to dictate terms. Middle powers do not.
But when we only negotiate bilaterally with a hegemon, we negotiate from weakness. We accept what’s offered. We compete with each other to be the most accommodating.
This is not sovereignty. It’s the performance of sovereignty while accepting subordination. In a world of great power rivalry, the countries in between have a choice – compete with each other for favour, or to combine to create a third path with impact.
We shouldn’t allow the rise of hard power to blind us to the fact that the power of legitimacy, integrity and rules will remain strong, if we choose to wield them together – which brings me back to Havel.
What does it mean for middle powers to live the truth?
First, it means naming reality. Stop invoking rules-based international order as though it still functions as advertised. Call it what it is – a system of intensifying great power rivalry, where the most powerful pursue their interests, using economic integration as coercion.
It means acting consistently, applying the same standards to allies and rivals. When middle powers criticize economic intimidation from one direction, but stay silent when it comes from another, we are keeping the sign in the window.
It means building what we claim to believe in, rather than waiting for the old order to be restored. It means creating institutions and agreements that function as described. And it means reducing the leverage that enables coercion – that’s building a strong domestic economy. It should be every government’s immediate priority.
And diversification internationally is not just economic prudence, it’s a material foundation for honest foreign policy, because countries earn theright to principled stands by reducing their vulnerability to retaliation.
So Canada. Canada has what the world wants. We are an energy superpower. We hold vast reserves of critical minerals. We have the most educated population in the world. Our pension funds are amongst the world’s largest and most sophisticated investors. In other words, we have capital, talent… we also have a government with immense fiscal capacity to act decisively. And we have the values to which many others aspire.
Canada is a pluralistic society that works. Our public square is loud, diverse and free. Canadians remain committed to sustainability. We are a stable and reliable partner in a world that is anything but.. A partner that builds and values relationships for the long term.
And we have something else. We have a recognition of what’s happening and a determination to act accordingly. We understand that this rupture calls for more than adaptation. It calls for honesty about the world as it is.
We are taking the sign out of the window. We know the old order is not coming back. We shouldn’t mourn it. Nostalgia is not a strategy, but we believe that from the fracture, we can build something bigger, better, stronger, more just. This is the task of the middle powers, the countries that have the most to lose from a world of fortresses and most to gain from genuine cooperation.
The powerful have their power.
But we have something too – the capacity to stop pretending, to name reality, to build our strength at home and to act together.
That is Canada’s path. We choose it openly and confidently, and it is a path wide open to any country willing to take it with us.
Thank you very much.


