Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΛΕΞΗ

Οι Βούλγαροι δεν ήρθαν ως κατακτητές, αλλά ως προσαρτητές της Ιερής Ελληνικής Μακεδονικής Γης, στη Βουλγαρία, γι αυτό και αντίθετα με τους άλλους κατακτητές (Γερμανούς, Ιταλούς) θέλανε να εκβουλγαρίσουν την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη που πάντα την θεωρούσαν δική τους μέσω του αφελληνισμού, των διώξεων και των εκτελέσεων, της καθιερώσεως της Βουλγαρικής γλώσσας και της Εξαρχικής Εκκλησίας.

2025.07.07

Ομιλία του Ευάγγελου Βασιλείου , στο Μνημόσυνο των εκτελεσθέντων, υπό των Βουλγάρων στις 10-6-1944, Βιταστιανών ως εκπρόσωπος Συγγενών Εκτελεσθέντων.

Ο Ευάγγελος Β. Βασιλείου γεννήθηκε στο χωριό Κρηνίδα Σερρών (Βιτάστα) στις 21 Οκτωβρίου 1940. Εισήλθε στην στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή το 1958 (ΑΜ 631). Αποφοίτησε το 1965. Είναι Γενικός Αρχίατρος ε.α. και έχει την ειδικότητα του παθολόγου – καρδιολόγου. Έχει συγράψει το βιβλίο : Ο εθνομάρτυρας Άγιος Μητροπολίτης Δράμας – Σμύρνης Χρυσόστομος.

Ο Ε. Βασιλείου είναι Μέλος της Επιστημονικής Ένωσης Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων.


Θα ήθελα να ευχαριστήσω, μέσα από την καρδιά μου, την Κοινότική Αρχή του χωριού μας, γιατί εδω και αρκετά χρόνια, έχει καθιερώσει κάθε χρόνο αυτή την εκδήλωση τιμής και μνήμης για τους εκτελεσθέντες από τα Βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής, συγχωριανούς μας, την αποφράδα εκείνη μέρα της 10 – Ιουνίου 1944.

Η Κρητική μαντινάδα λέει:

«Πρέπει τις ρίζες, τα κλαδιά,
ποτέ να μη ξεχνούνε,
γιατί αυτές αν ξεραθούν
κι’ εκείνα θα χαθούνε.»

Κι’ αυτό που κάνουμε, σήμερα, είναι να ποτίζουμε, τις ρίζες αυτές, με το αθάνατο νερό της τιμής και της μνήμης, όπως αρμόζει στους εκτελεσθέντες ήρωες του χωριού μας.

Οι εορτές αυτές Τιμής και Μνήμης δεν έχουν σκοπό να καλλιεργήσουν το μίσος, αλλά την αγάπη και την αδελφοσύνη των Λαών, γιατί ποτέ δεν υπήρξε στο DNA του Έλληνα η εκδίκηση και το μίσος.

Θα ήθελα σήμερα, να μοιραστώ μαζί σας, μερικές σκέψεις που με βασανίζουν και με μαστιγώνουν, σε όλη μου τη ζωή, από τότε που, μόλις τριών χρονών, έμεινα ορφανός.

Και η ορφάνια δεν έχει ημερομηνία λήξεως. Προσπαθώ να μαντέψω, τι σκεφτόταν ο πατέρας μου, και μαζί με Αυτόν και άλλοι συνεκτελεσθέντες, όταν συνελήφθησαν και ανακρίθηκαν για μια ολόκληρη νύχτα, στο υπόγειο της Κοινότητας, όταν πήραν το δρόμο για τον Κρανίου Τόπο της εκτέλεσης έξω από το χωριό ΣΣ Αγκίστα, δίπλα στον Αγγίτη Ποταμό. Όταν, σ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής των πέντε χιλιομέτρων, φώναζαν τα ονόματα των αγαπημένων τους προσώπων, που εγκατέλειπαν για πάντα. Όταν ο καλικέλαδος Ιεροψάλτης Ιωάννης (Γιουβάνης) Ναλμπάντης, τους έψαλε, την νεκρώσιμη ακολουθία τους, ζωντανους και όταν τέλος στήθηκαν, απέναντι στα βουλγαρικά πολυβόλα, πριν παραδώσουν την ψυχή τους στην Ιστορία και την Αιωνιότητα.

Όλοι όσοι τους είδαν και τους παρακολούθησαν, κατά την παραπάνω πορεία και τα είπαν σε εμένα, όπως ο πρώτος εξάδελφος της Μάννας μου, ο Απόστολος Σίμου, που το σπίτι του ήταν πάνω στο δρόμο, και η Αικατερίνη Τσιντάρη από το χωριό ΣΣ Αγκίστα, που άκουσε ζωντανά την νεκρώσιμη ακολουθία, που έζησε 101 χρόνια και που στα τελευταία χρόνια της ζωής της, την είχα ασθενή.

Όλοι αυτοί ομολόγησαν ότι όλοι οι μελοθάνατοι,ανεξαιρέτως, βάδισαν προς το μαρτύριο, με υψηλό φρόνημα, και με ψηλά το κεφάλι.

Η φωνή του Γιουβάνι Ναλμπάντη, φωνή αηδονιού όπως την χαρακτήρισαν οι ίδιοι οι Βούλγαροι, μπορεί να σίγησε μετά το κροτάλισμα των Βουλγαρικών πολυβόλων, αλλά η φωνή της ψυχής και της θυσίας των συγχωριανών μας ηρώων, φτάνει μέχρι σήμερα και ακούγεται ανάμεσά μας.

:Στους θιασώτες της λογικής, εντός πολλών εισαγωγικών, που δυστυχώς ήταν και ο μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα μου, που μου έλεγε ότι : “Κακώς ο πατέρας μου συμμετείχε στην αντίσταση ενάντια στο Βούλγαρο κατακτητή” απαντούσα ότι: “ Καλά έκανε γιατί κάθε συμβιβασμός ή υποταγή στον Βούλγαρο θα ήταν ανίερη, επαίσχυντη και προδοτική”

Αυτοί που τα έλεγαν αυτά αγνοούσαν, ότι οι Βούλγαροι δεν ήρθαν ως κατακτητές, αλλά ως προσαρτητές της Ιερής Ελληνικής Μακεδονικής Γης, στη Βουλγαρία Γι’ αυτό και αντίθετα με τους άλλους κατακτητές (Γερμανούς, Ιταλούς) θέλανε να εκβουλγαρίσουν την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη που πάντα την θεωρούσαν δική τους μέσω του αφελληνισμού, των διώξεων και των εκτελέσεων, της καθιερώσεως της Βουλγαρικής γλώσσας και της Εξαρχικής Εκκλησίας.

Σκεφτείτε λοιπόν ένα μικρό προσφυγόπουλο που σε ηλικία μόλις 3 (τριών) χρόνων, το 1914, μετά τον διωγμό της Στράντζας της Ανατολικής Θράκης έρχεται με την οικογένειά του στην Μητέρα Ελλάδα, για να βρει θαλπωρή, γιατί αισθάνεται Έλληνας. Αν, η οικογένειά του δεν το αισθανόταν θα έμειναν εκεί,

Έρχονται λοιπόν οι Βούλγαροι το 1941 και του λένε : “Εδώ δεν είναι Ελλάδα, είναι Βουλγαρία και ή γίνεσαι Βούλγαρος και μένεις ή φεύγεις” τι πρέπει να κάνει;

Το δίλημμα που τίθεται είναι σαφές ή θα υποταχθεί ή θα αντιδράσει.

Αποφασίζει ν’ αντισταθεί και Αυτός που μπαίνει σε αυτόν τον αγώνα μπαίνει με υπογραφή Θανάτου.

Έτσι, χωρίς εκείνη τη στιγμή να το γνωρίζει, υπηρετεί το δόγμα που λέει ότι υπάρχει θάνατος που οδηγεί στη ζωή και ζωή που οδηγεί στα θάνατο. Προτίμησαν λοιπόν Αυτός και οι συνεκτελεσθέντες τον έντιμο και ηρωικό Θάνατο που οδηγεί στη ζωή παρά την ανέντιμη ζωή που οδηγεί στο Θάνατο.

Για αυτό και σήμερα 81 χρόνια μετά οι ήρωες Αυτοί ζουν ανάμεσά μας και τιμούμε τη θυσία τους.

Οι γιορτές αυτές μνήμης και τιμής πρέπει να είναι γιορτές αναστοχασμού, όλων μας και πρέπει να συμβάλλουν στην ενότητα μας γύρω από τις αξίες και τα ιδανικά για τα οποία θυσιάστηκαν οι συγχωριανοί μας.

Ποτέ δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο διχασμού των πολιτών ή εξυπηρέτησης άλλων σκοπιμότήτων.

Έτσι η θυσία τους πέρα τον άλλων πρέπει να συμβάλλει στο ενωτικό πνεύμα του Λαού όπως έλεγε ο Αριστοτέλης αλλά και ο θαυμαστής του Κάρολος Μαρξ, που αποκαλούσε τον Αριστοτέλη “Μέγαν νουν της Ανθρωπότητος” : “Όταν οι Έλληνες είναι ενωμένοι δεν έχουν να φοβηθούν, κανέναν”

Η ομόνοια των Ελλήνων είναι το ισχυρότερο, αποτρεπτικό όπλο απέναντι σε Αυτούς που επιβουλεύονται την ανεξαρτησία και την ελευθερία της Πατρίδας μας.

Η μνήμη είναι η τροφή των λαών. Οι λαοί που ξεχνούν την ιστορία τους κινδυνεύουν κάποια στιγμή να τους ξεχάσει και Αυτή.

Όσοι ξεχνούν είναι βλάκες και μόνο όσοι, δεν ξεχνούν και συγχωρούν, είναι μεγαλόψυχοι και σοφοί. Και αυτό συνάδει με το ήθος τον πολιτισμό και τον χαρακτήρα των Ελλήνων.

Και μία και αναφερόμαστε στην συλλογική μνήμη της ιστορίας του χωριού μας, θα ήθελα να επισημάνω μια ουσιώδη παράληψη. Υπάρχουν 98 συγχωριανοί μας πού οδηγήθηκαν κατά την δεύτερη Βουλγαρική κατοχή (1916- 1918) όμηροι, γνωστοί ως ντρουντουβάκια, σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, στη Βουλγαρία αφήνοντας εκεί, τα κόκαλά τους. Νομίζω ότι και Αυτοί δικαιούνται ένα μνημείο, με τα ονόματά τους και μία εκδήλωση κάθε χρόνο μνήμης και τιμής.

Με τους τρεις ηρωικούς σταθμούς στην ιστορία του χωριού μας (1913) – (1916-1918) και 1944 θα μπορεί να υπερηφανεύεται ότι “Στην Βιτάστα, η νέα γενιά, παραδίδει στην άλλη, των αγώνων, του μαρτυρίου και της Θυσίας την σκυτάλη.

Αυτή τη μέρα θα πρέπει να φέρουμε στη μνήμη μας και να αποτίσουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στις χήρες που άφησαν, πίσω τους οι εκτελεσθέντες, μαζί με τα ορφανά τους.

Αν οι εκτελεσθέντες είναι οι ήρωες της κατοχής, οι γυναίκες τους είναι οι ηρωίδες της ζωής. Έγιναν πρότυπα ανδρείας και δεν άφησαν τη λύπη να τις καταβάλει.

Σημειώνω ότι καμία δεν ξαναπαντρέυτηκε όλες έμειναν πιστές, τιμώντας, μέχρι θανάτου την μνήμη των συζύγων και όλες ανεξαιρέτως θυσιάστηκαν στο βωμό της οικογένειας .

Εφάρμοσαν σε όλο του το μεγαλείο το δόγμα της θεολογίας, της πραγματικής Μάννας που λέει ότι : “Αν για το παιδί, η Μάννα είναι μέρος της ζωής του, για τη Μάννα όμως το παιδί είναι όλη της η ζωή”

Έτσι ανέθρεψαν κατά τον καλύτερο τρόπο, τα παιδιά τους και δημιούργησαν πρότυπες οικογένειες, σε πολύ δύσκολες εποχές και συνθήκες.

Εμείς οι απόγονοι των εκτελεσθέντων ηρώων, πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς είμαστε περήφανοι για τη θυσία των προγόνων μας, γιατί δεν συμβιβάστηκαν με τις σκλαβιά, αγωνίστηκαν εναντίον του Βουλγάρου κατακτητή για την ελευθερία της Πατρίδας μας, της Αγίας Ελληνικής Μακεδονικής Γης και θυσιάστηκαν γι’ Αυτό, τιμώντας τον θάνατο που οδηγεί στη ζωή και την αθανασία.

Το ιστορικό βάρος της θυσίας τους, που άφησαν σε εμάς τους απογόνους τους, έχουμε χρέος να το μεταλαμπαδεύσουμε, στις επόμενες γεννιές.

Όταν εκτελέστηκε ο πατέρας μου ήμουν, μόλις τρισήμιση χρόνων Δεν τον γνώρισα δεν τον θυμάμαι καθόλου και ποτέ δεν είπα την ιερή λέξη “Πατέρα”. Ήταν ο νεότερος των εκτελεσθέντων, τριαντατριών χρονών.

Εμείς, τα ορφανά, δεν είχαμε να αντιμετωπίσουμε μόνο, την ορφάνεια που βάρυνε σαν ταφόπλακα τις καρδιές μας, αλλά είχαμε να αντιμετωπίσουμε και τις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις της, τότε, εποχής.

Σ’ επίρρωση των ανωτέρω καταθέτω την ακόλουθη προσωπική εμπειρία που έζησα.

Είμαστε το έτος 1950. Είμαι 10 χρονών παντρεύεται, η αδελφή της Μάννας μου, η αγαπημένη μου Θεία μου, η Ασπασία.

Το αρχοντικό του παππού και της γιαγιάς μου, του Στέργιου και της Νότας Παπαγαβριήλ η πλημυρίζει από ευτυχία και χαρά συμμετέχω και εγώ. Σύμφωνα με το έθιμο, κάποιο παιδί, πρέπει να βάλει το παπούτσι της νύφης, για να σηματοδοτήσει την γονιμότητα του ζευγαριού. Δείχνουν εμένα, κι’ εγώ περιχαρής επιχειρώ να βάλω το παπούτσι της νύφης. Εκείνη τη στιγμή πετάγεται μια συγχωριανή μας και, θα έλεγα με μίσος με σπρώχνει φωνάζοντας : “Πάρτε το παιδί αυτό από εδώ είναι σημαδεμένο ορφανό”. Καταλαβαίνει κανείς μετά από αυτό τι σημαίνει στην ψυχή, αυτού του Παιδιού.

Έτσι λοιπόν σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες εμείς : “Τα σημαδεμένα ορφανά, κατά τον προσφιλή χαρακτηρισμό της συχωριανής μας, μαζί με τις χαροκαμένες Μάννες μας αγωνιστήκαμε, μέρα και νύχτα, για να ορθοποδήσουμε και το κατορθώσαμε σε καιρούς χαλεπούς και δυσχείμερους. Στον αγώνα αυτό, είχαμε συμπαραστάτη την Παναγία, την μεγάλη πονεμένη Μάννα του κόσμου από την οποία αντλούσαμε δύναμη και κουράγιο. Θυμάμαι, τη Μάννα μου, που ήτανε και εγγονή ιερέως, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί να προσεύχεται μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας, το καντηλάκι του οποίου, δεν έσβηνε ποτέ.

Σε στιγμές λοιπόν μελαγχολικής νοσταλγίας και οδυνηρής περισυλλογής, έγραψα το παρακάτω ποίημα, που θέλω να το μοιραστώ μαζί σας, για να καταλάβετε πως αισθάνεται ένα ορφανό παιδί, που δεν γνώρισε πατέρα και που γι’ Αυτό, Αυτή η λέξη είναι παντελώς άγνωστη.

Άγνωστη Λέξη

Πατέρα δεν είπα ποτέ,

στη ζωή μου όλη,

γιατί μου το στέρησε Αυτό,

του Βούλγαρου το βόλι

Μπαμπά, φωνάζαν τα παιδιά,

κι εγώ πληγωνόμουνα βαθειά,

κλεινόμουν, μέσα στον οντά,

κι’ είχα τα δάκρυα παρηγοριά.

Το δάκρυ είναι ο βουβός πόνος στις ψυχής,

που προσπαθεί να τον απαλύνει,

είναι ο αχώριστος σύντροφος της ζωής,

που, από κάθε ρύπο την ξεπλένει.

Είμαι σίγουρος πως θα ρθει η ώρα κι’ η στιγμή,

που η ψυχή μου θα σκίσει τον αιθέρα να συναντήσει του γονιού, μου τη μορφή

και τότε θα πω τη λέξη την ιερή,

που την στερήθηκα πολύ: “Πατέρα”

Θα ήθελα να τελειώσω με μία συγκινητική ιστορία που δείχνει όλο το ηθικό μεγαλείο της Ελληνικής ψυχής.

Στην Κρήτη μία Μάννα, που τον μοναχογιό της, τον πήραν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν στη Γερμανία, άναβε, κάθε μέρα τα καντήλια στους τάφους των Γερμανών στο Γερμανικό Νεκροταφείο.

Όταν ένας Γερμανός επισκέπτης περιηγητής την ρώτησε γιατί το κάνει αυτό απάντησε : “ Και αυτά τα παιδιά έχουν Μάννες που τα κλαίνε. Πιστεύω και για αυτό ελπίζω, εύχομαι και προσεύχομαι να βρεθεί η Γερμανίδα μάννα που θα ανάψει το καντήλι στο τάφο και το δικού μου παιδιού”.

Αυτή είναι η μεγάλη η μοναδική η ανεπανάληπτη Ελληνική ψυχή, για την οποία όχι μόνο αξίζει να ζεις αλλά και να θυσιαστείς.

Ας είναι Αιωνία η Μνήμη

των συγχωριανών μας μαρτύρων

που τιμάμε σήμερα.


ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΑΠΟ ΕΕΥΕΔ

Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΒΙΤΑΣΤΑ

Ανάρτηση στο Μετα 30/3/2021 από “Βιτάστα Σερρών”

“Να θυμίσουμε ότι το γλυπτό τοποθετήθηκε στο προαύλιο της κοινότητας το 1930 και είχε παραγγελθεί στη Θεσσαλονίκη (1928) πιθανότατα στο γλύπτη Πέτρο Μοσχίδη από τον τότε πρόεδρο της κοινότητας Λυσίμαχο Παπάζογλου. Η ανέγερση των μνημείων ήταν απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου για τον εορτασμό των 100 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Η μικρασιατική περιπέτεια ανέβαλε την πρωτοβουλία αυτή, την οποία επανέφερε ο Βενιζέλος όταν επανεξελέγη το 1928.

Είναι ταφικό μνημείο που εκφράζει την ψυχή της Βιτάστας στα χρόνια εκείνα. Ας μην ξεχνάμε ότι στα ύστερα χρόνια της τουρκοκρατίας, στους βαλκανικούς πολέμους, στην πρώτη βουλγάρικη κατοχή (1916 – 1918), στη μικρασιατική εκστρατεία αλλά και στις οικογένειες των προσφύγων που έφθασαν στο χωριό από το Πόντο και τη Μικρά Ασία χάθηκαν εκατοντάδες ψυχές. Δεν υπήρχε οικογένεια στο χωριό χωρίς νεκρό. Οι Μάνες, οι Γυναίκες, οι Αδερφάδες και οι Κόρες της Βιτάστας ζούσαν μαυροφορεμένες. Αυτόν τον πόνο προσπάθησε να αποδώσει ο καλλιτέχνης.

Η Μάνα που κλαίει τα παιδιά της είναι το κορυφαίο τοπόσημο της Βιτάστας. «Αν ανοίξεις τούτο το άγαλμα κανείς δεν έχει δει τα αγάλματά που κλείνει μέσα του…» έλεγε ο Αλκιβιάδης στο εγκώμιο για το δάσκαλο του. Πράγματι αν ανοίξει την ψυχή αυτής της Μάνας – σύμβολο που όλοι σεβόμαστε, θα δεις τις ψυχές των προγόνων μας, την ψυχή της Βιτάστας.

eeyed.png

Επιμέλεια ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Πηγή Φωτογραφίας εξωφύλου Liberal