Categories
ΑΡΘΡΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ …

Παραθέτουμε τις τελευταίες σελίδες (56-60) του πολύ παλιού Βιβλίου, του Μιχαήλ Ροδά (1884 – 1948), «Πώς η Γερμανία Κατέστρεψε τον Ελληνισμόν της Τουρκίας», Το βιβλίο εκδόθηκε το 1916 στη Μυτιλήνη, δηλαδή 6 χρόνια πρίν την Μικρασιατική Καταστροφή. Στην χρονολογία πρώτης έκδοσης έγκειται και η αξία του βιβλίου, μια που χρόνος και τα γεγονότα που ακολούθησαν (μέχρι σήμερα) επιβεβαιώνουν τον Συγγραφέα.

Ολόκληρο το Βιβλίο, στην αρχική του μορφή είναι προσβάσιμο στην Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της ΕΕΥΕΔ, εδώ.

Σελίδες 56-60

«Σκοπός της παρούσας μελέτης μου δεν ήταν να επεκταθώ στην πολιτική της Γερμανίας στα Βαλκάνια. Σε γενικές γραμμές όμως, θέλησα να τονίσω πόσο ολέθρια υπήρξε η γερμανική πολιτική για το ελεύθερο Ελληνικό Βασίλειο και πόσο κακή υπηρεσία του προσέφερε η συνεργασία της Γερμανίας με τους εχθρούς μας. Η καταστροφή του ελεύθερου Βασιλείου προετοιμάζεται από τους Βουλγάρους με τρόπο τραγικό, ενώ η καταστροφή του υπόδουλου Ελληνισμού ολοκληρώθηκε από τους ίδιους τους Γερμανούς.

Τετρακόσιες χιλιάδες Έλληνες κατέφυγαν στο ελεύθερο έδαφος και οι περισσότεροι ζουν από τον ιδρώτα και το αίμα του φτωχού φορολογούμενου λαού. Όσοι απέμειναν πίσω υποκύπτουν στη βία, ατιμάζονται, ληστεύονται και εξαναγκάζονται σε εξισλαμισμό κατά εκατοντάδες κάθε μέρα. Το Πατριαρχείο έγινε άσυλο για τους απειλούμενους Μητροπολίτες, όμως όλες οι έγγραφες διαμαρτυρίες και οι καταγγελίες του ρίχνονται στον κάλαθο των αχρήστων χωρίς καν να ανοιχτούν οι φάκελοι.

Σε όλη αυτή την αιματηρή και ληστρική περίοδο της νεοτουρκικής θηριωδίας, επενέβη έστω και μία φορά ο Γερμανός πρεσβευτής για να σταματήσει τις αγριότητές τους; Μήπως στις παρακλήσεις της ελληνικής κυβέρνησης να προστατευθούν οι απειλούμενοι πληθυσμοί μας δόθηκε έστω και μια τυπική ενθαρρυντική απάντηση ή συστήθηκαν ηπιότερα μέτρα στους Νεότουρκους; Ολόκληρη η παραλία, από τη θάλασσα του Μαρμαρά μέχρι την Αττάλεια, βάφτηκε με χριστιανικό, ελληνικό αίμα ανδρών και γυναικών. Οι Γερμανοί όχι μόνο δεν συνέστησαν ηπιότερα μέτρα και λιγότερη βία, αλλά αντίθετα επέπληξαν τους Τούρκους, επειδή σε κάποια σημεία —όπως για παράδειγμα στα Βρύουλλα και τα Μοσχονήσια— παρέμειναν Έλληνες χωρίς να τους πετάξουν στη θάλασσα ή να τους στείλουν να συναντήσουν τους υπόλοιπους εκδιωγμένους συμπατριώτες τους.

Μια ολόκληρη φυλή καταριέται και αναθεματίζει Γερμανούς και Τούρκους. Μέσα στην ψυχή μας έχει ριζώσει το μίσος για τη Γερμανία, ο πόθος για εκδίκηση πλημμυρίζει τα στήθη μας και τα παιδιά μας διδάσκονται ότι ένας υπήρξε ο εχθρός τους, περισσότερο και από τον Τούρκο: ο Γερμανός. Εναντίον του ακούγονται κατάρες και αναθέματα πρωί και βράδυ, την ώρα της προσευχής, από τετρακόσιες χιλιάδες ξεριζωμένους Έλληνες.

Για να επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί μας περί καταστροφής του Ελληνισμού από τη Γερμανία, ο πρώην Υπουργός Εσωτερικών, Εμμανουήλ Ρέπουλης, αποκάλυψε στην Πάτρα στις 17 Απριλίου 1916 όλες τις γερμανικές ραδιουργίες. Όσα διακήρυξε προς τον λαό της Πάτρας ο βενιζελικός πρώην υπουργός, τα θεωρούμε σπουδαία ντοκουμέντα και τα δημοσιεύουμε σε αυτή τη μελέτη με την ελπίδα ότι μια μέρα —τη μεγάλη μέρα της κρίσεως— θα χρησιμεύσουν στον ιστορικό του Έθνους. Εκείνος θα κρίνει με αμεροληψία και θα παραδώσει στην αιώνια καταδίκη όλους εκείνους που εργάστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για να μας εκδιώξουν από τα εδάφη μας στη Μικρά Ασία και τη Θράκη.

«Είπα προηγουμένως», λέει ο κ. Ρέπουλης στη διάλεξή του στην Πάτρα, «ότι η διαβεβαίωση που δόθηκε στην Κυβέρνηση των Φιλελευθέρων από τον Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών —ότι η Αγγλία δεν θα επέτρεπε στον τουρκικό στόλο να βγει από τα Δαρδανέλια για να επιτεθεί στην Ελλάδα— δεν είναι το μόνο δείγμα των καλών διαθέσεων της Αγγλίας προς εμάς. Το ζήτημα των νησιών πέρασε από πολλούς κινδύνους, από τους οποίους το έσωσε η μεγάλη πρόνοια και η διπλωματικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου, χάρη στη συνδρομή της Αγγλίας. Όταν συζητιόταν το ζήτημα των συνόρων της Ηπείρου στη Φλωρεντία, όπου και περικόπηκαν με το γνωστό πρωτόκολλο, ο κ. Βενιζέλος κατέφυγε στην αγγλική κυβέρνηση και ζήτησε να συνδυαστεί αυτό το θέμα με το εκκρεμές ζήτημα των νησιών. Διότι το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας ήταν δυσμενές για εμάς, καθώς εκεί επικρατούσαν οι επιθυμίες των δυνάμεων της τότε Τριπλής Συμμαχίας (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ιταλία). Αν το ζήτημα της Ηπείρου κανονιζόταν μόνο του και η λύση για τα νησιά ακολουθούσε μετά, κινδυνεύαμε να αντιμετωπίσουμε την αντίδραση της Τριπλής Συμμαχίας και στα νησιά. Η αγγλική κυβέρνηση ευτυχώς δέχθηκε την παράκληση του Πρωθυπουργού μας, ανέλαβε την πρωτοβουλία και πέτυχε τον συνδυασμό των δύο ζητημάτων. Έτσι, ζημιωθήκαμε μόνο στην Ήπειρο αλλά σώσαμε τα νησιά. (Χειροκροτήματα και ζητωκραυγές υπέρ της Αγγλίας).

Αλλά και αργότερα ζητήθηκε πάλι η βοήθεια της Αγγλίας για τα νησιά. Διότι, αν και μας παραχωρήθηκαν, η Τουρκία παρέμενε ανένδοτη. Η αγγλική κυβέρνηση δήλωσε τότε πρόθυμη να κάνει ακόμα και ναυτική επίδειξη εναντίον της Τουρκίας, υπό τον όρο όμως να συμμετάσχει και η Γερμανία. Η Γερμανία όμως αρνήθηκε. Και όταν συναντήθηκαν ο τότε Πρωθυπουργός της Γερμανίας και ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας στην Κέρκυρα, ο πρώτος δήλωσε ότι η Γερμανία μπορεί να κάνει μόνο “απλές συστάσεις” στην Τουρκία. Την ίδια στιγμή, ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, ο περιβόητος Βαγενχάιμ που βρισκόταν επίσης στην Κέρκυρα, έδωσε μια ακόμα πιο κυνική απάντηση: είπε ότι η τωρινή ρύθμιση για τα νησιά δεν είναι οριστική, “διότι”, είπε, “τα νησιά πρέπει να ανήκουν σε εκείνον στον οποίο ανήκει και η απέναντι ακτή της Μικράς Ασίας“.

Δεν γνωρίζω αν ο Γερμανός πρεσβευτής, λέγοντας αυτά, είχε στο μυαλό του τον σημερινό κυρίαρχο της Μικράς Ασίας ή κάποιον άλλον για το μέλλον. Όλα αυτά όμως μας διαφωτίζουν για την πολιτική που οφείλει να ακολουθήσει η Ελλάδα. Αν επέμεινα στην ιστορική αφήγηση των γεγονότων, το έκανα για να μπορέσει η Κοινή Γνώμη να κρίνει τον δρόμο που πρέπει να πάρει η χώρα, καθώς πρέπει να γνωρίζουμε τις διαθέσεις των Δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και τη θέση μας ανάμεσα στους δύο συνασπισμούς. Τα γεγονότα καθορίζουν αυτή τη θέση.

Ο Γερμανισμός, επιδιώκοντας τα μεγάλα του σχέδια, ποτέ δεν υπολόγισε την Ελλάδα ως σύμμαχο, ούτε θέλησε να στηριχθεί σε αυτήν, ούτε βρήκε κοινά συμφέροντα. Η εξωτερική πολιτική των κρατών δεν αλλάζει ξαφνικά, αλλά είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας καλλιέργειας κοινών συμφερόντων. Τα συμφέροντα της Ελλάδας ήταν πάντα ταυτισμένα με εκείνα των Προστατίδων Δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία), ενώ η γερμανική πολιτική στρεφόταν πάντα υπέρ άλλων κρατών στα Βαλκάνια. Δεν έχουμε δικαίωμα, λοιπόν, να κατηγορήσουμε τη γερμανική πολιτική, γιατί και αυτή τα δικά της συμφέροντα υπολογίζει. Όμως ο κύκλος των γερμανικών συμφερόντων συναντούσε πάντα την Ελλάδα ως εχθρό, και αυτό πρέπει να το ξέρουμε για να προστατεύσουμε τα δικά μας εθνικά συμφέροντα. Δικαίωμα να επικρίνουμε αυτή την πολιτική έχουμε μόνο όταν η δράση της ξεπερνά τα όρια του πολιτισμού, του χριστιανισμού και του ανθρωπισμού.

Δυστυχώς, υπήρξαν τέτοιες συμπεριφορές από Γερμανούς. Ο ίδιος ο αρχηγός της γερμανικής αποστολής στην Τουρκία, ο Λίμαν φον Σάντερς, περιοδεύοντας στη Μικρά Ασία και βλέποντας τη δύναμη του ελληνικού στοιχείου, δεν δίστασε να πει στις τουρκικές αρχές παρουσία Έλληνα Επισκόπου: “Αυτούς εδώ, γιατί τους φυλάτε;”. Βλέποντας μάλιστα τους ελληνικούς ναούς και τα σχολεία, είπε δείχνοντάς τα στους Τούρκους: “Όσο αφήνετε αυτά εδώ, εσείς θα είστε οι δούλοι των Ελλήνων!”. Αυτά είναι επίσημα επιβεβαιωμένα γεγονότα.

Ενώ έχουμε τέτοιες ενδείξεις για τις γερμανικές προθέσεις στη Μικρά Ασία, ο γερμανικός τύπος και οι συγγραφείς τους διακηρύσσουν ότι το Βαλκανικό ζήτημα δεν λύθηκε με τους πολέμους, αλλά θα λυθεί μετά από νέους αγώνες, όπου η Βουλγαρία θα έχει σύμμαχο την Τουρκία. Και αυτές οι ιδέες δεν εκφράζονταν ανεύθυνα. Ο ίδιος ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη είχε πει σε ξένους διπλωμάτες ότι “η συνθήκη του Βουκουρεστίου πρέπει να αναθεωρηθεί ως άδικη, γιατί επιβλήθηκε από την απληστία των συμμάχων Βαλκανικών κρατών εις βάρος της Βουλγαρίας”.

Αυτές ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ευρωπαϊκός Πόλεμος βρήκε την Ελλάδα ανάμεσα στους δύο συνασπισμούς. Είδατε ποιες ήταν οι διαθέσεις και οι πράξεις των δυνάμεων της Συνεννοήσεως (Αντάντ) στο ζήτημα των νησιών και του Μακεδονικού, και ποιες οι διαθέσεις του Αυστρο-Γερμανικού συνδέσμου. Ποια δύναμη θα μπορέσει πια να διορθώσει τα μεγάλα σφάλματα;

Το απέραντο νεκροταφείο του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και της Θράκης μας προκαλεί θλίψη και μας κάνει να απελπιζόμαστε για το μέλλον της φυλής μας. Κι όμως, τα απογεύματα, όταν κουρασμένοι επιστρέφουμε από τη δουλειά και αντικρίζουμε τα κόκκινα βουνά της Ανατολής λουσμένα στο ηλιοβασίλεμα, ο νους μας πετάει εκεί. Η καρδιά μας σκιρτά, η ελπίδα της επιστροφής γεμίζει τα μάτια μας δάκρυα και σιγοτραγουδάμε:

Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι…

Μυτιλήνη 1916.»

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

  1. ΜΙχαήλ Ροδάς

Γεννήθηκε το 1884 στην Αράχωβα Αιγίου, ήταν τυπογράφος, δημοσιογράφος, αρθρογράφος, κριτικός θεάτρικων έργων αλλά και ιστορικός Συγγραφέας.

Ο Ροδάς λόγω της δημοσιογραφικής του ιδιότητας αλλά και λόγω της τοποθέτησής του ως Διευθυντής στο Γραφείο Τύπου και Λογοκρισίας της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης έζησε από κοντά τα γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα οποία και κατέγραφε στις ανταποκρίσεις του στον Τύπο της εποχής. Πολύτιμος αρωγός στη μελέτη της προσωπικότητας του Μιχαήλ Ροδά αποτελεί η συγγραφική του παρακαταθήκη, όπως αυτή αποτυπώνεται κυρίως στα βιβλία του: «Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία 1918 – 1922», «Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας» και «Πώς βλέπω την Ελλάδα».

Πώς χαρακτηρίζεται σαν Ιστορικός Συγγραφέας :

Αμερόληπτος, αντικειμενικός, άκραία απόλυτος, ξέρει να εκτιμά, να αποτιμά και να επιτιμά, όχι αντιπάλους, “αλλά πρόσωπα φιλικά προς αυτόν, ακόμη και τον Ελληνικό Στρατό, όταν παρεκτρεπόταν από την γραμμή του ηθικού χρέους. Να επιτιμά και κάποιους Μικρασιάτες χρυσοκανθάρους, που ενώ ο Ελληνικός Στρατός έχυνε το αίμα του, αυτοί γέμιζαν κρουνηδόν τα χρηματοκιβώτιά τους. Εξετάζει με ακρίβεια και με σπάνια για την εποχή του ντοκουμέντα, όχι μόνο το “τί πταίει”, αλλά και το “τίς πταίει”. Δεν χαρίζεται σε κανένα ‘σύμμαχο’: πρώτος αυτός αποκάλυψε ότι ο συντελεστής ήττας ήταν “η προβοκατορική πολιτική των Ιταλών”.

Μας λέγει ο ίδιος  : ………… Αν είμαι ευχάριστος ή πικρός και δυσάρεστος σε πρόσωπα και πράγματα, μού είναι αδιάφορο. Τα δίκαια θα ιστορήσω…”

2. Εμμανουήλ Ρέπουλης

Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης (1863–1924) ήταν μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής και ο εξ απορρήτων συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η αναφορά του στο κείμενο δεν είναι τυχαία, καθώς θεωρούνταν η «φωνή» και ο «εγκέφαλος» της βενιζελικής παράταξης. Ο Ρέπουλης ήταν ο στενότερος σύμβουλος του Βενιζέλου. Λέγεται ότι ο Βενιζέλος δεν έπαιρνε σοβαρή απόφαση χωρίς να τον συμβουλευτεί. Υπηρέτησε ως Υπουργός Εσωτερικών και αργότερα ως Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης. Ήταν αυτός που οργάνωσε τη δημόσια διοίκηση στα νέα εδάφη (Μακεδονία, Ήπειρος, Νησιά) μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Η Διάλεξη στην Πάτρα (17 Απριλίου 1916)

Η ομιλία που αναφέρει το κείμενό είναι ιστορική. Έγινε μέσα στην καρδιά του Εθνικού Διχασμού. Ο Ρέπουλης πήγε στην Πάτρα για να εξηγήσει στον λαό γιατί η Ελλάδα έπρεπε να εγκαταλείψει την ουδετερότητα και να πολεμήσει στο πλευρό των Άγγλων και των Γάλλων. Σε αυτή την ομιλία αποκάλυψε τα παρασκήνια των διπλωματικών πιέσεων, όπως αυτά που συνέβησαν στην Κέρκυρα με τον Βαγενχάιμ. Στόχος του ήταν να αποδείξει ότι η «φιλία» του Κάιζερ προς τον Βασιλιά Κωνσταντίνο ήταν προσχηματική και ότι η Γερμανία είχε ήδη «πουλήσει» την Ελλάδα στους Τούρκους και τους Βουλγάρους.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος (αριστερά) μαζί με τον κάιζερ Γουλιέλμο Β΄ (δεξιά) σε γυμνάσια του γερμανικού στρατού το 1913. Πηγή εικόνας: gettyimages.ca, Δικαιώματα χρήσης: Haeckel collection/ullstein bild via Getty Images

Ο Ρέπουλης ήταν δεινός ρήτορας και δημοσιογράφος. Το κείμενο που διαβάσατε χρησιμοποιεί το κύρος του για να δώσει βαρύτητα στις καταγγελίες. Όταν ο Ρέπουλης έλεγε ότι «οι Γερμανοί μας θεωρούν εμπόδιο στην Ανατολή», ο κόσμος της εποχής τον πίστευε γιατί ήξερε ότι είχε πρόσβαση στα απόρρητα τηλεγραφήματα του Υπουργείου Εξωτερικών.

Ως Υπουργός Εσωτερικών, ο Ρέπουλης διαχειρίστηκε το τεράστιο κύμα των 400.000 προσφύγων του «Πρώτου Διωγμού» (1914). Είχε ιδία άποψη για τις θηριωδίες των Νεοτούρκων και τη γερμανική ανοχή, γεγονός που εξηγεί το πάθος με το οποίο περιγράφονται αυτά τα γεγονότα στο βιβλίο σας.

3. Ο «Πρώτος Διωγμός» (1914)

Αποτελεί το προοίμιο της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής. Συχνά επισκιάζεται από τη μεγάλη καταστροφή του 1922, όμως ήταν μια οργανωμένη και συστηματική επιχείρηση εθνοκάθαρσης που ξεκίνησε πριν καν την επίσημη έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), οι Νεότουρκοι (Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος») κυριεύτηκαν από τον φόβο ότι θα έχαναν και τη Μικρά Ασία, όπως έχασαν τη Μακεδονία. Θεωρούσαν τους Έλληνες (και τους Αρμένιους) ως «εσωτερικό εχθρό» και «πέμπτη φάλαγγα» της Ελλάδας και της Αντάντ.

Οι Γερμανοί σύμβουλοι, με επικεφαλής τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Ο Σάντερς υποστήριζε ότι η παραλιακή ζώνη της Μικράς Ασίας (απέναντι από τα ελληνικά νησιά) έπρεπε να «εκκαθαριστεί» από το ελληνικό στοιχείο για λόγους στρατιωτικής ασφαλείας, ώστε να μην μπορούν οι Έλληνες να βοηθήσουν μια πιθανή απόβαση των Συμμάχων.

Η «Λευκή Γενοκτονία» Ο διωγμός δεν ξεκίνησε με γενικευμένες σφαγές, αλλά με μεθόδους που αποσκοπούσαν στον οικονομικό και ψυχολογικό εκμηδενισμό:

Ο Σάντερς υποστήριζε ότι η παραλιακή ζώνη της Μικράς Ασίας (απέναντι από τα ελληνικά νησιά) έπρεπε να «εκκαθαριστεί» από το ελληνικό στοιχείο για λόγους στρατιωτικής ασφαλείας, ώστε να μην μπορούν οι Έλληνες να βοηθήσουν μια πιθανή απόβαση των Συμμάχων.

Ο διωγμός δεν ξεκίνησε με γενικευμένες σφαγές, αλλά με μεθόδους που αποσκοπούσαν στον οικονομικό και ψυχολογικό εκμηδενισμό:

  • Εμπορικό Μποϊκοτάζ: Οι Μουσουλμάνοι διατάχθηκαν να μην ψωνίζουν από ελληνικά μαγαζιά.
  • Βίαιος Εκτοπισμός: Ολόκληρα χωριά έπαιρναν διαταγή να φύγουν μέσα σε λίγες ώρες.
  • Τάγματα Εργασίας (Amele Taburları): Οι άνδρες άνω των 18 ετών στρατολογούνταν βίαια, όχι για να πολεμήσουν, αλλά για να εργαστούν σε καταναγκαστικά έργα (λατομεία, δρόμους) στο εσωτερικό της Ανατολίας, όπου οι περισσότεροι πέθαιναν από τις κακουχίες και την πείνα.
  • Εγκατάσταση Μουχατζίρηδων: Στα σπίτια των Ελλήνων που εκδιώκονταν, οι τουρκικές αρχές εγκαθιστούσαν αμέσως Μουσουλμάνους πρόσφυγες από τα Βαλκάνια.
  • Αλλά δεν μπορούσαν να λείπουν και οι ακρώτητες με ηθικούς αυτουργούς τους Γερμανούς όπως η Σφαγή της Φώκαιας.

Η πιο άγρια στιγμή του Πρώτου Διωγμού ήταν η Σφαγή της Φώκαιας τον Ιούνιο 1914. Άτακτες ομάδες (Τσέτες) επιτέθηκαν στην πόλη, λεηλάτησαν, σκότωσαν και ανάγκασαν χιλιάδες ανθρώπους να επιβιβαστούν σε βάρκες για να σωθούν προς τη Χίο και τη Μυτιλήνη. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Φελίξ Σαρτιώ, που βρισκόταν εκεί, κατέγραψε τα γεγονότα και έσωσε πολλούς Έλληνες υψώνοντας τη γαλλική σημαία.Το Αποτέλεσμα, Περίπου 150.000 έως 200.000 ή 400.000 κατ’ άλλους, Έλληνες από την Ανατολική Θράκη και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Ελλάδα το 1914. Πολλοί από αυτούς κατέληξαν στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο), ζώντας σε άθλιες συνθήκες,

Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟ ΚΑΡΑΒΟΣΚΥΛΟ Ο ΒΑΖΑΙΟΣ

  • 2025.11.21
  • Λάμπρος Βαζαίος

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1943 στο Λακκί της Λέρου, βυθίζεται το ελληνικό αντιτορπιλικό «Βασίλισσα ‘Όλγα», μετά από την επιδρομή των γερμανικών αεροσκαφών που είχαν απογειωθεί από το κατεχόμενο αεροδρόμιο της Ρόδου. Κατά την επιδρομή, ο Κυβερνήτης του πλοίου και άλλα 70 μέλη του πληρώματος σκοτώνονται. Η αεροπορική επίθεση αυτή, με πρώτο θύμα της το αξιόμαχο ελληνικό αντιτορπιλικό, αποτέλεσε και το ξεκίνημα της «Μάχης της Λέρου». Δείτε το σχετικό αφιέρωμα της ΕΡΤ (https://www.ert.gr/…/vythisi-toy-antitorpilikoy-quot…/ #ΕΡΤ Αρχείο_Ιστορία

Στον κατάλογο των νεκρών συναντούμε το όνομα του Δίοπου – Θερμαστή, Στυλιανού Βαζαίου. Εδώ έρχεται η σύμπτωση των ονομάτων να αποκαλύψει ακόμη ένα νεκρό, που δεν περιλαμβάνεται στον παρακάτω κατάλογο. Η ιστορία δημοσιεύτηκε αρχικά στην “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” από όπου και η σχετική φωτογραφία του δημοσιεύματος με ιδιόχειρο σημείωμα του Ναυάρχου Μόραλη .

Αργότερα είδε το δως της δημοσιότητας στην Εφημερίδα ΕΦΣΥΝ με τίτλο : Βαζαίος: ο καραβόσκυλος που χάθηκε με το «Βασ. Ολγα».

Γεώργιος Μόραλης Αντιναύαρχος Ε.Α.του Πολεμικού Ναυτικού, Επίτιμος Διοικητής Στόλου, Παλαίμαχος Β` Παγκοσμίου Πολέμου έχει τιμηθεί δύο φορές με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξης.

Όταν ο αντιναύαρχος ε.α. Γιώργος Μόραλης (1920-2020) συνάντησε, πριν χρόνια, τον Στρατιωτικό γιατρό, καθηγητή, Λάμπρο Βαζαίο, κάτι του θύμισε το όνομα.

– Βαζαίος, είπατε;

– Μάλιστα, Λάμπρος Βαζαίος.

– Τι μου θυμίσατε τώρα… Καθίστε να σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία.

Του διηγήθηκε λοιπόν, με συγκίνηση και τρυφερότητα, ότι Βαζαίος λεγόταν ένας υποκελευστής που υπηρετούσε μαζί του στο αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Ολγα» στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Και τον θυμόταν καλά, διότι ο Βαζαίος είχε και τον σκύλο του στο πλοίο, που όλοι τον φωνάζανε κι αυτόν «Βαζαίο». Ήταν ένα γλυκύτατο και ζωηρό σκυλάκι, η χαρά όλου του πληρώματος.

Ο αντιναύαρχος ε.α. Γιώργος Μόραλης στο γραφείο του. Μεταξύ των άλλων φωτογραφιών έχει και αυτή του Βαζαίου με τον «Βαζαίο» του…
Ο Δίοπος Βαζαίος με τον Βαζαίο όρθιο…..

«Όπως γνωρίζετε», συνέχισε ο ναύαρχος, «το “Βασίλισσα Ολγα” βυθίστηκε στο Λακκί της Λέρου, στις 26 Σεπτεμβρίου, μετά από αιφνιδιαστική επίθεση δεκάδων γερμανικών αεροσκαφών.

Πήρε μαζί του στον βυθό 73 άνδρες, με πρώτο τον κυβερνήτη, πλοίαρχο Μπλέσα, 5 αξιωματικούς, 10 υπαξιωματικούς, 54 ναύτες και άλλους 3 Αγγλους ναύτες. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο υποκελευστής Βαζαίος, αλλά και ο σκύλος του, ο “Βαζαίος”».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Στα τέλη Απριλίου 1941, λίγες μέρες πριν από τη είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ο Γιώργος Μόραλης είχε ακολουθησει με το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, το Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή. Στη Μέση Ανατολή, υπηρέτησε σχεδόν συνεχώς σε αντιτορπιλικά (ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, ΝΑΥΑΡΙΝΟΝ και ΠΙΝΔΟΣ), μετέχοντας στις συμμαχικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο, περιλαμβανομένων συνοδείας νηοπομπών στην άκρως επικίνδυνη περιοχή του Τομπρούκ (1942), των επιχειρήσεων στη Δωδεκάνησο (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1943, με το ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ), καθώς και των αποβάσεων στο Άντζιο της Ιταλίας (Ιανουάριος 1944, επίσης με το ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ) και τη Νότια Γαλλία (Αύγουστος 1944, με το ΠΙΝΔΟΣ).

Δείτε το πλήρες βιογραφικό του εδώ


Στο Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας (ΕΛ.Ι.Ν.ΙΣ) υπάρχει ολόκληρη η Ιστορία του Αντιτορπιλικού “Βασιλισσα Όλγα” και τα ονόματα των νεκρών.

Πλωτάρχης Γεώργιος Μπλέσσας

Τα ονόματα των νεκρών

Αξιωματικοί
ΠλωτάρχηςΓεώργιος Μπλέσσας
ΥποπλοίαρχοςΜιχαήλ Γρηγορόπουλος
ΥποπλοίαρχοςΔημήτριος Μπάτσης
Υποπλοίαρχος (Μηχ)Αλέξανδρος Σακίπης
ΣημαοφόροςΝικόλαος Σιμιτζόπουλος
Έφ. ΣημαιοφόροςΙωάννης Δουρής(1)
Επ. Σημαιοφόρος (Οικ.)Παναγιώτης Κονταράτος(2)
Υπαξιωματικοί
Αρχικελευστής ΤηλεγραφητήςΔανιήλ Σγουρός
Κελευστής (Ηλεκ.)Δημήτριος Μαστράκος(2)
Υποκελευστής Α΄ (Πυρ.)Αντώνιος Λιάσκος
Υποκελευστής Α΄ (Τορ.)Γεώργιος Ζήλος
Υποκελευστής Β΄ (Τηλ.)Μάριος Ξενάκης
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Δημήτριος Μπέης
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Γεώργιος Δούκας
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Ελευθέριος Μπαλόκας
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Ευθύμιος Πέρρος
Υποκελευστής Β΄ (Μηχ.)Χρήστος Βασιλειάδης
Δίοποι
ΑρμενιστήςΙωάννης Παράβαλος
ΠυροβολητήςΓεώργιος Μπουλιέρης
ΠυροβολητήςΚυριάκος Τσαλαπατάκης
ΠυροβολητήςΓεώργιος Ζαχαράκης
ΠυροβολητήςΓεώργιος Μαραγκός
ΠυροβολητήςΣτέφανος Νταβλιάκος
ΠυροβολητήςΒασίλειος Θεοδοσόπουλος
ΠυροβολητήςΙωάννης Νομικός
ΠυροβολητήςΑνάργυρος Στεργίου
ΠυροβολητήςΒασίλειος Ρίζος
ΠυροβολητήςΛουκάς Παπαδογιαννάκης
ΠυροβολητήςΑντώνιος Ζαραβέλλας(2)
ΠυροβολητήςΙωάννης Χριστόπουλος
ΠυροβολητήςΕυστράτιος Αρβανιτάκης(2)
ΠυροβολητήςΠαναγιώτης Κουντούρης
ΠυροβολητήςΙωάννης Καλαγκιάς
ΠυροβολητήςΚωνσταντίνος Κόκκαλης
ΤορπιλητήςΣτυλιανός Σταματόπουλος
ΤηλεγραφητήςΜιχαήλ Στουραΐτης
ΤηλεγραφητήςΔημήτριος Μαρωνίτης
ΔιαχειριστήςΑθανάσιος Μυλωνάς
ΜηχανικόςΕμμανουήλ Δημητρούλιας
ΜηχανικόςΓεώργιος Κωνσταντινέας
ΜηχανικόςΜαρκος Μένης
ΜηχανικόςΧριστόφος Σουρής
ΗλεκτρολόγοςΣωτήριος Ιατρού
ΗλεκτρολόγοςΑντώνιος Λεονταρίτης
ΗλεκτρολόγοςΙωάννης Παπαγεωργίου
ΘερμαστήςΣτυλιανός Βαζαίος
Ναύτες
ΑρμενιστήςΝικόλαος Παναγιώτου
ΑρμενιστήςΓεώργιος Κάτρης
ΠυροβολητήςΗλίας Βιντιάδης
ΠυροβολητήςΠαναγιώτης Γκέτσος
ΠυροβολητήςΝικόλαος Δημητρίου
ΠυροβολητήςΝικόλαος Διακορώνιας
ΠυροβολητήςΕυτύχιος Καγιαβάς
ΠυροβολητήςΓεώργιος Καλαφάτης
ΠυροβολητήςΙωάννης Κόλλιας
ΠυροβολητήςΧρήστος Αργύρης
ΠυροβολητήςΜιχαήλ Κουντούδης
ΠυροβολητήςΝικόλαος Μαυρομμάτης
ΠυροβολητήςΚων/νος Νικολαΐδης
ΠυροβολητήςΓεώργιος Τσούλος(2)
ΤορπιλητήςΜαρίνος Βόγας
ΤορπιλητήςΕυστάθιος Κριμιτζής
ΜηχανικόςΜάρκος Βιτάλης
ΜιχανικόςΜιλτιάδης Πεπερίδης
ΜιχανικόςΣωκράτης Τσάκος(2)
ΗλεκτρολόγοςΙωάννης Γαρδίας
ΗλεκτρολόγοςΕλευθέριος Τσούμας
ΘερμαστήςΚων/νος Κοχείλας
ΘερμαστήςΓεώργιος Δήμου
ΚαταστρώματοςΧρήστος Τσολάκης
ΕσχαρεύςΜιχαήλ Βάλβης

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ ΕΕΥΕΔ

ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Επιμέλεια ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ  ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

  • 2025.10.26
  • Από τα πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου (Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 21-23 Σεπτεμβρίου 2012)

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Θεσσαλονίκη διεκδικούσε τη θέση της δεύτερης σημαντικότερης πόλης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν, χωρίς αμφιβολία, η πιο προοδευτική και φιλελεύθερη πόλη και το επίκεντρο των Βαλκανίων. Διοικητικά, ήταν η πρωτεύουσα του βιλαετίου (γενική διοίκηση) Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε πληθυσμό 1.100.000 άτομα. Το βιλαέτι χωριζόταν σε τρία σαντζάκια (νομούς): της Θεσσαλονίκης, των Σερρών και της Δράμας. Το σαντζάκι της Θεσσαλονίκης χωριζόταν επίσης σε δεκατρείς καζάδες (επαρχίες), που διαιρούνταν με τη σειρά τους σε ναχιέδες (περιοχές), συνοικίες (αστικές περιοχές), χωριά και τσιφλίκια. Η στρατηγική της θέση στον ομφαλό των Βαλκανίων, ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της με την παρουσία των διαφόρων εθνοτήτων και των Φραγκολεβαντίνων, η άμεση επαφή της με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η πλουτοπαραγωγική ενδοχώρα, ο συσσωρευμένος αμύθητος πλούτος ορισμένων οικογενειών, η ισχυρή μεσαία αστική της τάξη και η έντονη καλλιτεχνική, φιλολογική και εκπαιδευτική ζωή την καθιστούσαν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πόλης της ανατολικής Μεσογείου, ένα περιβάλλον γεμάτο ορμή και ζωντάνια.

Η εκτίμηση του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης και της κατανομής του στα χρόνια της οθωμανικής διοίκησης ήταν θέμα υποκειμενικό. Οι επιχειρούμενες απογραφές διέφεραν ριζικά μεταξύ τους ανάλογα με το θρήσκευμα, την εθνικότητα ή τους απώτερους σκοπούς εκείνων που διενεργούσαν την απογραφή, απηχούσαν δε πολύ περισσότερο τις απόψεις των απογραφέων παρά την ακριβή εθνολογική κατάσταση. Το 1903 η Διεύθυνση Απογραφής του βιλαετίου εξέδωσε προσαρμοσμένα στατιστικά στοιχεία της απογραφής του 1883 με βάση το θρήσκευμα, από τα ληξιαρχικά στοιχεία των διαφόρων διοικητικών μονάδων. Τα στοιχεία αυτά δημοσιεύτηκαν στη Journal de Salonique στις 2 Μαρτίου 1903. Ο συνολικός πληθυσμός της εντός των τειχών πόλης μαζί με τους ναχιέδες της Καλαμαριάς, ανατολικά της πόλης, και της συνοικίας του Βαρδάρι, δυτικά της πόλης, εκτιμήθηκε στις 125.000. Ο πληθυσμός των εντός των τειχών 77 συνοικιών υπολογίστηκε στις 87.000 (49,50% άνδρες και 50,50% γυναίκες). Η κατανομή με βάση το θρήσκευμα ήταν 51% Εβραίοι, 28% μουσουλμάνοι, 17% Έλληνες, 2% Βούλγαροι και 2% λοιποί. Αξίζει να αναφερθεί ότι στα πρακτικά της Δημογεροντίας (3) στις 25 Ιουνίου 1911 αναγράφεται ότι: «κατά απογραφήν του ορθοδόξου πληθυσμού εις τας επαρχίας των επισκοπών της Ιεράς Μητροπόλεως εδείχθη ότι η πόλις της Θεσσαλονίκης αριθμεί πληθυσμόν 19.121, και η επαρχία Θεσσαλονίκης 48.958». Το 1912 ο πληθυσμός της πόλης εκτιμάται στις 155.000 λόγω της μετανάστευσης πολλών χιλιάδων από τη μακεδονική ενδοχώρα και της σημαντικής επέκτασης της «εκτός των τειχών» πόλης. Η Θεσσαλονίκη, με μουσουλμανικό πληθυσμό γύρω στο 25%, είχε το χαμηλότερο ποσοστό μουσουλμάνων από κάθε άλλη μεγαλούπολη της αυτοκρατορίας (π.χ. Σμύρνη και Βηρυτός 35%, Κωνσταντινούπολη 45%).

Κάθε κοινότητα ή παροικία ζούσε στον δικό της μικρόκοσμο με τις εσωτερικές της διαμάχες και τα δικά της προβλήματα, είχε τους δικούς της τόπους λατρείας, τις δικές της συνοικίες, τα δικά της σχολεία, τα δικά της καφενεία, το δικό της σύστημα κοινωνικής αρωγής (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία κ.ά.), τα δικά της ήθη και έθιμα, τις δικές της γιορτές και αργίες και τους δικούς της κανόνες και διοίκηση. Πού αλλού μπορούσε κανείς να συναντήσει πόλη, όπου τα μαγαζιά των μουσουλμάνων έκλειναν την Παρασκευή, τα μαγαζιά των Εβραίων το Σάββατο και τα μαγαζιά των χριστιανών την Κυριακή; Όλες μαζί όμως είχαν κατορθώσει να ζουν σχετικά αρμονικά, με ανεκτικότητα, αν και, όπως ήταν φυσικό, υπήρχαν προστριβές και έριδες, προερχόμενες τις περισσότερες φορές από προσωπικές αντιζηλίες, επαγγελματικές ή εμπορικές διαφορές αλλά και από εξωγενείς παράγοντες. Το μόνο κοινό σημείο όλων αυτών των κοινοτήτων ήταν το αλισβερίσι και ο μόνος κοινός τόπος συνάντησης τα τσαρσιά, δηλαδή οι αγορές.

Η εβραϊκή κοινότητα αποτελούσε πάνω από το 50% του πληθυσμού και κατ’ εκτίμηση το 1912 αριθμούσε από 65.000 έως 75.000 άτομα. Ως κοινά συνεκτικά χαρακτηριστικά της αναδεικνύονταν η θρησκεία και η ισπανοεβραϊκή γλώσσα. Τα μέλη της ήταν κατά κύριο λόγο Οθωμανοί υπήκοοι, αλλά υπήρχαν και πολλοί με την ιταλική και λιγότεροι με την ισπανική υπηκοότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τους 3.000 περίπου Ιταλούς υπηκόους της Θεσσαλονίκης οι 2.000 ήταν Εβραίοι. Είχε γύρω στις 20 πολύ πλούσιες οικογένειες, μια μεσαία τάξη με 1.500 περίπου οικογένειες ενώ πάνω από το 60% ήταν πάμφτωχοι, τελείως αμόρφωτοι και ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες. Οι πάρα πολύ πλούσιες οικογένειες (π.χ. Αλλατίνι, Φερνάντεζ, Μισραχή, Μορπούργο, Σαούλ Μοδιάνο κ.ά.) είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να εκποιούν την περιουσία τους από το 1904 και να μετοικούν σε άλλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις.

Εβραία με την παραδοσιακή ενδυμασία της
και με το αγοράκι της στην Καμάρα

Αναμφίβολα, η οικονομική δύναμη της πόλης βρισκόταν κατά πολύ μεγάλο βαθμό στα χέρια των Εβραίων καθώς ήλεγχαν πάνω από το 80% της οικονομίας της πόλης αλλά και της ευρύτερης μακεδονικής ενδοχώρας, περιλαμβανομένης και της Αλβανίας, με πληθυσμό γύρω στα 4.000.000. Η Θεσσαλονίκη τροφοδοτούσε τα δευτερεύοντα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο της Μακεδονίας με όλα τα αγαθά και συγχρόνως απορροφούσε σχεδόν όλη την παραγωγή σε αγροτικά προϊόντα (σιτηρά, καπνά, μετάξι κ.ά.) και όλο τον ορυκτό πλούτο για εξαγωγή. Λιγοστές σχετικά οικογένειες ήλεγχαν τη γεωργική παραγωγή, τη βιομηχανία, το εμπόριο, τις τράπεζες, την κεφαλαιακή αγορά, την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων, αντιπροσώπευαν όλους τους μεγάλους ευρωπαϊκούς οίκους και ήταν μεγαλοϊδιοκτήτες γης και ακινήτων. Οι Εβραίοι τραπεζίτες ήταν οι μεγαλύτεροι δανειστές της αυτοκρατορίας και ειδικά στη μακεδονική ενδοχώρα οι δανειστές των Τούρκων μεγαλοτσιφλικάδων. Συγχρόνως, η μεσοαστική τάξη ήλεγχε το μεταπρατικό εμπόριο, τις εισαγωγές και εξαγωγές, τις ασφαλιστικές εργασίες και πλήθος άλλων δραστηριοτήτων. Οι πρόκριτοι της κοινότητας κατοικούσαν σε πολυτελείς οικίες κατά μήκος της λεωφόρου των Εξοχών (σημερινή οδός Βασιλίσσης Όλγας). Η κοινότητα όμως, παρόλο τον πλούτο της, είχε μία τάξη απόρων γύρω στα 30.000 άτομα, που φυτοζωούσαν κάτω από τρισάθλιες συνθήκες χωρίς το παραμικρό εισόδημα και που η επιβίωσή τους βασιζόταν στην ελεημοσύνη της κοινότητας και των φιλανθρωπικών οργανώσεων. Η φτωχολογιά αυτή κατοικούσε στο κάτω τμήμα της πόλης, που περικλειόταν από τις σημερινές οδούς Προξένου Κορομηλά, Αριστοτέλους, Ερμού και Παλαιών Πατρών Γερμανού. Η εβραϊκή κοινότητα διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις με τις οθωμανικές αρχές της πόλης.

Η ελληνική κοινότητα, που αντιπροσώπευε πάνω από το 20% του συνολικού πληθυσμού, ήταν ιδιαίτερα ομοιογενής με κοινή θρησκεία και γλώσσα, με ισχυρή αστική τάξη και χωρίς τις τεράστιες ταξικές ανισότητες που υπήρχαν στις άλλες κοινότητες. Ορισμένα μέλη της κοινότητας είχαν την ελληνική ή τη ρωσική υπηκοότητα, ενώ υπήρχε και περιορισμένος αριθμός σλαβοφώνων από τα γύρω χωριά καθώς και μεγάλος αριθμός Βλάχων με τη δική τους γλώσσα. Στους κόλπους της υπήρχε σημαντικός αριθμός εμπόρων χονδρικής και λιανικής, καταστηματαρχών, ναυτικών πρακτόρων, ξενοδόχων, εστιατόρων και αντιπροσώπων.

Μεσοαστική ελληνική οικογένεια.

Οι Έλληνες αποτελούσαν τον αμέσως επόμενο οικονομικό παράγοντα της πόλης μετά τους Εβραίους. Συγχρόνως όμως θεωρούνταν πολύ συντηρητικοί, αδιάφοροι προς κάθε τι καινούριο και εκ πεποιθήσεως γεροντοπαλίκαρα, με αποτέλεσμα να τους αποκαλούν «μπαγιάτηδες». Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραγνωρίζεται ότι η ελληνική κοινότητα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, ένιωθε την παρουσία και την πίεση του κατακτητή. Οι Έλληνες κατοικούσαν στην κεντρική και ανατολική πλευρά της «εντός των τειχών» πόλης, στις συνοικίες του Αγίου Νικολάου, Αγίου Αθανασίου, Παναγούδας, Αγίου Υπατίου, Υπαπαντής και Αγίου Κωνσταντίνου. Στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου, ειδικότερα, είχε συγκεντρωθεί και ο μεγαλύτερος αριθμός των βλαχόφωνων Ελλήνων.

Επιφανείς Θεσσαλονικείς στην έπαυλη του Περικλή Χατζηλαζάρου. Από
αριστερά προς τα δεξιά οι: Περικλής Χατζηλαζάρου, Κλέων Χατζηλαζάρου,
Ιωάννης Μπουτάρης και Γεώργιος Κώνστας.

Η μουσουλμανική κοινότητα, που αντιστοιχούσε γύρω στο 25% του πληθυσμού, ήταν η πιο ανομοιογενής. Οι Ντονμέδες (= εξισλαμισμένοι Εβραίοι) αποτελούσαν κάτι λιγότερο από το ήμισυ του πληθυσμού, με γύρω στα 11.000 άτομα· όλοι τους ήταν Οθωμανοί υπήκοοι, με γλώσσα την τουρκική και την ισπανοεβραϊκή και έθιμα κυρίως εβραϊκά. Ήταν κατά κύριο λόγο δημόσιοι υπάλληλοι, έμποροι, διατηρούσαν ορισμένες βιομηχανίες ενώ ήλεγχαν απόλυτα τον τουρκικό τύπο. Ήταν η μόνη κοινότητα που εμφανιζόταν ιδιαίτερα ανταγωνιστική προς την ελληνική και πάντα με αρνητική διάθεση. Δεύτερη σε πληθυσμιακή σειρά ήταν οι Αλβανοί με γλώσσα την αλβανική και την τουρκική, απασχολούμενοι κυρίως στον στρατό, στη χωροφυλακή, ως καβάσηδες και ως περιπλανώμενοι μικρέμποροι. Υπήρχαν επίσης αρκετοί Κιρκάσιοι (που ήρθαν το 1856 μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο και το 1880 μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, συγκεντρωμένοι στη συνοικία γύρω από τη μονή Βλατάδων), Βόσνιοι (που ήρθαν το 1878 μετά τη συνθήκη του Βερολίνου), λίγοι Άραβες, Κούρδοι και Αθίγγανοι. Οι Οσμανλήδες, η αρχοντική και εύπορη τάξη, κατοικούσαν στην Άνω πόλη (το μπαΐρι) σε μονοκατοικίες πνιγμένες στο πράσινο και στα νερά, σε πλήρη αντιδιαστολή με την υπόλοιπη πόλη, ενώ σιγά-σιγά μετακινήθηκαν και προς τη λεωφόρο των Εξοχών. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν ιδιοκτήτες ακινήτων και τσιφλικάδες, που είτε νοίκιαζαν τα χωράφια τους είτε τα καλλιεργούσαν με δικούς τους κολλήγες. Αποτελούσαν επίσης τον κύριο όγκο των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ υπήρχε ένας περιορισμένος αριθμός βιομηχάνων, εμπόρων και τραπεζιτών. Η κοινωνική τους ζωή ήταν πολύ περιορισμένη με κέντρο βάρους το τζαμί και τον τεκέ της γειτονιάς.

Το «πολιτισμικό και μορφωτικό» κέντρο των ανδρών ήταν το καφενείο, ενώ οι γυναίκες παρέμεναν κλεισμένες στο σπίτι και κυκλοφορούσαν μόνο με φερετζέ. Ιδιάζοντα ρόλο στη ζωή πολλών μουσουλμάνων είχαν τα θρησκευτικά μυστικιστικά τάγματα, με σημαντικότερα αυτά των Μεβλεβί -τα μέλη του ήταν γνωστά και ως περιστρεφόμενοι δερβίσηδες- των Μπεκτασί και των Μελαμί, όλα με σημαντική παρουσία στη Θεσσαλονίκη. Η βουλγαρική κοινότητα αποτελούνταν από σλαβοφώνους με βουλγαρική συνείδηση, που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη από τη γύρω ύπαιθρο και από τη μακεδονική ενδοχώρα, καθώς και από πολλούς εποχιακούς, όπως μαθητές στα βουλγαρικά σχολεία, εργάτες και υπηρετικό προσωπικό. Ήταν στην πλειονότητά τους χριστιανοί ορθόδοξοι υπαγόμενοι στην Εξαρχία, ενώ υπήρχαν και αρκετοί Ουνίτες. Αριθμητικά, μαζί με τους εποχιακούς, υπολογίζονταν γύρω στις 5.000 με 6.000.

Μεσοαστική μουσουλμανική οικογένεια με τη γυναίκα
πάντα να απουσιάζει από τις φωτογραφίες.

Η σερβική παροικία ήταν ολιγάριθμη με λιγότερα από 500 άτομα, κυρίως Σέρβοι υπήκοοι, χριστιανοί ορθόδοξοι και με γλώσσα τα σερβικά. Οι Αρμένιοι δεν ξεπερνούσαν τους 250 με 300. Διατηρούσαν τη δική τους γλώσσα, ήταν κυρίως χριστιανοί ορθόδοξοι και ορισμένοι μόνο καθολικοί.

Η κοινότητα των Φραγκολεβαντίνων είχε περίπου 3.000 μέλη και αποτελούνταν από Ιταλούς, Γάλλους, Βέλγους, Ολλανδούς, Γερμανούς και Εγγλέζους υπηκόους που ζούσαν μόνιμα στο Λεβάντ (= ανατολική Μεσόγειο). Οι Φραγκολεβαντίνοι είχαν δυσανάλογη δύναμη σε σχέση με τον αριθμό τους, ήταν ως επί το πλείστον έμποροι, αντιπρόσωποι ευρωπαϊκών οίκων, γαιοκτήμονες, διπλωμάτες, ιερείς και ιεραπόστολοι και είχαν μεγάλα προνόμια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως πλήρη φορολογική απαλλαγή, ετεροδικία κ.ά., ενώ συγχρόνως εξυπηρετούσαν τα κάθε είδους συμφέροντα, νόμιμα και μη, των προυχόντων της οθωμανικής άρχουσας τάξης.

Μέλη της φραγκολεβαντίνικης οικογένειας των Άμποτ.

Η περίοδος από το 1878 έως το 1912 χαρακτηρίστηκε από την εισβολή του ευρωπαϊκού καπιταλισμού στη Μακεδονία και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη, που εκφράστηκε με τεράστιες επενδύσεις στους σιδηροδρόμους και σε πολλά αναπτυξιακά έργα, όπως λιμενικές εγκαταστάσεις, δημόσιες συγκοινωνίες με ιπποκίνητα και κατόπιν ηλεκτροκίνητα τραμ, δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης και φωταερίου, ηλεκτροφωτισμό, ακτοπλοΐα, διάνοιξη δρόμων, εξωραϊστικά έργα, αποξηράνσεις ελών κ.ά. Συγχρόνως, έγιναν τεράστιες ιδιωτικές επενδύσεις στο εμπόριο, τη βιοτεχνία, τη βιομηχανία (π.χ. αλευρόμυλοι, κεραμοποιεία, νηματουργεία και υφαντουργεία, βυρσοδεψεία, ζυθοποιίες, πολυκαταστήματα, ξενοδοχεία κ.ά.) και σε πολυτελείς κατοικίες από τα υπερκέρδη που είχαν συσσωρευθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η Θεσσαλονίκη, ως συμπρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με τον έντονο διεθνή χαρακτήρα της, υποσκέλιζε κατά πολύ όλες τις άλλες πόλεις των Βαλκανίων. Ο αριθμός των γενικών προξενείων στη Θεσσαλονίκη ήταν περίπου ίδιος με τον αριθμό των πρεσβειών στην Αθήνα. Οι γενικοί πρόξενοί της ήλεγχαν όλα τα προξενεία των κρατών τους στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το έργο τους ήταν έντονα πολιτικό, αλλά συγχρόνως και η αιχμή των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών των κρατών τους. Επιπλέον, η Θεσσαλονίκη συνιστούσε το κέντρο βάρους των τάσεων ανανέωσης και εκδημοκρατισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εδώ δημιουργήθηκε το διευθυντήριο των Νεοτούρκων, καθώς ο Σουλτάνος έδιωχνε από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη όλους τους νεωτερίζοντες και ανυπάκουους αξιωματικούς. Συγχρόνως, μέσα από την εβραϊκή κοινότητα της πόλης ξεπήδησαν οι πρώτες οργανωμένες ιδέες πολιτικής ισότητας και κοινωνικής αξιοπρέπειας.

Η Θεσσαλονίκη ήταν ο συγκοινωνιακός κόμβος ανάμεσα στη νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, όπου κατέληγε το ευρωπαϊκό δίκτυο των σιδηροδρόμων. Το λιμάνι της, που συναγωνιζόταν στη Μεσόγειο το λιμάνι της Μασσαλίας, πραγματοποιούσε το 1/7 του συνολικού εξαγωγικού εμπορίου της αυτοκρατορίας.

Η παραλία και το λιμάνι της Θεσσαλονίκης έσφυζαν από κίνηση.

Το 1911 οι εξαγωγές έφθασαν σε αξία τις 1.428.000 λίρες Αγγλίας, το 26% περίπου του συνόλου των εξαγωγών της Ελλάδας, με κυριότερα προϊόντα τον καπνό και τα δημητριακά. Την ίδια χρονιά οι εισαγωγές ήταν αξίας 4.663.000 λιρών Αγγλίας, το 70% του συνόλου των εισαγωγών της Ελλάδας, με κυριότερα προϊόντα τα κλωστοϋφαντουργικά, τα χημικά, τη ζάχαρη και τον καφέ. Τη μερίδα του λέοντος είχε η Αυστροουγγαρία με ποσοστό 20% και ακολουθούσε η Γαλλία. Η βαλκανική ενδοχώρα ανέπνεε μέσα από τη Θεσσαλονίκη. Σχεδόν όλη η γεωργική της παραγωγή κατέληγε στην πόλη και όλα τα αναγκαία βιομηχανικά και καταναλωτικά προϊόντα ξεκινούσαν απ’ αυτή. Η βιομηχανική και εμπορική της κίνηση την καθιστούσαν ιδιαίτερα ελκυστική στο ξένο κεφάλαιο. Η σιδηροδρομική της σύνδεση με το Βελιγράδι, το Μοναστήρι και την Κωνσταντινούπολη, η κατασκευή πολύ σημαντικών έργων υποδομής, οι μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση και η συνακόλουθη έντονη οικονομική ανάπτυξη μεταμόρφωσαν την πόλη. Δημόσιοι υπάλληλοι, ξένοι αξιωματικοί, δημοσιογράφοι όλων των μεγάλων εφημερίδων του κόσμου έδωσαν στην πόλη μια καινούρια διάσταση.

Οι μήνες πριν από την απελευθέρωση ήταν δύσκολοι για τη Θεσσαλονίκη. Ξεφυλλίζοντας τη Μακεδονία και την Παμμακεδονική από την 1η Ιανουαρίου έως την 5η Οκτωβρίου 1912 οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η πόλη ήταν σε αναβρασμό και με έξαρση στην εγκληματικότητα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τεράστια εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα που επηρέαζαν τη ζωή στην πόλη.

Η μακεδονική ενδοχώρα έβραζε. Καθημερινά υπήρχαν αναφορές για πολύνεκρες συμπλοκές ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και σε ληστροσυμμορίες Βουλγάρων, Ελλήνων και Αλβανών, ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και σε ανταρτικές ομάδες Ελλήνων και Βουλγάρων, ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους που επεδίωκαν με κάθε μέσο την επικράτησή τους. Το σοβαρότερο πρόβλημα ήταν οι παρακρατικές συμμορίες Τούρκων (ανάμεσά τους και πολλοί στρατιώτες) που λήστευαν, σκότωναν και τρομοκρατούσαν τους πάντες. Συγχρόνως, σημειώνονταν συχνές εξεγέρσεις στρατιωτικών μονάδων αλλά και μεμονωμένα περιστατικά δολοφονιών, βιασμών, εκβιασμών και απαγωγών. Ο φόβος και η αβεβαιότητα που επικρατούσε στην ενδοχώρα είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση της αγροτικής παραγωγής και τη δημιουργία τεράστιων ελλείψεων, γιατί η τροφοδοσία από τη Θεσσαλονίκη είχε σχεδόν διακοπεί εξαιτίας της αναρχίας. Η κυβέρνηση είχε χάσει τελείως τον έλεγχο· η δικαιοσύνη ήταν ανύπαρκτη.

Ο δημοσιογράφος των Times του Λονδίνου Price (236) έγραψε για την περίοδο 1911-1912:

«Οι Τούρκοι ποτέ δεν κατάφεραν να αφομοιώσουν την ιδέα ότι ο Χριστιανός είναι ίσος με τον Μουσουλμάνο. Η ιστορία τους, ο βίος τους και η νοοτροπία τους ήταν αντίθετη με την ιδέα της ισότητας. Ως αποτέλεσμα, όταν ένας Τούρκος δολοφονούσε έναν Χριστιανό ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ο δολοφόνος θα παρέμενε ατιμώρητος. […] Η αναρχία είχε κυριεύσει τη Μακεδονία. Η γενική κατάσταση στην περιοχή είχε φθάσει στο απροχώρητο. Υπήρχε παντελής έλλειψη ασφάλειας της ζωής και της περιουσίας. Οι λεηλασίες και οι δολοφονίες ευδοκιμούσαν και οι αρχές ήταν ανίκανες να ελέγξουν την ανομία. Σε μικρή απόσταση από τη Θεσσαλονίκη ο αγροτικός πληθυσμός ήταν τόσο τρομοκρατημένος, που με τη δύση του ηλίου αμπαρωνόταν στο σπίτι του».

Αυτό το τόσο αρνητικό κλίμα επιδεινώθηκε και από την πολιτική κρίση που μάστιζε την αυτοκρατορία. Τον Ιανουάριο του 1912 το Νεοτουρκικό Κομιτάτο, έχοντας χάσει την πλειοψηφία στη βουλή, τη διέλυσε και προκήρυξε εκλογές για την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου. Για πρώτη φορά οι Έλληνες και οι Βούλγαροι βουλευτές συνέπραξαν με την αντιπολίτευση και υπέγραψαν πρωτόκολλο συνεργασίας, όπου καθορίζονταν οι αξιώσεις κάθε πλευράς ώστε να μη συγκρουσθούν τα συμφέροντά τους. Οι εκλογές του Απριλίου διεξήχθησαν μέσα σ’ ένα όργιο νοθείας και τρομοκρατίας και έμειναν γνωστές ως «οι εκλογές της μαγκούρας». Η Μακεδονία είχε καθημερινά ανταποκρίσεις με τα βίαια γεγονότα που συντάραζαν την ύπαιθρο και τη Θεσσαλονίκη. Από τις 275 έδρες του κοινοβουλίου μόνον έξι κατέληξαν στην αντιπολίτευση. Ήταν η πρώτη φορά μετά την επανάσταση, που το Νεοτουρκικό Κομιτάτο κατόρθωσε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της αυτοκρατορίας και έκρινε ασφαλές να μεταφέρει την έδρα του από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο η παντοδυναμία αυτή ήταν εφήμερη, με διάρκεια μόλις τριών μηνών. Στις 28/10 Ιουλίου 1912 παραιτήθηκε ο υπουργός πολέμου Shevket πασάς και η αναστάτωση που ακολούθησε οδήγησε στην παραίτηση της κυβέρνησης. Μεγάλος βεζίρης ανέλαβε ο Γαζής Ahmet Muhtar, στρατιωτικός και διανοούμενος κοινής αποδοχής, ήρωας του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1876 και υπουργός πολέμου ο στρατηγός Nazim πασάς. Όλα τα επιφανή μέλη του Κομιτάτου επέστρεψαν άρον-άρον στη Θεσσαλονίκη για ασφάλεια. Η Μακεδονία της 26ης Ιουλίου έγραψε: «Και συγκεντρώθηκαν εις την Θεσσαλονίκην όλοι οι αρχηγοί της μακαρίτιδος ‘Ενώσεως και Προόδου’, οι ‘λάιδερ’ Ταλαάτ, Τζαβίτ και Σερήφ βέηδες, οι έως χθες παντοδύναμοι Εγιούπ Σαμπρή και Ομέρ Νατζή βέηδες και ο έως χθες θεοδύναμος δόκτωρ Ναζήμ βέης. Και έστησαν ενταύθα, εις την αρχικήν των κοιτίδα, το αρχηγείον των. Και θα αρχίσουν τον αγώνα υπέρ ανακτήσεως της Αρχής. Κακόμοιροι κορυφαίοι!».

Μετά τις εκλογές, μέσα σε όλη αυτήν την αναταραχή, ξέσπασε στην Αλβανία η πιο άγρια επανάσταση. Από τον Μάιο του 1912 η Αλβανία έβραζε. Στις 9/22 Ιουλίου 1912 οι Αλβανοί κατόρθωσαν να καταλάβουν την Πρίστινα, ενώ δέκα χιλιάδες αντάρτες μπήκαν στα Σκόπια και παρέμειναν εκεί έως τις 20 Αυγούστου, χωρίς την παραμικρή αντίδραση των αρχών. Στα τέλη του μήνα η νέα κυβέρνηση ενέδωσε σε όλα τα αιτήματά τους και υπέγραψε σύμφωνο ειρήνης.

Πλήθος Εβραίων έξω από τη μεγάλη συναγωγή Talmud Torah.

Ο μεγαλύτερος όμως πονοκέφαλος της αυτοκρατορίας ήταν ο πόλεμος με την Ιταλία. Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1911 η Ιταλία επέδωσε διπλωματική νότα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ζητώντας την αναγνώριση της ιταλικής κυριαρχίας στην Τριπολίτιδα και στην Κυρηναϊκή (σημερινή Λιβύη). Οι Ιταλοί έφθασαν μέχρι τα Δαρδανέλια και τον Απρίλιο του 1912 κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα. Στις 2 Οκτωβρίου 1912 η Υψηλή Πύλη, μπροστά στο φάσμα του βαλκανικού πολέμου, υπέγραψε αναγκαστικά με την Ιταλία τη συνθήκη του Ouchy στην Ελβετία, παραχωρώντας την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή. Οι θετικές επιπτώσεις του πολέμου αυτού για την Ελλάδα ήταν αφενός μεν η εξασθένηση του οθωμανικού στρατού και αφετέρου το τέλος του μποϋκοτάζ των ελληνικών πλοίων και προϊόντων. Οι Οθωμανοί, με την αποχώρηση των ιταλικών ατμόπλοιων, υποχρεώθηκαν να επιτρέψουν την είσοδο των ελληνικών εμπορικών πλοίων στα λιμάνια τους.

Οι επιπτώσεις του πολέμου στη Θεσσαλονίκη ήταν σημαντικές. Ιταλοί υπήκοοι, ανάμεσά τους κυρίως Εβραίοι με ιταλική υπηκοότητα, βρέθηκαν στο στόχαστρο των αρχών. Δεκάδες επιφανείς πολίτες απελάθηκαν, όπως ο αρχιτέκτονας Vitaliano Poselli, ο γιατρός Σιακή και μέλη της οικογένειας Μοδιάνο. Ο ιταλοτουρκικός πόλεμος υπήρξε ορόσημο της παρακμής της εβραϊκής οικονομικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη. Η αναστολή πληρωμών από τους δύο κολοσσιαίους οικονομικούς παράγοντες της πόλης, τους οίκους Αλλατίνι και Μοδιάνο, οικογενειών με ιταλική υπηκοότητα, ταρακούνησε τα θεμέλια της τοπικής οικονομίας. Ο αποκλεισμός του ιταλικού μονοπωλίου καπνού από τις αγορές των μακεδονικών καπνών επέφερε σημαντική πτώση των τιμών, ενώ η σηροτροφία υπέστη καθίζηση εφόσον η ιταλική μεταξοβιομηχανία απορροφούσε εξ ολοκλήρου την παραγωγή.

Στην ίδια την πόλη οι ληστείες, οι εμπρησμοί, οι βομβιστικές ενέργειες και οι δολοφονίες ήταν καθημερινό φαινόμενο χωρίς καμία εθνική, φυλετική ή θρησκευτική διάκριση. Πολλές υποθέσεις συντάραξαν για μήνες την τοπική κοινωνία. Μία από αυτές ήταν η δολοφονία του ψευτογιατρού Αντωνάκη. Ο Αντωνάκης είχε ενταχθεί από νωρίς στον Μακεδονικό Αγώνα αλλά μετά την επικράτηση της νεοτουρκικής επανάστασης έγινε σιγά-σιγά όργανο του Κομιτάτου, προδίδοντας Έλληνες πράκτορες, κρυψώνες, αποθήκες όπλων και πυρομαχικών. Το εκτελεστικό της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης αποφάσισε τη δολοφονία του και στις αρχές Ιουλίου ο υπαξιωματικός Παναγιώτης Παπατζανετέας, όπως αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, τον εκτέλεσε στο σπίτι του, δίπλα στον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου σε πάροδο της λεωφόρου Χαμιντιέ. Στις 26 Ιουλίου η πόλη ταρακουνήθηκε από εκρήξεις βομβών στο αυστριακό ταχυδρομείο στον Φραγκομαχαλά και στο ντεπό των τραμ στην ανατολική Θεσσαλονίκη, χωρίς να υπάρξουν ανθρώπινα θύματα. Οι αστυνομικές αρχές ξεχύθηκαν και άρχισαν τις αθρόες συλλήψεις Βουλγάρων στην περιοχή του Βαρδάρι και στον Κιλκίς μαχαλά.

Το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη πλαισίωναν από τον Μάρτιο του 1912 ο Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος ως γενικός πρόξενος, με υποπρόξενο τον Κωνσταντίνο Ρέντη και διερμηνείς τους Μιλτιάδη Τέρκα και Αναστάσιο Νάλτσα. Στις 12 Ιουλίου ήρθε από το προξενείο Φιλιππούπολης ως διερμηνέας ο Αντώνιος Ζώτος και μέσα στο καλοκαίρι ο Ιωάννης Κονταλέξης ως διευθυντής του προξενείου. Στις 5 Σεπτεμβρίου αναχώρησε για την Αθήνα ο Παπαδιαμαντόπουλος με την οικογένειά του και επανέκαμψε στις 24 Σεπτεμβρίου. Στις 18 Σεπτεμβρίου οι αρχές διέκοψαν την τηλεγραφική επικοινωνία με τις βαλκανικές περιοχές και την αποστολή κωδικοποιημένων μηνυμάτων, ενώ στις 27 Σεπτεμβρίου οι αστυνομικές αρχές ξεκίνησαν την καταγραφή όλων των Ελλήνων, Βουλγάρων και Σέρβων υπηκόων που ζούσαν εκεί. Στις αμέσως επόμενες μέρες πάνω από 500 Έλληνες υπήκοοι πήγαν στο προξενείο για διαβατήρια και αναχώρησαν για τον Βόλο ή τον Πειραιά. Την 3η Οκτωβρίου αναχώρησαν όλοι οι υπάλληλοι των συμμαχικών προξενείων με ρουμανικό ατμόπλοιο για τον Πειραιά. Όπως όμως προκύπτει από έγγραφα του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ), παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη οι διερμηνείς Ζώτος και Νάλτσας, αποσπασμένοι στο ρωσικό προξενείο, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στον προελαύνοντα ελληνικό στρατό. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι την 1ηΟκτωβρίου οι ελληνικές τράπεζες Τράπεζα της Ανατολής και Τράπεζα Αθηνών τέθηκαν υπό την προστασία του γαλλικού προξενείου.

Στις 12 Μαΐου 1912 απεβίωσε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωακείμ Δ΄ Σγουρός και στις 22 Μαΐου το Φανάρι εξέλεξε τον, έως τότε μητροπολίτη Λήμνου, Γεννάδιο, κατά κόσμον Γεώργιο Αλεξιάδη. Ο Γεννάδιος έφθασε στη Θεσσαλονίκη στις 5 Αυγούστου και παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον θάνατό του το 1951. Την ελληνική κοινότητα διοικούσε η Δημογεροντία με πρόεδρο τον μητροπολίτη και μέλη τους Ι. Κούσκουρα, Κ. Καμμώνα, Δ. Βόγα, Δ. Χατζόγλου, Α. Ζάχο και Δ. Μπλάτση.

Μέσα στο 1912 στις οθωμανικές αρχές υπήρχαν συχνές ανακατατάξεις λόγω της πολιτικής αναταραχής. Τον Ιανουάριο τοποθετήθηκε βαλής ο Hussein Kâzim πασάς, που παραιτήθηκε μεν τρεις φορές αλλά πάντα επανέκαμπτε, αποχωρώντας τελικά τον Αύγουστο για να τον αντικαταστήσει ο Ferit πασάς, τη θέση του οποίου πήρε τον Σεπτέμβριο ο Nazim πασάς. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του βιλαετίου Θεσσαλονίκης από τον Σεπτέμβριο του 1912 ήταν: ο βαλής Nazim πασάς, ο καδής Ali Hikmet, ο γενικός γραμματέας των αρχείων Emin, ο μουφτής Ahmet, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ο αρχιραβίνος Ιακώβ Μεΐρ και τα μέλη Ibrahim Edem, Ihsan, Rasim και Ιακώβ Καζές.

Την πρώτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου του 1912 έγιναν δημοτικές εκλογές και εκλέχθηκαν ως δημοτικοί σύμβουλοι πέντε μουσουλμάνοι (Ismail Hakki, Hafiz Hasan, Ahmet Rasim, Ali Rasim και Ali Eşref), τρεις Έλληνες (Κωνσταντίνος Χονδροδήμος, Κωστάκης Μέλφος και Κιμπάρογλου) και τρεις Εβραίοι (Ναντίρ Αμπραβανέλ, Μωύς Ασσαέλ και Ελί Μπενουζίλιο). Ένας Βούλγαρος που έβαλε υποψηφιότητα δεν εκλέχθηκε. Πρώτος με 2.571 ψήφους εκλέχθηκε ο Χονδροδήμος και ο βαλής τον διόρισε δήμαρχο ως πλειοψηφίσαντα. Τέσσερις μέρες αργότερα ο Χονδροδήμος υπέβαλε την «παραίτησή» του δηλώνοντας εγγράφως ότι δεν δύναται να αναφέρει τους λόγους που δεν θα του επιτρέψουν να ασκήσει τα καθήκοντά του. Δήμαρχος τοποθετήθηκε ο Ismail μπέης. Στις 20 Ιουλίου ο Ismail μπέης εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω του ότι υπήρξε μέλος του Κομιτάτου και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Osman Sait.

Η κοινωνική και καλλιτεχνική ζωή στη Θεσσαλονίκη όμως συνεχιζόταν. Η εβραϊκή κοινότητα έφερνε συχνά θιάσους και μουσικά συγκροτήματα από τη Γαλλία και την Αυστρία, ενώ πολύ συχνά διοργανώνονταν σουαρέ στις βίλες των πλουσίων στη λεωφόρο των Εξοχών. Η ελληνική κοινότητα δεν υστερούσε. Στις 28 Μαρτίου 1912 έφθασε στη Θεσσαλονίκη ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη για σειρά παραστάσεων στο θέατρο του Λευκού Πύργου. Η Μακεδονία σε τέσσερα συνεχόμενα φύλλα της είχε πρωτοσέλιδη φωτογραφία της καλλιτέχνιδας. Στον θίασο περιλαμβάνονταν οι αδελφές της Κοτοπούλη κυρίες Λούη και Μυράτ με τους συζύγους τους, η Αλκαίου, ο Παπαγεωργίου, ο Καντιώτης, ο Αργυρόπουλος και το ζεύγος Μαρίκου. Μεταξύ των έργων που παρουσίασε ήταν Ο Αντίπαλος του Alfred Capus, Η μικρή σοκολατιέρα του Paul Gavault, Ισραήλ του Henri Bernstein και Η κυρία του Μαξίμ του Georges Feydeau. Το καλοκαίρι ήρθε επίσης ο αθηναϊκός θίασος του Ιωάννη Παπαϊωάννου (κωμικού ηθοποιού του μουσικού θεάτρου και του σημαντικότερου Έλληνα θιασάρχη της οπερέτας) και έδωσε πάνω από 20 παραστάσεις.

Φωτογραφίες του δημοσιογράφου J. Leune βγαλμένες τις πρώτες μέρες μετά την απελευθέρωση της πόλης.

Όψη της παραλίας.
Ο Λευκός Πύργος
Η Καμάρα
Η οδός Σαμπρή πασά, σημερινή Βενιζέλου

Οι ελληνικές εφημερίδες που κυκλοφορούσαν το 1912 ήταν η Μακεδονία του Κωνσταντίνου Βελλίδη, η Νέα Αλήθεια του Ιωάννη Κούσκουρα και από τις 15 Αυγούστου το Εμπρός του Σμυρναίου δημοσιογράφου Αντωνίου Οικονομίδη, μία αμφιλεγόμενη εφημερίδα που σύμφωνα με ορισμένους παράγοντες της ελληνικής κοινότητας χρηματοδοτούνταν από το Νεοτουρκικό Κομιτάτο. Όλες αυτές, όπως ήταν φυσικό, αντιμετώπιζαν σκληρή λογοκρισία. Το τελευταίο φύλλο της Μακεδονίας ήταν στις 5 Αυγούστου 1912 λόγω της καταδικαστικής απόφασης του τουρκικού στρατοδικείου που διέταξε την επ’ αόριστον παύση της εξαιτίας της έντονης αρθογραφίας και της εμπρηστικής ειδησεογραφίας για τη δυναμιτιστική απόπειρα στα Κοτσανά της Στρώμνιτσας με τίτλο «Οι Μουσουλμάνοι σφάζουν». Ο Βελλίδης δέκα μέρες μετά, στις 19 Αυγούστου, έσπευσε να εκδώσει την Παμμακεδονική που κυκλοφόρησε έως την 17η Οκτωβρίου. Αντίθετα, η Νέα Αλήθεια του Ιωάννη Κούσκουρα, παρά τις συνεχείς παρενοχλήσεις των αρχών, συνέχισε να εκδίδεται έως την 21η Οκτωβρίου.

Αξίζει να αναφερθεί η είδηση της Μακεδονίας στο φύλλο της 19ης Μαΐου 1912, μήνες πριν ολοκληρωθούν οι συμμαχικές συνθήκες: «ΤΕΤΡΑΠΛΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ Τα ιταλικά φύλλα αναγράφουν την είδησιν ότι οριστικώς συνωμολογήθηκε συμμαχία μεταξύ Ελλάδος, Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου, αφορώσα κοινήν κατά της Τουρκίας ενέργειαν».

ΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ: ΕΛΛΑΔΑ (βασιλιάς Γεώργιος Α΄/διάδοχος Κωνσταντίνος) – ΣΕΡΒΙΑ (βασιλιάς Πέτρος) – ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ (τσάρος Φερδινάνδος) – ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ
(βασιλιάς Νικήτας).


To παραπάνω κείμενο εντοπίστηκε στην Ιστοσελίδα sitestatic.shopster.gr δεν υπάρχει τεκμηρίωση για τον συγγραφέα του. Με σχετική ερώτηση στην Τεχνική Νοημοσύνη (AI), δόθηκε η εξής απάντηση !

Έκανα έρευνα, αλλά δεν βρήκα σαφή τεκμηρίωση μέσα στο PDF ή στις σχετικές ψηφιοποιημένες πηγές για το ποιος ακριβώς έγραψε το κεφάλαιο «Η Θεσσαλονίκη στις παραμονές του 1912» στο τόμο «Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου – Η Θεσσαλονίκη στις παραμονές του 1912». Τα στοιχεία που κατάφερα να εξακριβώσω είναι τα εξής:

Πληροφόρηση που βρήκα

Το PDF (Academia.edu) φέρει τον τίτλο «Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ 1912 – Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου (Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 21-23 Σεπτεμβρίου 2012)». Academia

  • Η επιμέλεια του τόμου αναφέρεται ως Ευάγγελος Χεκίμογλου και «Ε. Μ. Θ.» (πιθανώς «Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης») ως οργανωτικό/εκδοτικό σχήμα. Academia
  • Στο PDF από το Shopster (την εκδοχή που ανέφερες) δεν φαίνεται να υπάρχει εμφανές όνομα συγγραφέα για το συγκεκριμένο κεφάλαιο στην πρώτη σελίδα. sitestatic.shopster.gr
  • Στη βιβλιογραφία που χρησιμοποιείται σε άλλες μελέτες σχετικές με αυτό το συνέδριο, εμφανίζονται διάφορα άρθρα με συγγραφείς για άλλα κεφάλαια του ίδιου τόμου (π.χ. Βασίλης Φούκας γράφει το άρθρο «Το σώμα των εκπαιδευτικών στα σχολεία της Ελληνικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης μέχρι το 1912» στο ίδιο συνέδριο. ResearchGate
  • Το ίδιο συνέδριο τόμος έχει εκδοθεί το 2014 από το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Academia+1

Εκτίμηση / συμπέρασμα

  • Πιθανόν το κεφάλαιο «Η Θεσσαλονίκη στις παραμονές του 1912» να είναι εισήγηση/μελέτη κάποιου ιστορικού ή ερευνητή που συμμετείχε στο συνέδριο του 2012, αλλά δεν είναι πρωτογενές κείμενο του 1912 — αποτελεί σύγχρονη ανάλυση/ανασύνθεση υλικού για τις παραμονές του πολέμου.
  • Ο συγγραφέας αυτού του κεφαλαίου δεν αναφέρεται ρητά στην πρώτη σελίδα του PDF που είδα.
  • Για να είμαι πιο ακριβής, θα χρειαστεί να δω το ίδιο το έντυπο του συνεδρίου (π.χ. το έντυπο βιβλίο με πίνακα περιεχομένων) ή την αρχή του κεφαλαίου στο έντυπο, όπου συνήθως αναγράφεται το όνομα του συγγραφέα.

eeyed.png

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΛΕΞΗ

2025.07.07

Ομιλία του Ευάγγελου Βασιλείου , στο Μνημόσυνο των εκτελεσθέντων, υπό των Βουλγάρων στις 10-6-1944, Βιταστιανών ως εκπρόσωπος Συγγενών Εκτελεσθέντων.

Ο Ευάγγελος Β. Βασιλείου γεννήθηκε στο χωριό Κρηνίδα Σερρών (Βιτάστα) στις 21 Οκτωβρίου 1940. Εισήλθε στην στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή το 1958 (ΑΜ 631). Αποφοίτησε το 1965. Είναι Γενικός Αρχίατρος ε.α. και έχει την ειδικότητα του παθολόγου – καρδιολόγου. Έχει συγράψει το βιβλίο : Ο εθνομάρτυρας Άγιος Μητροπολίτης Δράμας – Σμύρνης Χρυσόστομος.

Ο Ε. Βασιλείου είναι Μέλος της Επιστημονικής Ένωσης Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων.


Θα ήθελα να ευχαριστήσω, μέσα από την καρδιά μου, την Κοινότική Αρχή του χωριού μας, γιατί εδω και αρκετά χρόνια, έχει καθιερώσει κάθε χρόνο αυτή την εκδήλωση τιμής και μνήμης για τους εκτελεσθέντες από τα Βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής, συγχωριανούς μας, την αποφράδα εκείνη μέρα της 10 – Ιουνίου 1944.

Η Κρητική μαντινάδα λέει:

«Πρέπει τις ρίζες, τα κλαδιά,
ποτέ να μη ξεχνούνε,
γιατί αυτές αν ξεραθούν
κι’ εκείνα θα χαθούνε.»

Κι’ αυτό που κάνουμε, σήμερα, είναι να ποτίζουμε, τις ρίζες αυτές, με το αθάνατο νερό της τιμής και της μνήμης, όπως αρμόζει στους εκτελεσθέντες ήρωες του χωριού μας.

Οι εορτές αυτές Τιμής και Μνήμης δεν έχουν σκοπό να καλλιεργήσουν το μίσος, αλλά την αγάπη και την αδελφοσύνη των Λαών, γιατί ποτέ δεν υπήρξε στο DNA του Έλληνα η εκδίκηση και το μίσος.

Θα ήθελα σήμερα, να μοιραστώ μαζί σας, μερικές σκέψεις που με βασανίζουν και με μαστιγώνουν, σε όλη μου τη ζωή, από τότε που, μόλις τριών χρονών, έμεινα ορφανός.

Και η ορφάνια δεν έχει ημερομηνία λήξεως. Προσπαθώ να μαντέψω, τι σκεφτόταν ο πατέρας μου, και μαζί με Αυτόν και άλλοι συνεκτελεσθέντες, όταν συνελήφθησαν και ανακρίθηκαν για μια ολόκληρη νύχτα, στο υπόγειο της Κοινότητας, όταν πήραν το δρόμο για τον Κρανίου Τόπο της εκτέλεσης έξω από το χωριό ΣΣ Αγκίστα, δίπλα στον Αγγίτη Ποταμό. Όταν, σ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής των πέντε χιλιομέτρων, φώναζαν τα ονόματα των αγαπημένων τους προσώπων, που εγκατέλειπαν για πάντα. Όταν ο καλικέλαδος Ιεροψάλτης Ιωάννης (Γιουβάνης) Ναλμπάντης, τους έψαλε, την νεκρώσιμη ακολουθία τους, ζωντανους και όταν τέλος στήθηκαν, απέναντι στα βουλγαρικά πολυβόλα, πριν παραδώσουν την ψυχή τους στην Ιστορία και την Αιωνιότητα.

Όλοι όσοι τους είδαν και τους παρακολούθησαν, κατά την παραπάνω πορεία και τα είπαν σε εμένα, όπως ο πρώτος εξάδελφος της Μάννας μου, ο Απόστολος Σίμου, που το σπίτι του ήταν πάνω στο δρόμο, και η Αικατερίνη Τσιντάρη από το χωριό ΣΣ Αγκίστα, που άκουσε ζωντανά την νεκρώσιμη ακολουθία, που έζησε 101 χρόνια και που στα τελευταία χρόνια της ζωής της, την είχα ασθενή.

Όλοι αυτοί ομολόγησαν ότι όλοι οι μελοθάνατοι,ανεξαιρέτως, βάδισαν προς το μαρτύριο, με υψηλό φρόνημα, και με ψηλά το κεφάλι.

Η φωνή του Γιουβάνι Ναλμπάντη, φωνή αηδονιού όπως την χαρακτήρισαν οι ίδιοι οι Βούλγαροι, μπορεί να σίγησε μετά το κροτάλισμα των Βουλγαρικών πολυβόλων, αλλά η φωνή της ψυχής και της θυσίας των συγχωριανών μας ηρώων, φτάνει μέχρι σήμερα και ακούγεται ανάμεσά μας.

:Στους θιασώτες της λογικής, εντός πολλών εισαγωγικών, που δυστυχώς ήταν και ο μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα μου, που μου έλεγε ότι : “Κακώς ο πατέρας μου συμμετείχε στην αντίσταση ενάντια στο Βούλγαρο κατακτητή” απαντούσα ότι: “ Καλά έκανε γιατί κάθε συμβιβασμός ή υποταγή στον Βούλγαρο θα ήταν ανίερη, επαίσχυντη και προδοτική”

Αυτοί που τα έλεγαν αυτά αγνοούσαν, ότι οι Βούλγαροι δεν ήρθαν ως κατακτητές, αλλά ως προσαρτητές της Ιερής Ελληνικής Μακεδονικής Γης, στη Βουλγαρία Γι’ αυτό και αντίθετα με τους άλλους κατακτητές (Γερμανούς, Ιταλούς) θέλανε να εκβουλγαρίσουν την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη που πάντα την θεωρούσαν δική τους μέσω του αφελληνισμού, των διώξεων και των εκτελέσεων, της καθιερώσεως της Βουλγαρικής γλώσσας και της Εξαρχικής Εκκλησίας.

Σκεφτείτε λοιπόν ένα μικρό προσφυγόπουλο που σε ηλικία μόλις 3 (τριών) χρόνων, το 1914, μετά τον διωγμό της Στράντζας της Ανατολικής Θράκης έρχεται με την οικογένειά του στην Μητέρα Ελλάδα, για να βρει θαλπωρή, γιατί αισθάνεται Έλληνας. Αν, η οικογένειά του δεν το αισθανόταν θα έμειναν εκεί,

Έρχονται λοιπόν οι Βούλγαροι το 1941 και του λένε : “Εδώ δεν είναι Ελλάδα, είναι Βουλγαρία και ή γίνεσαι Βούλγαρος και μένεις ή φεύγεις” τι πρέπει να κάνει;

Το δίλημμα που τίθεται είναι σαφές ή θα υποταχθεί ή θα αντιδράσει.

Αποφασίζει ν’ αντισταθεί και Αυτός που μπαίνει σε αυτόν τον αγώνα μπαίνει με υπογραφή Θανάτου.

Έτσι, χωρίς εκείνη τη στιγμή να το γνωρίζει, υπηρετεί το δόγμα που λέει ότι υπάρχει θάνατος που οδηγεί στη ζωή και ζωή που οδηγεί στα θάνατο. Προτίμησαν λοιπόν Αυτός και οι συνεκτελεσθέντες τον έντιμο και ηρωικό Θάνατο που οδηγεί στη ζωή παρά την ανέντιμη ζωή που οδηγεί στο Θάνατο.

Για αυτό και σήμερα 81 χρόνια μετά οι ήρωες Αυτοί ζουν ανάμεσά μας και τιμούμε τη θυσία τους.

Οι γιορτές αυτές μνήμης και τιμής πρέπει να είναι γιορτές αναστοχασμού, όλων μας και πρέπει να συμβάλλουν στην ενότητα μας γύρω από τις αξίες και τα ιδανικά για τα οποία θυσιάστηκαν οι συγχωριανοί μας.

Ποτέ δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο διχασμού των πολιτών ή εξυπηρέτησης άλλων σκοπιμότήτων.

Έτσι η θυσία τους πέρα τον άλλων πρέπει να συμβάλλει στο ενωτικό πνεύμα του Λαού όπως έλεγε ο Αριστοτέλης αλλά και ο θαυμαστής του Κάρολος Μαρξ, που αποκαλούσε τον Αριστοτέλη “Μέγαν νουν της Ανθρωπότητος” : “Όταν οι Έλληνες είναι ενωμένοι δεν έχουν να φοβηθούν, κανέναν”

Η ομόνοια των Ελλήνων είναι το ισχυρότερο, αποτρεπτικό όπλο απέναντι σε Αυτούς που επιβουλεύονται την ανεξαρτησία και την ελευθερία της Πατρίδας μας.

Η μνήμη είναι η τροφή των λαών. Οι λαοί που ξεχνούν την ιστορία τους κινδυνεύουν κάποια στιγμή να τους ξεχάσει και Αυτή.

Όσοι ξεχνούν είναι βλάκες και μόνο όσοι, δεν ξεχνούν και συγχωρούν, είναι μεγαλόψυχοι και σοφοί. Και αυτό συνάδει με το ήθος τον πολιτισμό και τον χαρακτήρα των Ελλήνων.

Και μία και αναφερόμαστε στην συλλογική μνήμη της ιστορίας του χωριού μας, θα ήθελα να επισημάνω μια ουσιώδη παράληψη. Υπάρχουν 98 συγχωριανοί μας πού οδηγήθηκαν κατά την δεύτερη Βουλγαρική κατοχή (1916- 1918) όμηροι, γνωστοί ως ντρουντουβάκια, σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, στη Βουλγαρία αφήνοντας εκεί, τα κόκαλά τους. Νομίζω ότι και Αυτοί δικαιούνται ένα μνημείο, με τα ονόματά τους και μία εκδήλωση κάθε χρόνο μνήμης και τιμής.

Με τους τρεις ηρωικούς σταθμούς στην ιστορία του χωριού μας (1913) – (1916-1918) και 1944 θα μπορεί να υπερηφανεύεται ότι “Στην Βιτάστα, η νέα γενιά, παραδίδει στην άλλη, των αγώνων, του μαρτυρίου και της Θυσίας την σκυτάλη.

Αυτή τη μέρα θα πρέπει να φέρουμε στη μνήμη μας και να αποτίσουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στις χήρες που άφησαν, πίσω τους οι εκτελεσθέντες, μαζί με τα ορφανά τους.

Αν οι εκτελεσθέντες είναι οι ήρωες της κατοχής, οι γυναίκες τους είναι οι ηρωίδες της ζωής. Έγιναν πρότυπα ανδρείας και δεν άφησαν τη λύπη να τις καταβάλει.

Σημειώνω ότι καμία δεν ξαναπαντρέυτηκε όλες έμειναν πιστές, τιμώντας, μέχρι θανάτου την μνήμη των συζύγων και όλες ανεξαιρέτως θυσιάστηκαν στο βωμό της οικογένειας .

Εφάρμοσαν σε όλο του το μεγαλείο το δόγμα της θεολογίας, της πραγματικής Μάννας που λέει ότι : “Αν για το παιδί, η Μάννα είναι μέρος της ζωής του, για τη Μάννα όμως το παιδί είναι όλη της η ζωή”

Έτσι ανέθρεψαν κατά τον καλύτερο τρόπο, τα παιδιά τους και δημιούργησαν πρότυπες οικογένειες, σε πολύ δύσκολες εποχές και συνθήκες.

Εμείς οι απόγονοι των εκτελεσθέντων ηρώων, πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς είμαστε περήφανοι για τη θυσία των προγόνων μας, γιατί δεν συμβιβάστηκαν με τις σκλαβιά, αγωνίστηκαν εναντίον του Βουλγάρου κατακτητή για την ελευθερία της Πατρίδας μας, της Αγίας Ελληνικής Μακεδονικής Γης και θυσιάστηκαν γι’ Αυτό, τιμώντας τον θάνατο που οδηγεί στη ζωή και την αθανασία.

Το ιστορικό βάρος της θυσίας τους, που άφησαν σε εμάς τους απογόνους τους, έχουμε χρέος να το μεταλαμπαδεύσουμε, στις επόμενες γεννιές.

Όταν εκτελέστηκε ο πατέρας μου ήμουν, μόλις τρισήμιση χρόνων Δεν τον γνώρισα δεν τον θυμάμαι καθόλου και ποτέ δεν είπα την ιερή λέξη “Πατέρα”. Ήταν ο νεότερος των εκτελεσθέντων, τριαντατριών χρονών.

Εμείς, τα ορφανά, δεν είχαμε να αντιμετωπίσουμε μόνο, την ορφάνεια που βάρυνε σαν ταφόπλακα τις καρδιές μας, αλλά είχαμε να αντιμετωπίσουμε και τις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις της, τότε, εποχής.

Σ’ επίρρωση των ανωτέρω καταθέτω την ακόλουθη προσωπική εμπειρία που έζησα.

Είμαστε το έτος 1950. Είμαι 10 χρονών παντρεύεται, η αδελφή της Μάννας μου, η αγαπημένη μου Θεία μου, η Ασπασία.

Το αρχοντικό του παππού και της γιαγιάς μου, του Στέργιου και της Νότας Παπαγαβριήλ η πλημυρίζει από ευτυχία και χαρά συμμετέχω και εγώ. Σύμφωνα με το έθιμο, κάποιο παιδί, πρέπει να βάλει το παπούτσι της νύφης, για να σηματοδοτήσει την γονιμότητα του ζευγαριού. Δείχνουν εμένα, κι’ εγώ περιχαρής επιχειρώ να βάλω το παπούτσι της νύφης. Εκείνη τη στιγμή πετάγεται μια συγχωριανή μας και, θα έλεγα με μίσος με σπρώχνει φωνάζοντας : “Πάρτε το παιδί αυτό από εδώ είναι σημαδεμένο ορφανό”. Καταλαβαίνει κανείς μετά από αυτό τι σημαίνει στην ψυχή, αυτού του Παιδιού.

Έτσι λοιπόν σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες εμείς : “Τα σημαδεμένα ορφανά, κατά τον προσφιλή χαρακτηρισμό της συχωριανής μας, μαζί με τις χαροκαμένες Μάννες μας αγωνιστήκαμε, μέρα και νύχτα, για να ορθοποδήσουμε και το κατορθώσαμε σε καιρούς χαλεπούς και δυσχείμερους. Στον αγώνα αυτό, είχαμε συμπαραστάτη την Παναγία, την μεγάλη πονεμένη Μάννα του κόσμου από την οποία αντλούσαμε δύναμη και κουράγιο. Θυμάμαι, τη Μάννα μου, που ήτανε και εγγονή ιερέως, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί να προσεύχεται μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας, το καντηλάκι του οποίου, δεν έσβηνε ποτέ.

Σε στιγμές λοιπόν μελαγχολικής νοσταλγίας και οδυνηρής περισυλλογής, έγραψα το παρακάτω ποίημα, που θέλω να το μοιραστώ μαζί σας, για να καταλάβετε πως αισθάνεται ένα ορφανό παιδί, που δεν γνώρισε πατέρα και που γι’ Αυτό, Αυτή η λέξη είναι παντελώς άγνωστη.

Άγνωστη Λέξη

Πατέρα δεν είπα ποτέ,

στη ζωή μου όλη,

γιατί μου το στέρησε Αυτό,

του Βούλγαρου το βόλι

Μπαμπά, φωνάζαν τα παιδιά,

κι εγώ πληγωνόμουνα βαθειά,

κλεινόμουν, μέσα στον οντά,

κι’ είχα τα δάκρυα παρηγοριά.

Το δάκρυ είναι ο βουβός πόνος στις ψυχής,

που προσπαθεί να τον απαλύνει,

είναι ο αχώριστος σύντροφος της ζωής,

που, από κάθε ρύπο την ξεπλένει.

Είμαι σίγουρος πως θα ρθει η ώρα κι’ η στιγμή,

που η ψυχή μου θα σκίσει τον αιθέρα να συναντήσει του γονιού, μου τη μορφή

και τότε θα πω τη λέξη την ιερή,

που την στερήθηκα πολύ: “Πατέρα”

Θα ήθελα να τελειώσω με μία συγκινητική ιστορία που δείχνει όλο το ηθικό μεγαλείο της Ελληνικής ψυχής.

Στην Κρήτη μία Μάννα, που τον μοναχογιό της, τον πήραν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν στη Γερμανία, άναβε, κάθε μέρα τα καντήλια στους τάφους των Γερμανών στο Γερμανικό Νεκροταφείο.

Όταν ένας Γερμανός επισκέπτης περιηγητής την ρώτησε γιατί το κάνει αυτό απάντησε : “ Και αυτά τα παιδιά έχουν Μάννες που τα κλαίνε. Πιστεύω και για αυτό ελπίζω, εύχομαι και προσεύχομαι να βρεθεί η Γερμανίδα μάννα που θα ανάψει το καντήλι στο τάφο και το δικού μου παιδιού”.

Αυτή είναι η μεγάλη η μοναδική η ανεπανάληπτη Ελληνική ψυχή, για την οποία όχι μόνο αξίζει να ζεις αλλά και να θυσιαστείς.

Ας είναι Αιωνία η Μνήμη

των συγχωριανών μας μαρτύρων

που τιμάμε σήμερα.


ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΑΠΟ ΕΕΥΕΔ

Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΒΙΤΑΣΤΑ

Ανάρτηση στο Μετα 30/3/2021 από “Βιτάστα Σερρών”

“Να θυμίσουμε ότι το γλυπτό τοποθετήθηκε στο προαύλιο της κοινότητας το 1930 και είχε παραγγελθεί στη Θεσσαλονίκη (1928) πιθανότατα στο γλύπτη Πέτρο Μοσχίδη από τον τότε πρόεδρο της κοινότητας Λυσίμαχο Παπάζογλου. Η ανέγερση των μνημείων ήταν απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου για τον εορτασμό των 100 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Η μικρασιατική περιπέτεια ανέβαλε την πρωτοβουλία αυτή, την οποία επανέφερε ο Βενιζέλος όταν επανεξελέγη το 1928.

Είναι ταφικό μνημείο που εκφράζει την ψυχή της Βιτάστας στα χρόνια εκείνα. Ας μην ξεχνάμε ότι στα ύστερα χρόνια της τουρκοκρατίας, στους βαλκανικούς πολέμους, στην πρώτη βουλγάρικη κατοχή (1916 – 1918), στη μικρασιατική εκστρατεία αλλά και στις οικογένειες των προσφύγων που έφθασαν στο χωριό από το Πόντο και τη Μικρά Ασία χάθηκαν εκατοντάδες ψυχές. Δεν υπήρχε οικογένεια στο χωριό χωρίς νεκρό. Οι Μάνες, οι Γυναίκες, οι Αδερφάδες και οι Κόρες της Βιτάστας ζούσαν μαυροφορεμένες. Αυτόν τον πόνο προσπάθησε να αποδώσει ο καλλιτέχνης.

Η Μάνα που κλαίει τα παιδιά της είναι το κορυφαίο τοπόσημο της Βιτάστας. «Αν ανοίξεις τούτο το άγαλμα κανείς δεν έχει δει τα αγάλματά που κλείνει μέσα του…» έλεγε ο Αλκιβιάδης στο εγκώμιο για το δάσκαλο του. Πράγματι αν ανοίξει την ψυχή αυτής της Μάνας – σύμβολο που όλοι σεβόμαστε, θα δεις τις ψυχές των προγόνων μας, την ψυχή της Βιτάστας.

eeyed.png

Επιμέλεια ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Πηγή Φωτογραφίας εξωφύλου Liberal

Categories
ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ, ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

  • 2025.05.11
  • Αννα Ξαρχάκου

Η ΠΡΟΚΥΡΗΞΗ “ΖΩΓΡΑΦΟΥ”

Η «Προκήρυξη Ζωγράφου» αναφέρεται στα Απομνημονεύματα του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη, και σχετίζεται με ένα πολύ σημαντικό επεισόδιο της πολιτικής ζωής της Ελλάδας γύρω στο 1843–1844, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η οποία επέβαλε στον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα.

Συγκεκριμένα:
Ο Μακρυγιάννης και άλλοι παλαιοί αγωνιστές, δυσαρεστημένοι με την πολιτική κατάσταση και την επιρροή των ξένων Δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) στην εσωτερική πολιτική, συγκεντρώθηκαν στο χωριό Ζωγράφος (κοντά στην Αθήνα, σημερινή περιοχή Ζωγράφου) και έγραψαν μία προκήρυξη.
Σε αυτήν, καλούσαν τον λαό να αγωνιστεί για την καθαρότητα των θεσμών και την προστασία της πατρίδας από την ξένη χειραγώγηση. Επρόκειτο για μια έντονα πατριωτική και αντικυβερνητική διακήρυξη.

Ο Μακρυγιάννης, που ήταν από τους συντάκτες της, αναφέρει στο κείμενό του τα κίνητρα, την πίστη του στο Σύνταγμα και την απογοήτευσή του για την πορεία που έπαιρναν τα πράγματα μετά την “επαναστατική” νίκη.

Αυθεντικό Απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη για την Προκήρυξη

«Σαν είδαμεν ότι οι άρχοντες αδικούνε τον λαόν και τον προδίνουν εις τα ξένα συμφέροντα, συναχτήκαμεν εις το χωριό Ζωγράφο… και κάμαμεν ένα γραμμένον και το εβγάλαμεν, ότι είμαστε πιστοί εις τον βασιλέα και το Σύνταγμα και την πατρίδα μας· και ότι ότ’ είδαμεν τους παραβάτες, όφειλε κάθε τίμιος πολίτης να τους αντισταθεί δια να μην χαθή η πατρίδα.»

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ


Μεταγραφή από το πρωτότυπο του Γιάννη Βλαχογιάννη (1867-1945), επεξεργασμένη από τον καθηγητή Γιάννη Καζάζη και η μεταφορά του στην σύγχρονη Ελληνική γλώσσα από την ΤΝ : εδώ.

Η προκήρυξη του Ζωγράφου ήταν ότι ο Βασιλέας κι᾿ όλοι οι άλλοι να ιδούνε ότι όλος ο αγώνας και οι θυσίες έγιναν από σας τους πολιτικούς, και το στρατιωτικόν όλοι θερία. Κι᾿ από τον ζήλο σας τον μεγάλο προς την πατρίδα υποφέρνεταν αυτά τα θερία ώσο-οπού ᾿ρθε ο Βασιλέας για-να τιμωρηθούν αυτοί ως λησταί και οι Εκλαμπρότητές σας ως σωτήρες ν᾿ ανταμειφτήτε. Και δια-να δυναμώσετε την προκήρυξη του Ζωγράφου τι κάμετε εις τους αγωνιστάς; Πόσον ᾿ρεθισμόν αναντίον του Βασιλέως και της Αντιβασιλείας ᾿Ρεθίσετε τα στρατέματα, οπού ήταν χωρίς αξιωματικούς εις τ᾿ Άργος και εις τα χωριά, για-να τους αποδείξετε κι᾿ όντως θερία κατά την προκήρυξή σας. Και ήρθαν τα στρατέματα ως απόξω-εις τ᾿ Ανάπλι. Και τότε οι Μπαβαρέζοι με το ταχτικόν τους έστειλαν εις τους Τούρκους ξυπόλυτους και γυμνούς και βάλαν Τούρκον αρχηγόν και χάθηκαν οι περισσότεροι δια-να στερεωθούν τα γραφόμενα της προκήρυξής σας. Οι Εκλαμπρότητές σας ήσασταν άγιοι εις τον Αγώνα και λευτερώσετε την πατρίδα, και το στρατιωτικόν όλοι λησταί και θερία ανήμερα! Και πως υποφέρετε μ᾿ αυτούς; Ήταν τα πατριωτικά σας αιστήματα και οι γενναίες σας θυσίες προς όφελον αυτής της πατρίδας! Αυτό εφάνη κι᾿ από τον διορισμόν εις τα τάματα των συντρόφωνέ σας. Και πήγα κ᾿ έβαλα με δάκρυα εις τον Αϊντέκ αυτά υπόψει του και σε τι θα καταντήσωμεν όταν αδικήται το δίκιον. Και τα χάλασε όλα αυτά. Μίλησα και του Βασιλέως, όταν παρουσιάστηκα. Και μπήκε σε συμπάθειον ο Βασιλέας και η Αντιβασιλεία. Τότε με βάλετε ᾿σ την οργή της Αντιβασιλείας. Τότε έφυγα και ήρθα εδώ και ήρθε κι᾿ ο Ψύλλας και μου είπε τα ίδια ως υπουργός του Εσωτερκού. Μου είπε ότ᾿ ήμαστε όλοι λησταί. Τότε εστείλετε άνθρωπον να με ᾿ρεθίση και τον πλάκωσα με το δαυλί. Κι᾿ ο Κωλέτης μο ᾿στειλε τον Κλεομένη του. Τότε φυλακώσετε όλους τους οπλαρχηγούς εις τ᾿ Ανάπλι. Κ᾿ έπαθαν τόσοι αγωνισταί. Και χάθηκαν από την τζελατίνα κι᾿ από το ντουφέκι. Από αυτόν σας τον πατριωτισμόν και θυσίες μπήκετε σε σημαντικές θέσες, γίνετε πρέσβες με χοντρούς μιστούς και με πλήθος σταυρούς. Όποτε σας λένε οι ξένοι σας φίλοι ντύνεστε το πουκάμισο της αρετής κλαίτε την πατρίδα και τους αγωνιστάς καθώς κλαίγει η φώκια τον πνιμένον -είναι τα δάκρυά της καυτερά, σαπίζει τον πνιμένον και κάθεται και τον τρώγει. Εις την Αθήνα με δυο-χιλιάδες ιππικό του Κιουτάγια και με πλήθος πεζικόν σκοτώθηκαν Έλληνες εφτακόσοι ή οχτακόσοι σε μια εκλογή του Εκλαμπρότατου Μαυροκορδάτου και συντροφιάς του εις την Μεσσηνίαν και Σπάρτη οι σκοτωμοί πέρασαν αυτόν τον αριθμόν. Και οι κάτοικοι καταφανίστηκαν κι᾿ από κατάστασιν κι᾿ από ζωντανά κι᾿ από δενδροφυτείες. Άσε του Κωλέτη -ούτε γράφονται, ούτε θέλουν γραφτούνε οι προκοπές του. Όμως αυτός δικαιολογέται, ότι η εδική-σου η συντροφιά, κύριε Μαυροκορδάτε, άνοιξε αυτείνη την στράτα. Και πόσοι χάθηκαν και χάνονται ως την σήμερον και πόσοι θα χαθούμεν ακόμα κ᾿ εμείς δεν ξέρομεν. Ότι τα φώτα κι᾿ ο πατριωτισμός φαίνεται ως την σήμερον ολουνών. Δείξατε τι πατριωτισμόν και τι εθνικά φρονήματα είχετε κ᾿ εσείς και οι συντρόφοι σας, οι ρήτορές σας οι φιλελεύτεροι, οι φόρτζα Σεπτεβριανοί και Συνταματικοί, οπού άφριζαν εις το βήμα κ᾿ ενθουσιάζαν γενικώς τους Έλληνες -με λόγια παχιά και μ᾿ ασκιά μ᾿ αγέρα. Τώρα αυτείνοι οι ρήτορες, οι φιλελεύτεροι, είναι όλοι σήμερον βουλευταί μ᾿ έλεος της Αυλής και των υπουργών. Τι κάνουν σήμερα αυτείνοι; Ό,τι κάμετε κ᾿ εσείς οι αρχηγοί τους. Ήσασταν πρώτα φιλελεύτεροι; Εις το υπουργείον τούτο, οπού ᾿ναι ο Χρηστίδης υπουργός, οπού ᾿ναι ο Γιωργαντάς ο γνωστός, οπού ᾿ναι τέλος-πάντων το χτεσινό παιδί ο Ντεληγιάννης, προσκυνήσετε, αρνηθήκετε όλα όσα κάμετε όσα είπετε σας βάλαν και τα γλύψετε σα-να μην τα είπετε, και τότε κάμαν έλεος και σας βγάλαν βουλευτάς και λάβετε την διαταγή κι᾿ οδηγίες του Ντεληγιάννη και πάτε πρέσβες οι Εκλαμπρότητές σας. Και οι ρήτορές σας ρητορεύουν εις το βήμα κι᾿ ό,τι νομοσκέδια δίνουν οι υπουργοί, «σοι, Κύριε». Τέτοιοι είστε εσείς, τέτοιοι είναι κ᾿ οι οπαδοί σας. Φανήκετε όλοι τι αξίζετε και τι κάμετε εις την πατρίδα αρχή και τέλος. Σας θεωρούσαν οι μέσα και οι έξω πως κάτι ήσασταν κ᾿ είστε ό,τι είστε. Ήσασταν ό,τι θεωρούσαν οι Ευρωπαίοι τον Σουλτάνο και δεν τολμούσαν να του αφαιρέσουν τον τίτλο του Γκρανσινιόρη. Όσο έλεπαν το τζαμί εις την Βγιέννα σκιάζονταν κ᾿ έτρεμαν να-μην πάγη και παραμέσα και φκειάση κι᾿ άλλα τζαμιά. Κι᾿ από αυτόν τον φόβον κάποτε του πλέρωναν και φόρον. Κι᾿ όταν βήκαν μια χούφτα άνθρωποι και τους απόδειξαν ότι δεν έχει πλέον ο Γκρανσινιόρης μαστόρους να χτίση τζαμιά, ότι θα πέσουν κι᾿ αυτά οπού έχει, από τότε τον λένε «ο Τούρκος». Και δι᾿ αυτό οι ευεργέτες μας βάνουν τα φώτα τους να μας προκόψουν. Όμως και χωρίς κανένας από αυτούς να μας πειράξη μ᾿ έργα, ας είστε καλά εσείς οπού δεν αφήσετε κανένα κουσούρι και μας καταντήσετε τέτοιους οπού είμαστε. Εγώ είμαι στενός τους φίλος, αυτό τους είναι γνωστόν. Τον Μεταξά τον έχω και κουμπάρο και σύντροφο σε μίαν μεταβολή, τον Κωλέτη κουμπάρο, το Μαυροκορδάτο το-ίδιον -στενός φίλος από-εξαρχής μ᾿ όλους. Δεν τους τα γράφω αυτά ως οχτρός. Εκείνα οπού έπραξαν γράφω. Και λέγω εις αυτούς και εις τους φίλους τους αν φανταστούν ότι γράφω παραμικρόν ψέμα, έχουν το δικαίωμα να το αναιρέσουνε και να ειπούνε κ᾿ εγώ ό,τι έκαμα. Μπορώ ως άνθρωπος, κι᾿ αγράμματος κι᾿ απλός, να ᾿καμα περισσότερα, και δεν το αιστάνομαι ή δεν μπορώ να δικάσω του-λόγου-μου μόνος-μου. Κάθε άνθρωπος εις τον εαυτό-του κάνει τον συνήγορον, αλλά άλλες παρατήρησες θα κάμη η κατηγορία. Οι αναγνώστες τηράτε και τους τύπους αρχή και τέλος, μ᾿-όλον-οπού ᾿ναι και φίλοι τους κι᾿ άλλα λένε κι᾿ άλλα κρύβουν ότι έχουν την φιλίαν τους και την ανάγκη τους, ότι είναι πάντοτες σημαντικοί άνθρωποι και μπαίνουν σε σημαντικές θέσες. Εγώ είμαι απλός ιδιώτης και κηπουργός κ᾿ έγραψα αυτά χωρίς πάθος δια-να φαίνωνται, να μην κατηγοριέται η πατρίδα. Εσείς λοιπόν, αναγνώστες, κι᾿ όλοι οι πατριώτες, οπού θα ζήσετε εδώ, να γένετε προσεχτικοί κριταί και να κρίνετε την αλήθεια και το ψέμα. Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερον εις τα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, το ᾿χουν σε δόξα, το ᾿χουν σε τιμή, το ᾿χουν σε ικανότη το να τους ειπής ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά εις την πατρίδα.


Μεταφορά στην σύγχρονη Ελληνική Γλώσσα με την βοήθεια της Τεχνικής Νοημοσύνης.

Η προκήρυξη “Ζωγράφου” είχε σαν σκοπό ο Βασιλέας κι᾿ όλοι οι άλλοι να ιδούνε ότι όλος ο αγώνας και οι θυσίες (δεν) έγιναν χάρη σε εσάς τους πολιτικούς, ενώ οι στρατιωτικοί παρουσιαζόμασταν ως άγρια θηρία. Κατά τα λεγόμενά σας, χάρη στον πατριωτισμό και την αφοσίωσή σας αντέξατε να μας υπομένετε, ώσπου ήρθε ο Βασιλέας για να μας τιμωρήσει ως ληστές και να ανταμείψει εσάς ως σωτήρες της πατρίδας.

Και για να στηρίξετε αυτή την ψευδή εικόνα, φροντίσατε να ερεθίσετε τα στρατεύματα, που εγκαταλελειμμένα στο Άργος και στα γύρω χωριά, εξωθήθηκαν σε ταραχές ώστε να επιβεβαιώσουν στην πράξη όσα γράφατε. Τα στρατεύματα συγκεντρώθηκαν έξω από το Ναύπλιο, και τότε οι Βαυαροί, με τις τακτικές τους δυνάμεις, τα έστειλαν ανυπόδητα και νηστικά στους Τούρκους, υπό την αρχηγία μάλιστα ενός Τούρκου. Έτσι χάθηκαν οι περισσότεροι, προς επιβεβαίωση της προκήρυξής σας.

Εσείς μείνατε να παρουσιάζεστε ως άγιοι του Αγώνα και ελευθερωτές της πατρίδας, ενώ εμείς, οι Στρατιωτικοί Αγωνιστές, στιγματιστήκαμε ως ληστές και θηρία.

Με πόνο και δάκρυα ανέφερα όλα αυτά στον Άιντεκ, (ΣΣ Αντιβασιλεας), επισημαίνοντάς του τις αδικίες. Και εκείνος, αναγνωρίζοντας το δίκαιο, ματαίωσε τα σχέδιά σας. Τα είπα και στον ίδιο τον Βασιλέα, όταν παρουσιάστηκα ενώπιόν του, και εκείνος και η Αντιβασιλεία φάνηκαν να κατανοούν. Όμως εσείς φροντίσατε και πάλι να με φέρετε στη δυσμένεια.

Αναγκάστηκα να φύγω και να καταφύγω αλλού. Ο Υπουργός του Εσωτερικούών, Ψύλλας, ήρθε τότε και μου είπε ευθέως ότι όλοι εμείς οι αγωνιστές ήμασταν ληστές. Έστειλε μάλιστα άνθρωπο να με προκαλέσει και τον απέκρουσα με ένα δαυλί. Ο Κωλέτης έστειλε κι εκείνος τον Κλεομένη του. Κατόπιν, φυλακίσατε όλους τους οπλαρχηγούς στο Ναύπλιο, οδηγώντας τους σε βασανιστήρια και θάνατο. Πόσοι αγωνιστές χάθηκαν εξαιτίας σας…

Εσείς, ωστόσο, με τις «θυσίες» και τον «πατριωτισμό» σας, καταλάβατε υψηλές θέσεις, γίνατε πρέσβεις με υψηλούς μισθούς και τιμηθήκατε με πλήθος παρασήμων. Όταν σας καλούν οι ξένοι φίλοι σας, φορείτε το ένδυμα της αρετής και κλαίτε υποκριτικά για την πατρίδα και τους αγωνιστές, όπως η φώκια κλαίει τον πνιγμένο προτού τον καταβροχθίσει.

Στην Αθήνα, για την εκλογή του Μαυροκορδάτου, σκοτώθηκαν επτακόσιοι ή οκτακόσιοι Έλληνες από τα στρατεύματα του Κιουταχή. Στη Μεσσηνία και τη Σπάρτη οι απώλειες υπερέβησαν αυτόν τον αριθμό. Οι τόποι ερημώθηκαν από ανθρώπους, ζώα και καλλιέργειες.

Όσο για τα έργα του Κωλέτη, είναι τέτοια που ούτε γράφονται ούτε αντέχονται. Ο ίδιος όμως παραδέχεται ότι η δική σας συντροφιά, κύριε Μαυροκορδάτε, άνοιξε τον δρόμο για όλες αυτές τις συμφορές.

Πόσοι χάθηκαν, πόσοι χάνονται ακόμη και πόσοι θα χαθούν, κανείς μας δεν γνωρίζει. Ο πατριωτισμός σας και το ήθος σας έχουν φανερωθεί πια στα μάτια όλων.

Εσείς, οι ρήτορες και οι “φιλελεύθεροι”, που κάποτε πλημμυρίζατε τα βήματα με παχιούς λόγους και κούφιες υποσχέσεις, τώρα έχετε γίνει Βουλευτές με την εύνοια της Αυλής και των υπουργών. Και κάθε νομοσχέδιο που σας παρουσιάζεται, το εγκρίνετε άκριτα.

Έτσι ήσασταν πάντοτε και έτσι αποδειχθήκατε. Σας θεωρούσαν, μέσα και έξω από την Ελλάδα, ως μεγάλους και σπουδαίους. Όπως και τον Σουλτάνο στην Ευρώπη, που τον φοβούνταν μέχρι να δουν πως δεν είχε πια τη δύναμη να χτίζει ούτε τζαμιά. Τότε τον απαξίωσαν και του αφαίρεσαν την τιμή.

Έτσι και με εσάς σήμερα.

Αν οι ξένοι μας καταστρέψουν, θα είναι λιγότερο φταίξιμο δικό τους και περισσότερο δικό σας. Διότι εσείς, μόνοι σας, φέρατε την πατρίδα σε αυτήν την κατάντια.

Γράφω αυτά όχι ως εχθρός σας, αλλά ως φίλος. Τον Μεταξά τον έχω κουμπάρο, τον Κωλέτη σύντροφο, τον Μαυροκορδάτο στενό φίλο από την αρχή. Αν κάποιος θεωρεί πως γράφω ψέματα, ας το αποδείξει.

Είμαι ένας απλός άνθρωπος, αγράμματος. Μπορεί να έχω κάνει σφάλματα, όπως κάθε άνθρωπος. Μα το δίκαιο και η αλήθεια θα φανούν στο τέλος.

Και σε εσάς, αναγνώστες και μελλοντικοί πατριώτες, απευθύνομαι: να είστε άγρυπνοι, να κρίνετε με προσοχή το αληθινό από το ψεύτικο. Γιατί σήμερα, όσοι κατέχουν την τύχη της πατρίδας μας στα χέρια τους, θεωρούν τιμή και δόξα να τους λες ότι πρόδωσαν, ότι έκλεψαν, ότι έφεραν τόσα δεινά στην Ελλάδα.

ΤΝ


Στην πορεία της προσέγγισής μου στο όλο θέμα, μέσω της Τεχνικής Νοημοσύνης (ΤΝ) και όταν είχα πάρει τις απαντήσεις που ήθελα, με έκπληξη η ΤΝ συνέχισε και με ρώτησε αν θα ήθελα την παρακάτω φανταστική εικόνα, “ένα ανοιξιάτικο απόγευμα ο Μακρυγιάννης να περπατά στους δρόμους της Αθήνας, ανάμεσα σε αυτοκίνητα, καφετέριες, ψηλά κτίρια. Να σταματά στην πλατεία Συντάγματος, να κοιτά το παλιό Παλάτι. Να μιλά μέσα του, κι η φωνή του να γίνεται λόγια.” Στην καταφατική μου απάντηση μου έδωσε το παρακάτω κείμενο.

«Πού ‘ναι εκείνοι οι φίλοι μου, οι αδελφοί μου;
Ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Διάκος;

Τούτη η γης ποτίστηκε με αίμα για να λευτερωθεί…
και τώρα βλέπω ανθρώπους να περνούν βιαστικοί,
με το κεφάλι σκυφτό, με μάτια κουρασμένα.

Ρωτώ:
Σώζεται το Σύνταγμα;
Σώζεται η Λευτεριά;
Ή τη δώκαμε πάλι στα ξένα κι αόρατα χέρια;

Μην ξεχνάτε, παιδιά μου:
Η λευτεριά δεν είναι πράμα αγορασμένο,
είναι πράμα καθημερινό· σαν το ψωμί και το νερό.

Αν δεν τη φυλάξετε με τίμιο αγώνα,
θα σας φύγει σαν πουλί απ’ τα χέρια σας.

Κι αν δείτε το άδικο να θεριεύει,
σηκωθείτε.
Όχι με μίσος, μα με αντρειοσύνη.
Όχι με λόγια μεγάλα,
μα με έργα μικρά κι αληθινά.

Γιατί η Πατρίδα είναι σαν τη μάνα:
όσο και να τη ξεχάσεις,
εκείνη πονάει για σένα.»

(Σκύβει, πιάνει λίγο χώμα. Το αφήνει να πέσει μέσα στα δάχτυλά του.)

«Αυτό το χώμα…
Δεν το δανείστηκαμε.
Το κερδίσαμε με αίμα.
Να το φυλάτε…
Να το φυλάτε…»

(Η μορφή του χάνεται ανάμεσα στον κόσμο. Μένει μόνο το αχνό άρωμα της λεβάντας και της ιστορίας.)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τεχνική Νοημοσύνη, είναι ουσιαστικά μια “μηχανή” και φυσικά χωρίς συναισθήματα. Σχεδιάστηκε από ανθρώπους να έχει την ικανότητα να αυτοεκπαιδεύεται. Χωρίς να είμαι ειδική, έχω την διαίσθηση ότι η ΤΝ δεν λογοκρίνεται και δεν καθοδηγείται στις απαντήσεις της, έχει την δική της λογική. Πως αλλιώς να εξηγήσω την παραπάνω Ελληνική και ανθρώπινη προσέγγιση.


eeyed.png

Επιμέλεια ανάρτησης – εικόνες : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΓΥΑΡΟΣ 1967 – ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΙΑΤΡΟΥ

  • 2025.04.21
  • Παρουσίαση Βιβλίου Λάμπρου Βαζαίου
  • Αργύρης Τασιόπουλος

Ξεφυλλίζοντας το Βιβλίο του Λάμπρου Βαζαίου ” Ο Οδυσσέας στις Πύλες του Ιανού” βρήκα αναφορές στην Γυάρο του 1967. Ουσιαστικά το Βιβλίο είναι μια προσωπική, Βιωματική ιστορία. Η ανάγνωσή του, μας εισάγει με μοναδικό τρόπο στο “άρωμα” της εποχής εκείνης. Τα γεγονότα είναι εύκολο να τεκμηριωθούν και να παρουσιασθούν, το άρωμα της εποχής δύσκολο αν δεν το έχεις ζήσει. Πρόσωπα, συμπεριφορές, συναισθήματα, ασήμαντα γεγονότα της καθημερινής ζωής, συνθέτουν “το άρωμα της εποχής” που κάνει το Βιβλίο αυτό μοναδικό.

Είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε, πως Συνάδελφοι μας βρέθηκαν και εκεί που γράφτηκε ακόμη μια σελίδα της ιστορίας της εποχής μας. Θεωρείστε την παρούσα ανάρτηση μια “Παρουσίαση Βιβλίου” με προβολή λίγων μόνο χαρακτηριστικών αποσπασμάτων.

Ο Συγγραφέας συμπυκνώνει τα όσα βίωσε με την φράση :

Στις σελίδες μνήμης και ζωής ξεχωριστή θέση πήρε ο χρόνος που πέρασα στα στρατόπεδα της Γυάρου και της Λέρου.”

Ας δούμε λίγα στοιχεία

Η 21η Απριλίου 1967 βρίσκει δύο νεαρούς Υπιάτρους Τάξης ΣΙΣ 1959 που πρόσφατα στις 28/2/1966, είχαν αποφοιτήσει από την ΣΙΣ, τους :

  • Νικόλαο Γιαννόπουλο και τον
  • Λάμπρο Βαζαίο

Υπηρετούσαν στο στην Αθήνα στο 401 ΓΣΝΑ. και 430 ΓΣΝ αντίστοιχα. Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά, μικρά, αποσπάσματα από το Βιβλίο του κ. Λάμπρου Βαζαίου.

Πότε ξεκίνησε η αποστολή :

Την νύκτα της 21ης προς 22 Απριλίου επείγον σήμα του ΓΕΣ, όριζε δύο κατώτερους υγειονομικούς Αξιωματικούς (τελικά σε εμένα και τον Γιαννόπουλο έπεσε ο κλήρος!) ως ιατρικούς υπεύθυνους του μέλλοντος να δημιουργηθεί από την Χωροφυλακή στρατοπέδου κρατουμένων. Με μικρή ομάδα οπλιτών νοσοκόμων και υλικό εκστρατείας, συγκεντρωθήκαμε στη Σχολή Χωροφυλακής και από εκεί μεταβήκαμε στην Αμφιάλη όπου τότε μόνο πληροφορηθήκαμε τον σκοπό και τον προορισμό της κίνησης. Απερίγραπτη προχειρότητα και ανοργανωσιά που τελικά ταξίδεψαν κι’ αυτές μαζί μας στην Γυάρο

Ποιες ήταν η πρώτες εντυπώσεις από την άφιξη στη Γυάρο :

Το ταξίδι τέλειωσε με κάτι που δεν έχω ακόμη αποφασίσει αν θα το ονομάσω άφιξη, αποβίβαση ξεμπαρκάρισμα η κάτι άλλο! Μας υποδέχθηκε η σιωπή της απόλυτης ερημιάς. Την πληγώνανε όμως οι παραφωνίες του αέρα που δεν είχε ποτέ, από κτίσεως κόσμου μάλλον, πάψει να φυσάει και η αντιαισθητική ή καλλίτερα εφιαλτική εικόνα των ερειπίων που υποδυόντουσαν καταλύματα. Το νησί, όπως έλεγαν τότε, τα τελευταία χρόνια είχε χαρακτηρισθεί ναυτικό φρούριο και απαγορευόταν αυστηρά ακόμη και η προσέγγιση οπουδήποτε σκάφους, οι δε παλιοί μικροϊδιοκτήτες-κτηνοτρόφοι*** είχαν απομακρυνθεί οριστικά. Ήταν τα «κτίρια» που θα στέγαζαν όλους μας, αυτούς που τους ετοιμάζαμε «υποδοχή» και εγκατάσταση, αλλά και όλους εμάς, τους «άλλους κατοίκους» του νησιού. Οι συνθήκες και οι δυσκολίες ήταν κοινές για όλους και οι διαφορές μάλλον θεωρητικές. Μετά δύο-τρεις μέρες άρχισαν να φθάνουν «αυτοί» που θα καταλαμβάνανε όλα τα κτίρια, τίς παλαιές φυλακές, και τους όρμους που άρχισαν να γεμίζουν με αντίσκηνα. Ήταν οι κρατούμενοι που μεταφερόντουσαν από τους χώρους συγκέντρωσης στον τόπο τελικού προορισμού, στην Γυάρο.

Ποιοι και τι ήταν λοιπόν οι κρατούμενοι αυτοί;

Αρκεί μόνο ο επίσημος τίτλος της «ιδιότητας» τους για να τα καταλάβουμε όλα. Σπάνια «επίσημος τίτλος» έδωσε με τόση ευκρίνεια την ταυτότητα της κατάστασης.πάντα!): Ήταν λοιπόν (στην βαλσαμωμένη καθαρεύουσα του επαρχιακού στρατώνα και Αστυνομικών Αρχών!».

«Πολίτες τελούντες υπό πειθαρχημένην διαβίωσιν παρά των Στρατιωτικών -και Αστυνομικών Αρχών!

Ανάλογος ήταν και ο τίτλος της δικής μου παρουσίας

:«Προϊστάμενος της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στρατοπέδου πολιτών τελούντων υπο πειθαρχημένην διαβίωσιν παρά των Στρατιωτικών και Αστυνομικών Αρχών”

Ποια ήταν η υποδομή στην Γυάρο.

Στον γενικό σύνολο των 7800 κρατουμένων που «φιλοξένησε» το νησί οι γυναίκες ήταν 250 – 300. Στο κεντρικό κτιριακό συγκρότημα, σε εσωτερική ακτίνα ήταν ο χώρος που τους δόθηκε. Το υπόλοιπο «στέγασε» άνδρες κρατούμενους. Το κτίριο των φυλακών που είχε κτισθεί για να στεγάσει τους καταδικασμένους πολιτικούς κρατουμένους την δεκαετία του ’50, είχε όπως έλεγαν χωρητικότητα 1500 ατόμων και τους χώρους της φρουράς, των γραφείων της Διοίκησης και τα αναγκαία βοηθητικά τμήματα. Η κατάσταση των εγκαταστάσεων, όταν φθάσαμε, ήταν επιεικώς εφιαλτική. Είχε μείνει το κτίριο επί δεκαετίες κενό εκτεθειμένο σε άγριες καιρικές συνθήκες χωρίς καμία συντήρηση. Οι παλιοί κρατούμενοι διηγούντο πως ο εργολάβος που είχε αναλάβει την κατασκευή του είχε κάνει τόσες κακοτεχνίες και είχε τέτοια απόκλιση από τους προϋπολογισμούς που δικάστηκε και εξέτισε μέρος η και ολόκληρη την ποινή του στο ίδιο κτίριο. Είχε κτίσει ο αθεόφοβος κάνοντας τα χαρμάνια με νερό της Θάλασσας! Η υγρασία και η φθορά των τοίχων (ο σοβάς για τον τότε κατασκευαστή φαίνεται πως δεν είχε ακόμη εφευρεθεί!), ήταν απερίγραπτες, τα τζάμια των κουφωμάτων ας μην τα ψάξουμε, ενώ δεν υπήρχαν δάπεδα και οι τουαλέτες είχαν ακολουθήσει την μοίρα του κτιρίου, όλα σε διάλυση ή κατά περίπτωσιν καταργημένα……………

Πως άρχισε η Οργάνωση του Νοσοκομείου

………Να μιλήσω λοιπόν καλλίτερα για τα αγριοκούνελα που μας κοιτούσαν με περιέργεια και για τα χταπόδια που βοσκούσαν αμέριμνα κοντά στην ακρογιαλιά. να περιγράψω το γιουρούσι για την κατάληψη του κτιρίου με τον ξεθωριασμένο Ερυθρό Σταυρό στο υπέρθυρο. Ήταν «μικροκαταδρομική» ενέργεια των νοσοκόμων μας γιατί το κτίριο φαινόταν να έχει πλεονεκτήματα και οι χωροφύλακες είχαν αρχίσει να το καλοκοιτάζουν. Έτσι κατακυρώθηκε η «ιδιοκτησία» του Νοσοκομείου της Γυάρου στο Υγειονομικό του Στρατού Ξηράς!

Σημείωση Συντάκτη : Είναι φοβερό βάρος, τεράστια ευθύνη, να ανατίθεται η αποστολή της οργάνωσης της υγειονομικής υποστήριξις του χώρου όπου θα εκτοπιζόταν μερικές χιλιάδες πολιτών μετά το πραξικόπημα. Βαρύ φορτίο στις πλάτες δύο νέων Συναδέλφων με ελάχιστη ή και καθόλου εμπειρία στην περίθαλψη πολιτών, με ποικίλα προβλήματα λόγο ηλικίας, φύλου κτλ. Στην πορεία του Βιβλίου μαθαίνουμε πως αναντικατάστατη – πολύτιμη ήταν οι συμβολή των εκτοπισμένων Υγειονομικών.

Μια συγκλονιστική σκηνή από την αποβίβαση των πρώτων εκτοπισμένων.

Ήταν οι πρώτοι που έφθαναν στο νησί και ήταν φανερή η απορία και η αγωνία τους. Ήταν ανώνυμο το πλήθος εκείνη την ώρα και ομολογώ πως σφίχτηκε η καρδιά μου στο θέαμα της σιωπηλής κοόρτης που σάλευε ανεβαίνοντας. Οι φρουροί μιλούσαν και συμπεριφερόντουσαν «προσεκτικά» ιδιαίτερα ήπια και μαλακά οδηγώντας στο πλάτωμα μπροστά από την πύλη του κτιρίου. Ήταν φανερό πως τους είχε τους επηρεάσει το κλίμα της στιγμής. Στεκόμουν παράμερα σε κάποιο σημείο της τσιμεντένιας μικρής προβλήτας και αναρωτιόμουν αν θα μπορούσε να καταγράψει κάποιος την σκηνή, αν θα εύρισκα κάποια φιγούρα που να ταίριαζε, που να ήταν χαρακτηριστική. Πολύ σύντομα ο προβληματισμός μου απαντήθηκε. Έχει μείνει στην μνήμη μου ο ήχος της χαμηλής, της θλιμμένης φωνής που μονολογούσε δίπλα μου, στην άκρη του χωματόδρομου χωρίς να με έχει προσέξει. Ήταν ένας μικρόσωμος αδύνατος άνθρωπος φανερά εξαντλημένος, με τσαλακωμένα φθαρμένα ρούχα που δεν κρύβανε την ανέχεια, την ένδεια αυτού που τα φορούσε. Κρατούσε, μάλλον κουβαλούσε ένα ταλαιπωρημένο τσουβάλι με τα υπάρχοντα του. Τέτοιο λυπημένο, τέτοιο θλιμμένο πρόσωπο δεν έχω ξαναδεί μέχρι σήμερα. Μονολογούσε κάπως έτσι.…….«γιατί μας το κάνατε αυτό; …τι θα γίνουμε τώρα;». Ήταν κλάμα στεγνό χωρίς δάκρυα, δεν ήταν φόβος (αυτός είχε ξεπεραστεί στον Ιππόδρομο), ήταν μόνο το παράπονο και η απόγνωση του αδύναμου αυτού πλάσματος που το είχαν βαφτίσει εχθρό του Έθνους, αντίπαλο του Κράτους, πολέμιο της κοινωνίας! Έμεινα θυμάμαι ακίνητος, ο χωροφύλακας που ήταν πιο κει γύρισε άναυδος και με κοίταξε ψάχνοντας βοήθεια, ζητώντας σιωπηλά «οδηγίες». Μένοντας ενώ άφωνος τον άκουσα με χαμηλή καθησυχαστική φωνή να δίνει κάποιες οδηγίες στον άνθρωπο μας, σαν να ντρεπόταν γι’ αυτό που έκανε. Έκανα θυμάμαι λίγη ώρα για να βρω την στοιχειώδη κινητικότητα της όρθιας στάσης.

Τον άνθρωπο αυτόν δεν τον ξαναείδα, δεν έμαθα ποτέ το όνομα του, όμως δεν έφυγε από την μνήμη μου όλα αυτά τα χρόνια. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να του αφιερώσω αυτό το κείμενο όπως του είχα τάξει μυστικά εκείνο το πρωινό στην Γυάρο! Όλοι οι άλλοι είχαν το όνομά και τις ιστορίες τους γραμμένες ή άγραφες, εκείνος όμως έμεινε μόνος. Έμεινε για να κουβεντιάσει με την πίκρα της ανημποριάς του φτωχού, ανώνυμου ανθρώπου που τον συνθλίβει η δύναμη που ξεχειλίζει από την χύτρα της εξουσίας!

Μικρές Ιστορίες :

Ακολουθούν μικρές ιστορίες, με πρωταγωνιστές επώνυμους και ανώνυμους κρατουμένους. Είναι δύσκολο να επιλέξω μερικές και να τις παρουσιάσω. Περιορίζομαι σε λίγες χαρακτηριστικές ιστορίες μόνο :

Η Ξενάγηση

Ξεναγώντας με (η Μαίρη Πινίου) λοιπόν στον χώρο των γυναικών, στον τρόπο σκέψης και στις στάσεις ζωής, μου έδειξε πως δεν ήταν αποδεκτός κανένας «μοντερνισμός» που θα μπορούσε να μεταφραστεί σε μικροαστική παρέκκλιση! Η καθημερινότητα έπρεπε να βεβαιώνει ανεπίληπτη υπακοή και συμμόρφωση με τα πρότυπα που έβαζε η κομματική καθοδήγηση. Οι ρόμπες κλαρωτές, φανελένιες η μη, λαϊκής αισθητικής του συνοικισμού ή χωριάτικης κοπής, ήταν περισσότερο αποδεκτές από τα παντελόνια που ήταν πολύ σπάνια. Η Μαίρη πάντως αντέδρασε από την πρώτη στιγμή και προσπάθησε όπως έλεγε να ξορκίσει την δαιμονοποίηση του όποιου ίχνους φιλαρέσκειας μπορούσε να επιβιώσει σε συνθήκες Γυάρου!

Υποστήριξη Διαβητικών

Από κοντά, πανταχού παρούσα η αεικίνητη Ευαγγελία Μουρτζίκου, η Βαγγελιώ που είχε καταφέρει με το έτσι θέλω χωρίς καυγά όμως, να κυκλοφορεί όλες τις ώρες, σε όλους τους χώρους. Ήταν από τα τυπικά «προϊόντα» της παλιάς παραδοσιακής Σχολής Αδελφών. Προϊσταμένη των ιατρείων του πολυιατρείου «Ευαγγελισμός» του Πειραιά είχε την πολύτιμη στόφα της τυπικής, αυστηρής, λιγομίλητης και εξαιρετικά αποτελεσματικής Αδελφής (ο όρος νοσηλεύτρια δεν εφευρεθεί ακόμη!). Παλιά «καραβάνα» της διωκόμενης Αριστεράς γνώριζε από πρώτο χέρι πρόσωπα και πράγματα και σίγουρα το ιατρικό ιστορικό όσων είχαν χρόνια προβλήματα. Μόλις έφθασε με την πρώτη μεταγωγή γυναικών, ήρθε και βρήκε, μάλλον «παρουσιάστηκε», τονίζοντας πως γνωριζόμαστε γιατί η κοινωνία του κεντρικού Πειραιά είναι περιορισμένη και όλοι γνωρίζονται με όλους! Αμέσως χωρίς χρονοτριβή κατέγραψε τους διαβητικούς του στρατοπέδου και άρχισε το κυνηγητό της ινσουλίνης και του ελέγχου, σε συνθήκες Γυάρου πάντα, των επιπέδων του σακχάρου και της τροποποίησης, όσο γινόταν, του συσσιτίου των διαβητικών. Από το πρωί μέχρι το βράδυ τριγύριζε το στρατόπεδο ελέγχοντας τις θεραπείες και όχι μόνο των διαβητικών. Το 1967 οι σύριγγες μιας χρήσης ήταν ακόμη πολύ σπάνιες στην καλλίτερη περίπτωση, (εγώ πάντως μόνο από ιατρικές διαφημίσεις τις είχα ακούσει) και οι ταινίες μέτρησης του σακχάρου μάλλον δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί! Τι σχολιασμό να κάνω εδώ, Η Ευαγγελία πάντως αν και δεν ήταν, από καιρό μάλιστα, στην πρώτη νεότητα και η υγεία της δεν ήταν η καλλίτερη τα κατάφερε μέχρι τέλους, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση όλων.

Κάποιοι από από το Υγειονομικό προσωπικό.

Στην τακτοποίηση και διαχείριση των φαρμάκων και των υλικών του ιατρείου, πολύτιμος συνεργάτης, στάθηκε ο Νίκος Πάτρας, αρχαίος συνδικαλιστής φάρμακο-υπάλληλος , κλασσικός σχολαστικός φαρμακοτρίφτης όπως τον λέγαμε τότε. Ιδιαίτερα σφιχτός και οικονόμος, μιλούσε συνεχώς για σπατάλη που συνεχώς την υποπτευόταν και χορηγούσε μουρμουρίζοντας, ένα-ένα τα χάπια στους ασθενείς(αυτό γινόταν συνέχεια και προκαλούσε παράπονα και γκρίνιες!). Βοηθούσε και η φαρμακοποιός Ντίνα Σάρου στην γυναικεία αχτίνα μαζί με την Ηρώ Χατζή και την Μαίρη Πίντου που κάλυπταν ιατρικά τον χώρο. Κοντά τους και η Ελένη Ιωαννίδου η συμπαθής οδοντίατρος, αφού ανέρρωσε στο «Νοσοκομείο» του Στρατοπέδου από τα εκτεταμένα αιματώματα που της είχε προκαλέσει το ξυλοκόπημα με το οποίο την φιλοδώρησαν στην Ασφάλεια του Πειραιά όταν την συνέλαβαν.

Μοναδικό παιδί στη Γυάρο

Στην Ακτίνα των γυναικών είχε εγκατασταθεί μαζί με την μητέρα του ο Μάκης, ένα αγοράκι 5-6 ετών αν θυμάμαι καλά. Η Άννα Σολωμού είχε φέρει μαζί το παιδί της που ήταν ο μόνος ανήλικος «φιλοξενούμενος» του νησιού! Ή μητέρα του, βιβλιοθηκονόμος στο ΤΕΕ και κομματικό στέλεχος δήλωσε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση παρά να φέρει τον μικρό μαζί της. Ήταν περίεργη κατάσταση μεταξύ κάποιας πραγματικής η όχι αδυναμίας φιλοξενίας του παιδιού από συγγενικό πρόσωπο και της πολιτικής αξιοποίησης του θέματος για να έρθει σε δύσκολη θέση η δικτατορική κυβέρνηση. Οι διαδικασίες που δρομολογήθηκαν τότε από όλες τις πλευρές, στο διάστημα που το παιδάκι έμεινε στην Γυάρο δεν με έπεισαν και δεν με βρήκαν καθόλου σύμφωνο. Έμεινα έξω από κάθε ανάμειξη στο θέμα, που σχετικά σύντομα ευτυχώς, έληξε με την συναίνεση της μητέρας να πάει το παιδί στην γιαγιά του που πολύ πρόθυμα ανέλαβε την ευθύνη του. Έμεινα με τις αντιρρήσεις και τις επιφυλάξεις μου και χάρηκα που δεν χρειάστηκε να αναμιχθώ σε καμία φάση της ιστορίας και ακόμη περισσότερο που το παιδάκι αρκετά σύντομα πήγε με την γιαγιά του.

Ποια ήταν τα συναισθήματα η στάση του Συγγραφέα, Στρατιωτικού Ιατρού στα όσα βίωνε ;

Πιεστικές απαγορεύσεις, πρωτόγονες αντιθέσεις και εξορκισμοί «δαιμόνων,αφόρητη κοινοτυπία και το εμφανέστερο, η περίφημη «μη παιδεία» ήταν αυτά που συνάντησα στους χώρους που βρέθηκα αργότερα. Ανήκα χωρίς να ρωτηθώ, στον πυρήνα της τότε εξουσίας και υπηρετούσα σε χώρο που τιμωρούσε την αντίθετη άποψη. Με το ένστικτο μου μόνο και από την αρχή πήρα θέση στην μέση. Δεν μπορούσα να ενταχθώ αυτόματα και να δεχθώ άκριτα ό,τι διακινιόταν φωναχτά από παντού, άλλοτε ως εντολές, διαταγές και φαντασιώσεις της εξουσίας, άλλοτε ως θεωρίες, σοφίσματα, και ψυχολογικοί αριβισμοί της «άλλης» πλευράς. Ήθελα να δω, να ακούσω, να γνωρίσω, να μελετήσω να καταλάβω. Δύσκολος δρόμος με κίνδυνο να απορρίψεις το ένα την ώρα που σε απωθούσε το άλλο. Ήταν και δεν έπαψε να είναι, σοβαρή η πιθανότητα να βρεθεί έτσι κανείς απομονωμένος και κακά τα ψέματα, η ζωή είναι πολύ σκληρή ποινή για να την εκτίσεις μόνος!


Ο Πειρασμός να συνεχίσω την παράθεση αποσπασμάτων είναι μεγάλος. Όμως αρκετά “κακοποίησα” το Βιβλίο…. Αναζητείστε το..

Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΡΑΖΗΚΟΤΣΙΚΑΣ

Ο Χαρισματικός Αρχηγός των Μεσολογγιτών κατά την Επανάσταση του 1821 στις τρεις πολιορκίες της πόλεως: 1822, 1823 και 1825-1826.

  • 2025.04.12
  • Ιωάννης Κατσαβός
  • Αξιωματικός ΠΝ – Συγγραφέας – Ιστορικός

Ο μεθοδικός ερευνητής των ιστορικών αρχείων και συγγραμμάτων για την περίοδο της εθνικής μας παλιγγενεσίας, σχετικών με τις Πολιορκίες και την Έξοδο της Φρουράς του Μεσολογγίου, διαπιστώνει αναμφίβολα ότι, μεταξύ των πλέον προβεβλημένων προσωπικοτήτων της πόλεως, προεξάρχουσα θέση κατείχε ο χαρισματικός Αρχηγός των Μεσολογγιτών Αθανάσιος Ραζή-Κότσικας. Αυτός όμως, κυρίως λόγω των διαφορών του στα πρώτα χρόνια του Αγώνα με τον κραταιό Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, πέρασε στα «ψιλά γράμματα» της ιστορίας. Έτσι, δεν κατέστη ευρύτερα γνωστή τόσο η πληθωρική δράση του όσο και η ξεχωριστή συμβολή του στον Αγώνα του ’21.

Ο Αθανάσιος Ραζή-Κότσικας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1798. Καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια των Ραζήδων, κεφαλλονίτικης προελεύσεως, που είχε εγκατασταθεί στο Μεσολόγγι στις αρχές του 18ου αιώνα. Επειδή εκ θηλυγονίας ήταν το γένος Κότσικα, συνένωσε τα δύο ονόματα, υπογραφόμενος ως Ραζή-Κότσικας και ενίοτε ως Ραζής, αν και από τους Μεσολογγίτες αποκαλούταν και Κότσικας.

Καίτοι δεν ανήκε στη χορεία των οπλαρχηγών του Αγώνος, εν τούτοις όταν το Μεσολόγγι στις 20 Μαΐου 1821 ύψωσε τη σημαία της Επαναστάσεως, οι συμπολίτες του έσπευσαν να τον ορίσουν Αρχηγό «των Εντοπίων Αρμάτων», τον δε αδελφό του Γιαννάκη, μικρότερο κατά δύο χρόνια, Υπαρχηγό τους. Τα εν συνεχεία γεγονότα κατέδειξαν την ορθότητα της εκλογής του, διότι, εκτός από τα αδιαμφισβήτητα ηγετικά προσόντα του, αποκαλύφθηκε ότι ήταν προικισμένος τόσο με αξιοθαύμαστη στρατιωτική αντίληψη όσο και πολιτική διαίσθηση.

Έτσι, το πρώτο του μέλημα ήταν η εγκατάσταση φρουρών στις κύριες νησίδες της λιμνοθάλασσας καθώς και η ανέγερση πρόχειρης οχυρώσεως του Μεσολογγίου, η οποία συντελέσθηκε από την 1η Ιουνίου έως την 1η Αυγούστου 1821, με προσωπική εργασία των κατοίκων και ερανικές εισφορές.

Η αρχική διάστασή του με τον αποβιβασθέντα στο Μεσολόγγι στις 20 Ιουλίου 1821 Α. Μαυροκορδάτο χρονολογείται από την εποχή εκείνη. Ο τελευταίος, ικανότατος, πανέξυπνος αλλά υπερβολικά φιλόδοξος και πανούργος Φαναριώτης, για να εδραιώσει τη θέση του, προσπάθησε και σε σημαντικό βαθμό, πέτυχε να προσεταιρισθεί ιδίως τους πλέον επιφανείς οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως έπραξε αργότερα και με τους Σουλιώτες. Συγχρόνως, όμως, δυσαρεστούσε τους κατοίκους της πόλεως, οι οποίοι, έχοντας εθισθεί παραδοσιακά σ’ έναν ανώτερο τρόπο ζωής, δενανέχονταν την υπεροπτική συμπεριφορά του. Ακόμη, οι Μεσολογγίτες δυσανασχετούσαν για τα χρηματικά ποσά τα οποία κατέβαλε η κοινότητά τους, προς κάλυψη των εξόδων της όχι λιτής διαβιώσεως του ιδίου και της ακολουθίας του.

Την ίδια χρονική περίοδο, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της οχυρώσεως της πόλεως είχε ήδη συντελεστεί στις 20 Ιουλίου, ο Μαυροκορδάτος, με την από 27 Οκτωβρίου 1821 επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη, φέρεται να οικειοποιείται την πατρότητα της ιδέας αλλά και την εκτέλεσητης όλης οχυρώσεως, αποσιωπώντας το όνομα του πρώτου εμπνευστού και αρχικού συντελεστού της, Αθανασίου Ραζή-Κότσικα. Εν συνεχεία, κατά την διεξαχθείσα εκστρατεία που πραγματοποίησε ο Μαυροκορδάτος στην Ήπειρο το θέρος του 1822, οι Μεσολογγίτες, φρονίμως ποιούντες, έλαβαν μέρος με μικρή δύναμη, και τούτο επειδή ο οξυδερκής Αρχηγός τους είχε ορθώς προβλέψει ότι:

Πρώτον: Οι Οθωμανοί ενδεχομένως θα εκμεταλλεύονταν την απουσία ενόπλων τμημάτων και θα επιχειρούσαν την κατάληψη της πόλεως από τη θάλασσα, και

Δεύτερον: Σε περίπτωση δυσμενούς εκβάσεως της εκστρατείας της Ηπείρου θα είχαν φθαρεί οι δυνάμεις των Μεσολογγιτών και η πόλη θα έμενε στην ουσία ανυπεράσπιστη.

Έτσι, όταν ο ενωμένος στόλος των Οθωμανών, με 90 περίπου πλοία, στις 20 Ιουλίου 1822 και επί δύο ημέρες εξαπέλυε αλλεπάλληλες εφόδους για την κατάληψη του Βασιλαδιού, βρισκόταν εκεί ο ίδιος και όντας επικεφαλής δυνάμεως 50 περίπου πυροβολητών και οπλοφόρων Μεσολογγιτών με 3-4 κανόνια, απέκρουσε τις επιθέσεις τους και ματαίωσε τα ολέθρια σχέδιά τους.

Ακόμη, ο Αθανάσιος Ραζή-Κότσικας, εμμένοντας στερρώς στην άποψη ότι η οχύρωση του Μεσολογγίου προσφερόταν για να αντιταχθεί αποτελεσματική άμυνα έναντι του επερχόμενου εχθρού το φθινόπωρο του 1822, διαφώνησε με τον Μαυροκορδάτο, ο οποίος θεωρούσε ως καταλληλότερη την, κατά πολύ βορειότερα και εγγύς των βάσεων του εχθρού στην Ήπειρο, θέση της Λαγκάδας. Η διχοστασία αυτή εξόργισε τον Μαυροκορδάτο, ο οποίος σε επιστολές του από 24 Ιουλίου και 17 Σεπτεμβρίου 1822 προς τον Γεώργιο Νικολού (Βαρνακιώτη) – τον μετέπειτα αδυσώπητο εχθρό του – απεκάλεσε τους μεν Μεσολογγίτες «ξευτελισμένον κόσμον», το δε σχέδιο της οχυρώσεως «μωρόν και ανόητον». Και στην περίπτωση όμως αυτή, ο Ραζή-Κότσικας δικαιώθηκε πλήρως, όταν, μετά από λίγο, με την έναρξη της Α’ Πολιορκίας του Μεσολογγίου, στις 20 Οκτωβρίου 1822, βρέθηκαν ανέπαφες και επαρκείς δυνάμεις Μεσολογγιτών αλλά και Ανατολικιωτών, για να αποκρούσουν τις σφοδρές επιθέσεις του εχθρού κατά τις πρώτες κρίσιμες ημέρες, συνεπικουρούμενες μόνο από 60 περίπου άνδρες των Μαυροκορδάτου, Μ. Μπότσαρη και Κίτσου, «καταδιωκομένους από τον εχθρόν και κακώς έχοντας», σύμφωνα με τον Σ. Τρικούπη. Και αυτό μέχρις ότου, μετά από 20 ημέρες περίπου, ήρθαν να προστεθούν από τη θάλασσα σημαντικές δυνάμεις Πελοποννησίων, καθώς και από την ξηρά, αμέσως μετά, τα σώματα του Ξερομερίτη Τσόγκα και του Ζυγιώτη Μακρή, οπότε άλλαξε η φορά των πραγμάτων.

Μάλιστα, στο 20ήμερο αυτό που μεσολάβησε, έχει καταγραφεί ότι ο Ραζή-Κότσικας υποπτεύθηκε πως η πόλη επρόκειτο να παραδοθεί με μυστικές συνομιλίες από, μη Μεσολογγίτες, Οπλαρχηγούς. Αμέσως παρενέβη και αφού συγκάλεσε πάνδημη συγκέντρωση των κατοίκων, προκάλεσε βίαιο επεισόδιο και απέτρεψε κάθε τέτοια ενέργεια. Το αυτό συνέβη τουλάχιστον δύο φορές κατά την τελευταία πολιορκία, όπως μαρτυρεί ο Αρτέμιος Μίχος. Τότε και πάλι ο Αθ. Ραζή-Κότσικας κινήθηκε δραστήρια και, με τη συνδρομή του Μήτρου Δεληγιώργη, αποσόβησε αυτόν τον κίνδυνο.

Στη σειρά των περιστατικών για τον μέχρι τότε παραγκωνισμό του Αθ. Ραζή-Κότσικα, σημειώνονται και τα εξής:

Πρώτον: Στα ιστορικά συγγράμματα, σε αντίθεση με έγγραφα των ΓΑΚ, δεν μνημονεύεται το όνομα του επικεφαλής της δυνάμεως που απέκρουσε στις 20 Ιουλίου 1822 την αποβατική ενέργεια του εχθρικού στόλου για την κατάληψη του Βασιλαδιού, ούτε και επισημαίνεται η τεράστια σημασία αυτής της επιτυχίας. Και

Δεύτερον: Η περιφανής νίκη που κατήγαγαν οι Έλληνες στην Α’ Πολιορκία (20 Οκτ. – 31 Δεκ. 1822) θα αποδοθεί στον Μαυροκορδάτο, τόσο από τον Σπ. Τρικούπη όσο και από τον Ν. Σπηλιάδη, ενώ κύριος συντελεστής ήταν ο Αθ. Ραζή-Κότσικας.

Κατά την Β’ Πολιορκία της περιοχής, το β’ εξάμηνο του 1823, ο Έπαρχος στην Δυτική Στερεά Ελλάδα, Κων/νος Μεταξάς, καίτοι αναφέρει την υπέρ τους 1000 άνδρες δύναμη των Ενόπλων Μεσολογγιτών, εν τούτοις παραλείπει και αυτός να ονομάσει τον Αρχηγό τους. Ας σημειωθούν, για την περίοδο αυτή της Β’ Πολιορκίας, και τα εξής:

Πρώτον: Και πάλι κανένας στρατιωτικός βαθμός δεν απονεμήθηκε στο Αθ. Ραζή-Κότσικα, αν και έγιναν από την Κεντρική Διοίκηση αθρόες προαγωγές στο διάστημα από 5 έως 16 Ιουνίου 1823. Και

Δεύτερον: Ο προσφάτως αφιχθείς τότε, τον Φεβρουάριο 1823, οχυροματοποιός Μιχαήλ Π. Κοκκίνης, κατά την ονοματοθεσία των νέων κανονοστασίων, παρέλειψε τον Μεσολογγίτη Αθ. Ραζή-Κότσικα και αντ’ αυτού περιέλαβε τον Ζυγιώτη Δημ. Μακρή.

Υποδοχή στο Μεσολόγγι του Λόρδου Βύρωνα. Ο φουστανελοφόρος δίπλα στον Μαυροκορδάτο εικάζεται ότι είναι ο Α. Ραζής-Κότσικας

Εν συνεχεία, στις 24 Δεκ. 1823, κατά την άφιξη του Λόρδου Βύρωνος στο Μεσολόγγι, θα συμμετάσχει στην υποδοχή του και στις 17 Μαρτίου 1824 θα συνυπογράψει με άλλους προκρίτους της πόλεως την ανακήρυξη του ποιητού, ως «ευεργέτου και πολίτου του Μεσολογγίου». Στην περίοδο αυτή, θα σημειώναμε την επανάληψη στην πόλη των σοβαρών διενέξεων του προηγουμένου (1823) έτους, κυρίως μεταξύ Μεσολογγιτών και Σουλιωτών, λόγω των υπερφίαλων αξιώσεων των τελευταίων, με δυστυχώς ανά ένα νεκρό εκατέρωθεν. Ο Ραζή-Κότσικας δεν παρενέβη για να αποφύγει την κλιμάκωση των ταραχών, δοθέντος άλλωστε, σύμφωνα με τον Κάρπο Παπαδόπουλο, ότι είχε εξυφανθεί σχέδιο δολοφονίας του. Μάλιστα, τότε, Ιαν. 1824, ο Φροντιστής του Πολέμου και Αρχηγός Πυροβολικού Μήτρος Δεληγιώργης, προστατεύοντας τη μνηστή του Αθ. Ραζή-Κότσικα, δέχθηκε πιστολιά στο αριστερό χέρι, το οποίο έκτοτε αχρηστεύθηκε. Τότε απεσύρθηκαν οι Σουλιώτες από το Μεσολόγγι και κατέφυγαν στη Γαστούνη Ηλείας, επανελθόντες αρχές του 1825.

Κατά την Γ’ και τελευταία πολιορκία, από 15 Απριλίου 1825 έως 10 Απριλίου 1826, ο Αθ. Ραζή-Κότσικας διεδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, ως Αρχηγός πάντοτε των Μεσολογγιτών. Από την αρχή της Πολιορκίας, διορίσθηκε ως ένας από τους συμβούλους του πρώτου Αρχηγού της Φρουράς, Στρατηγού Νικολάου Στορνάρη, αν και το όνομά του δεν καταχωρήθηκε, ως έδει, στα «Ελληνικά Χρονικά», που εξέδιδε ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ. Παράλληλα, ηγούμενος 400 Μεσολογγιτών έλαβε ενεργό μέρος στις πολύνεκρες μάχες του θέρους 1825, ενώ συμμετείχε και σε επιθέσεις «εκτός τειχών».

Στις 17 Αυγούστου, οι επιφανέστεροι, μη Μεσολογγίτες, Οπλαρχηγοί, πρωτοστατούντος του Κ. Τζαβέλλα, εκτιμώντες τη γενικότερη, από την αρχή του Αγώνος, προσφορά και αξία του, πρότειναν στην Κεντρική Διοίκηση την απονομή του βαθμού του Στρατηγού στον «Κύριον και Ευπατρίδην Αθανάσιον Ραζή-Κότσικαν». Τις επόμενες ημέρες, τελικά, με σημαντική καθυστέρηση, πλέον των τριών ετών, απονεμήθηκε και σε αυτόν ο βαθμός του Στρατηγού.

Επίσης, τον Σεπτέμβριο του 1825 θα συμβούν τα εξής χαρακτηριστικά γεγονότα:

Πρώτον: Θα αποσταλούν επιστολές με εξαιρετικά δελεαστικές υποσχέσεις από τον Μεχμέτ Άλυ της Αιγύπτου, προς τέσσερες κορυφαίους Έλληνες, με αντάλλαγμα την παράδοση της χώρας. Μεταξύ αυτών συγκαταλεγόταν και ο Αθ. Ραζή-Κότσικας, ως απόδειξη του υψηλού κύρους και της μεγάλης φήμης του, ενώ οι άλλοι τρεις άλλοι ήταν οι Θεοδ. Κολοκοτρώνης, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και Γεωργ. Σισίνης. Και

Δεύτερον: Η ηγεσία της Φρουράς έγινε συλλογική και ως εκπρόσωπος των Μεσολογγιτών, που ανέρχονταν στο 1/3 της δυνάμεως των οπλοφόρων, λάμβανε μέρος και ο Αθ. Ραζή-Κότσικας, ενώ στους δύο τελευταίους μήνες της πολιορκίας είχε την πλέον βαρύνουσα γνώμη στην επίλυση των σοβαρών προβλημάτων που ανέκυπταν.

Η πολιορκία, με την έλευση των δυνάμεων του Αιγύπτιου Ιμπραήμ στις 12 Δεκεμβρίου, κατέστη ασφυκτική και τον Ιανουάριο του 1826, με τον απόπλου μέρους του Ελληνικού Στόλου, εστάλη στο Ανάπλι και επιτροπή έξη Στρατηγών, αντιπροσωπευόντων τα διάφορα σώματα, για να ζητήσει επείγουσα βοήθεια. Αν και είχε υποδειχθεί ως εκπρόσωπος των Μεσολογγιτών και ο Στρατηγός Αθ. Ραζή-Κότσικας, ωστόσο, ο ίδιος προτίμησε να παραμείνει στη μαρτυρική πόλη.

Κατόπιν, όταν οι Τουρκοαιγύπτιοι αποδύθηκαν σε διαδοχικές λυσσώδεις προσπάθειες για την άλωση των κύριων νησίδων της λιμνοθάλασσας, το όνομα του Ραζή-Κότσικα θα συσχετισθεί με την κατάληψη από τους Αιγυπτίους του Βασιλαδιού στις 25 Φεβρουαρίου 1826. Ειδικότερα, σχολιάσθηκε από τους παρόντες κατά την πολιορκία ιστοριογράφους Αρτέμιο Μίχο και Νικόλαο Κασομούλη ότι δεν συμφώνησεστην ενίσχυρη της φρουράς με 50 οπλοφόρους, θεωρώντας επαρκή τηνυπάρχουσα δύναμη.

Θα παρατηρούσαμε σχετικά ότι:

Πρώτον: Το Βασιλάδι, οχυρωμένη νησίδα από το 1805 επί Αλή Πασά, είχε τότε περιφέρεια 150 βημάτων και διέθετε, μάλλον υπερβολική για την έκτασή του, δύναμη περίπου 100 ανδρών με 14 πυροβόλα. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ραζή-Κότσικας, εκεί, στις 20 Ιουλίου 1822, με μικρότερη δύναμη και 3-4 πυροβόλα, είχε επιτυχώς αποκρούσει επί 2ήμερο τις σφοδρές αποβατικές προσπάθειες του Οθωμανικού Στόλου. Και

Δεύτερον: Η πτώση του επήλθε από τυχαία ανάφλεξη και ανατίναξη της αποθήκης πυρομαχικών, αφού είχαν ήδη αποκρουσθεί δύο αλλεπάλληλες έφοδοι των Αιγυπτίων.

Ύστερα, αφού προηγήθηκε στις 25 Μαρτίου 1826 η ανεπανάληπτη εποποιΐα της Κλείσοβας και έφθασε η ώρα της Εξόδου, είχε επιβλέψει προσωπικώς για τους τελικούς συντονισμούς και για την κατασκευή των τεσσάρων ξυλίνων γεφυρών, που χρησιμοποιήθηκαν από τους Εξοδίτες. Ο ίδιος, κατά την Έξοδο της Φρουράς, το βράδυ της 10 ης Απριλίου 1826, επικεφαλής 500 περίπου ενόπλων συμπολιτών του, έπεσε ηρωϊκά μαχόμενος με το ήμισυ των ανδρών του, όταν επιχείρησε να καταλάβει το εχθρικό οχύρωμα στην ανατολική πλευρά του τείχους, προκειμένου να διευκολύνει τη διέλευση των γυναικοπαίδων αλλά και των ακολουθούντων επιφανών ανδρών, από τη μεριά της λιμνοθάλασσας. Η λαϊκή μούσα θρήνησε με ιδιαίτερο σπαραγμό τον ένδοξο θάνατό του, στο δε περίφημο «τραγούδι των Μεσολογγιτών της Εξόδου»,κυριαρχεί το όνομά του.

Τέλος, θα πρόσθετα ότι η μονάκριβη κόρη του, Αρσινόη, υπήρξε σύζυγος του μετέπειτα Μεσολογγίτη Πρωθυπουργού Ζαφειρίου-ΖηνοβίουΒάλβη, η δε προτομή του ήρωά μας ανεγέρθηκε στον Κήπο των Ηρώων της Ι.Π. Μεσολογγίου το 1914, με δαπάνη των οικείων του! Και ακόμη ότι το όνομά του έχει δοθεί σε σχετικώς κεντρικό δρόμο στο Μεσολόγγι, αντί, όπως άρμοζε, στην κεντρικότερη πλατεία, επίσης και σε πολύ μικρότερη οδό των Αθηνών. Ευτυχώς, πριν λίγα χρόνια, η διασωθείσα οικία του έχει εκ βάθρων ανακαινισθεί και χρησιμοποιείται ως έδρα του πρωτοποριακού, για την Αιτωλ/νία και όχι μόνον, πολιτιστικού κέντρου λόγου και τέχνης «ΔΙΕΞΟΔΟΣ», χάρις στον ρέκτη και ανιδιοτελή ιδρυτή του, Μεσολογγίτη και έγκριτο δικηγόρο Νίκο Κορδόση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • ΓΑΚ. Αρχεία Ν. Αιτωλοακαρνανίας.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος.
  • Δεληγιάννης Κανέλλος: Απομνημονεύματα, Αθήναι 1957.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα.
  • Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος: Μεσολόγγι, Αθήνα 1976.
  • Εκδοτική Αθηνών: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ, Αθήνα 1975.
  • Ευαγγελάτος Χρ.: Ιστορία του Μεσολογγίου. Αθήναι 1959.
  •  Ιωαννίδης Ι.: Πολιορκίαι, Έξοδος και Ηρώον Μεσολογγίου, Αθήνα 1926.
  • Κασομούλης Νικ.: Ενθυμήματα Στρατιωτικά …, Αθήναι 1939.
  • Κόκκινος Διον.: Η Ελληνική Επανάστασις, Αθήναι 1967-9.
  • Κολόμβας Νικ.: Αθανάσιος Ραζή – Κότσικας, Μεσολόγγι 2006.
  • Λαμπρόπουλος Β.: Μεσολόγγι, η Ιερή Πόλη Μήτρα της Ελλάδος, Αθήνα 2003.
  • Μακρής Δ. Νικ.: Ιστορία του Μεσολογγίου, Μεσολόγγιον 1908.
  • Μεταξάς Κων.: Απομνημονεύματα, Αργοστόλιον 1878.
  • Ραζή – Κότσικας Ι.: Συμβολή εις την Ιστορίαν των Πολιορκιών και της Εξόδου του Μεσολογγίου, Αθήναι 1932.
  • Σπηλιάδης Ν.: Απομνημονεύματα του ’21, Αθήναι 1852-59.
  • Στασινόπουλος Α. Κ.: Το Μεσολόγγι, Αθήναι 1925.
  • Στασινόπουλος Α. Κ.: Οι Μεσολογγίται, Αθήναι 1926.
  • Τρικούπης Σπ.: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1888. Τσίντζος Κ. Στεφ.: Το Μεσολόγγι κοιτίς της Ελευθερίας, Αθήναι 1936

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2025 ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ XVIII ΠΕΔΙΝΟΥ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟΥ

  • – 2025.03.08
  • – ΕΕΥΕΔ
  • – Βιωματική Ιστορία

Από το βιβλίο του Γεν. Αρχιάτρου Γεωργίου Πολίτη «Σκόρπιες Μνήμες και Διαλογισμοί», Αθήνα 1989.

Ο Γεώργιος Πολίτης γεννήθηκε το 1899 στην Παλαιοβράχα (Δήμος Μακρακώμης) Φθιώτιδας. Φοίτησε στο ΕΚΠΑ, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο της Ιατρικής Σχολής στα 1925-1926, με βαθμό λίαν Καλώς. Κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό την 1η Ιουνίου 1927, με αριθμό μητρώου τον 17528.
Προηγουμένως το 1919 υπηρέτησε σαν κληρωτός στρατιώτης στην Ανατολική Θράκη και την Μακεδονία.
Έλαβε μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία 1917- 1923.
Διετέλεσε ιατρός στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων καθώς και στο Ελασσώνιο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Κατά τον Ελληνο-ιταλικὸ πόλεμο υπηρέτησε ὡς Διοικητής τοῦ XVIII
Πεδινού Χειρουργείου. Παραιτήθηκε και αποστρατεύτηκε το 1950 με τον βαθμό του Γενικού Αρχιάτρου. 

Το XVIII Πεδινό Χειρουργείο, ανεπτυγμένο δυτικά του χωριού Θεοδώροβο, εδέχθη την πρώτην ημέραν της Γερμανικής επιθέσεως όλους τους τραυματίες του 5ου Συντάγματος και άλλων σχηματισμών της αμυντικής τοποθεσίας Μπέλες, καθώς και τους τραυματίες εκ του βομβαρδισμού (τας απογευματινάς ώρας) του μηχανοκινήτου τμήματος της ΧΙΧ Μεραρχίας.

Η 6η Απριλίου ήτο η πρώτη και μοναδική ημέρα που λειτούργησε το Χειρουργείο, ως Στρατιωτικόν τοιούτον, διότι μετά τη συνθηκολόγηση ελειτούργησεν ως νοσηλευτική μονάς με το προσωπικόν του εις το Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ιδία πρωτοβουλία των ιατρών του Χειρουργείου, του οποίου εξακολουθούσα να είμαι διοικητής, καίτοι ουσία είμεθα αιχμάλωτοι των Γερμανών, άνευ ουδεμίας επιτηρήσεως και μετά των οποίων συνεργαζόμεθα, ως προς την μεταφορά των τραυματιών υπ’ αυτών, Ελλήνων, Αγγλων και Σέρβων προς νοσηλείαν εις το Νοσοκομείο. Είμεθα ένα Νοσοκομείο ιδιόρρυθμον: Τύποις Δημοτικόν, ουσία όμως Στρατιωτικόν αναγνωρισμένο από τους Γερμανούς.

Το βράδυ της 6ης Απριλίου δια διαταγής της XVIII Μεραρχίας ετέθημεν υπό τάς διαταγάς της Μηχανοκινήτου Μεραρχίας, της οποίας η έδρα το στο Κιλκίς υπό τον στρατηγόν Λιούμπαν και Επιτελάρχην τον Βασίλειον Ασημάκην, όστις και μας διέθεσεν 20 οχήματα επιβατικά Ωστεν και 4 φορτηγά δια τους κατακεκλιμένους και αποσυμφορήθημεν. Η αναχώρηση από το Θεοδώροβο έγινε την 12ην νυχτερινήν και τα χαράματα φθάσαμε στο χωριό Αλεξινά, όπως όριζε η διαταγή, ένθα αναπτύξαμε μια σκηνή προς υποδοχήν των τραυματιών.

Απόλυτος ησυχία επικρατούσε. Από την Μαυροπλαγιά, όπου μετέβην με τον υπασπιστήν μου Ανθυπίατρον Δημότσην, έβλεπα το φρούριο Ρούπελ να βομβαρδίζεται από σμήνη αεροπλάνων.

Θα ήτο περίπου 12η μεσημβρινή, ώρα που ετοιμαζόμεθα δια συσσίτιον οπότε εθεάθη εις τα προς την Δοϊράνην υψώματα βαδίζων, σχεδόν τρέχοντας, αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού. Η απόστασις ήτο τρία περίπου χιλιόμετρα. Εστειλα τον υπασπιστήν μου με το άλογο του Σαρίμπεη, που όπως γράφω σε άλλο σημείωμα είχε φονευθεί στο Θεοδώροβο, και τον έφερε. Ήτο ένας έφεδρος Ανθυπίατρος της Διμοιρίας του φυλακίου της Δοϊράνης.

Πηγή : https://www.alfavita.gr/

Τι να σας ειπώ, μου λέγει, κύριε Ιατρέ. Από τη Δοϊράνη μπήκαν στο Ελληνικό έδαφος προ μιας ώρας γερμανικά τανκς σαν σπίτια μεγάλα και, όπως είδα από τα υψώματα που έφυγα, κτυπάνε την Καλύδρια. Τότε κατάλαβα ότι οι Γερμανοί μπήκαν στην Ελλάδα από τη Σερβία. Ανοίγω τον χάρτη και διαπιστώνω ότι εντός της ημέρας οι Γερμανοί θα μπουν στο Κιλκίς, οπότε αποκόπτεται η δική μου υποχώρηση προς Θεσσαλονίκη. Διέταξα αμέσως διανομή του συσσιτίου και ετοιμασίαν προς αναχώρησιν. Κάλεσα τον Πρόεδρο της Κοινότητας και του παρέδωσα την σκηνή, όπως ήτο με 20 κρεββάτια αναπτυγμένα, να τα πάρη και να τα μοιράση κατά προτίμησιν εις τους πτωχότερους, συγχρόνως δε συνεδέθην τηλεφωνικώς με την Μεραρχίαν και ο Επιτελάρχης Ασημάκης με διέταξε να φύγω το ταχύτερον προς Λαγκαδάν και εκείθεν να ζητήσω οδηγίες από την Ομάδα Μεραρχιών που ήτο στο Ορλικο (Στρυμωνικό).

Είχε πέσει μια αντάρα. Κλιμάκωσα τα κάρα που ήσαν φορτωμένα με τα υλικά του χειρουργείου και φύγαμε προς Κιλκίς, όπου μεταβάς εις την Μηχανοκίνητη Μεραρχίαν με εδέχθη ο στρατηγός, όστις και μου έδωσε οδηγίες. Πριν ακόμη νυχτώσει καλά είχαμε φθάσει ένα χιλιόμετρο εντεύθεν της οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών, στην κοιλάδα του Λαγκαδά όπου συνεκεντρώθη το Χειρουργείο. Εκεί επληροφορήθην από λιποτάκτην στρατιώτην, που ήλθε εκείνη την ώρα στο χωριό του φέροντας μαζί του και ένα λεωφορείο χωρίς καθίσματα (ήτο από αυτά που είχε επιτάξει ο στρατός για μεταφορά τραυματιών· φυσικά το κατέσχεσα), ότι στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει Στρατός, ούτε Νοσοκομεία και μόνον η Χωροφυλακή υπάρχει.

Μαζί με τον διαχειριστήν μου, συνάδελφο και φίλο Ιωάννη Παταργιά πήγα στον Λαγκαδά και ήλθα εις επαφήν με τον Στρατηγόν Ιατρόν Νιονιόν, Διευθυντήν Υγειονομικού Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, ευρισκόμενον στο καταφύγιον στο Ασβεστοχώρι, όστις και με διέταξε να μεταβώ εις το Ασβεστοχώρι. Του ανέφερα ότι ήτο αδύνατον τα κάρα φορτωμένα να ανεβούν τον ανήφορο προς το Ασβεστοχώρι τόσο σύντομο διάστημα, μέχρι το μεσημέρι της επόμενης και να εγκρίνει να μεταβώ εις Θεσσαλονίκην στο Δημοτικό Νοσοκομείο να περισώσω το υλικόν από την αιχμαλωσίαν. Δεν το ενέκρινε και τα μεσάνυχτα ξεκινήσαμε για το Ασβεστοχώρι, όπου μας περίμενε η αιχμαλωσία.

Όταν βγήκαμε στο ύψωμα των στενών όπου αρχίζει η οδός προς το Σταυρό και είχαμεν έμπροσθέν μας την Θεσσαλονίκη, κάλεσα τους Αξιωματικούς εις σύσκεψιν. Τους ανέπτυξα την κατάστασιν, τες διαταγές που είχα και τους πρότεινα, αν συμφωνούν, να κάψουμε όλο το υλικό και, καβαλώντας τα άλογα, να τραβήξουμε για το Σταυρό της Χαλκιδικής και από εκεί με οποιοδήποτε πλωτό μέσο να φύγουμε προς τας νήσους του Αιγαίου. Συμφώνησε μόνον ένας, ο Φαρμακοποιός, οι λοιποί είπαν όλοι να πάμε στη Θεσσαλονίκη.

Μετά μία ώρα ανεβαίναμε την ανηφοριά προς το Ασβεστοχώρι. Τα περισσότερα κάρα έμειναν στο δρόμο, εγώ με το αυτοκίνητο έφθασα στο χωριό τα χαράματα και μετέβην στο Στρατηγείο, όπου ήτο ο Στρατηγός ιατρός Νιονιός και ο Αντιστράτηγος Μπακόπουλος, τον οποίον εγνώριζα προσωπικά τους εξήγησα την κατάσταση, αλλά ήτο πλέον αργά. Το Χειρουργείο ουσιαστικώς είχε διαλυθεί και συγχρόνως κατέφθασε φάλαγξ αντιαεροπορικού πυροβολικού, γερμανική, που εγκατέστησε αντιαεροπορικα πυροβόλα.

Είχε βγει ο ήλιος και εκαθόμουν στο κιβώτιον εκστρατείας και από την αϋπνίαν με πήρε ο ύπνος, από τον οποίον με ξύπνησε ο Παταργιάς, για να μου είπει ότι οι Γερμανοί στρατιώτες παίρνουν τα ωρολόγια των στρατιωτών μας. Δύο ιατροί δικοί μου εγνώριζαν γερμανικά, οι έφεδροι Ανθυπίατροι Παπανικολάου, ωτολαρυγγολόγος και Κηρεμλίδης, Παιδίατρος, σπουδάσαντες στην Βιέννη. Τους φωνάζω και τους στέλνω να ιδούν τον Διοικητή των Γερμανών, όστις πάραυτα ήλθε εκεί που καθόμουνα. Σεις είσθε ο περίφημος Γερμανικός Στρατός που γδύνετε τους στρατιώτες μου και τους ληστεύετε; του είπα Ξαφνιάστηκε, φωνάζει αμέσως προσοχή και τους διατάσσει να δώσουν πίσω ό,τι πήραν, εμένα όμως μου άνοιξε το κιβώτιον εκστρατείας και μου πήρε τις παντόφλες και ένα κλεφτοφάναρο, με τη δικαιολογία, γελώντας, ότι για εμένα ο πόλεμος τελείωσε και δεν τα χρειάζομαι. Σε λίγο έφθασε ένα μικρό τμήμα 3 – 4 αυτοκινήτων των Ες-Ες και μας διέταξε να τους ακολουθήσουμε. Φορτώσαμε τα κιβώτια σε ένα κάρο και ξεκινήσαμε προς Θεσσαλονίκη.

Εν τω μεταξύ δύο μεγάλα Γερμανικά αυτοκίνητα ξεφόρτωσαν στο δρόμο τα κάρα και βάζαν τα υλικά στα αυτοκίνητα και έτσι σχεδόν όλο το υλικό το πήραν οι Γερμανοί, πλην δύο τριών κάρων, που το πήραν οι χωριάτες, ξεφορτώνοντας τα κάρα μέσα στο χωριό.

Συνοδεία των Γερμανών μπήκαμε στη Θεσσαλονίκη και από την Εγνατία οδό μας πήγαν στο Λευκό Πύργο σε ένα καφενείο που ήτο άδειο (του Πεντζίκη) όπου έβαλαν φρουρά να μας φυλάνε. Θα ήτο η ώρα 12 μεσημβρινή, στη Θεσσαλονίκη η κίνηση πυκνοτάτη. Πού βρέθηκε εκείνο το γυναικομάνι;

Πηγή : https://annagelopoulou.blogspot.com/

Διοικητήριο – Θεσσαλονίκη  Πηγή : https://cityculture.gr/

Εκατοντάδες γυναίκες, φέρουσαι ανδρικά πολιτικά ρούχα στα χέρια τους, εισέβαλαν στον περίβολο του καφενείου και παίρναν τους στρατιώτες, τους βάζαν μέσα στο κενό καφενείο, τους ντύναν πολιτικά και φεύγανε μαζί τους.

Η Γερμανική φρουρά τάχασε. Τι να κάνει; Το προαύλιο ήτο γεμάτο γυναίκες. Καταφθάνει ένας Γερμανός Ταγματάρχης και απευθυνόμενος σε μένα μου ζήτησε εξηγήσεις που είναι οι στρατιώτες. Του απήντησα, σεις τους έχετε αιχμαλώτους που θέλεις να ξέρω εγώ; Πήρε τη φρουρά και έφυγε.

Στρατιώτες μείναν μόνο οι υπηρέτες των ιατρών και αι αποσκευαί των Αξιωματικών ιατρών στο προαύλιο, σε ένα κάρο. Εκεί που σκεπτόμεθα τι να κάνουμε, γιατί ουσιαστικώς είμεθα ελεύθεροι, συναντήσαμε έναν υπίατρο Θεσσαλονικιό, ονόματι Βαλάσην, από τον οποίον και έμαθα ότι υπηρετεί ως χειρουργός στο Δημοτικόν Νοσοκομείον και ότι οι ιατροί του Νοσοκομείου έφυγαν για την Αθήνα, προ του φόβου εισόδου των Βουλγάρων.

Λάβαμε απόφαση μαζί με αυτόν και τους ιατρούς μου να πάμε στο Δημοτικό Νοσοκομείο να στρατωνισθούμε και να το μεταβάλλουμε, τη εγκρίσει του Δημάρχου, σε Στρατιωτικό με το επιστημονικό προσωπικό του Χειρουργείου.

Τη συνοδεία του Βαλάση πήγαμε στο Νοσοκομείο, βρήκαμε εκεί και τον κ. Αστεριάδη, ακτινολόγο και τους λοιπούς υπαλλήλους του Νοσοκομείου. Ήλθαμε τις επαφήν με τον Δήμαρχον, όστις ενέκρινε τη σκέψη μας και έτσι από της 9ης Απριλίου το Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης μετεβλήθη σε Στρατιωτικό, υπό την διοικητικήν επιστημονικήν ευθύνην μου.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Την επομένην μετέβην με τον υπασπιστήν μου ιατρόν κ. Δημότσην εις το Γερμανικόν Φρουραρχείον και ζητήσαμε να το αναγνωρίσουν ως Στρατιωτικόν Νοσοκομείον, αφού αυτοί, αν και υποχρεωμένοι εκ των Διεθνών Συμβάσεων, δεν ηδύνατο να νοσηλεύουν τραυματίες Ελληνες, Αγγλους και Σέρβους. Η αίτησις έγινε αμέσως δεκτή και οι Γερμανοί έφεραν μέχρι 30 Απριλίου, που είχα εγώ την ευθύνη της Διοικήσεως, πλέον των 500 Ελλήνων, 70 Άγγλους και Σέρβους. Μεταξύ των Άγγλων ήσαν και Έλληνες Αυστραλοί, οι οποίοι έπειτα από 48 χρόνια, πληροφορηθέντες ότι ζω, μου έστειλαν πλακέτα του Συλλόγου των, ευγνωμονούντες.

Την 1η Μαΐου οι Γερμανοί με ειδοποίησαν να πάρω τους ιατρούς μου και να μεταβώ εις το Στρατόπεδο όπου είχαν τους αιχμαλώτους. Εκεί διάβασαν μία διαταγή του Χίτλερ, εξυμνούσαν την ανδρείαν των Ελλήνων και άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες, αποσυρθέντων των σκοπών, να φύγουμε για τες εστίες μας, ως ελεύθεροι πολίται.

Εδώ έληξε η ζωή του Σ2 πεδινού χειρουργείου, που μετονομάσθη εις XVIII Χειρουργείο, το οποίον είχα την τιμήν να διοικήσω.

Επεξεργασία Ανάρτησης και προσθήκη φωτογραφιών από Αργύρη Τασιόπουλος.

Πηγές :

  • Σκόρπιες Μνήμες και Διαλογισμοί», Αθήνα 1989. Γεωργίου Πολίτη.
  • Μυθική Πραγματικότητα :  Δ. Μπούκη, Κ. Κυριακόπουλου.
  • Ιστοσελίδα : https://cityculture.gr/  Αρθρο :  Ευαγγελία Κανταρτζή
  • Ιστοσελίδα : https://annagelopoulou.blogspot.com/
Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΟΧΙ

ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΟΧΙ

  • – 2025.04.06
  • – Α. Τασιόπουλος

Τιμώντας την μνήμη όσων αγωνίστηκαν και όσων θυσιάστηκαν στην Γερμανική εισβολή της 6ης Απριλίου 1941, παρουσιάζουμε ένα σύντομο αφιέρωμα στους αγώνες του Έθνους την περίοδο 6-27 Απριλίου 1941. 

Στις 5.15 π.μ.(5.20 π.μ. κατά τους Γερμανούς) της 6ης Απριλίου 1941 εκδηλώθηκε η πρώτη γερμανική επίθεση εναντίον των ελληνικών φυλακίων στο όρος Μπέλες.15 – 30 λεπτά αργότερα (υπάρχει διαφωνία μεταξύ των πηγών) ο Γερμανός πρέσβης στην Ελλάδα, πρίγκιπας Βίκτορ φον Έρμπαχ, επισκέφθηκε τον Α. Κορυζή σπίτι του και του απέδωσε νότα, δηλ. διπλωματική διακοίνωση (όχι τελεσίγραφο ή επίσημη κήρυξη πολέμου) προφανώς για να αποφύγει ένα δεύτερο “όχι”.

Ο Κορυζής το διάβασε βιαστικά και ο Έρμπαχ * του είπε :«Θα πρέπει να πληροφορήσω την υμετέρα εξοχότητα ότι την στιγμήν ταύτην εκ μέρους της Γερμανικής κυβερνήσεως επιδίδεται διακοίνωσις εις τον εν Βερολίνω Έλληνα πρεσβευτήν. Διά της ανακοινώσεως σας γνωρίζομεν ότι τα Γερμανικά στρατεύματα θα εισέλθουν εις το Έλληνικόν έδαφος σήμερον την πρωία κατόπιν της εν Ελλάδι αφίξεως Αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων». Ο Κορυζής σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και του απάντησε.

«Παρακαλώ διαβιβάσατέ στην Υμετέραν κυβέρνησιν ότι η Ελλάς υπεραμυνόμενη του πατρίου εδάφους θα αντιτάξει αντίστασιν διά των όπλων εις πάσαν απόπειραν των Γερμανικών στρατευμάτων όπως εισβάλουν εις αυτό».

*Ο πρέσβης φον Έρμπαχ, ήταν φιλέλληνας. Μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Γερμανούς εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του και το Βερολίνο τον έθεσε άμεσα σε διαθεσιμότητα!

Τι είχε προηγηθεί …………

Οι Συνθήκες του 20υ Όχι ήταν τελείως διαφορετικές. Η Ελλάδα ήταν ήδη σε πόλεμο με την Ιταλία, ήταν δύσκολο να διαθέσει επαρκείς δυνάμεις σε ένα δεύτερο μέτωπο.

Με το βλέμμα στραμμένο στην διαφαινόμενη επίθεση της Γερμανίας, στις αρχές Φεβρουαρίου 1941, συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Συμβούλιο Αντιστράτηγων. Στο Συμβούλιο εξεταστήκανε όλα τα στρατιωτικά ζητήματα τα αφορώντα την διεξαγωγή του πολέμου. Ο Αντιστράτηγος Γεώργιος Κοσμάς Διοικητής Α’ΣΣ, ενημέρωσε πως αν ερχόταν βοήθεια των Άγγλων θα έπρεπε να είναι αρκετή ώστε να εξασφαλίσει την Ιταλο – Γερμανικήν ανάσχεση, αρχικά και προοδευτικά να επιτρέψει την ανάληψη αντεπίθεσης. Διαφορετικά ήταν καλύτερο η Ελλάδα να μείνει μόνη της, για να αντιμετωπίσει και τους δύο εισβολείς και να πέσει με τρόπο ένδοξο που και αυτό ακόμη το “πέσιμο” της να είναι για τους λαούς ανάσταση σωστή και μεσουράνημα δόξας.

Ο Αντγος Γ. Κοσμάς στο μέτωπο της Ηπείρου

Έλεγε επίσης πως αν η εξωτερική βοήθεια ήταν ανεπαρκής προτιμότερον είναι να μην έρθουν καθόλου διότι και δικαιολογία πολιτική δίνουν στους Γερμανούς για την επέμβαση και χωρίς να να μας βοηθήσουν αποτελεσματικά, δεσμεύουν την ελευθερία ενεργείας στα ελληνικά στρατεύματα με την δημιουργία προς αυτά (τα ξένα στρατεύματα) στρατιωτικών υποχρεώσεων. Οι εξελίξεις έδειξαν πως ο Κοσμάς είχε δίκαιο και τα μεταγενέστερα γεγονότα τον δικαίωσαν.

Δεν έφθανε που η Κυβέρνηση Κορυζή που από κακή εκτίμηση, είτε από διάφορες σκοτεινές πιέσεις έκανε το σφάλμα να απορρίψει τη γνώμη του έμπειρου Στρατηγού, προχώρησε και παραπέρα, την ίδια μέρα αποστράτευσε τον Αντιστράτηγο Κοσμά και τους δύο άλλους Αντιστράτηγους,  που είχαν πάρει στο Συμβούλιο το μέρος του Κοσμά (τον Μάρκο Βεράκο και το Δημήτρη Παπαδόπουλο), επώδυνες αλλαγές στο Στράτευμα εν μέσω πολέμου. Ήταν ολέθριο σφάλμα, να αλλάζεις την ηγεσία Σωμάτων Στρατού εν μέσω πολέμου και με την απειλή ενός δεύτερου μετώπου. Ο Γ. Κοσμάς ζήτησε με αναφορά του να επανέλθει ως έφεδρος, όπου η υπηρεσία έκρινε σκόπιμο, αλλά η αναφορά αντιμετωπίσθηκε με χλευασμό και δεν απαντήθηκε.  

Όπως γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος στο βιβλίο του «Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΟΧΙ»  «μεταξύ των Ελλήνων και των Βρετανών ιθυνόντων υπήρχαν διαφορετικές εκτιμήσεις, γιατί αντιμετώπιζαν το πρόβλημα από διαφορετική σκοπιά, με αποτέλεσμα να εκδηλωθούν σοβαρές διαφωνίες κατά τις διαπραγματεύσεις για την αντιμετώπιση της επερχόμενης Γερμανικής επίθεσης κατά της Ελλάδας» και στη συνέχεια γράφει: «Έλληνες και Βρετανοί επιτελείς είχαν υποπέσει σε τραγικά τακτικά σφάλματα, τα οποία οι έμπειροι Γερμανοί στρατηγοί δεν επρόκειτο ν’ αφήσουν ανεκμετάλλευτα».

O Παπάγος με τον Κοσμά συνελήφθησαν από τους Γερμανούς  λόγω συνεργασίας με την Αντίσταση και στάλθηκαν στον Νταχάου. Εκεί ο Κοσμάς ρώτησε τον Παπάγο “Γιατί δέχθηκε βοήθεια 1/2 Μεραρχίας από τους Άγγλους, δύναμη που δεν μπορούσε να προσφέρει τίποτα”.  Ο Παπάγος απάντησε πως πιέστηκε από τους Άγγλους,  διότι ήθελαν (οι Άγγλοι) με την συμβολική αυτή κίνηση να δώσουν θάρρος στους Σέρβους για να σπάσουν το Σύμφωνο με τους Γερμανούς και στους Τούρκους. Συνέχισε ο Κοσμάς στο Βιβλίο του “Επί πλέον μου τόνισε την πικρίαν (Ο Παπάγος)…..   

Απόσπασμα από την σελίδα 68 του Βιβλίου τοι Γεωργίου Κοσμά “ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ”

Οι Στρατηγοί στο Νταχάου. (Πρώτος από αριστερά ο Γ. Κοσμάς, τρίτος ο Α. Παπάγος)

  Καμιά μάχη δεν κερδήθηκε από δυνάμεις υπό Συμμαχική διοίκηση. 

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

Πολύ συνοπτικά αναφέρονται παρακάτω οι μάχες  που δόθηκαν μετά την εισβολή των Γερμανών. Σε κάθε μάχη υπάρχει και ο σχετικός σύνδεσμος για όποιον θέλει να μελετήσει την περίοδο αυτή. 

  1. 6-10/4/1941 Η Μάχη των Οχυρών Γραμμής Μεταξά.
  2. 9/4/1941 Συνθηκολόγηση Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ)
  3. 11-12/4/1941 Η Μάχη της Βεύης ή της Στενωπού Κλειδιού. 
  4. 13-14/4/1941 Η Μάχη της Στενωπού της Κλεισούρας.
  5. 15-16/4/1941 Η Μάχη του Πλαταμώνα, 
  6. 18/4/1941  Η Μάχη των Τεμπών.
  7. 20-24/4/1941 Η Μάχη των Θερμοπυλών.
  8. 21/4/1941 Υπογραφή άνευ όρων παράδοσης Ελληνικού Στρατού
  9. 27/4/1941 Είσοδος Γερμανών στην Αθήνα

Η Μάχη των Οχυρών ή αλλιώς Μάχη της Γραμμής Μεταξά ήταν η πρώτη μάχη της Γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα. Διεξήχθη ανατολικά του Στρυμόνα ποταμού, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Διάρκεσε 3 ημέρες από τις 6 έως τις 9 Απριλίου του 1941 και έληξε με την συνθηκολόγηση Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) .

Στη Μάχη των οχυρών γράφτηκαν σελίδες δόξας. Ενδεικτικά το Οχυρό Ρούπελ αμύνεται παρά τις συνεχείς επιθέσεις και βομβαρδισμούς. Στις 17:00 τις 9/4 προσήλθαν Γερμανοί κήρυκες για να γνωστοποιήσουν την συνθηκολόγηση του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) ζητώντας την παράδοση του οχυρού. Ο Διοικητής του, Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος απάντησε ότι «τα οχυρά δεν παραδίδονται αλλά καταλαμβάνονται και ότι θα συνεχίσει τον αγώνα στερούμενος άλλων διαταγών». Ο κήρυκας διαβεβαίωσε στην στρατιωτική του τιμή ότι δεν επρόκειτο για απάτη και όρισε συνάντηση για την 6:00 της επόμενης 10/4. Το οχυρό επικοινώνησε με τη Μεραρχία όπου του κοινοποίησε την συνθηκολόγηση. Η αντίδραση των ανδρών του οχυρού ήταν ότι ο αγώνας έπρεπε να συνεχιστεί.

Την επομένη μέρα, 10 Απριλίου 1941, έλαβε χώρα η παράδοση του οχυρού. Αναγνωρίζοντας τον ηρωισμό των Ελλήνων υπερασπιστών του Ρούπελ, οι Γερμανοί τους απέδωσαν τιμές και τους άφησαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Έξω από το οχυρό ήταν παραταγμένο γερμανικό τμήμα και απέδωσαν τιμές. Στην συνείδηση του Έθνους οι μαχητές των Οχυρών έπραξαν το καθήκον τους και παρέμειναν “με χρυσά γράμματα” στην μνήμη.  

Η αποχώρηση των Ελλήνων Στρατιωτών, με την θλίψη στα πρόσωπα. Πηγή “Πρώτο Θέμα”  εδώ

Μετά την Μάχη των Οχυρών, ακολούθησε μια σειρά μαχών, σε όλες, οι συμμαχικές δυνάμεις ηττήθηκαν. Έλληνες και ξένοι μαχητές πολέμησαν ηρωικά  Οι δυνάμεις των Άγγλων – Αυστραλών – Νεοζηλανδών, αδύναμες και μη καλά εξοπλισμένες  έδωσαν ηρωικό αγώνα να επιβραδύνουν τη κάθοδο προς την Αθήνα των Γερμανών και να δώσουν τον χρόνο να οργανωθεί η απομάκρυνσή τους από την Ελλάδα. 

Η Μάχη της στενωπού Κλειδίου, επίσης γνωστή και ως Μάχη της Βεύης, έλαβε χώρα στις 11 και 12 Απριλίου 1941. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ότι οι δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας θα αναχαίτιζαν τη γερμανική επίθεση, μέχρι οι ελληνικές δυνάμεις να επιστρέψουν από τη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία, σε μία νέα αμυντική γραμμή μεταξύ του όρους Ολύμπου και του ποταμού Αλιάκμονα.   Ένας μεικτός σχηματισμός Αυστραλών, Βρετανών, Νεοζηλανδών και Ελλήνων, γνωστός με την ονομασία «Δύναμη Μακέι» (Mackay Force), συγκροτήθηκε βιαστικά με σκοπό, όπως το έθεσε ο διοικητής των δυνάμεων της Βρετανικής Κοινοπολιτείας στην Ελλάδα στρατηγός Χένρι Μέτλαντ Γουίλσον, «να σταματήσουν τον καταιγιστικό πόλεμο στην κοιλάδα της Φλώρινας». Ο σχηματισμός πήρε το όνομά του από τον διοικητή του, Αυστραλό υποστράτηγο Ίβεν Μακέι (Maj. Gen. Iven Mackay). Έληξε με την υποχώρηση των Συμμαχικών Δυνάμεων. Δείτε περισσότερα εδώ

Η Μάχη της Στενωπού της Κλεισούρας ή ο Αγώνας της Στενωπού της Κλεισούρας, διαδραματίστηκε από το βράδυ της 13ης Απριλίου 1941 και συνεχίστηκε μέχρι το μεσημέρι της 14ης Απριλίου, στο στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τα βουνά Βέρνο και Άσκιο, γνωστό και ως πέρασμα της Κλεισούρας Καστοριάς, μεταξύ των δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού της 20ής Μεραρχίας Πεζικού και της γερμανικής «Σωματοφυλακής SS Αδόλφος Χίτλερ», που ήταν μηχανοκίνητο γερμανικό πεζικό τμήμα σε επίπεδο ταξιαρχίας. Η κατάληψη του περάσματος ήταν για τους Γερμανούς στρατηγικής σημασίας για τη διάσπαση της γραμμής του μετώπου που είχαν σχηματίσει οι συμμαχικές δυνάμεις και ορίζονταν από τα όρη Βέρνο, Άσκιο και Βούρινος στα δυτικά, τον ποταμό Αλιάκμονα στα νότια και το όρος Όλυμπος στα νοτιοανατολικά. Η σημασία της διάβασης ήταν νευραλγική για την προστασία της ελεγχόμενης αποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν του Ιταλούς από τη Βόρεια Ήπειρο, η οποία συντελέστηκε μετά τη διάσπαση του ελληνοβουλγαρικού μετώπου λόγω της ταχείας γερμανικής εισβολής στη Γιουγκοσλαβία. Η μάχη έληξε με ήττα των συμμαχικών δυνάμεων. Δείτε περισσότερα εδώ

Μάχες στον Πλαταμώνα, τα Τέμπη τις Θερμοπύλες. 

Ελάχιστοι γνωρίζουν την Μάχη του Πλαταμώνα, 15-16 Απριλίου 1941.  Την διάβαση προς την κοιλάδα των  Τεμπών υπερασπιζόταν το 21 Τάγμα Πεζικού των Νεοζηλανδών. Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο στρατός των Νεοζηλανδών αποτελούταν από απλούς πολίτες, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει το πείσμα, την αγωνιστικότητα και την αυτοθυσία τους. Η μάχη ήταν άνιση, όμως παρέμειναν αφοσιωμένοι στον στόχο τους. Δημιούργησαν ακόμη και αυτοσχέδια όπλα, τα οποία παρ’ όλα αυτά δεν στάθηκαν αντάξια να αντιμετωπίσουν τον εκπαιδευμένο Γερμανικό στρατό. (πηγή εδώ

Στιγμιότυπο από τον βομβαρδισμό του Κάστρου του Πλαταμώνα. Πηγή εικόνας: lefteria.blogspot.com.

Ακολούθησε η Μάχη των Τεμπών, 18 Απριλίου 1944, ηρωικές προσπάθειες από Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς. Άγνωστη Μάχη και  αυτή.

Η Μάχη των Θερμοπυλών,  20-24 Απριλίου 1941. 

Bau einer Behelfsbrücke über den Sperchios, 5. Pz, Div. 23.04.41, Griechenland, 5 km südl. Lamia

Bau einer Behelfsbrücke über den Sperchios, 5. Pz, Div.
23.04.41, Griechenland, 5 km südl. Lamia (Wikipedia)

27 Απριλίου 1941. Οι Γερμανοί στην εισέρχονται στην Αθήνα. Πηγή https://sinomosiologos.blogspot.com/2016/04/27-1941.html

Οι άνδρες ενός μηχανοκίνητου αποσπάσματος με επικεφαλής τον ίλαρχο Γιάκομπι έφτασαν στα προπύλαια της Ακρόπολης και ύψωσαν τη γερμανική σημαία στον Ιερό Βράχο. Ο Έλληνας φρουρός της σημαίας στην Ακρόπολη, Κωνσταντίνος Κουκίδης, δεν άντεξε την προσβολή. Τυλίχθηκε με την Ελληνική σημαία και ρίχτηκε στο κενό. Η Γερμανική στρατιωτική διοίκηση της Αθήνας υποχρέωσε την κυβέρνηση Τσολάκογλου να δημοσιεύσει στον Τύπο ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία, ο Κουκίδης υπέστη έμφραγμα από τη συγκίνηση. Οι στρατιώτες όμως του γερμανικού αποσπάσματος έχουν συγκλονιστεί από αυτό που είδαν και δεν μπορούν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Η Βρετανική εφημερίδα Daily Mail επιβεβαίωσε το γεγονός με τον τίτλο: A Greek carries his flag to the death». Ένας Έλληνας φυλά τη σημαία μέχρι θανάτου. Ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος στα απομνημονεύματά του, αναφέρει: «Ο Έλλην φρουρός τής Ελληνικής σημαίας επί τής Ακροπόλεως, μή θελήσας νά παραστή μάρτυς τού θλιβερού θεάματος τής αναρτήσεως τής εχθρικής σημαίας, ώρμησεν εκ τής Ακροπόλεως κρημνισθείς καί εφονεύθη. Εκάθησα στό γραφείον μου περίλυπος μέχρι θανάτου καί δακρύων…» Πηγή “Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ”

Ωστόσο, για πολλούς ερευνητές η ιστορία του Κουκίδη είναι ένας ανεπιβεβαίωτος θρύλος. Η αιτία είναι ότι δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν κανέναν στρατιώτη ή εύζωνο στα στρατιωτικά αρχεία, με το όνομα «Κωνσταντίνος Κουκίδης». Ακόμη και αν κάποιοι αμφισβητούν το γεγονός, η είδηση ήταν αντίστοιχη των συναισθημάτων που είχαν οι Έλληνες στη θέα του κατακτητή.

 

Ο Ελληνογερμανικός πόλεμος είναι το λιγότερο προβεβλημένο και αναλυμένο γεγονός από την ελληνική βιβλιογραφία της, τραγικής για τον ελληνισμό, περιόδου 1941-1944. Ακόμη και στη συλλογική εθνική μνήμη ο πόλεμος αυτός έχει σχεδόν εξοβελιστεί. Το παράδοξο είναι πως η Μάχη της Κρήτης (μέρος της ελληνογερμανικής σύρραξης) τιμάται με λαμπρές επετείους, ανάλογες εκείνων για το έπος του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Η εξήγηση είναι απλή. Έστω και αν ήταν άσκοπη θυσία η συνέχιση του Πολέμου, ο λαός ποτέ δεν δέχθηκε την υπογραφή συνθήκης άνευ όρων παράδοσης στις 20/4/2025 στους Γερμανούς, από τον Στρατηγό Τσολάκογλου. Ο Τσολάκογλου αυτονομήθηκε, δεν υπάκουσε στις εντολές της Κυβέρνησης και του Παπάγου για συνέχιση του αγώνα μέχρις εσχάτων.  Συνέδεσε το όνομά του, στην συνείδηση των Ελλήνων, με την προδοσία και τον Δοσιλογισμό.  Οι Έλληνες αισθάνθηκαν ντροπή να βλέπουν τους ήρωες του Μετώπου της Ηπείρου –  Αλβανίας, των Οχυρών να επιστρέφουν άοπλοι με σκυμμένα τα κεφάλια, ήταν πολύ βαρύ για να το θυμάται. Οι  Έλληνες γιορτάζουν τον “ηρωισμό και την νίκη”, τις ήττες συνήθως τις ξεχνούν, δεν παίρνουν διδάγματα από αυτές και επαναλαμβάνουν τα ίδια σφάλματα.   

Είναι νωρίς ακόμη να γραφεί η Ιστορία της περιόδου αυτής. Η υπογραφή της συνθήκης παράδοσης άνευ όρων, ολοκλήρωσε την διάλυση των  εμπειροπόλεμων Ελληνικών δυνάμεων  στην Ήπειρο – Αλβανία. Υπάρχει η συζήτηση αν γινόταν έγκαιρη και συγκροτημένη σύμπτυξη των δυνάμεων αυτών ίσως μπορούσε να στηθεί μια γραμμή άμυνας νοτιότερα.  Αναπάντητο το ερώτημα “μήπως ο Τσολάκογλου είχε δίκαιο” στην άνευ όρων συνθηκολόγηση; Τα ¨αν” δεν έχουν καμιά αξία και μένουμε ως γνήσιοι Έλληνες στα λόγια του Στρατηγού Κοσμά. 

Ήταν καλύτερο η Ελλάδα να μείνει μόνη της, για να αντιμετωπίσει και τους δύο εισβολείς και να πέσει με τρόπο ένδοξο που και αυτό ακόμη το “πέσιμο” της να είναι για τους λαούς ανάσταση σωστή και μεσουράνημα δόξας.    Γ. Κοσμάς Φεβ. 1941 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΟΧΙ, Νίκου Γιαννόπουλου

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ, Γεωργίου Κοσμά. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της ΕΕΥΕΔ

Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥΧΡΟΝΟΥ (Η ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ) 

Categories
2025 ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ!

Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ!

  • – 2025.03.24
  • – Λάμπρος Βαζαίος

Λίγo  πριν την 25η Μαρτίου, την Εθνική Εορτή, την επέτειο της Επανάστασης του 1821, την επέτειο της Παλιγγενεσίας, της Εθνεγερσίας, του Ιερού Αγώνα, την επέτειο με τά τόσα ονόματα! Γιατί άραγε δεν έχουμε καταλήξει σε ένα επικρατέστερο, στο πιο αντιπροσωπευτικό; Δεν νομίζω βέβαια πως η απορίες αυτές αφαιρούν το παραμικρό από την σημασία και την αξία των όσων γίνονται ή των όσων λέγονται για να την τιμήσουμε όλοι, ο καθένας όπως νομίζει και μπορεί! Η σημασία της έχει την μεταβλητή διαχρονικότητα που ταιριάζει σε κάθε τι σημαντικό που υπάρχει ως σταθερή αξία στην Ιστορική μνήμη. Ας παραμερίσουμε όμως από τώρα μιζέριες και περίεργες θέσεις, αντιρρήσεις και μεγαλοστομίες. Αν αποδεχθούμε την ανάγκη της μεγάλης γιορτής και αν δικαιολογήσουμε τα αναπόφευκτα τότε μόνο θα αποκλείσουμε τον ημίκοσμο αλλά κυρίως τον υπόκοσμο των δήθεν «πατριωτών υπερπατριωτών», των επιτήδειων αλητήριων που καραδοκούν.

Ο «εξ’ισου πατριωτισμός» του «Ανεξάρτητου»** το 1843 έδωσε από τότε το μέτρο και το ηθικό υπόβαθρο. Ο αληθινός πατριωτισμός, όπως μας τον κληροδότησαν οι πρόγονοι, επώνυμοι και ανώνυμοι, σεμνοί αγωνιστές, βαθιά έντιμοι πολίτες ιδιαίτερα αυστηροί σε θέματα ηθικής, δεν μπερδεύεται με τα φληναφήματα της σύγχρονής «αριστείας», αμετροεπών ασήμαντων, που κυνηγάνε την επικερδή επωνυμία στην σημερινή «καλή κοινωνία». Στον φετεινό εορτασμό που θα κορυφωθεί σε λίγες ημέρες και είναι κάτι που για πολλά χρόνια επαναλαμβάνεται, όλοι έχουμε συγκεκριμένες σταθερές για το τι σημαίνει για το Έθνος και την κοινωνία η επίκληση, η γιορταστική επίκληση της ημέρας της 25ης Μαρτίου, της Εθνικής Εορτής. Αναζητώντας πιο ουσιαστικές, πιο πραγματικές διαδικασίες κατανόησης και πρόσληψης των νοημάτων μιας ολόκληρης εποχής τόσο παλιάς, τόσο διαφορετικής, τόσο μακρινής, βρέθηκα σε αδιέξοδο αρκετά συχνά.

Δεν νομίζω πως πρέπει να μακρηγορήσω ειδικά πάνω σε αυτό το θέμα. Κινδυνεύω να χάσω το μέτρο και κυρίως το «κλειδί» της αποκρυπτογράφησης των «μυστικών» αλλά και των σκοτεινών διαδρομών του Αγώνα που κράτησε λίγο περισσότερο από 7 χρόνια. Τις διαδρομές αυτές με τους εμφύλιους και τις αθλιότητες που προκάλεσαν θα τις ξορκίσουμε πάλι, θα ξαναθυμηθούμε όσα πρέπει να μην ξεχνάμε. Δικά μας είναι στο κάτω κάτω, κληρονομιά μας! Δεν θα μείνουμε όμως εκεί. Δεν θα μείνουμε στην ανάλυση της γλωσσικής ταυτότητας του Μάρκου Μπότσαρη και του Κολοκοτρώνη, ούτε σε πιο ιδίωμα έδινε παραγγέλματα ο Μιαούλης στους ναύτες του! Αυτούς είχαμε, αυτοί πολέμησαν, αυτοί καταφέρανε το πρώτο ξήλωμα της φόδρας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτοί καταφέρανε να πριονίσουν έστω και λίγο τα νύχια της «Ιεράς Συμμαχίας» και της ανήθικης, μισάνθρωπης και βαθιά ανθελληνικής αυταρχικότητας του Μέττερνιχ. Δεν υπάρχει μάλλον στην Παγκόσμιο Ιστορία Επανάσταση που ο ένοπλος αγώνας, η εξεγερσιακή φάση, να κράτησε τόσο. Το γεγονός αυτό μαζί με την πικρή πραγματικότητα της «ανάπηρης» πολιτικά κατάληξης του κράτους που προέκυψε, πάντα μου έδιναν την εντύπωση πως δεν είχα την σωστή πληροφόρηση και μάλιστα «από πρώτο χέρι» για όσα σηματοδότησε η 25η Μαρτίου μέχρι σήμερα και πως φτάσαμε μέχρι εδώ.

Πώς όμως άρχισε να πληροφορείται ο άμεσα ενδιαφερόμενος Λαός στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια για το τι έγινε, από ποιους και για ποιους; Με ποιους τρόπους έφτασε στον «απλό πολίτη» η πληροφόρηση για την Επανάσταση; Ήταν μόνο η επίσημη «διήγηση» των γεγονότων η υπήρξε κάτι διαφορετικό που απλά και πειστικά παρουσίασε τις λεπτομέρειες που στην περίπτωση μας είναι η ουσία; Ήταν μόνο τα πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά ιστορικά πονήματα που γράφηκαν για την Επανάσταση; Υπήρχε «κάτι άλλο» πιο εύκολο, πιο ευχάριστο από τα αναγνώσματα των ιστορικών, που να κυκλοφόρησε στα λαϊκά σπίτια της Ελλάδας τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα;

Προσπαθώντας να δώσω κάποιες απαντήσεις, θυμίζω το πρώτο μυθιστόρημα της νεότερης Ελληνικής Γραμματείας. Είναι το ιστορικό μυθιστόρημα του Στέφανου Ξένου που πρωτοεκδόθηκε το 1851. Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το βιβλίο είχε αλλεπάλληλες εκδόσεις και διακινήθηκε ευρύτατα στον Ελλαδικό χώρο και τον υπερόριο Ελληνισμό. Προς το τέλος του αιώνα μεταφράστηκε Αγγλικά και κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ. Πρόκειται για δίτομο έργο 900 περίπου σελίδων με τίτλο: «Η Ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως». (Ηλεκτρονικό Αντίγραφο στην Βιβλιοθήκη του ΑΠΘ, εδώ

Η Ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως

Ο Θρασύβουλος και η γενναία Ανδρονίκη, δύο όμορφοι νέοι από την Αρκαδία (τέλεια δείγματα του ρομαντικού «Αρκαδικού Ιδεώδους»), μορφωμένοι όσο λίγοι, πολεμιστές ασύγκριτοι, ζουν τον υπέροχο έρωτα τους μέσα σε όλες τις μεγάλες στιγμές και τις πιο σπουδαίες μάχες του Αγώνα. Ο συγγραφέας περιγράφει γλαφυρότατα και το κυριότερο ακριβέστατα, όλες τις φάσεις της Επανάστασης, των επτά χρόνων της, μέσα σε σελίδες έντονα φορτισμένες με έρωτα αγνό και ανεπίληπτη ηθική στάση σε όλα τα επίπεδα, των ηρώων. Είναι αξιοσημείωτη η περιγραφή της ζωής, των εθίμων, της ντοπιολαλιάς κάθε τόπου και περιγράφονται με κάθε ιστορική ακρίβεια οι μάχες που σε πολλές παίρνουν μέρος οι ήρωές μας! Οι Ηπειρώτες, οι Μωραϊτες, οι Ρουμελιώτες, οι Χιώτες και οι Ψαριανοί, οι Κωνσταντινοπολίτες, οι νησιώτες του Αιγαίου, όλοι οι Έλληνες που έπαιρναν στο χέρι το βιβλίο έβρισκαν στις σελίδες του τον χώρο και την διάλεκτο της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Εκεί η Ηρωϊδα μας, με η χωρίς τον Θρασύβουλο, μάχεται για την Ελευθερία. Ήταν δυνατόν να μην διαβάζανε με προσοχή το βιβλίο; Η γλώσσα του, η λαϊκή καθαρεύουσα εποχής, συμβατή, κατανοητή και σίγουρα ευχάριστη για τον μέσο άνθρωπο.

Θα αποτολμήσω κριτική προσέγγιση του βιβλίου στην εποχή του και στην εποχή μας λέγοντας πως διαχρονικά μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα αξιόπιστη αναφορά των ιστορικών γεγονότων της Εθνεγερσίας. Το μέρος του μυθιστορήματος, του ρομάντζου μάλλον, βοηθά να μην πλήξει ο αναγνώστης από την μονότονη, την ξερή απαρίθμηση μαχών και εκστρατειών!

Ας το ξαναθυμηθούμε, είναι κάτι δικό μας, κάτι γραμμένο από σχεδόν(!) αυτόπτη (γεννήθηκε τα 1821), χαρισματικό Έλληνα του υπερόριου Ελληνισμού. Μαζί με τον « Βρετανικό Αστέρα» που ο ίδιος εξέδιδε στο Λονδίνο, τον «Ανεξάρτητο»** του προγόνου μου Παντελή Κ. Παντελή και μερικές άλλες θαρραλέες φωνές, εκείνης της εποχής, ενώθηκε με τους Συνταγματικούς, τους Δημοκρατικούς του αντιβαυαρικού αγώνα. Ήταν για να μπορέσει η Ελλάδα να ανακτήσει κάτι από όσα έχασε όταν από αβασίλευτη δημοκρατία με Σύνταγμα, όπως ήταν σε όλη την διάρκεια της Επανάστασης και έτσι ελευθερώθηκε, έγινε «Ελέω Θεού Μοναρχία» με βασιλιάδες ανήλικους αλλοδαπούς και όχι πρωτοκλασάτους(!) ευγενείς! Έλληνα το γένος αρχηγό του κράτους αποκτήσαμε μόλις το 1974!   

(*ας με συγχωρήσουν ο Κουντουριώτης και ο Ζαΐμης, αυτοί «υπηρεσιακοί» ήταν και για λίγο).

*Να θυμόμαστε πως το 1821, τότε που η Πελοποννησιακή Γερουσία και ο Δημήτριος Υψηλάντης κήρυξαν την δημιουργία του πρώτου κρατικού μορφώματος, η Ελλάδα και η Ελβετία ήταν τα μόνα κράτη χωρίς κληρονομική μοναρχία στην Ευρώπη. Ο Μέττερνιχ έφριξε και είπε όσα είπε, αλλά και έκανε όσα έκανε! Μας επέβαλε, μαζί με τους «Μεγάλους Συμμάχους», τον ολέθριο θεσμό της Μοναρχίας και το πέτυχε!

Σήμερα όμως, πρέπει να το παραδεχτούμε, η ράτσα μας, ο Λαός μας παλέψανε και τα καταφέρανε. Δύσκολος δρόμος, με θυσίες, με ηρωισμούς, μεγαλείο ψυχής, και με παλινδρομήσεις σε εμφύλιες αθλιότητες που σκοτείνιαζαν τον ορίζοντα και την εικόνα του Αγώνα.. Είμαστε σήμερα εδώ με αυτό που έχουμε, με τα θετικά και τα αρνητικά μας, με την περηφάνια και την ιστορία μας. Φτάσαμε ως εδώ με την ευχή αυτών που κατάφεραν τότε να σηκώσουν την πλάκα του «Λατινικού Δόλου» και της «Τουρκικής βίας», όπως έγραψε ο Λόρδος Μπάϋρον, που περισσότερα από 400 χρόνια πλακώνανε την ψυχή της Ελλάδας. Αυτή η ψυχή μονάχα είχε απομείνει, αυτήν ελευθερώσανε! Αυτό έκαναν τότε μαζί με τα πολλά αρνητικά και τα άσχημα, φυλάγοντας όμως το ακριβό κόσμημα της αγάπης για την ελευθερία, που δεν στόλισε τότε κανένα στέμμα, αλλά στεκόταν μονάχο του στο μέτωπο της Πατρίδας. Αυτό μας παρέδωσαν μαζί με το Σύνταγμα της Επιδαύρου, ακριβή κληρονομιά, εκείνοι που τιμούμε κάθε τέτοια μέρα και καλά κάνουμε, οι δικοί μας άνθρωποι είναι, εγγόνια τους είμαστε, στο κάτω κάτω όσο και να γκρινιάζουμε το συμπέρασμα είναι πως… μάλλον καλά τα καταφέραμε μέχρι σήμερα!

Αν μπορέσουμε ας διαβάσουμε λίγο από τον Κοραή, τις σημειώσεις του για το Σύνταγμα, για το προσωρινό πολίτευμα της χώρας, που ήταν το πρώτο δημοκρατικό αποτύπωμα της Ελλάδας που μαχόταν για την Ανεξαρτησία της. Τις εξέδωσε με ιδιαίτερη επιτυχία το Μορφωτικό ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Ας ξαναθυμηθούμε τον Θούριο και την Χάρτα του Ρήγα, του πρώτου της σειράς των Μεγάλων Ελλήνων που εξόντωσαν η Ιερά Συμμαχία και οι προκάτοχοι του Μέττερνιχ. Ήταν ο Ρήγας Βελεστινλής, που τον ακολούθησαν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Καποδίστριας, δολοφονημένοι και αυτοί από τον ίδιο τον Μέττερνιχ και τους ανθρώπους του.* Αυτοί ήταν οι αληθινοί ιστορικά «Άριστοι» του Γένους που η εξόντωση τους ορφάνεψε το Έθνος την δύσκολη ώρα!

*Ο «Ανεξάρτητος» επιμένει πως πίσω από την δολοφονία, τον φόνο όπως λέει, του Κυβερνήτη ήταν ο «Μεττερνίχος»! Εγώ τον πιστεύω, χαλκέντερος, καλά ενημερωμένος δημοσιογράφος και έντιμος πολίτης και Αγωνιστής ήταν ο Παντελής Κ. Παντελή και κυρίως φίλος πιστός του Ι.Καποδίστρια. Σίγουρα ήξερε πολλά, ήξερε τι έλεγε!

Οι  Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, μας χάρισαν, την εξαίρετη ιστορική αφήγηση του Αλέξη Πολίτη με τίτλο: «Η Ρομαντική Λογοτεχνία στο Εθνικό Κράτος 1830 – 1880». Περιδιαβάζοντας στην ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο και την πνευματική κίνηση του Ελλαδικού χώρου, αναδεικνύει την θέση, η ακριβέστερα την ανάδυση του λαϊκού αναγνωστικού κοινού στην μόλις απελευθερωθείσα χώρα. Είναι εξαιρετική η διαδρομή στην Ρομαντική Λογοτεχνία που τότε άρχισε να ανθίζει στην χώρα μας. Η Επανάσταση που μόλις πριν λίγο είχε δώσει την θέση της στο νεαρό κράτος, που δεν είχε καμία πνευματική αποσκευή στο ταξίδι που ξεκινούσε, ήταν φυσικό να είναι το κύριο θέμα. Οι περιγραφές των γεγονότων, των μαχών, των ηρώων και των προσώπων που συνδεόντουσαν με αυτούς ήταν οι εκλαϊκευμένες αναφορές στα όσα έγιναν στην Επανάσταση. Η λαϊκή οικογένεια, οι απλοί άνθρωποι με τα μεγάλα ελλείμματα παιδείας σίγουρα βρήκαν μέσα στην λογοτεχνική αυτή παραγωγή την πληροφόρηση για τα ιστορικά γεγονότα. Ήταν έγκυρη όμως η πληροφόρηση; Ήταν αντικειμενική η ιστορική καταγραφή; Δεν θα επιχειρήσω να απαντήσω, δεν μπορώ να έχω και να τεκμηριώσω άποψη. Διακινδυνεύω όμως έναν ισχυρισμό, μία άποψη. Η Ρομαντική Λογοτεχνία βοήθησε στην μεταφορά του Πατριωτισμού των χρόνων της Επανάστασης, του θυσιαστικού και ηρωϊκού κάποιες φορές Πατριωτισμού, στην καθημερινότητα του πολίτη του Νέου Ελληνικού Κράτους. Καιροί δύσκολοι, χώρα που έπρεπε να φτιάξει τα πάντα από την αρχή, ανέχεια, φτώχια, λαός υποσιτισμένος, κουρασμένος, συχνά απογοητευμένος, κάποτε αγριεμένος. Πρέπει όμως να τον βοήθησε η Ρομαντική Λογοτεχνία. Με όλα τα αρνητικά της και με τα ουτοπικά εθνικά «οράματα» που ζωγράφισε, γεννήθηκε η «Εθνική Ιδέα», η γιαγιά της «Μεγάλης Ιδέας»! Τις είχε ανάγκη ο Λαός, τις χρειαζόταν και τις δύο, στην εποχή και για την εποχή της, την κάθε μία.. Στο κάτω κάτω με αυτές προχωρήσαμε παραμερίζοντας συχνά την λογική και λοιδορώντας τον πολιτικό ορθολογισμό!

Ήταν τότε που, στην διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου, ο «Ανεξάρτητος»** ζητούσε την δημιουργία πολιτοφυλακής, με 200.000 μορφωμένους πολιτοφύλακες, όπως έγραφε. Η δύναμη αυτή υποστήριζε πως ήταν ικανή, πλαισιωμένη με τις ήδη υπάρχουσες ναυτικές δυνάμεις, το ανάλογο πυροβολικό και το ιππικό που θα σχηματιζόταν στα απελευθερωνόμενα εδάφη, να πραγματοποιήσει την «Εθνική Ιδέα»! Έχω την αίσθηση πως κάθε απόπειρα σχολιασμού φαντάζει ως ιεροσυλία, στην μνήμη εκείνων των ονειροπόλων της ιστορίας. Ας σταθούμε όμως προσεκτικά όσο διαβάζουμε αυτές τις γραμμές. Ήταν παράξενα τρυφερή η σχέση τότε, με την Ιστορία και την πραγματικότητα, έτσι την προσέλαβα, έτσι αισθάνομαι πως πρέπει να την μεταφέρω. Τι λέτε να την αποδεχθούμε; Πιστεύω πως πρέπει να την φυλάξουμε κι’ας είναι έξω από την «επιστημονική ιστορική λογική», χρειάζεται να υπάρχει και αυτή!

Ευχόμενος Χρόνια Πολλά όπως κάνουμε στις εθνικές μας γιορτές, (είναι οι ευχές αυτές μοναδικό φαινόμενο στην Ευρωπαϊκή πραγματικότητα!), θα τολμήσω να πω πως «τα καταφέραμε» ως Λαός μέχρι σήμερα! Δικιά μας ήταν η «Εθνική Ιδέα» δική μας και η «Μεγάλη»! Κερδίσαμε ως Έθνος από αυτές, όσο και αν τις ακριβοπληρώσαμε. Ας μείνουμε απρόβλεπτοι, έτσι κατάφερε η ράτσα μας, πολλές χιλιάδες χρόνια, να μην χαθεί για να είμαστε οι Έλληνες από τους πιο «γνωστούς» και «αναγνωρίσιμους επώνυμους» του Κόσμου!

Λ.ΒΑΖΑΙΟΣ Μάρτιος 2025

**(«Ανεξάρτητος η Δημοκρατική Εφημερίδα της Επανάστασης του 1821)

**(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ 1918)

Επιμέλεια ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

2/39  ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ

(Συνοπτική Ιστορική Διαδρομή)

  • 2025.01
  • Ιωάννη Κατσαβού
  • Αξιωματικού ΠΝ     Ιστορικού-  Ερευνητή – Συγγραφέα

Εισαγωγή

        Η στολή του Εύζωνα παραπέμπει στον Έλληνα κλεφταρματωλό, με κύριο ένδυμα τη φουστανέλα, το φέσι και τα τσαρούχια, τον φέροντα την ελαφρά εξάρτυση, πεζό, το συνεχιστή του απελευθερωτικού αγώνος. Το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρύτερη περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας, της Ευρυτανίας καθώς και ολόκληρης της Ελλάδος, αφού συνδέεται με γεγονότα καίριας σημασίας για το έθνος μας, που επηρέασαν όλα τα στρώματα της τοπικής κοινωνίας και γέννησαν διαχρονικά μηνύματα, τα οποία ακόμη και σήμερα αναγνωρίζονται και αντλούμε αξίες και παραδείγματα.

         Με έδρα το Μεσολόγγι, και 3 Τάγματα Ευζώνων, το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων (ένα από τα 5 Συντάγματα Ευζώνων, επί συνόλου 42 Συνταγμάτων Πεζικού) ιδρύθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1913. Αποτέλεσε τη συνέχεια του 2ου Τάγματος Ευζώνων, που ιδρύθηκε το 1867,  ενός από τα 4 όμοιά του, τα οποία είχαν ως κύρια αποστολή, τη φρούρηση των συνόρων και την πάταξη της ληστείας.

Πολεμικές  Επιχειρήσεις 

       Από την συγκρότησή του έλαβε μέρος σε όλες τις πολεμικές συρράξεις κατά τον περασμένο αιώνα, όπως στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914-1918, στην Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1923 και στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-1941. Η ένδοξη πορεία του  άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του στην νεότερη ιστορία μας.

Α΄ Παγκόσμιος  Πόλεμος   (1914-1918) 

       Το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων έλαβε μέρος κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου μέχρι πέρατος. Επιστρατεύθηκε και στο διάστημα από 19 Μαΐου έως 5 Ιουνίου 1918 μεταφέρθηκε αρχικά στο Βόλο ατμοπλοϊκώς, κατόπιν σιδηροδρομικώς στη Λάρισα και από εκεί με πεζοπορία, κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές και εδαφικές συνθήκες, έφτασε στην περιοχή του χωριού Πετρανά της Κοζάνης, όπου καταυλίσθηκε.

        Από την 20ή Αυγούστου του 1918, το Σύνταγμα υπό την 30ή Γαλλική Μεραρχία, αναλαμβάνει τον τομέα Πρεσπών, έναντι των Βουλγάρων, όπου:

«…μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου επεδίωξε και επέτυχε με εκπομπή περιπόλων μάχης και με καταιγιστικά πυρά από τις κατεχόμενες θέσεις, αφ’ ενός τη συλλογή πληροφοριών για τη διάταξη και τις δυνατότητες του εχθρού και αφ’ ετέρου την καθήλωση των εχθρικών δυνάμεων του τομέα του». Η δράση αυτή ενίσχυσε την εμπιστοσύνη και προκάλεσε τον θαυμασμό των Γάλλων συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ, προς τον Ελληνικό Στρατό.

         Το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων, μετά τη διάσπαση του μετώπου, συνέχισε τη νικηφόρα πορεία του προς το Μοναστήρι, τα Σκόπια και το Πιρότ, όπου συνενώθηκε με την ΙΙΙη Μεραρχία Πεζικού των Πατρών, στην οποία ανήκε. Εκεί η ΙΙΙη Μεραρχία αναπτύχθηκε στα σύνορα της Σερβίας με τη Βουλγαρία με αποστολή να αποτρέψει ενδεχόμενη βουλγαρική αντεπίθεση. Οι κακουχίες του πολέμου και κυρίως η επιδημία της «ισπανικής» γρίπης αποδεκάτισαν το ελληνικό στράτευμα και 358 Στρατιώτες της Μεραρχίας δεν έζησαν για να επιστρέψουν στην πατρίδα. Στην πόλη Πιρότ στήθηκε αργότερα Ηρώο Πεσόντων, σε χώρο που προθύμως παρεχώρησε ο Δήμος.

       Το Φθινόπωρο του 1918, επειδή υπογράφηκε ανακωχή διαδοχικά με Βουλγαρία, Τουρκία, Αυστροουγγαρία και συνθηκολόγησε η Γερμανία, το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων διατάχθηκε να επαναπατρισθεί και μετακινούμενο άλλοτε σιδηροδρομικώς και άλλοτε πεζή, δια μέσου του δρομολογίου Σόφιας – Σκοπίων – Γευγελής – Αξιούπολης, έφθασε την 13η Ιανουαρίου του 1919 στο χωριό Μελισσοχώρι της Θεσσαλονίκης, όπου καταυλίσθηκε, ενώ αργότερα επαναπατρίσθηκε στην έδρα του, το Μεσολόγγι. Εδώ έληξε η ένδοξη πορεία και η εξαίρετη δράση του 2/39 ΣΕ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Μακεδονικό Μέτωπο. Ως επιστέγασμα των ηρωικών του πράξεων, η Σημαία του 2/39 ΣΕ παρασημοφορήθηκε με το Γαλλικό Πολεμικό Σταυρό, μεταξύ των 3 μόνον Συνταγμάτων (επί συνόλου 20), που συμμετείχαν στο Μακεδονικό Μέτωπο από την «Παλαιά Ελλάδα». 

Μικρασιατική  Εκστρατεία  (1919-1923)

       Το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων, στις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία, έλαβε μέρος μέχρι πέρατος. Έφθασε στη Σμύρνη ατμοπλοϊκώς την 5η Αυγούστου του 1920.

       Πολέμησε στις επιχειρήσεις προς το Εσκή Σεχήρ (Δεκέμβριος 1920 ως Μάρτιος 1921). «Οι Τούρκοι αν και υπέστησαν σημαντική τακτική ήττα, απέφυγαν ωστόσο την κύκλωση και την εκμηδένιση του όγκου των δυνάμεών τους, λόγω ολιγωρίας ανωτέρων του Συντάγματος Κλιμακίων. Ας σημειωθεί ότι τόσο ο Τουρκικός Τύπος, όσο και ο Γαλλικός και Ιταλικός παρουσίασαν τις επιχειρήσεις ως αποτυχία των Ελλήνων».

       Για την επόμενη μάχη του Αβγκίν (14-19 Μαρτίου 1921) αναφέρεται: «…Έληξε ατυχώς η μάχη για τα Ελληνικά Όπλα, η εξαήμερη επική και πολύνεκρη σύρραξη, στην οποία οι άνδρες του 2/39 ΣΕ επέδειξαν υποδειγματική καρτεροψυχία και απαράμιλλη γενναιότητα. Υπογραμμίζεται με έμφαση το πρωτοφανές γεγονός ότι εντός 48ώρου τέθηκαν εκτός μάχης 4 Διοικητές (2 νεκροί και 2 τραυματίες) του Συντάγματος». Αυτό ήταν το δόγμα, οι Διοικητές στην πρώτη γραμμή, κληρονομιά των νικηφόρων πολέμων του 1912-13, όπου με τη λόγχη του Στρατιώτη και τη σπάθη του Αξιωματικού διπλασιάσθηκε η Ελλάδα.

      Το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων συνεχίζει τη δράση του στις επιχειρήσεις προς το Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ (Ιούνιος-Ιούλιος 1921) και προς την Άγκυρα (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1921), διαμέσου του ποταμού Σαγγάριου.

      Με την κατάρρευση του μετώπου, τον Αύγουστο 1922, το 2/39 ΣΕ συμμετέχει στις υποχωρητικές επιχειρήσεις και στις 4 Σεπτεμβρίου του 1922 από την Πάνορμο, στη θάλασσα της Προποντίδας, μεταφέρθηκε ατμοπλοϊκώς στη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης: «Εδώ ουσιαστικά και μετά 25μηνη παραμονή στα αιματοβαμμένα χώματα της Μικράς Ασίας και συμμετοχή στις συγκλονιστικές συγκρούσεις, που έλαβαν χώρα, έληξε η ένδοξη διαδρομή του 2/39 ΣΕ». Παρέμεινε αρχικά στην περιοχή της Θράκης και την 1η Σεπτεμβρίου του 1923 έφθασε στο Μεσολόγγι ατμοπλοϊκώς, γενόμενο ενθουσιωδώς δεκτό από τους κατοίκους. Κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία, ο ηρωισμός και οι επικοί αγώνες του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων χαράχτηκαν με χρυσά γράμματα. Οι απώλειες ανήλθαν σε νεκρούς 29 Αξιωματικούς και 297 Οπλίτες, ενώ παρασημοφορήθηκε η σημαία του Συντάγματος και πάλι με τον Ταξιάρχη Αριστείου Ανδρείας. Ακόμη, στη μάχη του Καρακουγιού, ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου, τον Αύγουστο του 1921, έπεσε, ηρωικά μαχόμενος, ένας ακόμη Διοικητής του, ο Συνταγματάρχης Βλάσιος Καραχρήστος, από το χωριό Χαλκιόπουλοι Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, του οποίου το όνομα -τιμής ένεκεν- φέρει από το 2000, το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων.

Ελληνοϊταλικός  Πόλεμος  (1940-1941)

       Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41, το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων μάχονταν ηρωικά επί 6μηνο στην πρώτη γραμμή στα χιονοσκέπαστα βουνά της Ηπείρου: «Το 2/39 ΣΕ, αφού επεστρατεύθη από τις αρχές Οκτωβρίου του 1940, μετεκινήθη την 25η Οκτωβρίου 1940 και την 1η Νοεμβρίου αφίχθη αρχικώς στο Πέτα της Άρτας και τελικώς στην Άνω Λαψίστα Ιωαννίνων, ως εφεδρεία της VIII Μεραρχία Πεζικού, η οποία ήδη εδέχετο την επιθετική ορμή των μηχανοκινήτων Ιταλικών Δυνάμεων στην τοποθεσία: Καλαμά-Καλπάκι-Γκραμπάλα, εφαρμόζουσα το ΙΒβ Γενικό Σχέδιο Άμυνας: «που είχε καταρτισθεί την 1η Σεπτεμβρίου 1939, ως παραλλαγή του ΙΒα και προέβλεπε άμυνα επί της γραμμής συνόρων. Ήδη, το γεγονός ότι τα οχυρωματικά έργα έναντι της Αλβανίας και οι πλέον σαφείς πληροφορίες για τη στάση της Γ/Β, επέτρεπαν τη μεταφορά της κυρίας αμυντικής τοποθεσίας στα σύνορα».

      Το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων έλαβε μέρος στην έναρξη της επιθετικής επιστροφής στη μάχη της Βίγλας (14-17 Νοεμβρίου 1940), μπροστά από το όρος Γκραμπάλα και πριν το χωριό Βασιλικό, με σοβαρές απώλειες, εκ των οποίων 45 ήταν οι νεκροί. Γι΄ αυτούς τους νεκρούς στήθηκε μνημείο, ενώ κατά έτος επετειακά τελείτε μνημόσυνο.

       Το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων, συνέχισε τη λαμπρά του δράση και στις επιθετικές επιχειρήσεις από την 25η Νοεμβρίου του 1940 εντός του Βορειοηπειρωτικού εδάφους, το οποίο απελευθερώνεται για δευτέρα φορά στη νεώτερη ελληνική ιστορία.

        Μετά την γερμανική εισβολή, στις 6 Απριλίου 1941, το 2/39 ΣΕ ακολουθεί την υποχώρηση από το μέτωπο της Βορείου Ηπείρου και την 23η Απριλίου του 1941, μετά τη συνθηκολόγηση, ευρίσκεται στην περιοχή των Ιωαννίνων: «ένθα και κατέθεσε τον οπλισμόν του».

         Για την δράση του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, ο τελευταίος τότε Διοικητής του, Ταγματάρχης Στυλιανός Καλφέλης (πνίγηκε το 1943 μεταφερόμενος σε ιταλικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως με τον ήρωα Συνταγματάρχη Κ.Δαβάκη και άλλους αιχμαλώτους) σημειώνει: «… οι Τσολιάδες του 1940, μιμούμενοι τους προγόνους των, όλων των εποχών, ετήρησαν κατά γράμμα τον ιερόν όρκον, που έδωσαν εντός του κήπου των Ηρώων του Μεσολογγίου, όταν εκλήθησαν υπό την ηρωϊκήν και γεμάτην παράσημα σημαίαν του 39ου Συντάγματος Ευζώνων». Το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο είχε συνολικές απώλειες (νεκροί, τραυματίες, παγόπληκτοι, εξαφανισθέντες, αιχμάλωτοι) Αξιωματικούς:89 και Οπλίτες: 2112.

Μεταπολεμικά

        Μετά την απελευθέρωση και ως το 1950, δεν σημειώνεται η ύπαρξή του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων, διότι, η τότε αναδιοργάνωση του Στρατού, προέβλεψε τη συγκρότηση Ταξιαρχιών (αντί Συνταγμάτων). Με την επανασύσταση των Συνταγμάτων από το 1951, το υπαγόμενο στην VΙΙΙη Μεραρχία Πεζικού της Ηπείρου, 27ο Σύνταγμα Προκαλύψεως Κονίτσης, μετονομάσθηκε στις 30 Απριλίου 1951, σε 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων και διατήρησε αυτή την ονομασία μέχρι την 1η Ιουλίου του 1954, οπότε και διαλύθηκε.

Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων  /  Μεσολόγγι

        Στις 8 Δεκεμβρίου του 1950 είχε συγκροτηθεί στο Μεσολόγγι το ομώνυμο Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων (ΚΕΝ), το οποίο στις 31 Αυγούστου του 1965 μετονομάσθηκε σε 12ο Σύνταγμα Πεζικού. Στις 28 Ιουνίου 1979, το 12ο Σύνταγμα Πεζικού αναδιοργανώθηκε και μετονομάσθηκε σε 2/39 Σύνταγμα Πεζικού με έδρα και πάλι το Μεσολόγγι, υπαγόμενο αρχικά στην Ιη Στρατιά μέχρι την 25η Μαΐου 1999 και ακολούθως στην Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Υποστήριξης Στρατού .  Στις 15 Σεπτεμβρίου 2000, μετονομάσθηκε σε 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων «Σχης Καραχρήστος»-ΚΕΝ Μεσολογγίου. Στις 16 Οκτωβρίου του 2014 έλαβε χώρα Τελετή Απονομής του Απολεσθέντος Μεταλλίου Ταξιάρχη Αριστείου Ανδρείας στην Πολεμική Σημαία, του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων. 

Πηγές – Βιβλιογραφία:

  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Εκδόσεις και Αρχεία Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-18), Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-23), Ελληνοϊταλικού  Πολέμου (1940-41). Τόμοι, σύνολον 15.  
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αγώνες και Νεκροί της περιόδου 1940-1945, Αθήνα 1990.
  • ΓΕΣ/Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων.
  • Εγκυκλοπαίδεια  Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική, Αθήναι 1928.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Αθήνα 1985.
  • Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών.
  • Κόκκινος Διονύσιος, Οι δύο Πόλεμοι 1940-41, Αθήναι 1946.
  • Κολόμβας Νικόλαος Αντιστράτηγος ε.α., «2/39 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ – Σελίδες από την πολεμική ιστορία του»,  Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία, Β΄ Έκδοση, Αθήνα 2015.
  • Κοκοσούλας Ιωάννης, Πολεμικά Ημερολόγια Α΄ΠΠ, Μεσολόγγι 2000.
  • Μαθιόπουλος Βασίλειος, Η Συμμετοχή της Ελλάδος στον Β΄ΠΠ, Αθήνα 1998.
  • Τζάννης Αντώνιος, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1980.
  • Τρικούπης Νικόλαος, Διοίκησις Μεγάλων Μονάδων εν Πολέμω, Αθήναι 1934.
  • Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.agriniopress.gr/giati-den-prepi-na-katargithi-to-239-syntagma-evzonon-tou-mesolongiou/  Άρθρο του Παναγιώτη Δ.Σταμάτη, συγγραφέα και Αξιωματικού ΠΝ ε.α., από 19/01/2018, με θέμα: «Γιατί δεν πρέπει να καταργηθεί το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων του Μεσολογγίου».

Categories
2024 ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟ ΙΩΒΙΛΑΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

  • 2024.11.17
  • Λ. Βαζαίος

Τα πενήντα χρόνια που πέρασαν από το 1973, δώσανε την ευκαιρία στην επέτειο να περηφανεύεται για την διαφορά της από τις υπόλοιπες που γρατζουνάνε την Εθνική Μνήμη, αλλά και όλες τις άλλες! Ήταν ο τελευταίος «ξεσηκωμός» της σύγχρονης ιστορίας μας,. Χρειάζονται σπάνιας ποιότητας γραφή τα γεγονότα και η δημόσια κατάθεση τους έκανε απαραίτητο να γιορτάζεται κάθε χρόνο η επέτειος με διαδήλωση κεντρική και άλλες τοπικού χαρακτήρα. Οι συγκινήσεις, δεν λείπουν, που και που γίνονται έκτροπα,, κυρίως όμως εκδηλώνονται κάθε είδους αισθητικής και ποιότητας συναισθηματικές φορτίσεις. Έγινε σχολικός εορτασμός με σχετικά λογύδρια, άλλοτε πετυχημένα, άλλοτε απερίγραπτα. Στις περισσότερες πόλεις κάποια οδός μετονομάστηκε σε «Ηρώων Πολυτεχνείου». Ατελείωτες εκδόσεις–παρουσιάσεις όλων των ειδών και κάθε αισθητικής,, με ομοιοκαταληξίες ή βροντώδη επίθετα, κατακλύσανε τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Εκτός από τους γραφικούς υπερδεξιούς αρνητές και κάποιες ομάδες απαίδευτου ψευτοφασιστικού ημικόσμου, δεν υπήρξε ούτε υπάρχει σοβαρός αντίλογος. Όλες οι πολιτικές παρατάξεις ανταγωνιζόντουσαν και εξακολουθούν να αναπαράγουν συνεχώς ανταγωνισμό, για το ποιοι θα έχουν την «ιδιοκτησία» του «νοήματος» ή την πιο «συγκινημένη» έκφραση σεβασμού στον Αγώνα και τους Ήρωες!


*πικρά και δυσάρεστα όσα γράφω. Είναι όμως τόσο δύσκολη η προσπέλαση της πραγματικότητας που μάλλον δικαιολογείται το κονφούζιο. Οι ατέρμονες αναλύσεις και τα ενοχικά πλέγματα έκαναν όλους τους πολιτικούς χώρους να λειτουργούν επί πενήντα χρόνια στο σπιράλ της δύσκολης έκφρασης και προβολής ιδεών και κάποτε ακόμη και αξιών για το θέμα «Πολυτεχνείο 1973»! Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι και ακριβείς θα μιλήσουμε για «Φοιτητική Εξέγερση», γιατί αυτό ήταν. Ή θρυαλλίδα του Πολυτεχνείου και της Νομικής, που προηγήθηκε, γρήγορα πυροδότησε τα εκρηκτικά όλων των Σχολών.


Υπάρχει όμως, όπως είναι φυσικό, και η άλλη σελίδα, αυτή που άρχισε να γράφεται πριν συμβεί οτιδήποτε και δεν έκλεισε ακόμη έχοντας, αποτραβηχτεί πίσω από επίλογους με φωνακλάδικα επίθετα και αμετροέπειες. Ο άγνωστος επικοινωνιακά κόσμος των ανθρώπων που κρατήθηκαν μακριά από όλα αυτά κατέθεσε σεμνά και διαφύλαξε ό,τι έπρεπε να διαφυλαχθεί! Ας τους αναζητήσουμε με πολλή διακριτικότητα και προσοχή για να τους πούμε «καλημέρα»……τίποτε άλλο, αυτό μόνο ταιριάζει, αυτό μόνο θα δεχθούν! Είναι οι νέοι (τότε) που πρωτοστάτησαν, αγωνίστηκαν μέσα στις δομές της κατάληψης χωρίς να έχουν κομματική καθοδήγηση (αυτό είναι πλέον βέβαιο!). Ήταν το «άλας της γης»! Ανάμεσα τους αναζητούμε το «άλας που δεν εμωράνθη» όπως θα έλεγε το Ευαγγέλιο (σχολιασμένο όμως από Δημοκρατικό σχολιαστή!). Είναι όσοι μετά πενήντα χρόνια εξακολουθούν να μην μετακινούνται με το κοινωνικό ασανσέρ, που αν και πιο αραιά, εξακολουθεί να ανεβοκατεβαίνει!

Καιρός να θυμηθώ (σε πρώτο πρόσωπο αυτήν την φορά) τις μέρες που έζησα τότε, προσπαθώντας να μην ξεχαστούν κάποιες «λεπτομέρειες», κάποιες ιστορίες, κάποιοι άνθρωποι που δεν πέρασαν τότε απαρατήρητοι αν και οι περισσότεροι ξεχαστήκανε. Στις «λεπτομέρειες» ξέρουμε πως βασίζεται συχνά η Ιστορία με τους ανθρώπους της, τους Ιστορικούς, να καταγράφουν μέσα από αυτές τα σημαντικά και να σχολιάζουν τα αρνητικά. Δίνουν έτσι τον χώρο που ταιριάζει στα θετικά των γεγονότων, των πολέμων και των ανθρώπινων βημάτων στον χρόνο. Δεν είναι κουτσομπόλα η Ιστορία, δασκάλα ιδιότροπη και αυστηρή είναι και δεν παραβλέπει λάθη, ούτε συγχωρεί απατεωνιές και ψέματα!

Τον Νοέμβριο του 1973, (με εκπαιδευτική άδεια), έχοντας την θέση του Πανεπιστημιακού βοηθού, υπηρετούσα στην Ουρολογική Κλινική του Λαϊκού Νοσοκομείου (είχε μετονομασθεί τότε σε «Βασιλεύς Παύλος» λόγω του κατακλυσμού εθνικοφροσύνης που είχε προκύψει!). Από την πρώτη ημέρα της κατάληψης, όλοι λειτουργούσαμε με ανησυχία και προβληματισμό που προκαλούνταν από τις ανακοινώσεις του ραδιοσταθμού του Πολυτεχνείου, τις φλυαρίες της τότε ΕΡΤ και κυρίως από τις απίστευτης ποικιλίας αδέσποτες φήμες. Η Παρασκευή 17 Νοεμβρίου ήταν περισσότερο προβληματική στην αποδελτίωση των γεγονότων. Μην ξεχνάμε πως δεν είχαν εφευρεθεί ακόμη τα κινητά, ούτε οι υπολογιστές, ενώ η τηλεόραση ήταν ακόμη στα σπάργανα με τα δύο (μοναδικά) κρατικά κανάλια (ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ) να μεταδίδουν προγράμματα που είχαν περάσει από το ψιλό κόσκινο της λογοκρισίας. Δεν έχει νόημα να σχολιάσω εδώ την «μη παιδεία» των λογοκριτών! Εκείνο το βράδυ εφημέρευα και ήμουν τότε από τους παλαιότερους Πανεπιστημιακούς βοηθούς (το ισοδύναμο του λέκτορα περίπου σήμερα). Με τους άλλους Συναδέλφους και τους διοικητικούς του Νοσοκομείου αποφασίσαμε να ασφαλίσουμε την Κεντρική Πύλη και να χρησιμοποιούνται οι δύο πλάγιες. Δεν είχαμε πολλά περιστατικά τραυματισμένων, την πρώτη ημέρα, (στο σύνολο τους επρόκειτο για μικροτραυματισμούς) για τον λόγο ότι το Λαϊκό ήταν μακριά από τα σημεία των συγκρούσεων. Σε όσους προσήλθαν δόθηκαν οι Α’Βοήθειες και δεν έγινε καταγραφή στα βιβλία των Εξωτ.Ιατρείων παρά μόνο σε πρόχειρο τετράδιο που κράτησα και κατέστρεψα μετά από αρκετό καιρό, όταν δεν υπήρχε πλέον λόγος διατήρησης του. Τους προσερχόμενους, μετά τις Α’Βοήθειες, διοχέτευαν οι θυρωροί από την πλαϊνή δευτερεύουσα έξοδο. Η νύκτα ήταν γεμάτη αγωνία. Μιλούσα συνέχεια στο τηλέφωνο με την Λίνα που με τα παιδιά μικρά στην οδό Αδμήτου, που τότε ζούσαμε, αγωνιούσε και κατέγραφε τα συνθήματα που εκπεμπόντουσαν από τον Ρ/Σ των φοιτητών. Κουβεντιάζοντας αργότερα μου μιλούσε με συγκίνηση για τα έντονα συναισθήματα που την κράτησαν ξύπνια όλη την νύκτα και την αγωνία της για ό,τι ακουγόταν, για ό,τι μαθαίναμε.

Τις επόμενες μουδιασμένες μέρες προσπαθούσαμε να ξανακερδίσουμε κάποια κανονικότητα, να αποδελτιώσουμε τα μηνύματα και όσα κυκλοφορούσαν που δεν είχαν τα περισσότερα ίχνος αξιοπιστίας. Το θέμα των νεκρών στο χώρο του Πολυτεχνείου και γύρω από αυτόν απασχολεί ακόμη τους δημοσιογράφους και τους ιστορικούς. Ήταν τόσο μπερδεμένη η πληροφόρηση και τέτοια σκόπιμη από τους Απριλιανούς συσκότιση, που ακόμη και τώρα, μετά 50 χρόνια, γίνεται κουβέντα για τον αριθμό των νεκρών και για ό,τι άλλο σοφίζονται κάθε λογής αμετροεπείς.

Προσπαθώντας να θυμίσω κάποια γεγονότα που πιστεύω ότι ακουμπάνε σε αποδεδειγμένα περιστατικά και αλήθειες, θα σταθώ στην δολοφονία του νεαρού Μυρογιάννη από τον Νικόλαο Ντερτιλή (φώτο) έξω από το Πολυτεχνείο στην γωνία Πατησίων και Στουρνάρα. Είναι γεγονός απόλυτα αληθινό, ιδιαίτερα τραγικό.

Παραπέμθηκε ο δράστης σε δίκη που άφησε εποχή, που κατέληξε στην καταδίκη του ενόχου σε ισόβια. Ο Ντερτιλής πέθανε στην φυλακή πολλά χρόνια μετά. Για να ζωγραφίσουμε αξιόπιστα τον πίνακα αυτής της ιστορίας πρέπει να επιχειρήσουμε ιστορική αναδρομή που μας πηγαίνει όμως μακριά.

Μερικά χρόνια πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, υπηρετούσα στο 521 Τάγμα Πεζοναυτών που ήταν στην Αγία Παρασκευή. Διοικητής Τάγματος τότε ο Αντισυνταγματάρχης Ντερτιλής που σύντομα προήχθη σε Συνταγματάρχη και ανέλαβε την Διοίκηση του Συντάγματος Πεζοναυτών. Ήμουν γιατρός της μονάδας που ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένη και είχε απαιτητικό και δυναμικό πρόγραμμα ασκήσεων κάθε είδους. Όλα καλά, αλλά εγώ είχα άλλα σχέδια, είχα άλλα στο μυαλό μου. Έπρεπε με κάθε τρόπο να συνεχίσω την ειδικότητα που είχα αρχίσει. Τον χρόνο της Γεν,Χειρουργικής είχα τελειώσει στο Τζάννειο πριν το 1967. Ο Νικ. Μαυρίκιος Διευθυντής της Ουρολογικής Κλινικής του Λαϊκού είχε την «Ιατρική Αρχοντιά» να με δεχθεί ως ειδικευόμενο εξωτ. Βοηθό, χωρίς όμως ενημέρωση του Υπουργείου Υγείας, που θα την παρέπεμπε στην Υπηρεσία με ολέθριο για μένα αποτέλεσμα! Έπρεπε να μπορώ να κατεβαίνω από την Αγία Παρασκευή στο Λαϊκό κάθε πρωϊ η όσο πιο συχνά μπορούσα. Στο σκληρό και απαιτητικό αυτό σχέδιο βρήκα απροσδόκητο σύμμαχο τον Ντερτιλή. Λέω απροσδόκητο γιατί οι συμπεριφορές του και η ακαμψία που έδειχνε στην διοίκηση δεν προοιωνίζανε τίποτε θετικό. Όταν όμως του εξήγησα τι ήθελα να κάνω απροσδόκητα άλλαξε στάση. Τον έπεισε η επιμονή μου να βελτιώσω τις γνώσεις μου με θυσία κάθε ελεύθερου χρόνου και χωρίς να επιδιώκω κανένα οικονομικό όφελος. Έτσι δικαιολόγησε την θετική στάση και την έγκριση να λείπω μέρος του πρωϊνού από το ιατρείο της Μονάδας και τήρησε τον λόγο του. Κυνήγησε μάλιστα μία μέρα τους δύο δόκιμους βοηθούς μου, που τους έπιασε να παίζουν τάβλι στο ιατρείο. Αφού τους πέρασε γενεές δεκατέσσερις τους έριξε την συνηθισμένη ποινή κραυγάζοντας πως τεμπελιάζουν και δεν ανοίγουν κανένα βιβλίο να ξεστραβωθούν Δεν βλέπετε τον προϊστάμενο σας συνέχισε εξαγριωμένος, που αγωνίζεται να κάνει ειδικότητα να γίνει καλλίτερος γιατρός! Μέχρι σήμερα δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω την στάση του. ‘Ίσως τον έσπρωξε κάποιο δικό του βίωμα, κάποιες σπουδές που λαχτάρησε και η συνθήκες της ζωής δεν τον αφήσανε να τις χαρεί. Ήταν όμως κάθε προσπάθεια ερμηνείας μάταιη εκείνη την εποχή. Ο Ντερτιλής ήταν ουσιαστικά επικίνδυνο άτομο. Η συμμετοχή του στον σκληρό πυρήνα των πραξικοπηματιών η ακραία και συχνά βίαιη συμπεριφορά του σε συνδυασμό με την αλλοπρόσαλλη φασιστοειδή εκφορά λόγου, μόνο με απόσταση ασφαλείας και την ελάχιστη προσέγγιση μπορούσαν να παλεύονται! Η καλή μου τύχη δεν είχε σκοπό, όπως φαίνεται, να με εγκαταλείψει.

Πέρασε καιρός,, αποχαιρέτησα τους Πεζοναύτες, δεν ξαναείδα, ούτε ξανάκουσα για τον Νικ. Ντερτιλή, με απορρόφησαν η ζωή, η ειδικότητα ο γάμος μας με την Λίνα, η Αύρα με τον Κωστή που ήρθαν γρήγορα-γρήγορα στην ζωή μας.

Οι συμπτώσεις όμως δεν πάψανε ποτέ να έχουν σοβαρό ρόλο στον βίο μου! Αγαπημένος φίλος και συνάδελφος,, με παρακάλεσε να αναλάβω ως ασθενή και να βοηθήσω όσο μπορώ έναν οικογενειακό του γνωστό, παλιό Στρατηγό. Ήταν το 1972, τότε που τελείωνα την ειδικότητα. Με έκπληξη αντίκρυσα τον Βασίλη Ντερτιλή, τον πατέρα του παλιού μου διοικητή στο σπίτι του δίπλα στο Χίλτον. Γνώρισα τον ηλικιωμένο αλλά ευσταλή και επιβλητικό στο παράστημα στρατηγό, που περνούσε την ημέρα του στην τραπεζαρία του σπιτιού διαβάζοντας εφημερίδες και καπνίζοντας ατέλειωτα πακέτα «Σέρτικα Λαμίας», τα βαρύτερα τσιγάρα που κατασκευάστηκαν ποτέ στην χώρα μας. Έκανα ό,τι έπρεπε χωρίς καθυστέρηση για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα της υγείας,, του εξαιρετικά λογικού και συνεργάσιμου ασθενή, που μου εμπιστεύθηκαν. Μόνο το επίμονο βέτο στο θέμα «κάπνισμα» δεν επέτρεψε περισσότερα για το θέμα αυτό. Το αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό, χρειαζόταν όμως παρακολούθηση και συμπληρωματικές θεραπείες στο σπίτι. Εκτός από την σχέση ιατρού-ασθενή, αναπτύχθηκε σιγά-σιγά μεταξύ μας κάτι ιδιαίτερο. Από την πλευρά μου ήταν εκτίμηση και σεβασμός στην ηλικία και την ευγένεια του. Από την πλευρά του έδειχνε πως του κέρδισα την εμπιστοσύνη τόσο με την ιατρική αντιμετώπιση όσο και με την γενικότερη στάση απέναντι του. Δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε η σχέση νέου ανθρώπου με τον πολύπειρο γέροντα που η ζωή του βάδισε παράλληλα με τους βηματισμούς και τα άλματα της Ιστορίας. Ήταν ιδιαίτερη αφήγηση της Σύγχρονης Ιστορίας του τόπου μας στις επισκέψεις μου, όταν είχα χρόνο από το απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα.

Ήθελε, όπως φάνηκε, να ξαναμιλήσει για τον βίο του και για όσα του είχε μάθει η θητεία στην ζωή τα 50 τουλάχιστον χρόνια που περάσανε σε συνεχές κρεσέντο δράσης και περιπέτειας. Όλα αρχίσανε το 1913 στην Μάχη της Δοϊράνης. Ο Β΄Βαλκανικός Πόλεμος που έληξε με ήττα των Βουλγάρων ήταν ο πρώτος πόλεμος του Βασ. Ντερτιλή και η πρώτη προαγωγή «επί ανδραγαθία». Ακολούθησαν πολλοί πόλεμοι και αντίστοιχες τέτοιου είδους καταγραφές στο μητρώο του. Ο Διχασμός τον βρήκε αξιωματικό πλέον, φανατικά ενταγμένο στο Βενιζελικό Στρατόπεδο. Από την θέση αυτή δεν μετακινήθηκε ποτέ και από κάποιο σημείο και πέρα ήταν στην πρώτη γραμμή των αλλεπάλληλων κινημάτων που ακολούθησαν την Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1923 διοικούσε το ένα από τα δύο Δημοκρατικά Τάγματα, στο άλλο ήταν διοικητής ο Ναπολέων Ζέρβας. Ήταν «οι πραιτωριανοί» της Βενιζελικής παράταξης και οι δράσεις τους μάλλον αμφιλεγόμενες. Το κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη την ίδια χρονιά, απειλούσε με κατάληψη κυβερνητικά προπύργια έχοντας φιλοβασιλικές τάσεις και αναφορές. Ο Βασ. Ντερτιλής, με το Τάγμα του, επιστρατεύοντας και τους φοιτητές του Πολυτεχνείου*, διασκόρπισε τους στασιαστές στην λεγόμενη από τότε «μάχη του Κιθαιρώνα». Με καμάρι μου διηγήθηκε πως δεν χύθηκε σταγόνα αίμα Ελληνικό χάρις στο τέχνασμα που σοφίστηκε. Έστησε συνεργείο με τον Στρατολόγο του Τάγματος στο Ισθμό και μόλις εμφανίστηκαν οι μονάδες των στασιαστών άρχισαν να δίνουν απολυτήρια στους στρατιώτες. Οι φαντάροι αφήσανε μόνους τους αρχηγούς τους να σχεδιάζουν τα επόμενα βήματα του προνουτσιαμέντου τους, τσεπώσανε το απολυτήριο και τροχάδην εξαφανιστήκανε για τα χωριά και τα σπίτια τους,, με τα τραίνα που τους περιμένανε στον Σταθμό!


*Πενήντα χρόνια μετά, το 1973, ο γιός του στρατηγού, ο Νικόλαος Ντερτιλής, επιτελάρχης της ΑΣΔΕΝ και σκληρός χουντικός σκότωσε εν ψυχρώ τον νεαρό Μυρογιάννη έξω από το Πολυτεχνείο! Την ίδια στιγμή διέταζε «βαράτε στο ψαχνό» ενώ κόμπαζε στο οδηγό του τζιπ «είδες ρε, 45 χρονών άνθρωπος και με την πρώτη τον πέτυχα και τον ξάπλωσα!». Η Ειμαρμένη φαίνεται πως έπεισε τους Θεούς να αφήσουν τις συμπτώσεις ελεύθερες να κάνουν τα παιχνίδια τους. Μέσα σε 50 χρόνια ο πατέρας και ο γιος δράσανε ακραία αλλά τόσο διαφορετικά με φόντο το Πολυτεχνείο και τους ανθρώπους του! Ο Βασίλειος Ντερτιλής στρατολογώντας εθελοντές φοιτητές του Πολυτεχνείου για την καταστολή του φιλοβασιλικού κινήματος, δεν μπορούσε να φανταστεί πως ο γιός του μετά 50 χρόνια θα δολοφονούσε τον νεαρό Μυρογιάννη , προσπαθώντας να καταστείλει την Δημοκρατική εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου!


Ανάμεσα στους στασιαστές με τον Λεοναρδόπουλο και τον Γαργαλίδη ήταν ο τότε Λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς παλιός γνώριμος του Ντερτιλή. Με εύθυμη διάθεση ο αφηγητής συνέχισε, εκείνη την ημέρα, την ιστορία λέγοντας ότι τον παρέδωσε στον επιλοχία του με την διαταγή να τον πάει στο σπίτι του διοικητή στην Κόρινθο. Μετέφερε ο επιλοχίας την παραγγελία στην γυναίκα του Ντερτιλή να βάλει τον Μεταξά να φάει γιατί μετά έπρεπε να τον αφήσει ο υπαξιωματικός ελεύθερο να φύγει. Έτσι έγινε και ο Μεταξάς διέφυγε στην Ιταλία κρυμμένος σε φορτηγό πλοίο που μετέφερε μπακαλιάρους! ‘Ηταν η περίφημη διαφυγή του μετέπειτα δικτάτορα κρυμμένου μέσα στους παστούς μπακαλιάρους!

Στο κίνημα του Πάγκαλου μου εκμυστηρεύθηκε ότι με κατ’ευθείαν βολή πυροβόλου από την πλατεία Ρηγίλλης στο Σύνταγμα έτρεψε σε άτακτη φυγή τους αντιπάλους και έληξε σχεδόν αναίμακτα η υπόθεση. Απόστρατος ήταν όταν έγινε η 4η Αυγούστου και ο Μεταξάς πρωθυπουργός,. Τον συλλάβανε και τον οδήγησαν στο πρωθυπουργικό γραφείο. Με χιούμορ μου διηγήθηκε πως ο Μεταξάς λόγω σωματότυπου διάλεγε κοντούς φρουρούς! Στην πόρτα του γραφείου του πρωθυπουργού τον σταμάτησε ένας μικρόσωμος χωροφύλακας λέγοντας του να περιμένει. Ο Ντερτιλής όμως δεν είχε καμία διάθεση να χάνει τον καιρό του, βούτηξε υπό μάλης τον δύστυχο και εισέβαλε στο γραφείο του Μεταξά. Έκπληκτος εκείνος προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντας του όμως ότι είχε αποφασίσει να τον εκτοπίσει σε κάποιο νησί. Μετά μικρό διάστημα σιωπής τον ρώτησε αν ήθελε να πεί κάτι σχετικό με την απόφαση που άκουσε πριν λίγο. Περίμενε ο Μεταξάς ,συνέχισε ο συνομιλητής μου, να του ζητήσω να αναθεωρήσει την εκτόπιση. Η απάντηση όμως ήταν τουλάχιστον απροσδόκητη. Εν τάξει είπε θα πάω αλλά σε 4 ημέρες,, να πάρω πρώτα την σύνταξη μου και μετά. Έκανα μεταβολή συνέχισε και άφησα αποσβολωμένο τον δικτάτορα να κοιτάει με απορία την πόρτα που βρόντησα πίσω μου και τον χωροφύλακα που προσπαθούσε να συμμαζέψει την κακοπαθημένη στολή του!

Δεύτερος Παγκόσμιος, έπος της Αλβανίας, συνθηκολόγηση των Στρατηγών, Γερμανική Κατοχή. Οι παλιοί σκληροπυρηνικοί Βενιζελικοί, βρίσκονται σε σταυροδρόμι αποφάσεων. Διαλέγουν την πιο αφελή και «ψευτολογική» άποψη. Αφού οι Γερμανοί είναι εναντίον των Εγγλέζων, ο Βασιλιάς είναι ενεργούμενο της Αλβιόνας και εμείς είμαστε απόλυτα αντίθετοι με την Βασιλεία, πρέπει να πάμε με τους Γερμανούς. Ο Γονατάς, ο Ντερτιλής, ο Πλαστήρας στο εξωτερικό όμως και μια σειρά άλλοι αδιάλλακτοι Βενιζελικοί πλησίασαν τους κατακτητές. Στο υπουργείο Στρατιωτικών της Κυβέρνησης Τσολάκογλου ο Ντερτιλής ως προσωπάρχης προσπάθησε να συμμαζέψει το χάος για να επιβιώσουν οι αξιωματικοί που βρέθηκαν επί ξύλου κρεμάμενοι στις συνθήκες της Κατοχής. Κάτι κατάφερα μου είπε ο γέρων Στρατηγός αλλά δεν έμεινα πολύ. Δεν μου ήταν δυνατό να ανέχομαι την ντροπή της ήττας που δεν ήταν ακριβώς ήττα! Λίγο αργότερα ο Γονατάς τον έπεισε να μετάσχει στην συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Πολύ λίγο έμεινε και εκεί. Αποτέλεσμα σοβαρού λεκτικού επεισόδιου με τους Γερμανούς η σύλληψη, η μεταφορά και ο εγκλεισμός στο τμήμα κράτησης των Ανωτάτων Αξιωματικών του Νταχάου! Ούτε εκεί όμως ησύχασε. Η παλαιότερη γνωριμία του με τον Φον Σταούφεμπεργκ και η επαφή με την ομάδα των συνωμοτών κατά του Χίτλερ λίγο έλλειψε να του στοιχήσει την ζωή, όπως ψύχραιμα και με γλαφυρές λεπτομέρειες μου διηγήθηκε.

Μετά την επιστροφή από το Νταχάου, στα Δεκεμβριανά, που ξεσπάσανε σχεδόν αμέσως , ο ΕΛΑΣ της Καισαριανής έστειλε να τον φυλάει ομάδα ανδρών του. Στην περιοχή γνωρίζανε ποιος ήταν και τον σεβόντουσαν. Πολύ συνοπτικά καταγράφω όσα μου διηγιόταν και δεν μπορώ να μην πω ότι άκουγα όλες αυτές τις ιστορίες με μεγάλη προσοχή και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το πραξικόπημα του Ιωαννίδη, το πραξικόπημα και την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, έκανα αρκετό καιρό επικοινωνήσω μαζί του. Οι υποχρεώσεις μου ήταν πολλές και ο χρόνος δεν έφθανε πλέον για πολλά πράγματα. Στο τέλος του 1974 αρχές του 1975, μετά την επιστροφή μου από την Κύπρο, αν θυμάμαι καλά, κάποια στιγμή κατάφερα να περάσω να τον δω. Όλο το αποφάσιζα και όλο κάτι γινόταν που μου το χάλαγε. Τον βρήκα προβληματισμένο και αρκετά καταβεβλημένο. Η υγεία του δεν πήγαινε καλά και θα έπρεπε να φροντίσω να εισαχθεί πάλι στο ΝΙΜΤΣ. Δεν ήταν μόνο αυτή η αιτία του προβληματισμού και της κακής του διάθεσης. Το πρώτο που μου είπε ήταν πως δεν έπρεπε να βλεπόμαστε πια. Οι καιροί είναι πονηροί παιδάκι μου (έτσι με έλεγε) και η ρουφιανιά είναι εθνικό σπορ! Είσαι νέος Αξιωματικός, έχεις μέλλον, έχεις οικογένεια. Έχω μεγάλη εμπειρία από τέτοιες καταστάσεις, άκουσε σε παρακαλώ την συμβουλή μου. Του απάντησα όσο πιο καθησυχαστικά μπόρεσα Είδα όμως ότι κάτι άλλο τον απασχολούσε και έδειχνε πως έψαχνε τρόπο να μου το πει. Μετά μικρή σιωπή αποφασιστικά ζήτησε την γνώμη μου για την υπόθεση του γιου του που εκείνες τις ημέρες είχε παραπεμθεί για τον φόνο του νεαρού Μυρογιάννη και την συμμετοχή του στο πραξικόπημα και την δικτατορία. Είχα καταλάβει τι περίπου θα ρωτούσε και ήμουν προετοιμασμένος. Του μίλησα με ειλικρίνεια λέγοντας ότι γνώριζα μόνο ό,τι έγραφε ο Τύπος και ό,τι έλεγαν οι επίσημες ανακοινώσεις. Δεν είδα όμως να ικανοποιείται ο ηλικιωμένος συνομιλητής μου, που μετά από μικρή ανήσυχη σιωπή με ρώτησε ξανά με αγωνία. «Για ποιο λόγο νομίζεις ότι σκότωσε τον νεαρό;». Μη έχοντας κάτι να απαντήσω προσπάθησα να αλλάξω κουβέντα. Δεν με άφησε να συνεχίσω και μου αντιγύρισε την δική του γνώμη. «Φοβήθηκε παιδί μου και σκότωσε τον νεαρό» είπε με φωνή που έτρεμε! «Ήταν δυνατό αυτός ο Επιτελάρχης της ΑΣΔΕΝ να κατέβει από το γραφείο του με το περίστροφο στο χέρι και να σκοτώσει ένα μειράκιο, ένα παλληκαράκι; Αν ήταν ψύχραιμος θα διέταζε έναν πόλισμαν να συλλάβει τον μικρό, να τον φέρει στο γραφείο του και αφού του πει δυο λόγια και του τραβήξει το αυτί να τον στείλει στην μάνα του που ανησυχούσε! Φοβήθηκε όμως, τον σκότωσε και με έκανε να τον ξεγράψω και να μην ξαναμιλήσω ποτέ γι’αυτόν, πάει και τελείωσε! Ήταν τα τελευταία του λόγια, ήταν η τελευταία μας συνάντηση. Λίγες εβδομάδες μετά ειδοποιήθηκα ότι πέθανε ήσυχα στο ΝΙΜΤΣ που είχε μεταφερθεί.

Αυτή είναι η ιστορία του Βασίλη Ντερτιλή που με τίμησε με την φιλία του και μου έδειξε λεπτομέρειες της Ιστορίας που δεν θα μπορούσα να βρω και να μάθω με κανένα άλλο τρόπο. Κατάλαβα πολύ καλά πως η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν νομοτελειακά αναμενόμενη μετά την αθλιότητα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου. Οι πραξικοπηματίες εγκλημάτησαν πηγαίνοντας την χώρα πίσω σε όλους τους τομείς ευτελίζοντας τα πάντα. Ο Βασίλειος Ντερτιλής φεύγοντας από τον κόσμο έβαλε στην σωστή θέση της Ιστορίας,, ψύχραιμα και λακωνικά την κατάσταση ……..

……Φοβηθήκανε όλοι οι Απριλιανοί, φόβος, δειλία, ανεπάρκεια, κουτοπονηριά, βία και αμορφωσιά, μας κυβερνήσανε 7 χρόνια προετοιμάζοντας το δράμα του τέλους, την τελευταία συρρίκνωση της Πατρίδας, την Κυπριακή Τραγωδία!

__________________________________________________________________________

Βιογραφικά στοιχεία Ν. Ντερτιλή στην ΒΙΚΙΠΑΔΕΙΑ: εδώ

Σε μορφή εκτυπώσιμου κειμένου : ΤΟ ΙΩΒΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Categories
2024 ΙΣΤΟΡΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940. Μιά Μεγάλη Στιγμή στην Ιστορία των Ελλήνων.

  • 2024.10.28
  • – Θεόδωρος Φιλιππίδης1

Στα Έθνη με μακραίωνη ιστορία υπάρχουν Στιγμές – Ορόσημα που αναδεικνύουν το ποιόν τους και χαρακτηρίζουν το αποτύπωμά τους στο ιστορικό γίγνεσθαι. Οι Στιγμές αυτές, σπάνιες κατά κανόνα, έχουν να κάνουν με τραύματα στον κορμό του έθνους, με διαιρέσεις ή και πολλαπλασιασμούς, με έκφραση καταπιεσμένων ή αναδυόμενων συναισθημάτων, με ποικιλότροπη διατύπωση των μεγάλων «ΝΑΙ» και των μεγάλων «ΟΧΙ».

Μια τέτοια Μεγάλη Στιγμή για το Ελληνικό Έθνος, υπήρξε το «ΌΧΙ» με το Έπος του ’40, ένας σταθμός στην αέναη πορεία του Έθνους, μια δημιουργική ρωγμή στον αέναο χρόνο του. Είναι γνωστό βέβαια ότι για να αξιολογήσει κανείς αντικειμενικά μια τέτοια Στιγμή, έχει την υποχρέωση να ανατρέξει στα πριν και ίσως να μελετήσει ενδελεχώς και τα μετά. Αυτό όμως είναι υποχρέωση των ιστορικών μελετητών και λίγο μόνον βοηθά στην εκτίμηση της πανάκριβης και μοναδικής Στιγμής. Κι αυτό γιατί η Στιγμή εμπεριέχει Ψυχή, ψυχή με μνήμες, με νοσταλγία, με τραύματα, με ανυπέρβλητη δόξα, με μελαγχολία, με ελπίδες, με καταποντισμούς και παλινορθώσεις. Και κάθε τέτοια Στιγμή στην τρισχιλιετή πορεία των Ελλήνων, είναι προορισμένη να βγεί μέσα από ένα δυσθεώρητο κάστρο Μνήμης. Μιας Μνήμης που περιλαμβάνει το «Μολών λαβέ» και τη θυσία του Λεωνίδα, την Παλαιολόγεια απάντηση «Τό δέ τήν πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστίν ούτ’ άλλου των κατοικούντων ἐν ταύτη· …» , το «Έλληνες εσμέν το γένος…» του Πλήθωνος Γεμιστού, το «φωτια και τσεκούρι στους προσκυνημένους» του Κολοκοτρώνη, την εθελούσια πορεία προς τη Δόξα του Παύλου Μελά …

Αυτό το περιεχόμενο της Στιγμής του «ΟΧΙ» είναι απολύτως σίγουρο ότι κατείχε ο Ιωάννης Μεταξάς εκείνο το δραματικό ξημέρωμα, αλλά και επίσης σύσσωμο το Έθνος όταν από την επομένη, «με το χαμόγελο στα χειλη», προσέτρεξε για να υπερασπισθεί τα Πάτρια.

Οι ιστορικοί, οι πολιτικοί και οι στρατηγικοί αναλυτές έχουν γεμίσει χιλιάδες σελίδες για το Έπος του’40, χρήσιμες ή απορριπτέες, ενίοτε αντικειμενικές, άλλοτε μεροληπτικές και άλλες στρατευμένες. Όμως, τη Στιγμή του «ΟΧΙ» την έζησαν, την ένιωσαν οι χιλιάδες ανώνυμοι πρωταγωνιστές στα χιονισμένα κακοτράχαλα βουνά και την αποτύπωσαν στη ποιητική της διάσταση, οι καλλιτέχνες της εποχής. Τιμητική θέση σ’ αυτούς κατέχουν οι ποιητές και πεζογράφοι και μάλιστα οι πολλοί απ’ αυτούς που προσέφεραν εθελοντικά τους εαυτούς τους στο Μέτωπό ή και στα μετόπισθεν.

Ο 80χρονος Κωστής Παλαμάς, με την εξαιρετικά αναπτυγμένη διορατικότητα και με τον αδιαμφισβήτητο πατριωτισμό του, από την πρώτη μέρα του Πολέμου αντιλαμβάνεται το ουσιώδες της Στιγμής και απευθύνεται στους Έλληνες με τους μαγικούς στίχους «…αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλον κανένα: μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα».

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο ημερολόγιό του, γράφει: «Αξίζει να είναι κανείς Έλληνας τις μέρες αυτές».

Μια ασθενική, αλλά εξαιρετικά ευαίσθητη ποιητική φυσιογνωμία, ο Γιώργος Σαραντάρης γράφει «Φοβάμαι ότι θα γίνει πόλεμος, θα μας επιστρατεύσουν, δε φοβάμαι μη σκοτωθώ αλλά μη σκοτώσω». Λέει τι φοβάται, όμως πηγαίνει στο Μέτωπο, καταβάλλεται από τις κακουχίες και πεθαίνει σε νοσοκομείο, σε ηλικία 33 ετών!

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο μέτωπο 2

Ο μετέπειτα νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης υπηρετεί στο Μέτωπο ως Ανθυπολοχαγός και στα Βορειοηπειρωτικά βουνά ανδρώνεται μέσα στα βράχια, στο χιόνι και στο αίμα και αφήνει, σε απαράμιλλη ελληνική γλώσσα, υπερπολύτιμες ποιητικές παρακαταθήκες, ύμνους για τον Έλληνα φαντάρο, για τον ηρωικό αξιωματικό, για την φρίκη του πολέμου … Σε ένα όχι πολύ γνωστό κείμενό του, γράφει για την Στιγμή του ‘40:

“Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Έτσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία”.

Πολύ σωστά έγραψε ο Πέτρος Χάρης στη «Νέα Εστία», ότι: «τα λογοτεχνικά κείμενα μας δίνουν την κρυφή, την εσωτερική δύναμη των γεγονότων ή, αν θέλετε, την ψυχή των ανθρώπων που τα πραγματοποίησαν».

Και ο Στρατης Μυριβήλης, σε ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών (το 1960) επισημαίνει ότι «…υπάρχουν στη ζωή των λαών ορισμένες ημερομηνίες κρίσιμες, ορόσημα και σταθμοί, που υψώνονται σαν βίγλες. Από την υψηλότατη κορυφή τους μπορεί ένα έθνος να αγναντεύει εποπτικά όλη την περιπέτεια της ιστορικής του διαδρομής».

Άγγελος Τερζάκης – 1940 υπηρετεί στο Μέτωπο

Μια πλειάδα εκλεκτών λογοτεχνών (αναφέρω ενδεικτικά τους Γιώργο Θεοτοκά, Οδυσσέα Ελύτη, Άγγελο Τερζάκη, Στέλιο Ξεφλούδα, Γιώργο Σαραντάρη, Νίκο Καββαδία, Νίκο Εγγονόπουλο , Γιάννη Μπεράτη, Λουκή Ακρίτα, Νικηφόρο Βρεττάκο, Ανδρέα Καραντώνη, Άγγελο Βλάχο, Τάκη Σινόπουλο, Άρη Δικταίο κ.α.) κατέγραψαν ανεξίτηλα τη Μεγάλη Στιγμή του « ΟΧΙ» και παρέδωσαν στην αιωνιότητα υποδειγματικές πράξεις αυτοθυσίας, ηρωισμού, αυταπάρνησης και απύθμενης αγάπης στην Ελευθερία και στην Αξιοπρέπεια …

Εμείς, οι Έλληνες του σήμερα, επισκεπτόμαστε τα ζωογόνα κείμενά τους, τα συνδέομε με τις αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων μας και με μια γονυκλισία

ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΜΕ,

όλους εκείνους που υπερασπίστηκαν τις πανάρχαιες παραδόσεις μας, εκείνους που μάτωσαν και άφησαν τα ιερά κόκαλά τους πάνω στα βουνά, εκείνους που ανέδειξαν μια ακόμα πάμφωτη Στιγμή Δόξας των Ελλήνων.

Θεόδωρος Φιλιππίδης


  1. Ο Θεόδωρος Φιλιππίδης γεννήθηκε το 1951 στην Καρυδιά Κομοτηνής. Το 1969 πέτυχε στην Στρατιωτική ιατρική (ΑΜ 1100), το 1975 αποφοίτησε από την Ιατρική του Αριστοτελείου, εντάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία ως υγειονομικός αξιωματικός και ταυτόχρονα άρχισε να γράφει και να δημοσιεύει, με το ψευδώνυμο “Νικομήδης”, στίχους, ποιήματα, λίγα πεζά και δοκίμια. Το 1985 πήρε την ειδικότητα το παθολογοανατόμου, μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία και στην Αγγλία, και μαχόμενος για πολλά χρόνια σε “καρκινικά πεδία” εκτόνωνε τις επαγγελματικές (και όχι μόνο) εντάσεις του στο άσπρο χαρτί. Έτσι προέκυψαν αρκετά προϊόντα στιχοπλοκίας και κείμενα όπως η ποιητική συλλογή ̈Κριοί Πολιορκίας”, Εκδόσεις Σοκόλη -Κουλεδάκη του 2008. Καταβάλλεται προσπάθεια να συγκεντρωθούν τα έργα του και να εκδοθούν σε στοιχειώδεις ενότητες.
  2. Οι φωτογραφίες προστέθηκαν στο κείμενο από την ΕΕΥΕΔ,
  3. Επιμέλεια Ανάρτησης Α. Τασιόπουλος
Categories
2024 ΙΣΤΟΡΙΑ

12 Οκτωβρίου…οι δύο επέτειοι.

  • 14.10.2024
  • Λάμπρος Βαζαίος .

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 1959, πριν 65(!) χρόνια, 31 νέοι, που μόλις πριν λίγο τους είπαν πως δεν ήταν πια παιδιά, πέρασαν την πύλη της ΣΙΣ (της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τις κρατικές συντομογραφίες!).
Έγιναν εκείνη την ημέρα πολλά (όχι πως οι υπόλοιπες 40 ήταν αλλιώτικες). Έγιναν πολλά, παράλογα, περίεργα, φυσικά (που τα πιο πολλά όμως είχαν μεταφυσική εξήγηση), έγιναν όλα όσα το ξεχωριστής ποιότητας μυαλό μας δεν κατάλαβε τότε και αργότερα μόνο βρήκε κάπως μια άκρη.
Δεν θα πω περισσότερα, γιατί οι περισσότεροι φίλοι δεν έχουν τις προσλαμβάνουσες της «χακί ζωής»! Ας μην τους κουράσουμε με τα δικά μας, φίλοι, συνάδελφοι και κυρίως….συμμαθητές. Ο κόσμος των συμμαθητών έχοντας σταθερές αξίες κρατάει καλά πάντα, είναι μη διαπραγματεύσιμος, δεν αλλάζει. Απόστρατοι από καιρό, απόμαχοι από την απαιτητική δουλειά μας, έχοντας μετρήσει τις αυθαίρετες απουσίες (λιποταξίες δεν επέτρεψε η ζωή), ας είμαστε παρόντες του χρόνου τέτοια μέρα, να τα ξαναπούμε.

*…..και τώρα η δεύτερη επέτειος που σας μίλησα.

«Πριν 80 χρόνια , τέτοια μέρα έφυγαν οι Γερμανοί από την Αθήνα και έληξε επισήμως η Γερμανική Κατοχή» ( η «Κατοχή» όπως μονολεκτικά καθιερώθηκε να αναφέρεται παραλείποντας το εθνικό πρόσημο του κατακτητή , μάλλον πονηρά !). Αυτά για τα επίσημα ή τα ημιεπίσημα κείμενα ή ακόμη για όσους δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν αλλιώς τα πράγματα ! Άλλωστε για πολλά χρόνια ήταν ξεχασμένη επέτειος . Όχι ακριβώς ξεχασμένη , αλλά καθώς αντιμετωπιζόταν με την μέθοδο της παράλειψης το γεγονός άφηνε πάντα ερωτηματικά. Ο χρόνος όμως, μη αλλάζοντας την κυκλική διαδρομή του και οι άνθρωποι μη εγκαταλείποντες την «ιδιοκτησία» της μνήμης τους κάνουν διαφορετική ανάγνωση του ημερολόγιου, του βιβλίου των επετείων. Μου έχει γίνει πεποίθηση από καιρό, ότι σ’αυτήν αλλά και σε ανάλογες περιπτώσεις γίνεται προσπάθεια, πετυχημένη δυστυχώς προσπάθεια, να αναφερθούν «κομψά» οι παντός είδους συμμετέχοντες στα γεγονότα, οι ένοχοι δηλαδή . Ακούσαμε για το ΟΧΙ του ’40 , για την Εθνική Αντίσταση , για τις ολέθριες εμφύλιες διαμάχες και στο τέλος ακροθιγώς για «αποχώρηση» των γερμανών. Δηλαδή ήρθαν κάποτε και στις 12 Οκτωβρίου φύγανε, έτσι απλά; Σίγουρα κάτι συμβαίνει, κάτι που μυρίζει κάτι που δεν θέλω να το αναλύσω τώρα . Ίσως και να μην χρειάζεται να μπω στον κόπο για τον απλό λόγο ότι όλοι ζούμε στην «ίδια γειτονιά» και γνωριζόμαστε .
Θα επιχειρήσω την δική μου ανάγνωση για την επέτειο, με προσλαμβάνουσες προσωπικές, έξω από κάθε άμεση ή έμμεση εξάρτηση και δέσμευση, που ποτέ δεν είχα και πολύ περισσότερο τώρα στην ηλικία μου και την θέση μου!

Το βραδάκι της μέρας της Απελευθέρωσης η μητέρα μου με πήγε ένα μικρό περίπατο στο Σύνταγμα . Ήταν ο συνηθισμένος τόπος που έπαιζα εκείνο τον καιρό. Αυτή την φορά όμως πήραμε άλλη κατεύθυνση. Είχε σουρουπώσει και περάσαμε στην οδό Σταδίου από την Κολοκοτρώνη . Εκεί με περίμενε η έκπληξη, εκεί μαζί με όλους όσοι βρέθηκαν εκείνη την ώρα κοντά μας , είδα τον δρόμο
φωτισμένο από τα εκατοντάδες λαμπιόνια του Δήμου στις φωτεινές αψίδες της Σταδίου. Το τετράχρονο αγοράκι που σε όλη την Κατοχή δεν χώνεψε ποτέ τα σκοτάδια της συσκότισης που επιβάλανε οι κατακτητές , ρώτησε την μητέρα του :

Αυτό είναι η Απελευθέρωση μαμά ; θα έχουμε πια φως ; Η απάντηση που δεν πήρα
αλλά και η χαρά που πήρα περπατώντας στην φωτισμένη Σταδίου με ακολουθούν79χρόνια , μέχρι σήμερα . Δεν έπαψε να με ακολουθεί ακόμη, η ανακούφιση που ένιωσα όταν λίγο αργότερα συνειδητοποίησα πως δεν θα ξανακούσω εκείνα τα τρομακτικά , τα γεμάτα βάρβαρους ήχους γερμανικά εμβατήρια, που ξεφώνιζαν οι γερμανοί φαντάροι που περνούσαν κάτω από το σπίτι
της οδού Ευαγγελιστρίας βροντολογώντας τα πέταλα τους. Οι ήχοι των γεμάτων σύμφωνα γερμανικών λέξεων ενόχλησαν τόσο την αισθητική της ακοής μου που μέχρι σήμερα τους θεωρώ ό,τι πιο αποκρουστικό. Για μένα ήταν οι «για-για- γιάδες» στην παιδική μου διάλεκτο, από τα επαναλαμβανόμενα για, για, των φράσεων τους ! Οι στερήσεις που επέβαλλε το γερμανικό σχέδιο σχέδιο εξόντωσης των Ελλήνων, άγγιξαν και το δικό μου σπίτι, αν και οι γονείς μου τα κατάφεραν να μην επηρεασθεί το παιδί τους . Ένα δυνατό αγόρι υποδέχθηκε με τον δικό του τρόπο την Απελευθέρωση !

*Δυό λόγια για το γερμανικό σχέδιο εξόντωσης του Ελληνικού πληθυσμού .

Από τα αρχεία του Αμερικανικού Πενταγώνου αλιεύτηκε σχετικά πρόσφατα και μεταξύ άλλων, γερμανικό κείμενο γραμμένο μάλιστα στην Γοτθική γερμανική «καθαρεύουσα», γεγονός που δυσκόλεψε την ανάγνωση του. Πρόκειται για λεπτομερές σχέδιο, εξαίρετα τεκμηριωμένο οργανωτικά, που αναφέρεται στην εξόντωση μεγάλου μέρους του Ελληνικού πληθυσμού με όπλο τον υποσιτισμό και την ΠΕΙΝΑ!

Πηγή : https://www.alexpolisonline.com/2017/10/1940_27.html

Πρόκειται προφανώς για «μεταρρυθμίσεις του επισιτιστικού μοντέλου», όπως θα έλεγαν σήμερα κομψά οι σύγχρονοι γερμανοί «άρχοντες» της Ευρώπης και οι εγχώριοι παρατρεχάμενοι τους ! Δεν μας διαφεύγει βέβαια η διαχρονική εμμονή τους στον όρο μεταρρύθμιση», αντί του πραγματικού «σαδιστική τιμωρία και κακία» και στην απαίτηση από τα θύματα τους αλλά και τους εκάστοτε εγκαθέκτους τους να αποδέχονται την «ιδιοκτησία» των «μεταρρυθμίσεων». Με σχολαστική αναφορά σε θερμίδες ανά μονάδα τροφίμου και άλλα θαυμαστά , και με δολοφονική σκληρότητα που ξεχείλιζε αρρωστημένα από παντού, εξόντωσαν κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες καλών Ελλήνων. Δεν τους αφαίρεσαν απλά την ζωή, τους οδήγησαν στον θάνατο μέσα από την πιο εξευτελιστική για τον άνθρωπο διαδικασία…. την ΠΕΙΝΑ. Πέρασαν έτσι το μήνυμα του παντοδύναμου Γερμανισμού και το διάνθισαν με τις φρικαλεότητες στα Καλάβρυτα, στο Κομμένο, στην Μέρλιν, στο Χαϊδάρι, στην Κάνδανο , στην εξόντωση των Εβραίων συμπολιτών μας και όπου αλλού τους οδηγούσε ο αρρωστημένος σαδισμός τους . Σε όλη την διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, η ομάδα των μηχανικών και πολεοδόμων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων , η ομάδα Δοξιάδη με τον Σκέπερς επικεφαλής, δούλεψε κάτω από απίστευτα δύσκολές συνθήκες. Κατέγραφε, αξιολογούσε και αποδελτίωνε όλα όσα έκαναν στην χώρα και τον λαό της οι γερμανοί κατακτητές. Επιστήμονες υψηλής κατάρτισης και αξίας δούλευαν σαν πεισμωμένα μυρμήγκια, κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες και αμέσως, το εννοώ…αμέσως, παρουσίασαν το έργο τους . Είναι ο τόμος που γραμμένος σε τέσσερις γλώσσες, Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ρωσσικά (και βέβαια όχι γερμανικά …..δεν χρειαζόταν, αυτοί που τα έκαναν τα ήξεραν καλά και είχε τον τίτλο : *(«συμβολικά» χρησιμοποιείται πεζό στοιχείο «γ» για τις λέξεις που αναφέρονται σε «γερμανία και γερμανούς» εκείνης της εποχής)

«Αι θυσίαι της Ελλάδος στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»

Ήταν ένα από τα «διαπιστευτήρια» της Ελλάδας για την είσοδο της στον ΟΗΕ , στην διάσκεψη του Σαν Φραντσίσκο. Το έργο εκτύπωσε άψογα η «Ασπιώτης – Έλκα» το 1945 σε συνθήκες σίγουρα απερίγραπτες ! Δεν ξέρω γιατί το κειμήλιο αυτό είναι άγνωστο στους περισσότερους και ακόμη γιατί δεν αποτέλεσε βασική σχολική ιστορική ύλη . Μήπως γιατί τα λέει ΟΛΑ ! Ποιοι άραγε θέλουν να μην γνωρίζουμε ; **Πρίν λίγα χρόνια κυκλοφόρησε σε ανατύπωση μικροτέρου σχήματος ως ένθετο εφημερίδας . Ήδη υπάρχει αναρτημένο στην Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της ΕΕΥΕΔ.

Σε μορφή pdf εδώ

Από την χαρά της γιορτής της Απελευθέρωσης εκείνη την ημέρα , έλλειπαν αρκετοί από όσους πάλεψαν με τα τέρατα που είχαν σκλαβώσει την χώρα. Ήταν όσοι έδωσαν την ζωή τους , όσοι έπεσαν πολεμώντας ο καθένας στο πόστο του . Έλειπαν οι νεκροί νικητές της Αλβανίας, της γραμμής Μεταξά, της Μάχης της Κρήτης, όλων των μαχών του πολέμου. Έλειπαν και όσοι έπεσαν πολεμώντας με κάθε τρόπο τον κατακτητή , οι Έλληνες που δεν συνθηκολόγησαν , που αγωνίστηκαν στα βουνά και στις πολιτείες, στις θάλασσες και στην έρημο , οι καταδρομείς του Ιερού Λόχου που εκείνες τις ώρες απελευθέρωναν ένα-ένα τα νησιά μας .

Από την γιορτή της Αθήνας έλειπε η Λέλα Καραγιάννη , ο Κώστας Περρίκος , η Ιουλία Μπίμπα και οι σύντροφοι τους της ΠΕΑΝ, έλειπε ο Αντώνης Μυτιληναίος (αυτός είχε δραπετεύσει τρεις φορές από τους γερμανούς και τους Ιταλούς), που με τους δυναμίτες του δεν επέτρεψε την στρατολόγηση από τους Ναζί ΟΥΤΕ ΕΝΟΣ Έλληνα για το Ανατ. Μέτωπο.

 …. Και να λέει τότε απορημένος ο αρμόδιος Σοβιετικός Στρατηγός (Γιάκοβλεφ λεγόταν νομίζω), πως είδε στους αιχμαλώτους του γερμανικού Στρατού μετά την ήττα τους, ξένους μαχητές από όλες, μα όλες τις εθνικότητες της Ευρώπης, εκτός από Έλληνες . Δεν υπήρχε ούτε ένας τέτοιος είπε χαρακτηριστικά !
Έλλειπε ο Γιάννης Τσιγάντες που προδομένος αντιστάθηκε μέχρι την τελευταία του σφαίρα χωρίς να αποχωρισθεί το μονόκλ του ! Για λίγες ώρες δεν πρόλαβε την γιορτή και η Ήβη Αθανασιάδου, που η αθλιότητα της ρηχής συνείδησης του Γερμανού Στρ. γιατρού, της έκοψε το νήμα της ζωής στα 16 της χρόνια, στην γωνία του δρόμου του σπιτιού μου. Ήταν εκείνο ακριβώς το πρωϊ που η κοπελίτσα και οι συμμαθήτριες της χαιρόντουσαν και γελούσαν βλέποντας τους τελευταίους γερμανούς να φεύγουν από την παραλιακή του Φαλήρου! Δεν άντεξε ο γερμανός φονιάς την χαρά των κοριτσιών και με μια ριπή σκότωσε το χαμόγελο της κοπελίτσας.

Ήβη Αθανασιάδου


Ήταν πολλές οι ψυχές , πάρα πολλές που χάρηκαν και γιόρτασαν μαζί με τους ζωντανούς. Δεν είναι δυνατόν να τους αναφέρουμε έναν-έναν. Δεν χρειάζεται άλλωστε δεν μας παρεξηγούν , εδώ έδωσαν την ζωή τους και δεν λογάριασαν τίποτε, είναι δυνατόν να κουβεντιάσουν για εγωϊσμούς και πρωτοκαθεδρίες . Οι ήρωες μας, οι δικοί μας άνθρωποι μάλλον γελούν με τέτοια καμώματα εκεί στην γειτονιά των Αγγέλων που βρέθηκαν όλοι μαζί. Οι ψυχές που χάρηκαν και γιόρτασαν μαζί με τους ζωντανούς την μεγάλη ημέρα τότε , σήμερα όμως μου φαίνεται πως θέλουν κάτι να μας πουν . Μάλλον θέλουν να μας θυμίσουν πως σε κάποιες σκοτεινές γωνιές βρυκολακιάζουν οι ανάπηρες από την κακία και την μοχθηρία τους σκιές αυτών που γλύτωσαν από την οργή των Ευμενίδων , αυτών που κρύφτηκαν , αυτών που κλωσούνε τα αυγά των φιδιών . Ο σοφός Σαμάνος της στέπας έλεγε : «Δεν ακούστηκε ποτέ από φίδι να γεννηθεί αηδόνι , πάλι φίδι γεννιέται !»
Ας προσέχουμε λοιπόν, άς έχουμε φυλαχτό την ευχή όσων θυσιάστηκαν για να είμαστε σήμερα ελεύθεροι (ή περίπου ελεύθεροι για τους απαισιόδοξους !!!) και να μην τους ξεχνάμε , ήταν οι δικοί μας άνθρωποι !
Ας μην μείνουμε μόνο στα κορίτσια του Λυκείου των Ελληνίδων που κάθε τέτοια μέρα αναβιώνουν την μεταφορά του πέπλου της Παλλάδας στα Μεγάλα Παναθήναια, φέρνοντας την Γαλανόλευκη για να την υψώσουν στον Ιερό βράχο.
Πρέπει να μην ξεχάσουμε ποτέ την αντιπαθητική φιγούρα του λιπόσαρκου ( η αθλιότητα της Γκαιμπελικής Γερμανίας ήταν να εμφανίσουν αδύνατο Γερμανό στην πεινασμένη Αθήνα!). Αυτός λοιπόν βιαστικά, κατέβαινε τον δρόμο των Προπυλαίων κρατώντας την Σβάστικα που μόλις είχε υποστείλει αγκαλιά, φορώντας ο μασκαράς ένα σεμνό τάχα δίκωχο!
Ας μην ξεχάσουμε τα παιδιά που με μανία μάδησαν αμέσως το στεφάνι, που δήθεν από σεβασμό κατέθεσαν οι κατακτητές (μία ακόμη σιχαμένη υποκριτική τους χειρονομία) στον Άγνωστο.
Ας μην ξεχάσουμε αυτούς που κρυφά η φανερά δεν ήθελαν την Απελευθέρωση, τους έπεφτε βαριά η Ελευθερία. Δωσίλογους τους έλεγαν και τους λένε. Αυτοί και οι κλώνοι τους ντρόπιασαν το Γένος. Κανόνισαν οι άθλιοι, κάποιοι απ’ αυτούς να τιμωρηθούν κάπως, να «κατακάτσει ο κουρνιαχτός» που έλεγε ο γιός της Καλόγριας, (την ευχή του να’χουμε) και μετά αυτοί και οι κλώνοι τους που λέγαμε, καλοκάθησαν πάλι στον σβέρκο μας. Το «αεί στασιάζειν οι Έλληνες», η διχόνοια και η παραδοσιακή όμως φαγωμάρα στοίχειωσαν τότε την Πατρίδα που μόλις είχε ελευθερωθεί. Η Κοινωνία ξέπνοη, τραυματισμένη, η Δημοκρατία λαχανιασμένη. Χρειάστηκαν νέοι αγώνες, καινούριες θυσίες για να σταθεί η Πατρίδα στα πόδια της.

Μην ξεχνάμε τον ποιητή στο «Κατά Σαδδουκαίων» να παραπονιέται πως :
«…ελευθερία ανάπηρη πάλι μας τάξαν…»
…και να μας παραγγέλνει:
«…μην αμελήσετε
Πάρτε μαζί σας νερό
Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία».

….και ο Μανώλης Αναγνωστάκης, μετά τον Μιχάλη Κατσαρό κλείνει το φετεινό επετειακό…..

«..ο μύθος της διαρκούς προόδου, —- ( προειδοποιώντας μας όμως για…
«…την τόση κακότητα εν ονόματι του ανθρωπισμού ….»( που φέρνει )
«…..στην απόφαση της ήττας!


Categories
2024 ΙΣΤΟΡΙΑ

15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974 – 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 2024

  • 2024.07.15
  • Λάμπρος Βαζαίος

Τότε είπαν «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ» ! Σήμερα τι λέμε άραγε; Ο χρόνος δεν κάνει χατίρια και
οι άνθρωποι είμαστε βιολογικά προϊόντα προσαρμογής!

Πραξικόπημα αναμενόμενο και προαναγγελθέν στην Κύπρο. Οι Απριλιανοί σε κρεσέντο αμορφωσιάς, επαρχιωτίλας, αφέλειας και ευπιστίας στις ίντριγκες της CIA και των συναφών, προσπαθούν να καταλάβουν την εξουσία στο νησί. Τελικά δεν εξόντωσαν τον Μακάριο, κάνανε πρόεδρο τον Σαμψών (αν είναι δυνατόν!!!) δώσανε πάτημα να ανάψει το πράσινο φως της εισβολής και με τον Αττίλα 2, και αργότερα τον Αύγουστο ολοκληρώσανε το αρχικό μέρος της σχεδιασμένης προδοσίας. Ακόμη και την προδοσία κάνανε μαντάρα οι αθεόφοβοι. Δεν πρέπει να
υπάρχει στην Ιστορία μας άλλη τέτοια κατάντια.

*Στον «Οδυσσέα στις στήλες του Ιανού» ξεφόρτωσα την ψυχή
μου από όσα είχαν χωθεί και την τσιγκλάγανε 50 (τώρα) χρόνια.

Μεθαύριο στις 20 του μηνός, την μέρα της εισβολής θα τηλεφωνηθούμε, όπως κάθε χρόνο, με τον Δημήτρη Αλευρομάγειρο για να πούμε τα δικά μας, τα «μυστικά» μας! Εχουν ελαττωθεί πολύ οι «παρόντες» στο μικρό προσκλητήριο της μέρας! Από την μονάδα μου μόνο εμένα άφησε ακόμη ο Πανδαμάτωρ να πω και φέτος «παρών»!!! «Κύπρον ου με εθέσπισεν» έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης τότε που δεν τον αφήνανε να κοιμηθεί τ’αηδόνια στις Πλάτρες! Στην πισίνα του Park όμως τότε τις μέρες της εισβολής (με την ανυπόφορη ζέστη στην πεδιάδα της Μεσαορίας) παίρνανε το μπάνιο τους οι οικογένειες των Εγγλέζων (κάτι επαγγελματίες φαντάροι ήτανε!) και γύρω-γύρω τους φυλάγανε αγέλαστοι Γκούρκας.
Αυτά
Λάμπρος

Categories
2024 ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ.

Ιωάννης Κατσαβός, Aξιωματικός (Ε) Π.Ν.

Αναρτήθηκε στην Ιστοσελίδα του Εθνικού Καποδιστρικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) την 25 Απριλίου 2024 εδώ

Πρόλογος Δημητρίου Δουγένη, Ομότιμος Καθηγητή Ιατρικής του Ε.Κ.Π.Α.

Πολλά έχουν γραφεί και την επέτειο της ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου μετα πολύχρονη μάχη και πολιορκία. Όταν η δυνατότητα του ελληνικού στόλου να ανεφοδιάσει την πόλη έγινε  αδύνατη, οι αμυνόμενοι ευρισκόμενοι σε δυσχερέστατη κατάσταση από την πείνα αλλά και από ασθένειες, αποφάσισαν την ηρωική τους έξοδο. Η πτώση της «Ιεράς Πόλεως» αναθέρμανε το φιλειρηνικό κίνημα και βοήθησε στην τελική επιτυχία της επανάστασης. Όμως, κατά τη διάρκεια του μακρόχρονου αγώνα, ποια ήταν η υγειονομική κατάσταση μέσα στο Μεσολόγγι? Ποιες οι ασθένειες, τα προβλήματα νοσηλείας, η έλλειψη φαρμάκων και οι επιδημίες? Οι  γενναίοι αγωνιστές δεν είχαν να παλέψουν μόνο με τον εχθρό αλλά και με τα εσωτερικά διατροφικά και υγειονομικά προβλήματα.  Όλα αυτά μας τα αναφέρει με γλαφυρό τρόπο και μεστό λόγο ο συνάδελφος Ιωάννης Κατσαβός, Αξιωματικός Π.Ν. στο πόνημά του που ακολουθεί και έχει τον τίτλο «Υγειονομική Κατάσταση και Συνθήκες Υγιεινής κατά τις Πολιορκίες του Μεσολογγίου».

Πϊνακας Θεοδωρου Π. Βρυζάκη

Υγειονομική Κατάσταση και Συνθήκες Υγιεινής κατά τις Πολιορκίες του Μεσολογγίου.

Εισαγωγή

Η Ιερή Πόλη του Μεσολογγίου έχει περάσει στην παγκόσμια ιστορία, ως ένα σύμβολο του διαρκούς αγώνα για την ελευθερία. Το ανεπανάληπτο αυτό έπος των Ελεύθερων Πολιορκημένων, θα προσεγγίσουμε από την πλευρά της υγιεινής.

Είναι γνωστό, ότι, προς το τέλος της Γ’ Πολιορκίας, οι συνθήκες υγιεινής είχαν καταστεί τραγικές. Σε πείσμα όμως της λογικής, δεν καταρρακώθηκε το φρόνημα των πολιορκουμένων και η δίψα τους για Ελευθερία.

Η Ιστορία κατέγραψε, πως οι Τουρκοαιγύπτιοι, μετά από τις συνεχείς αποτυχίες τους, στο πεδίο της μάχης, αποφάσισαν να εντείνουν τον αποκλεισμό της πολιορκημένης πόλης, καταλαμβάνοντας τα οχυρωμένα νησάκια της λιμνοθάλασσας και περιμένοντας την πλήρη εξάντληση των υπερασπιστών τους. Η κατάσταση εξελισσόταν όλο και πιο απελπιστική για τους Έλληνες, διότι δυσχεραινόταν ο από θαλάσσης ανεφοδιασμός, ώστε ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες να τους εξασθενίσουν και να προκαλέσουν και ακόμη το θάνατο σε πολλούς.

Σύνοψη των Επιχειρήσεων

Το Μεσολόγγι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον αγώνα του 1821. Ειδικότερα, εισέρχεται στην Επανάσταση στις 20 Μαΐου 1821 με τη συμμετοχή 870 ανδρών στην απελευθέρωση του Βραχωρίου (Αγρινίου) στις 11 Ιουνίου 1821. Η πρώτη εν συνεχεία σημαντική εχθρική απειλή, ήρθε στις 20 Ιουλίου 1822 από τη θάλασσα, χωρίς αποτέλεσμα και θα επαναληφθεί ανεπιτυχώς, λίγους μήνες αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου με 31 Δεκεμβρίου 1822 (Α’ Πολιορκία). Επόμενη απόπειρα καταλήψεως της πόλης και της περιοχής αποπειράται με την ίδια κατάληξη το β’ εξάμηνο του 1823 (Β’ Πολιορκία).

Η τελευταία πολιορκία, η πιο σημαντική, λαμβάνει χώρα από 15 Απριλίου 1825 έως 10 Απριλίου 1826 (Γ’ Πολιορκία). Με την είσοδο του 1826 οι Τούρκοι, ενισχυμένοι από τις δυνάμεις των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ, εξαπολύουν σφοδρές επιθέσεις, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του Ελληνικού Στόλου υπό τον ηρωικό Ανδρέα Μιαούλη. Οι πολιορκούμενοι ήταν ήδη εξαντλημένοι από την πείνα και τις άλλες στερήσεις και ως μόνη λύση απέμεινε η ΕΞΟΔΟΣ, η οποία και αποφασίζεται να γίνει πράξη τη νύχτα της 10ης προς 11η Απριλίου του 1826. Στη συνέχεια, όμως, κατά την έναρξη της Εξόδου, αντιλαμβάνονται την προδοσία του σχεδίου στους Τουρκοαιγύπτιους. Επικρατούν σύγχυση και πανικός και τα εχθρικά πυρά προκαλούν σοβαρές απώλειες, ενώ τα γυναικόπαιδα αναγκάζονται να επιστρέψουν στην πόλη. Καμία δύναμη όμως δεν ήταν ικανή να αναχαιτίσει εκείνη την ένδοξη πορεία των αγωνιστών προς την ΑΘΑΝΑΣΙΑ.

Θ. Βρυζάκη

Τους συνοδεύει την ίδια νύχτα και η ανατίναξη από τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη της πυριτιδαποθήκης, όπως και άλλων ισχυρών σπιτιών, όπου κλείστηκαν οι τραυματισμένοι και γενικότερα οι πιο ανήμποροι. Και το ολοκαύτωμα θα συμπληρωθεί στις 12 Απριλίου με την ανατίναξη του ιστορικού Ανεμόμυλου από τον τραγικό Επίσκοπο Ιωσήφ Ρωγών, ο οποίος υπέστη μαρτυρικό θάνατο.

Παράλληλα, περίπου 6000 γυναικόπαιδα θα οδηγηθούν στην πιο φρικτή σκλαβιά και 3100 ζεύγη αυτιών και κεφαλών επιφανών και πολεμιστών θα σταλούν «Πεσκέσι» στον Σουλτάνο.

Προβλήματα Διατροφής

Εξειδικεύοντας σε αυτό το σημείο το θέμα μας, θα εστιάσουμε την προσοχή μας στα ζητήματα της διατροφής. Με την έναρξη της πολιορκίας, εντός της πόλης είχαν αποθηκευτεί μικρές ποσότητες ξηράς τροφής, κυρίως παξιμάδια. Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις για αποστολή ενισχύσεων και τροφίμων, ποικίλοι λόγοι δεν συνεργούσαν. Ακόμα και όταν γινόταν κατορθωτός ο εφοδιασμός, όπως κατά το τελευταίο 10ήμερο του Ιουλίου 1825 και περί τα μέσα Νοεμβρίου 1825, ο εφοδιασμός ήταν περιορισμένος. Με την είσοδο του 1826, κατέπλευσε και πάλι ο Ελληνικός Στόλος με τον ηρωικό Μιαούλη και έφερε λίγα εφόδια. Ωστόσο, έκτοτε το πρόβλημα της έλλειψης τροφίμων γινόταν οξύτερο, λόγω κυρίως της επιστροφής τον Αύγουστο του 1825 μεγάλου μέρους των κατοίκων από τα Ιόνια νησιά και κυρίως από τον Κάλαμο.

Προς τα τέλη του 1825 παρουσιάστηκαν και ελλείψεις σε κρασί και ρακί, τα οποία συχνότατα χρησιμοποιούσαν και ως αναλγητικά και αντισηπτικά των τραυματιών, ενώ η σημαντική ενίσχυση των δυνάμεων του Κιουταχή από την σοβαρή προσθήκη από τις 12 Δεκεμβρίου 1825 των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ.

Είναι, πάντως, εξακριβωμένο ότι, από την αρχή της πολιορκίας παρουσιάστηκε έλλειψη και κρέατος, καθώς και άλλων βασικών τροφίμων. Εντός του περιτειχίσματος, αλλά και στα νησάκια της λιμνοθάλασσας, υπήρχε ένας μικρός αριθμός οικόσιτων ζώων. Σύντομα όμως αυτά καταναλώθηκαν, ώστε τους τελευταίους δύο μήνες της πολιορκίας, να αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις κατανάλωσης αλόγων, μουλαριών, γαϊδουριών και κατόπιν σκύλων, γατών, ακόμη και ποντικών. Αλλά και αυτά έλειψαν, λόγω της περίσφιξης του αποκλεισμού από τον εχθρό, δεν υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης στους βάλτους πέριξ της λιμνοθάλασσας για τη συλλογή βατράχων προς βρώση. Καταγράφονται, επίσης, εξαιτίας της απόγνωσης, δυστυχώς, ακόμα και σπάνιες περιπτώσεις ανθρωποφαγίας νεκρών, ενώ κυριαρχούσε και το σκορβούτο. Σχετική μαρτυρία του Νικολάου Κασομούλη αναφέρει: «…εκείνη την ημέραν ένας Κραβαρίτης έκοψεν κρέας από το μηρί ενός φονευμένου και το έφαγεν…».

Ακόμη, σύμφωνα με τον Νικόλαο Μακρή: «…ευρέθηκαν πολλοί εις την σκληράν και αναπόδραστον ανάγκην να φάγωσι και ανθρωπίνας σάρκας και, ως διηγούντο, ελάμβανον το ήπαρ εκ των φονευμένων και όντων κράσεως υγιούς, το ετηγάνιζον με έλαιον και έρριπτον ολίγον ξύδι».

Δυσχέρειες Ύδρευσης

Πέραν, όμως των ανωτέρω, αναμφισβήτητα, στο πλαίσιο των συνθηκών υγιεινής στο Μεσολόγγι, περιλαμβάνεται και το δίκτυο ύδρευσης. Ειδικότερα η ύδρευση του Μεσολογγίου πραγματοποιούταν από πηγή εκτός της πόλης (Μάννα) και από δύο δεξαμενές και λίγα πηγάδια εντός των τειχών. Από την αρχή της τελευταίας πολιορκίας, η κύρια πηγή υδροδότησης της πόλης καταλήφθηκε από τους Τούρκους, ενώ και οι δεξαμενές μολύνθηκαν, από την απόθεση άταφων σωμάτων νεκρών πολεμιστών. Με συνέπεια, όλο το καλοκαίρι, να αναγκαστούν να πίνουν το γλυφό νερό των πηγαδιών, το οποίο, όμως, επέφερε τελικά επίταση του αισθήματος της δίψας. Έτσι, αναγκάστηκαν να ανοίξουν και νέα φρεάτια, ώστε να προμηθευτούν επιπλέον ποσότητες πόσιμου ύδατος. Επισημαίνεται, ότι τα φρεάτια κατασκευάστηκαν κατά την πορεία των φλεβών νερού και συχνότατα βρίσκονταν σε τοποθεσίες εκτιθέμενες στα συνεχή πυρά του εχθρικού πυροβολικού και γι’ αυτό η προσέγγισή τους γινόταν κατά βάση τις νυχτερινές ώρες. Τον Οκτώβριο του 1825, όταν ο εχθρός αποσύρθηκε από την πρώτη σειρά χαρακωμάτων, μπόρεσαν να απελευθερώσουν την κύρια πηγή υδροδότησης και να επισκευάσουν το υδραγωγείο, ώστε να έχουν σταθερή προμήθεια ποσίμου ύδατος μέχρι τον Μάρτιο του 1826, λίγο πριν την Έξοδο.

Υγειονομικά Θέματα

Προχωρώντας τώρα, περαιτέρω στην ανάλυση του θέματός μας, θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε υγειονομικά ζητήματα της πόλεως. Συγκεκριμένα, η ένδεια και η έλλειψη υγειονομικών υλικών και μέσων εντός του πολιορκουμένου Μεσολογγίου, είχε και ανάλογο σοβαρό αντίκτυπο στην ιατρική περίθαλψη των τραυματιών και των αρρώστων.

Έλληνες και Ξένοι θεράποντες Ιατροί και Φαρμακοποιοί

(Ξεχωριστή αναφορά θα κάνουμε στον Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ)

Johann Jakob Meyer (1798-1826)

Ο Μάγερ, γνωστός στους Μεσολογγίτες ως Ζβίτσερος, (Ελβετός), υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους φιλέλληνες υγειονομικούς του Αγώνα. Βέβαια δεν ήταν γιατρός, όπως επικράτησε να αναφέρεται στην ιστοριογραφία μας, αλλά φαρμακοποιός. Αν και η δημοσιογραφική του δράση κατά την Επανάσταση τον έκανε τόσο γνωστό, εν τούτοις η ιατρική του προσφορά στον Αγώνα δεν ήταν αμελητέα. Γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1798 στη Ζυρίχη. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και ο ίδιος ο Μάγερ εργάστηκε από μικρός ως βοηθός φαρμακοποιού. Το 1817 έλαβε άδεια άσκησης του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, με περιορισμένη όμως ισχύ για ένα μόνο καντόνι. Η προεπαναστατική του δραστηριότητα στην πατρίδα του, δείχνει να είναι άτομο δραστήριο και ικανό, αλλά δεν κατάφερε να σταθεροποιηθεί μόνιμα σε κάποια θέση. Παντρεύτηκε στην Πατρίδα του σε μικρή ηλικία, για να χωρίσει άτεκνος μετά από δύο χρόνια, εργάστηκε ως βοηθός φαρμακείου, άλλαξε διαμονή αρκετές φορές, βρέθηκε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε νεκροτομές, φοίτησε για λίγο Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, για να αποβληθεί από εκεί, λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς, δημιούργησε πολλά χρέη και, τέλος, περισσότερο κυνηγημένος από τα χρέη του και λιγότερο από φιλελληνική ιδεολογία, αποφασίζει να βρει την τύχη του στην επαναστατημένη Ελλάδα. Το Δεκέμβριο του 1821 ήρθε στην Ελλάδα και υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα στο πολεμικό πλοίο ”Άρης” του Μιαούλη ως γιατρός. Τελικά εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, τον Φεβρουάριο του 1822, έγινε πολίτης της πόλεως, βαπτίστηκε ορθόδοξος, παντρεύτηκε την Αλτάνη, κόρη του Μεσολογγίτη προεστού Γεωργίου Ιγγλέση και απέκτησε μαζί της δύο κορίτσια. Στο Μεσολόγγι ο Μάγερ οργάνωσε με χρήματα της οικογένειας Ιγγλέση, ένα φαρμακείο. Επίσης οργάνωσε ένα προσωρινό νοσοκομείο για την νοσηλεία των τραυματιών αγωνιστών και των ασθενών, σε μια εγκαταλελειμμένη οικία στην παραθαλάσσια περιοχή.

Όταν οι ανάγκες για περίθαλψη έγιναν πιο πιεστικές, λόγω του μεγάλου αριθμού τραυματιών, ιδίως μετά την μάχη στο Πέτα (4 Ιουλίου 1822), ο Μάγερ και η σύζυγος του Αλτάνη, δεν δίστασαν και μετέτρεψαν την οικία τους σε νοσοκομείο. Εκεί εργάστηκε και η ίδια η Αλτάνη, προσφέροντας νοσηλευτικές υπηρεσίες σε ασθενείς αγωνιστές και τραυματίες, καθώς και στους κατοίκους του Μεσολογγίου και των γύρω περιοχών. Αυτή, αποκλήθηκε από τους Μεσολογγίτες: «Μάννα του Μεσολογγίου». Το φαρμακείο που οργάνωσε ο Μάγερ στο Μεσολόγγι, φαίνεται ότι ήταν πολύ καλά εφοδιασμένο με φάρμακα και υγειονομικό υλικό.

Ο αρχίατρος της Διλοχίας των φιλελλήνων Ντάνιελ Έλστερ, στο ημερολόγιό του, αναφέρει ότι η Μονάδα του δεν διέθετε φάρμακα και προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της Διλοχίας σε φαρμακευτικό και υγειονομικό υλικό, όταν βρέθηκε στο Μεσολόγγι, προμηθεύτηκε, όλα όσα χρειαζόταν από το φαρμακείο του Μάγερ. «Στο Μεσολόγγι, θα γράψει, είχα την ευκαιρία να προμηθευτώ όλα τα αναγκαία από έναν κύριο Meyer από την Ζυρίχη, ο οποίος είχε δημιουργήσει ένα ολόκληρο φαρμακείο με λεφτά της συζύγου του και ο οποίος είχε ασπαστεί, χάριν της συζύγου του, την ελληνική θρησκεία». Επίσης και το νοσοκομείο, που οργάνωσε στο Μεσολόγγι ο Ελβετός φιλέλληνας διέθετε στοιχειώδη υποδομή και χώρους, ώστε να παρασχεθούν περιορισμένες νοσηλευτικές υπηρεσίες στους τραυματίες και ασθενείς. Στο νοσοκομείο αυτό, νοσηλεύτηκαν οι τραυματίες της μάχης του Πέτα της 4ης Ιουλίου 1822. Η ενασχόλησή του με το φαρμακείο και το μικρό νοσοκομείο στο Μεσολόγγι, τον έκανε αρκετά γνωστό και αγαπητό στην πόλη, ώστε το 1823 να του αναθέσει η δημογεροντία την ευθύνη για την προστασία της δημόσιας υγείας, ένα είδος δημοτικού γιατρού. Σχετικά, αναφέρει έγγραφο των προεστών του Μεσολογγίου προς την κυβέρνηση τον Μάιο του 1823: «Ο τόπος πάσχει από μίαν επιδημίαν θανατηφόρον. Έφθασεν ημέρα να αποθανώσι 19 άνθρωποι. Ημείς έχομεν διορίσει τον δόκτορα Μέγερ επιστάτην της εσωτερικής του τόπου υγείας… πλην δεν υπακούουν οι άνθρωποι εις τα σωτήρια και αποτελεσματικά μέτρα. Πρέπει και το περί υγείας κεφάλαιον, να επισύρη την προσοχήν της Διοικήσεως».

Το 1824 ο Μάγερ μαζί με τον γιατρό Μπρούνο, μετά από εντολή της διοίκησης, αναλαμβάνουν να πραγματοποιήσουν νεκροτομή και τοξικολογική εξέταση σε πτώμα, το οποίο θεωρήθηκε ύποπτο για πανώλη. Η εξέταση έδειξε ότι δεν υπήρχε η νόσος. Ο Μάγερ υπέγραψε το πιστοποιητικό ως γιατρός.

Ο Μάγερ επίσης, θα βρεθεί κοντά στον Βύρωνα, τον Απρίλιο του 1824 όταν αυτός αρρώστησε στο Μεσολόγγι. Δεν είναι πάντως βέβαιο, αν τελικά ο Μάγερ έλαβε μέρος στις προσπάθειες των γιατρών του Βύρωνα να τον θεραπεύσουν ή στο ιατρικό συμβούλιο που έγινε, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι έλαβε μέρος στην νεκροψία και την ταρίχευση.

Επίσης από τα τέλη του 1823, ανέλαβε την έκδοση της εφημερίδας ‘’Ελληνικά Χρονικά’’ και συνέδεσε το όνομά του με την εξιστόρηση της επικής πολιορκίας. Από τον Αύγουστο επίσης του 1824 έως αρχές Απριλίου 1825, διορίστηκε μέλος της τριμελούς Διευθυντικής Επιτροπής της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ενώ από τον Αύγουστο του 1825, πολέμησε στην πρώτη γραμμή του μετώπου, επικεφαλής τμήματος αγωνιστών. Έπεσε κατά την θρυλική Έξοδο, μαζί με την γυναίκα του και τις δύο του κόρες.

Κρίνεται επίσης, ιδιαιτέρως σημαντικό να υπογραμμίσουμε, ότι το καλοκαίρι του 1822, κατά την άτυχη εκστρατεία του Μαυροκορδάτου στην Ήπειρο, ήρθαν στο Μεσολόγγι ξένοι φιλέλληνες, ιατροί που ανήκαν στη Διλοχία των Φιλελλήνων και στο Τακτικό Σώμα.

Ερρίκος Τράιμπερ

Ο πρώτος εξ’ αυτών ήταν ο Γερμανός Ερρίκος Τράιμπερ, ο οποίος έγραψε τις ‘’αναμνήσεις’’ του από τη διαμονή του στην Ελλάδα (1822-1828). Ειδικότερα, ήταν από τους πρώτους που ξεκίνησαν για το μέτωπο της Ηπείρου, στις 22 Μαΐου του 1822, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του ως ιατροχειρούργος. Μετά την καταστροφή του Πέτα, κατά την οποία ξεκληρίστηκε όλη σχεδόν η Διλοχία των Φιλελλήνων και το Τακτικό Σώμα, ο Τράιμπερ έφτασε στο Μεσολόγγι, στο οποίο έμεινε λίγες ημέρες ως φιλοξενούμενος του Μάγερ. Επίσης, ο Τράιμπερ εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι από τις 11 Ιανουαρίου 1824, όπου και φιλοξενήθηκε πάλι από τον Μάγερ. Έμεινε στο Μεσολόγγι έως τις 2 Νοεμβρίου του ίδιου έτους και ενδιαμέσως προσέφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός και του Σώματος Πυροβολικού του λόρδου Βύρωνα. Μάλιστα, ήταν ένας από τους γιατρούς, που συμμετείχαν στην ταρίχευση του πτώματος του ποιητή.

Ο δεύτερος γιατρός, που αναφέρεται, ότι πέρασε από το Μεσολόγγι, ήταν ο Johann Knöffel (Κνέφελ), ο οποίος καταγόταν από την Φρανκφούρτη. Αυτός πάντως, φέρεται ως «Πεσών εν Μεσολογγίω, τον Ιούλιον του 1823».

Ακολούθως, ο τρίτος γιατρός ήταν ο Γερμανός ταγματάρχης Johann Daniel Elster (Έλστερ), ο οποίος ξεκίνησε από τη Μασσαλία για την Ελλάδα και έφθασε στο Μεσολόγγι στις 28 Μαΐου 1822. Παρόλο, που από την Γαλλία μετέφερε μαζί του πολλά φάρμακα, όταν έφθασε στο Μεσολόγγι του είχαν απομείνει ελάχιστα. Εν προκειμένω, σε βιβλίο που εξέδωσε ο γιατρός, για την δράση του στην Ελλάδα, έγραψε σχετικά ότι είχε την ευκαιρία να αποκτήσει ό,τι του χρειαζόταν. Κι αυτό διότι στο Μεσολόγγι γνωρίστηκε με τον Μάγερ. Η ιατρική δράση του Έλστερ, γενικώς στο Μεσολόγγι υπήρξε πλούσια και εν συνεχεία έφυγε για την Πάτρα και μετά για τη Σμύρνη.

Ο τέταρτος, ήταν ο γιατρός Johannsen (Γιόχανσεν), που πέρασε από το Μεσολόγγι και ακολούθησε τον Έλστερ σαν βοηθός του. Είχε καταταγεί στη Διλοχία των Φιλελλήνων στην Κόρινθο, αλλά στην συνέχεια έμεινε στο Μεσολόγγι, γιατί αρρώστησε.

Νοσοκομεία και θεραπευτήρια Μεσολογγίου

Για τα προσωρινά νοσοκομεία, καθώς και για τους αρκετούς πτυχιούχους, αλλά και εμπειρικούς γιατρούς που εργάστηκαν κοντά στους μαχητές και αμάχους στην ιερή πόλη του Μεσολογγίου, για λόγους σεβασμού προς την πολύπαθη πόλη, θα πρέπει να αφιερώσω περισσότερες γραμμές.

Το 1823, με εφόδια και χρήματα από το αγγλικό φιλελληνικό κομιτάτο, ήρθε στο Μεσολόγγι ο Ολλανδικής καταγωγής Άγγλος γιατρός Τζούλιους Μίλινγκεν (Julius Millingen). Το 1824 οργάνωσε νοσοκομείο, στο οποίο γινόταν και διανομή φαρμάκων, καθώς και παροχή ιατρικών συμβουλών σε ασθενείς και τραυματίες, ενώ παράλληλα διετέλεσε και γιατρός του Μπάιρον. Το 1824 βρέθηκε επίσης στο Μεσολόγγι και ο Ιταλός γιατρός Μπρούνο, προσωπικός γιατρός του Μπάιρον και σε κάποιο οίκημα δημιούργησε ιατρείο και μικρό νοσοκομείο, για να εξετάζει ασθενείς και να παρέχει στοιχειώδεις χειρουργικές υπηρεσίες.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας, οργανώθηκε από το γιατρό Λουκά Βάγια νοσοκομείο για τους τραυματίες, δεν υπήρχαν όμως διαθέσιμα κλινοσκεπάσματα και υγειονομικό υλικό. Η μόνη βοήθεια ήταν η παροχή ιατρικών υπηρεσιών στους τραυματίες. Ιστορεί σχετικά ο αγωνιστής Σπυρομίλιος: «Εκ της αρχής της πολιορκίας η Διοίκησις είχεν πέμψει τον δόκτορα Λουκά Βάγια, διά να συστήση εν νοσοκομείον, αλλ’ η έλλειψις των μέσων κατέστησεν και αυτό το μέτρον μάταιον, καθότι εις το νοσοκομείον δεν εύρισκον άλλον οι άνθρωποι παρά μόνον την επίσκεψιν του ιατρού, υστερούμενοι θροφήν, ιατρικά και στρώματα, ώστε εκοίτοντο χαμαί εις το έδαφος της γης». Ο Λουκάς Βάγιας κατά τα μέσα του 1825 έφυγε από το Μεσολόγγι. Στο Ναύπλιο, όπου πήγε, φαίνεται ότι θα ζήτησε μηνιαίο μισθό, προκειμένου να επανέλθει στο Μεσολόγγι. Έγγραφο προς το εκτελεστικό αναφέρει τον Ιούλιο του 1825 για τον Λουκά Βάγια: «παρακαλείται το Σ.Εκτελεστικόν να του δώση εν, μηνιαίον και να τον διατάξη να απέλθη εις τα εκείσε το ογληγορώτερον διά να επισκέπτεται τους πληγωμένους». O Βάγιας δεν επέστρεψε στο Μεσολόγγι και από τα τέλη Ιουλίου 1825 ανέλαβε υπηρεσία στο νοσοκομείο Ναυπλίου.

Κατά την τρίτη πολιορκία της Ιερής Πόλης (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826) έως την ηρωική Έξοδο, λειτούργησε νοσοκομείο για τους τραυματίες και τους ασθενείς. Ιατρικές υπηρεσίες παρείχαν στο νοσοκομείο οι διπλωματούχοι και εμπειρικοί γιατροί της φρουράς. Μεταξύ των υπερασπιστών της πόλης, κατά την πολιορκία από τα στρατεύματα του Κιουταχή και του Ιμπραήμ, βρέθηκαν κοντά στους μαχητές της φρουράς και είκοσι γιατροί. Οι Κερκυραίοι πτυχιούχοι γιατροί Αυγουστής Θερειανός και Μαυρίκιος Βικέντιος Ρωμανός, λίγο πριν από την Έξοδο, έλαβαν εντολή να βγουν από την πόλη με ειδικές αποστολές, ο πρώτος, προκειμένου να μεταβεί στα Επτάνησα για προμήθεια τροφίμων και ο δεύτερος, προκειμένου να συνοδεύσει, τον Ιανουάριο του 1826, τραυματίες του στόλου και της φρουράς στην Ύδρα. Ο γιατρός Κωνσταντίνος Ραζής, συγγενής του ηρωικού αρχηγού των Μεσολογγιτών Θανάση Ραζηκότσικα, σπούδασε στην Ιταλία και από την αρχή του αγώνα παρείχε ιατρικές υπηρεσίες φιλάνθρωπα στους μαχητές και τους κατοίκους του Μεσολογγίου και κυρίως του Αιτωλικού, όπου ήταν εγκατεστημένος. Όταν έγινε η συνθηκολόγηση του Αιτωλικού, την 1η Μαρτίου του 1826, ο γιατρός αιχμαλωτίστηκε μαζί με όλη την οικογένειά του και μεταφέρθηκε στην Ήπειρο. Απελευθερώθηκε μετά από καταβολή λύτρων και έκτοτε εγκαταστάθηκε στα Επτάνησα. Ο γιατρός Νικόλαος Νίκας, από τα Νεζερά, έμεινε στο Μεσολόγγι, πολεμώντας και γιατρεύοντας μέχρι την Έξοδο. Το ίδιο και ο γιατρός Σταμούλης Μαυρομμάτης, από το Μεσολόγγι, ο οποίος είχε διοριστεί φαρμακοποιός της φρουράς. Ο εμπειρικός γιατρός Ματθαίος Αντωνίου, από τους Δελφούς, καθώς και οι καταγόμενοι από την περιοχή Απόκουρου Αιτωλοακαρνανίας, Χρήστος και Φώτης Αντωνίου πατέρας και γιος, ο Γεώργιος Γένειας από την Άρτα, ο Αθανάσιος Γκέκας από τη Δωρίδα, ο Νικόλαος Κωνσταντίνου από την Κέρκυρα και ο Συνέσιος Χαντζόπουλος από το Μεσολόγγι, έμειναν μέχρι το τέλος της πολιορκίας και διασώθηκαν στην Έξοδο. Επίσης, κατά την πολιορκία ή κατά την ηρωική Έξοδο, έδωσαν τη ζωή τους ο σπουδαγμένος στην Πίζα Μεσολογγίτης γιατρός Παύλος Σιδέρης και ο αδελφός του, φοιτητής της ιατρικής Γεώργιος Σιδέρης, αδέλφια του αρχιπυροβολητή Δημητρίου Σιδέρη, ο οποίος σκοτώθηκε τον Μάιο του 1825. Ακόμη, έδωσαν τη ζωή τους και εμπειρικοί γιατροί, όπως ο Βασίλειος Βονιτζάνος, Γρηγόριος Δούκας, Ιωάννης Ιωνάς, Νικόλαος Κονοφάος και Γεώργιος Κονταξής.

Κυρίαρχη ιατρική μορφή στο Μεσολόγγι, υπήρξε αναμφίβολα ο γιατρός από τη Λευκάδα Πέτρος Στεφανίτσης, που σπούδασε στην Ιταλία και εξελέγη γερουσιαστής στα Επτάνησα. Προεπαναστατικά, το 1825, εναντιώθηκε μαζί με άλλους Επτανήσιους πατριώτες γερουσιαστές στα καταχθόνια σχέδια του Άγγλου αρμοστή της Επτανήσου Θωμά Μαίτλαντ, όταν αυτός προσπάθησε να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στα χέρια του, για να περιορίσει τις ελευθερίες των Επτανήσιων. Στο Μεσολόγγι βρέθηκε από το 1821 έως την Έξοδο, προσφέροντας ιατρικές υπηρεσίες και συμμετέχοντας στην άμυνα της πόλης. Τον Δεκέμβριο του 1825 οι Μεσολογγίτες τον ανακήρυξαν «πολίτη της πόλεως», σε αναγνώριση των υπηρεσιών του. Ο γιατρός σώθηκε κατά την Έξοδο, αλλά έμεινε σχεδόν γυμνός.

Πέτρος Στεφανίτσης 1791-1863

Για τον γιατρό Στεφανίτση είπε ο Νότης Μπότσαρης: «Ιδού ο αξιότερος όλων. Αυτός έκαμεν όσα δεν εκάμαμεν ημείς όλοι. Επολέμα και ιάτρευεν». Ο Γιάννης Βλαχογιάννης σημείωσε ότι ο Στεφανίτσης κρατούσε ημερολόγιο της πολιορκίας, το οποίο τύπωσε, αλλά δεν έχει βρεθεί. «Τέταρτον ημερολόγιον το του ιατρού Στεφανίτση άγνωστον πότε τυπωθέν, ουδαμού ευρέθη μέχρι σήμερον». Ασφαλώς με τα παραπάνω ο Βλαχογιάννης θα γράψει για το βιβλίο του Στεφανίτση, Απομνημονεύματα, που εκδόθηκε το 1839 και επανεκδόθηκε το 2019, με επιμέλεια Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, από την Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών.

Φαρμακεία

Σχετικά για τα φαρμακεία και τους φαρμακοποιούς, οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι ότι το πρώτο φαρμακείο που άνοιξε ο Ι. Ι. Μάγερ το 1822, ήταν καθαρά ιδιωτική επιχείρηση.

Όταν ήρθε ο Άγγλος Συνταγματάρχης Στάνχοπ στο Μεσολόγγι, τον Δεκέμβριο του 1823, αφού δεν μπόρεσε να οργανώσει νοσοκομείο, ίδρυσε ένα φαρμακείο. Το αναφέρει ο ίδιος σε γράμμα του της 4ης Φεβρουαρίου του 1824 και ότι το φαρμακείο έγινε και είχε επιτυχία. Οι πλούσιοι πλήρωναν μια μικρή τιμή για τα φάρμακά τους, ενώ οι φτωχοί όχι. Σε άλλο του γράμμα αναφέρει πως τα χρήματα για να ανοίξει το φαρμακείο τα έδωσε ο ίδιος, δεν είναι όμως γνωστό, ποιος εργαζόταν σε αυτό.

Όταν ο Μάγερ, τον Δεκέμβριο του 1823 ανέλαβε την σύνταξη της εφημερίδας, το φαρμακείο του έκλεισε.

Φάρμακα είχε φέρει και ο Βύρων όταν ήρθε στην Ελλάδα. Τα είχε αγοράσει στην Ιταλία και του είχαν στοιχίσει 70-80 λίρες, και τα προόριζε για το στρατό, που θα οργάνωνε.

Στο βιβλίο του ο Ιταλός Κόμης Π. Γκάμπα, Υπασπιστής του Βύρωνα, γράφει πως ο λόρδος έφερε πολλά κιβώτια με φάρμακα αρκετά για 1.000 άτομα, και για ένα χρόνο. Ο Απ. Βακαλόπουλος γράφει ότι ο Βύρων, το 1823, έστειλε από την Κεφαλονιά φάρμακα στο Μεσολόγγι για τους πληγωμένους.

Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1824 ήρθε στο Μεσολόγγι το μπρίκι ΑΝΝΑ, που έφερνε εφόδια πυροβολικού που έστελνε το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου. Μαζί με αυτά υπήρχε και μία ποσότητα φαρμάκων και ακόμα 1.000 λίρες, δώρο της Δημαρχίας του Λονδίνου.

Στις αρχές του 1825 και πριν από την τελευταία πολιορκία, ο Ιταλός φαρμακοποιός Πιέτρο Κάρολο είχε ανοίξει στο Μεσολόγγι μια «Σπετσαρία» (φαρμακείο), όπως αναφέρει ο Βλαχογιάννης.

Από τη Ζάκυνθο, ακόμα, έστειλαν «πλήθος ιατρικών» που προσέφερε ο Ζακυνθινός φαρμακοποιός Διονύσιος Δαμουλιάνος και τα έστειλε στο Μεσολόγγι ο Λαδόπουλος με τη μπομπάρδα του Λεονταρίτη.

Τους τελευταίους μήνες της τρίτης πολιορκίας, όπως φαίνεται, υπήρξε κάποια βελτίωση στην περίθαλψη των ασθενών και μια πιο ανθρώπινη μεταχείριση των τραυματιών.

Νοσολογική Κατάσταση

Τώρα, στον τομέα της νοσολογικής κατάστασης, το υγρό και νοσηρό κλίμα της πόλης, λόγω της λιμνοθάλασσας, σε συνδυασμό με την κακή έως ακατάλληλη ποιότητα τροφής, αναγκαστικά προκάλεσαν νόσους του γαστρεντερικού συστήματος. Αναφέρονται συχνότατα επεισόδια διάρροιας και δυσεντερίας και η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν βοηθούσε στην σύντομη και πλήρη αποκατάσταση της υγείας. Η κακή ποιότητα της διατροφής (π.χ. έτρωγαν βραστά αρμυρίκια) οδήγησε αναπόφευκτα και σε σημεία και συμπτώματα αβιταμίνωσης. Είναι χαρακτηριστικός ο απλός τρόπος καταγραφής τους από τον αυτόπτη μάρτυρα Νικόλαο Κασομούλη:

«…η ασθένεια των περισσοτέρων ήτον ο πονόστομος, και μεταχειρίζοντο ξείδι διά την θεραπείαν, έπειτα, πόνος εις ταις κλειδώσες, γόνατα, στραγάλια και αγκώνες». Ακόμη, στις δύσκολες συνθήκες πολιορκίας, τα άταφα πτώματα δημιουργούσαν εστίες μόλυνσης και δυσωδίας και οι «ελεύθεροι-πολιορκημένοι» ταλαιπωρούνταν και από ψείρες, ιδίως οι ασθενείς και οι τραυματίες. Από τους αρρώστους, περισσότεροι ήταν βέβαια, οι πληγωμένοι του πολέμου, αγωνιστές και απλοί πολίτες που είχαν τραυματιστεί από τις βόμβες. Και οι παθολογικές περιπτώσεις δεν ήταν λίγες. Το καλοκαίρι ήταν οι θέρμες ( ελονοσία), το χειμώνα κρυολογήματα και πνευμονίες.

Σχετικά με τον Μπάιρον

Θ. Βρυζάκη η άφιξη του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι

Όταν ο Λόρδος Βύρων αρρώστησε στο Μεσολόγγι, στις αρχές Απριλίου 1824, έσπευσε κοντά του μια ομάδα από επιστήμονες γιατρούς, που είχαν σπουδάσει σε διάφορα πανεπιστήμια της Ευρώπης, όπως ο Ολλανδικής καταγωγής Άγγλος Τζούλιους Μίλινγκεν, που πιθανότατα είχε σπουδάσει σε αγγλικό πανεπιστήμιο, ο νεαρός Ιταλός γιατρός Αλμπέρτο Μπρούνο, προσωπικός γιατρός του Μπάιρον, που είχε σπουδάσει στο Τορίνο, ο Γερμανός Ερρίκος Τράιμπερ, που είχε σπουδάσει στη Γερμανία και είχε μετεκπαιδευτεί στη χειρουργική στο Παρίσι, και, τέλος, ο Έλληνας Λουκάς Βάγιας, που είχε σπουδάσει για αρκετά χρόνια, με έξοδα του Αλή πασά, σε πανεπιστήμια της Βιέννης, του Παρισιού και της Λειψίας. Είναι βέβαιο, ότι αυτοί θα του συνιστούσαν ό,τι διέθετε τότε το καλύτερο θεραπευτικό οπλοστάσιο της επιστήμης.

Ποιά ήταν η θεραπευτική αγωγή που εφάρμοσε το συμβούλιο των γιατρών του Μπάιρον, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάγνωση, έπασχε από φλογιστικό ρευματικό πυρετό; Αφαιμάξεις, βδέλλες, καταπλάσματα, εκδόριο, καθώς και χορήγηση οπίου, φλοιού κίνας και νάρδου, η σχεδόν πάγια αντιμετώπιση όλων περίπου των νοσημάτων από τους γιατρούς τότε. Από όλα αυτά, αντικειμενικά, μόνον ο φλοιός κίνας θα ανακούφιζε τον ασθενή από τον πυρετό. Τα άλλα θεραπευτικά μέσα που προτάθηκαν, ουσιαστικά, ουδεμία θεραπευτική δύναμη είχαν σε ασθενή, που έπασχε μάλλον από πνευμονία και πιθανότατα θα είχε προσβληθεί και από ελονοσία. Οι γιατροί Μπρούνο και Βάγιας, ακολουθώντας την ιατρική της εποχής, τάχθηκαν υπέρ της χορήγησης «αντισπασμωδικής αγωγής», ενώ οι γιατροί Μίλινγκεν και Τράιμπερ, τάχθηκαν υπέρ της «αντιφλογιστικής αγωγής». Τελικά, στον Μπάιρον δόθηκαν φάρμακα που κάλυπταν και τις δύο διαγνωστικές προσεγγίσεις, ενώ όλοι οι γιατροί ήταν σύμφωνοι να αυξηθούν οι βδέλλες πίσω από τα αυτιά και στο λαιμό. Οι γιατροί του Μπάιρον εφάρμοσαν την ιατρική που γνώριζαν, την ιατρική που είχαν διδαχθεί στα Πανεπιστήμια που σπούδασαν. Όταν, ο προσωπικός του γιατρός Μπρούνο θερμοπαρακαλούσε, με δάκρυα, στα μάτια τον Μπάιρον να δεχθεί να υποβληθεί σε νέα αφαίμαξη, που είχε αποφασίσει το συμβούλιο των γιατρών, πίστευε ακράδαντα στη θεραπευτική αποτελεσματικότητα της αφαίμαξης, πλην όμως ο Μπάιρον αρνήθηκε να υποβληθεί στην αγωγή αυτή, με αποτέλεσμα να καταλήξει!

Τέλος

Η θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμία άλλη ελληνική νίκη. Οι φλόγες του Μεσολογγίου θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του Ελληνικού Έθνους. Οι ξένες δυνάμεις άρχισαν να κοιτούν σοβαρά την υπόθεση της ελληνικής επανάστασης, ενώ, τόσο η καθυστέρηση όσο και η φθορά των Τουρκοαιγυπτίων στο Μεσολόγγι, έδωσε τη δυνατότητα στις Ελληνικές Δυνάμεις, στην υπόλοιπη Ελλάδα, ν’ ανασυνταχθούν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι η θυσία των υπερασπιστών, αλλά και των αμάχων του Μεσολογγίου, εξασφάλισε την ελευθερία της Ελλάδος.

Η Αυτοθυσία
François-Émile de Lansac (1827)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ :

  1. Γενικά Αρχεία του κράτους (ΓΑΚ).
  2. Χρ. Ευαγγελάτου : «Ιστορία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1959.
  3. Νικ. Κασομούλη: «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων». Αθήνα, 1939.
  4. Νικ. Κολόμβα : «Η Εποποιΐα της Κλείσοβας». Αθήνα, 1997.
  5. Νικ. Κολόμβα : «Βασιλάδι». Αθήνα, 2010.
  6. Κ.Γ. Μακρυκώστα : «Μεσολογγίτικα 1821-1826». Αθήνα, 1984.
  7. Διον. Ρώτα : «Ιστορικό Αρχείο». Αθήναι, 1906.
  8. Κ. Στασινόπουλου : «Το Μεσολόγγι». Αθήναι, 1925.
  9. Σπυρίδωνος Τρικούπη : «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αθήναι, 1888.
  10. Λάζαρου Ε. Βλαδίμηρου : «Γιατροί και Ιατρική στην Επανάσταση του 1821», Εκδ. Μπαλτά, 2014.
  11. Αριστείδη Γ. Διαμαντή : «Επιτομή Ιστορίας της Στρατιωτικής Ιατρικής και Νοσηλευτικής στην Ελλάδα», Εκδ. Σ.Α.Ν, Αθήνα, 2011.
  12. Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου (1825-1826), Αθήναι 1963.
  13. Νικολάου Μακρή: Ιστορία του Μεσολογγίου, Αθήναι 1957.
  14. Σπυρομίλιου: Απομνημονεύματα της Δευτέρας Πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Αθήναι 1957.
  15. Πέτρου Στεφανίτση: Απομνημονεύματα (1821-1839), Αθήνα 2019.

  • Επιμέλεια ανάρτησης Αργύρης Τασιόπουλος
  • Κείμενο σε μορφή pdf : εδώ
Categories
2024 ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΟΤΑΝ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΛΟΡΔΟ ΜΠΑΥΡΟΝ

  • 2024.05.30
  • Λάμπρος Βαζαίος

Πλήν όλα, εκτός του ηλίου των, έδυσαν

Τα βουνά βλέπουν κατά τον Μαραθώνα

Και ο Μαραθών βλέπει κατά την θάλασσαν.

Εκεί ρεμβάζων μίαν ώραν μόνος

Ωνειρεύθην ότι η Ελλάς θα ημπορούσεν να είναι ακόμη ελευθέρα

Διότι επάνω εις τον Τύμβον των Περσών όπου ιστάμην

Δεν ημπορούσα να νομίζω τον εαυτόν μου δούλον.

Μην περιμένετε ελευθερίαν από τους Φράγκους

Έχουν βασιλέα όπου πωλεί και αγοράζει

Εις τα εντόπια στίφη εις τας εντοπίους φάλαγγας

Είναι η μόνη ελπίς της Ανδρείας σας

Αλλ’ η Τουρκική βία και ο Λατινικός δόλος

Θα θραύσει την ασπίδα σας όσον ευρεία και αν είναι.

Είναι εμφανής ο μόχθος του μεταφραστή να δαμάσει την τόσο ξένη γι’ αυτόν γλώσσα του ποιητή! Είναι όμως πολύ φανερή η συγκινησιακή φόρτιση και τελικά η συναισθηματική ταύτιση των δύο. Δεν αποφεύγει όμως τον πειρασμό του σχολιασμού ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ολοκληρώνοντας την μεταγραφή της μετάφρασης, μας τονίζει:

«Αι λέξεις αυταί δεν είναι ιστορικόν σύμβολον παραστατικόν της τύχης του πολυπαθούς Ελληνισμού; Πόσον ενδομύχως ησθάνετο και κατενόει ο μέγας Βρετανός την θέσιν της Ελλάδος, την τότε και την διαρκή και την παντοτεινήν; Και πόσο απέχομεν ημείς να την εννοήσομεν και να την αισθανθώμεν;»!

Όλα αυτά δια χειρός Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη!**

Και ο Μπάϋρον; Τελείωσε την θυελλώδη ζωή του στο Μεσολόγγι «θέλοντας να κάμει κάτι περισσότερον για την κοινωνία από το να γράφει στίχους!»

Πρόλαβε να μιλήσει όμως…..

Μίλησε πικρά για την Τουρκική βία και τον Λατινικό δόλο!

Η μετάβαση της νεοελληνικής ποίησης από την «λογία καθαρεύουσα» και την αρχαΐζουσα συγγένισσα της, στην Δημοτική άρχισε δειλά-δειλά με την εγκατάσταση του Ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Το δημοτικό τραγούδι λειτουργώντας ως σταθερή αξία, είχε προετοιμάσει ομαλή πορεία. Η πρώτη φάση της μετάβασης δεν ήταν εύκολη και χρειάστηκε καιρός και αγώνες για να εδραιωθεί η παρουσία του ελεύθερου στίχου στον χώρο που κυριαρχούσε μέχρι τότε ο έμμετρος στίχος και λόγος στην λόγια καθαρεύουσα.

Ο Αργύρης Εφταλιώτης (Κλεάνθης Μιχαηλίδης) νεότατος το 1870 από το Μάντσεστερ όπου εργαζόταν, δημοσίευσε στο λογοτεχνικό περιοδικό της Αθήνας «Εθνική Βιβλιοθήκη» μετάφραση του ποιήματος του Λόρδου Μπάϋρον. Ήταν η πρώτη εμφάνιση του ποιητικού ταλέντου του Εφταλιώτη την εποχή μάλιστα που η μετάβαση του ποιητικού λόγου από την καθαρεύουσα στην Δημοτική βρισκόταν στην πρώτη της φάση.

Έχοντας ήδη περάσει, μαζί με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, το δύσκολο μονοπάτι της απόδοσης στην γλώσσα μας του ποιήματος του Μπάϋρον, ας προσπαθήσουμε να διακρίνουμε το άλλο πρόσωπο, την γραφή του Εφταλιώτη. Δεν θα επιχειρήσω να συγκρίνω τις δύο γραφές, θα τις βάλω δίπλα-δίπλα για να ολοκληρώσω την εικόνα της ενιαίας γλώσσας, του πλούτου της.

Απ’τους Φράγγους τους ψεύτες λευθεριά μη ζητάτε

Πονηροί βασιλιάδες κυβερνούν τη Φραγκιά

Π’ τα δικά σας χέρια λευτεριά καρτεράτε!

Αν σε δύναμη Τούρκου και Λατίνου ψευτιά

Αφεθείτε, θα σπάσει η ασπίδα σας τότες

Και οι μέρες σας θάναι πλειό πικρές απ’τις πρώτες.

Δημοτική γλώσσα με στέρεη βάση την ντοπιολαλιά της Λέσβου, της πατρίδας του βάζει ο Εφταλιώτης για να ζωντανέψει την απόδοση των στίχων στην γλώσσα μας. Αυτά το 1870.

Η τελική όμως μορφή της μετάφρασης δημοσιεύτηκε το 1890 επιβεβαιώνοντας το ταλέντο του Εφταλιώτη που είχε όμως στραφεί οριστικά πλέον στην πεζογραφία. Έχουμε τώρα την ευκαιρία να βάλουμε δίπλα στην μετάφραση του Παπαδιαμάντη, την πρώτη γραφή του Εφταλιώτη και την τελική απόδοση στην τρέχουσα πλέον Δημοτική από τον ίδιο, των στίχων του Λόρδου Μπάϋρον.

Απ’ τους άπιστους Φράγκους λευτεριά μη ζητάτε!

Εκεί ζουν ηγεμόνες που πουλούν κι’αγοράζουν.

Με δικό σας τουφέκι και σπαθί πολεμάτε!

Αυτού θα βρείτ’ ελπίδα κι’ότι θέλουν ας τάζουν

Ζυγός Τούρκου με Φράγκου πονηριά σαν ταιριάσουν

Την ασπίδα όσο νάναι δυνατή, θα την σπάσουν!

Τρείς μεταφραστικές εκδοχές της ίδιας στροφής του ποιήματος, που απετέλεσε την υψηλότερη έκφραση του Ευρωπαϊκού Φιλελληνικού πνεύματος για τον Αγώνα, δοσμένες από δύο κορυφαίους πεζογράφους, που θέλησαν να αναμετρηθούν με την ποίηση κορυφαίου ποιητή! Είναι από τις στιγμές που δεν υπάρχουν συγκρίσεις, δεν μπορούν να γίνουν συγκρίσεις. Διαβάζοντας τις στροφές αυτές την μία δίπλα στην άλλη, νιώθουμε πως είναι η ώρα να δεχθούμε χωρίς επιφύλαξη τον πλούτο που ντύνει κάθε τι που είναι φτιαγμένο με λέξεις Ελληνικές!

Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο 19ος αιώνας και ο Ησυχασμός, η διανόηση που τον υπηρετούσε και η γραμματεία του, προσπαθούσαν να εμψυχώσουν όσους κρατούσαν ακόμη αναμμένο το ταπεινό πλέον λυχνάρι της αντίθεσης Ανατολής και Δύσης. Η διαφορά στην ισχύ και η έκταση της επιρροής της Δύσης, ή έστω σε ό,τι ορίζεται έτσι, ήταν πλέον αβυσσαλέα. Ο Διαφωτισμός, η βιομηχανική επανάσταση, τα άλματα που αντικατέστησαν τα βήματα στις επιστήμες και τα γράμματα, δεν άφησαν σχεδόν καθόλου ελεύθερο ζωτικό χώρο. Όσοι από τους μαθητές του Γρηγορίου του Παλαμά και του Αθανασίου του Πάριου, όπως ήταν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το έκαναν και το μπόρεσαν, αυτοί στάθηκαν σταθερά αρνητικοί στα ήθη της Λατινικής Δύσης, τουλάχιστον σ’αυτά. Ήταν θρήσκοι με την λαϊκή έννοια του όρου, αυστηρά ευσεβείς και πιστοί. Ήταν πεπεισμένοι, ταπεινοί με την πενία, την υλική πενία παρούσα πάντα στην ζωή, στον βίο τους.

Αυτός ήταν ο πνευματικός χώρος του μονήρους Σκιαθίτη. Πολύ νωρίς είχε με σαφήνεια ορίσει την θρησκευτική και την όλη τελικά θέση του:

« Η ατομική βούληση του ανθρώπου μένει ελευθέρα και ανεξάρτητος από της θείας βουλήσεως. Όπως έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον απαρχής λογικόν και ελεύθερον, ούτω μέχρι τέλους καταλείπει αυτόν λογικόν και ελεύθερον».

Η βαθιά όμως γνώση της Δυτικής Λογοτεχνίας και ο σεβασμός που είχε για τους δημιουργούς, τον προφύλαξαν από ακρότητες και άκριτες μισαλλοδοξίες. Διδάχθηκε από τον Σωκράτη «να μετέχει της ουσίας του αληθούς και να μεταδίδει αυτήν εις πάντας».

Η «συνάντηση» με τον λόρδο Μπάϋρον, ήρθε σε στιγμή που ο Παπαδιαμάντης είχε αποκρυσταλλώσει θέσεις και απόψεις για όσα γινόταν γύρω του, στην κοινωνία, στην πατρίδα του. Αυτοί οι τόσο διαφορετικοί άνθρωποι, ο Άγγλος αριστοκράτης ο ποιητής με τον θορυβώδη και δύσκολο βίο και ο πάμπτωχος Σκιαθίτης λόγιος, είχαν τελικά την ίδια αγωνία για την μοίρα της Ελλάδας! Συναντήθηκαν σε κάτι ελεγειακό, σε κάτι καθόλου ηρωικό. Μίλησαν για τα νησιά της Ελλάδας, για την μοίρα της. Ο υπαινικτικός Αλέξανδρος αγωνίζεται με τον μόχθο του μεταφραστή, με το λεξικό στο χέρι, να βρει το δρόμο που τράβηξε το πνεύμα του ποιητή όπως ο ίδιος μας σημειώνει. Τον ένιωσε όμως τόσο, τον κατανόησε τόσο, που του επιδαψιλεύει έπαινο, τον κότινο του Έλληνα του ΙΘ΄ αιώνα! Κατάλαβε πως ο ποιητής ένωσε την προσωπική του αγωνία, την αγωνία του κατατρεγμένου της μοίρας όπως ο ίδιος, με τον σπαραγμό του κουρελιασμένου και διαλυμένου Έθνους.

Οι στίχοι του Μπάϋρον όμως έπρεπε να βρουν την επίσημη στιγμή τους, τον ταιριαστό τρόπο μεταφοράς τους στην Ελληνική γλώσσα για να πάρουν την θέση τους στην Ιστορία. Τα Ελληνικά του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, όπως φαίνεται, κατάφεραν να δώσουν χρώμα και αισθήσεις στους στίχους του κυνηγημένου από την μοίρα και τα φαντάσματα του βίου του ποιητή:

Αφιερώνεται στον Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλο τον καλό φίλο που μας έκανε να αγαπήσουμε τον Παπαδιαμάντη.

Λάμπρος Βαζαίος


Το άρθρο περιλαμβάνεται στο 3ο βιβλίο του Λάμπρου Βαζαίου “Ασυνήθιστες ημέρες – Απόκρημνα Χρόνια”

Επιμέλεια ανάρτησης

Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2024 ΙΣΤΟΡΙΑ

ΕΙΣΟΔΟΣ Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΣΤΟ ΠΟΛΙΟΡΚΟΥΜΕΝO ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΕΠΙ ΤΡΙΗΜΕΡΟ (26-29 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1825)

  • 2024.04.26
  • Ιωάννης Κατσαβός

Άρθρο του Αξκου ΠΝ Ιωάννη Κατσαβού, που αναρτήθηκε την 23 Απριλίου 2024 στην Ιστοσελίδα “News AIXMH

Από την ανάρτηση “News AIXNH”

Στις 6 Οκτωβρίου 1825, μετά από μία καταρρακτώδη νεροποντή που έπεσε στο στρατόπεδο των Οθωμανών και σε συνδυασμό με τα αλλεπάλληλα σοβαρά πλήγματα που είχαν υποστεί οι δυνάμεις του Κιουταχή το τελευταίο δίμηνο, αυτός αναγκάσθηκε να αποσυρθεί από τις προωθημένες θέσεις του, μέχρι το ύψος της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου.

Το γεγονός αυτό χαροποίησε ιδιαίτερα τη φρουρά, με αποτέλεσμα πολλοί να το εκλάβουν ως αρχή λήξης της πολιορκίας και να επαναφέρουν τις οικογένειές τους από τα Ιόνια νησιά. Παράλληλα ο αποκλεισμός έγινε πιο χαλαρός, παρότι ο κανονιοβολισμός δεν σταμάτησε.

Έτσι στις 26 του Οκτωβρίου 1825, ο Γ. Καραϊσκάκης επωφελήθηκε από τις συνθήκες αυτές και μπήκε στο Μεσολόγγι. Τρέξανε όλοι να τον δουν και να τον ευχαριστήσουν για όσα πάσχιζε και κατόρθωσε.

Το πρώτο που ζήτησε ήταν να περιέλθει τις ντάπιες και να παρατηρήσει τις θέσεις του εχθρού. Βλέποντας από πόσο κοντά πολέμαγε η φρουρά τους Τούρκους, θαύμαζε και δεν έβρισκε λόγια να την επαινέσει.

«Τέτοιο ασκέρι σαν το δικό σας, έλεγε και ξανάλεγε, δεν έχω ξαναδεί. Να μου ζήσετε, ωρέ λεβέντες».

Την άλλη μέρα, στη γενική σύναξη που έγινε, πρόβαλε το σχέδιό του:

«Αδέρφια μου καπεταναίοι, όσοι αγωνίζονται απόξω, αν κι Έλληνες κι αντρείοι κι αυτοί, όμως δε συνήθισαν να έχουν τόσο κοντά τον εχθρό, όπως εσείς, και να τον πολεμάνε, νύχτα και μέρα, τόσους μήνες τώρα. Θροφή, καθώς βλέπω, ούτε κι εσάς προμηθεύουν ταχτικά ούτε και σε εμένα κι ας έριξα, ξεπίτηδες για τούτο, το ορδί μου κοντά στην ακροθαλασσιά, στο Δραγαμέστο. Σε καλό το λοιπόν θα μας βγει να σμίξουμε τα ασκέρια μας, για να αναθαρρέψουν κι οι δικοί μου άνθρωποι και να κοντοζυγώσουν τον οχτρό, όσο τον έχετε κι εσείς εδώ. Αλλιώς δε θα μπορέσω να τους πειθαναγκάσω, αφού με αυτούς είναι κι ο Τσόγκας κι ο Ράγκος, και να τους κινήσω να ’ρθουν όξω από το Μεσολόγγι. Να τι λέω; Να μου δώσετε πεντακόσιους νοματαίους, να πηγαίνω κι εγώ να τραβήξω όσους μπορέσω, χίλιους – δυο χιλιάδες, και να φτάσω, είτε από θάλασσα είτε από στεριά, και να πιάσω τη Σκάλα ανάμεσα στ’ Αντελικό και στ’ ορδί του Κιουτάγια: Του κόβουνται τόσες οι ζαϊρέδες και θα βιαστεί να φύγει, είτε στην Πάτρα είτε στη Ναύπαχτο κι έτσι παίρνει τέλος το μπλόκο. Μπορώ, βέβαια, να τον στεναχορέσω και πιο απόμακρα από το Μεσολόγγι, μα η δυσκολία είναι πως δε βρίσκουνται κατά κει θροφές και για τούτο δεν έχουμε την ευκολία να βαστάξουμε ορδί. Εδώ όμως είναι η θάλασσα κι απ’ αυτή θα προμηθεύουμε και τα δυό ασκέρια μας».

Το σχέδιό του ήταν περίφημο. Εκείνο που τελικά ζητούσε ο Καραϊσκάκης ήταν να ενισχυθεί με σημαντική δύναμη αγωνιστών της φρουράς, ώστε να ανταποκριθεί αποτελεσματικότερα στην αποστολή του.

Οι αρχηγοί της φρουράς άκουσαν με μεγάλη προσοχή τα όσα τους είπε και βρήκαν καλό το σχέδιό του. Δεν είχαν όμως την πεποίθηση ότι, αφού βγουν οι πεντακόσιοι, έπειτα δεν θα ξανάμπαιναν μέσα.

«Κι αν, ο μη γένοιτο, λάβουν κανένα χαλασμό τότε τι κάνουμε εδώ, όπου περιμένουμε και τον Μπραΐμη; Τον ρωτάνε».

Ο Καραϊσκάκης, κάπως χολιασμένος που τον δυσκόλευαν, λέει:

«Τότες τι κοπιάζουμε όξω;»

«Οι κόποι σας, του αποκρίνεται ο Δημήτριος Μακρής, κανένα διάφορο ακόμα δε μας δώκανε. Είδες ίσαμε που μας έφερε ο οχτρός και τον διώξαμε χωρίς βοήθεια. Αποστάσαμε γράφοντας να σιμώσετε κι εσείς. Άλλος φέρνει τούτη τη δυσκολία κι άλλος την άλλη. Να ‘ρθουν κι αυτοί όλοι εδώ, να ζυγώσουν τον οχτρό, όπως εμείς, να φαγωθούμε μ’ αυτόν μύτη με μύτη και να τον διώξουμε. Αυτό να κάνετε και τίποτις άλλο! Καραϊσκάκη, μονάχα σε σένα χρωστάμε χάρη, γιατί πάσχισες και πασχίζεις – οι άλλοι είναι γεμάτοι προφάσεις».

«Κάνετε, καπεταναίοι, καθώς σας λέω, γιατί θα μετανιώσετε κι ο Θεός ας μας τα βγάλει καλά ως το τέλος».

«Τι θα μετανιώσουμε; Του ξαναποκρίνεται πάλι ο Μακρής. Εμείς εδώ μάθαμε τα νώτα του οχτρού. Πολεμήσαμε και πολεμάμε ώσπου ν’ ανθέξουμε κι αν δεν στέργουν οι όξω να ‘ρθουν βοήθεια, καβαλικεύουμε, για μια φορά ακόμα, τα κανόνια του κερατά και φεύγουμε κι ερχόμαστε και σας σμίγουμε. Και τότες τρέχουμε όλοι μαζί».

Ο Καραϊσκάκης σώπασε. Έμεινε για λίγη ώρα σκεπτικός κι έπειτα είπε:

«Ο Θεός να βοηθήσει κι εσάς κι εμάς!»

Τους παρακάλεσε να του δώσουν φουσέκια  και μολύβια, γιατί ούτε πολεμοφόδια του προμήθευε η κυβέρνηση. Του έδωσαν με μεγάλη ευχαρίστηση. Αφού έμεινε τρεις μέρες, επέστρεψε στο Δραγαμέστο.

Το παραπάνω αξιοσημείωτο περιστατικό θα μπορούσε να συνδυασθεί και να αποτελεί συνέχεια των κατωτέρων δύο προηγηθέντων γεγονότων:

Πρώτον: Στις 7 Αυγούστου 1825, ο Γ. Καραϊσκάκης, έχοντας εγκαταστήσει στρατόπεδο στην περιοχή Δερβέκιστας (Ανάληψη), κατόπιν επείγουσας αίτησης των πολιορκούμενων στο Μεσολόγγι, έστειλε από τη θάλασσα σοβαρή ενίσχυση από 500 και κατ’ άλλους 700 αγωνιστές υπό τους ΚίτσοΤζαβέλλα κ.ά. Έτσι, όμως, εξασθένησε σημαντικά τη δύναμή του και συνεπώς τη δυνατότητα σοβαρής παρενόχλησης των εφοδιοπομπών του Κιουταχή. Άλλωστε, αντιμετωπίζοντας και έλλειψη τροφών, αμέσως εν συνεχεία μεταστάθμευσε στην περιοχή του Δραγαμέστου (Αστακός), ώστε να ανεφοδιάζεται από τη θάλασσα.

Δεύτερον: Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου, η εδρεύουσα στο Μεσολόγγι Διευθυντική Επιτροπή Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, έστειλε στο Δραγαμέστο επιτροπή υπό τον Δ. Θέμελη και με συμμετοχή του αρχηγού των ενόπλων Μεσολογγιτών Αθ. Ραζηκότσικα, προκειμένου να συμβιβάσει τις χρόνιες και σοβαρές διαφορές μεταξύ, αφενός του Καραϊσκάκη και αφετέρου των επιφανών Ακαρνάνων οπλαρχηγών Γ. Τσιόγκα και Ιων. Ράγκου. Και οι παραπάνω διαφορές είχαν οξυνθεί λόγω της πρόσφατης άφιξης του Καραϊσκάκη στην Δυτική Χέρσου Ελλάδα, ορισθέντος επικεφαλής των σωμάτων της υπαίθρου, γεγονός που πιθανότατα τους ώθησε να εγκαταλείψουν το φρούριο του Μεσολογγίου. Ας σημειωθεί, ότι οι παραπάνω οπλαρχηγοί με τα σώματα τους, συνιστούσαν μέρος της φρουράς του Μεσολογγίου και είχαν στις αρχές Ιουλίου 1825, αδικαιολόγητα, χωρίς τους άνδρες τους, εγκαταλείψει το Φρούριο. Δεν είχαν, ωστόσο, μείνει αδρανείς και είχαν συγκροτήσει νέα σώματα, επιδιδόμενοι σε μεμονωμένες και ασυντόνιστες καταδρομικές ενέργειες εναντίον εχθρικών εφοδιοπομπών και εγκαταστάσεων.

Δυστυχώς, οι προσπάθειες συμφιλίωσης δεν στέφθηκαν με επιτυχία και έτσι παρήλθε ανεκμετάλλευτη η μεγάλη ευκαιρία συντονισμένης και ενιαίας δράσης των δυνάμεων της υπαίθρου, που θα μπορούσε ακόμη και να καταλήξει στη λύση της πολιορκίας του Κιουταχή, πριν αφιχθούν οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ, τον Δεκέμβριο του 1825.

Ως συνήθως, ακόμη μια φορά, τα αγεφύρωτα προσωπικά πάθη και μίση ανάμεσα στους Έλληνες, είχαν παίξει τον διαλυτικό ρόλο τους.

Και το Ελληνικό στράτευμα που βρισκόταν απέξω από το Μεσολόγγι δεν έκανε πια τίποτα το σημαντικό, ως την ώρα που η δοξασμένη φρουρά, αναγκασμένη από την πείνα, άνοιξε στις 10 του Απρίλη 1826 δρόμο με το σπαθί στο χέρι προς την ελευθερία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Κ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ «Γεώργιος Καραϊσκάκης», έκδ. β’., Κων/λις 1909.
  2. «Αρχείον Γεωργίου Καραϊσκάκη 1826-1827» εκδοθέν υπό του ιστορικού τμήματος του Γενικού Επιτελείου του Ναυτικού, Αθήναι 1924.
  3. «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», Αθήναι 1857.
  4. Ν. ΣΠΗΛΙΑΔΗ «Απομνημονεύματα», Αθήναι 1851, 1852, 1859.
  5. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΥ «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου», Αθήναι 1883.
  6. ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κ. ΚΑΣΟΜΟΥΛΗ «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833», Αθήναι 1940.
  7. ΣΠΥΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», Λονδίνον 1853-1857.
  8. Κ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ « Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Αθήναι 1903.
  9. Γ. ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ «Γεώργιος Καραϊσκάκης», Αθήναι 1927.
  10. «Γεώργιος Καραϊσκάκης» φυλλάδιον εκδοθέν από την Επιτροπήν Εορτασμού της Εκατονταετηρίδος από του θανάτου του, Αθήναι 1927.
  11. ΣΙΤΣΑΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ «Ο γυιός της καλογρηάς» Αθήνα 1939.
  12. Δ. ΦΩΤΙΑΔΗ «Μεσολόγγι, το έπος της μεγάλης πολιορκίας», Αθήνα 1953.