2026.03.10
Η «Ξένη» του 1854 αποτελεί έναν από τους πιο δραματικούς χαρακτηρισμούς που δόθηκαν από τον λαό στην μεγάλη επιδημία χολέρας που έπληξε την Ελλάδα στα χρόνια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853–1856). Η ονομασία «Ξένη» υποδήλωνε ότι η ασθένεια δεν θεωρούνταν γηγενής, αλλά εισαγόμενη συμφορά, που ήρθε από το εξωτερικό μαζί με στρατεύματα και πλοία.
Την περίοδο εκείνη η Ελλάδα βρισκόταν υπό έντονη πολιτική και στρατιωτική πίεση. Μετά την κατάληψη του Πειραιάς από αγγλογαλλικές δυνάμεις, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων του πολέμου, μεγάλος αριθμός στρατιωτών εγκαταστάθηκε στην περιοχή και στην Αθήνα. Μαζί με τις μετακινήσεις στρατευμάτων και πλοίων από τη Μασσαλία και άλλα μεσογειακά λιμάνια, η χολέρα εξαπλώθηκε γρήγορα στον ελληνικό χώρο.
Η επιδημία προκάλεσε ισχυρό κοινωνικό και ψυχολογικό σοκ. Οι άνθρωποι, ήδη ταλαιπωρημένοι από οικονομικές δυσκολίες, πολιτική αστάθεια και φυσικές καταστροφές, είδαν τη νόσο ως μια «ξένη» απειλή που ήρθε να προστεθεί στις συμφορές τους. Ο φόβος, οι θάνατοι και η αίσθηση ότι η ασθένεια είχε μεταφερθεί από τις δυνάμεις κατοχής ενίσχυσαν την ονομασία «Ξένη», η οποία έμεινε στη λαϊκή μνήμη ως σύμβολο της χολέρας του 1854.
Η επιδημία αυτή καταγράφεται σε χρονικά, εφημερίδες και λογοτεχνικά κείμενα της εποχής – όπως εκείνα του Εμμανουήλ Λυκούδη – όπου η χολέρα παρουσιάζεται σχεδόν προσωποποιημένη, μια σκοτεινή παρουσία που ήρθε από μακριά και έπληξε έναν ήδη δοκιμαζόμενο τόπο. Η “Ξένη” του Λυκούδη, έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για το Υγειονομικο των Ενόπλων Δυνάμεων, μια που ο Συγγραφέας δίνει μια μοναδική περιγραφή του Α’ Στρατιωτικου Νοσοκομείου κατά την διάρκεια της επιδημίας.

Η Ξένη του 1854 σε μορφή pdf εδώ
Δυστυχισμένη θεοκατάρατη χρονιά. Ποιος θα λησμονήσει τι κακά έσυρε μαζί της; Είναι κάτι χρόνοι, όπου τραβούν οπίσω τους τα βάσανα, τις συμφορές, αλυσίδα βαριά, ατέλειωτη αλυσίδα που σέρνεται στα στήθια. Αφορία από έτη, καταστροφές από σεισμούς, ελπίδες ξεριζωμένες, η ληστεία να βράζει στην Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη. Να μπαίνουν οι ληστρικές συμμορίες μέσα στις πόλεις, στις Θήβες, στη Λιβαδειά, στα Μέγαρα, η ξένη Κατοχή υβριστική να πατά κατάστηθα τη χώρα, χωρίς ούτε καν να πνίξει τη μαύρη διχόνοια! Και όμως δεν ήσαν αρκετά αυτά· όχι. Πίσω ήταν το πλέον φαρμακερό ποτήρι.
Ήταν γραφτό να στήσει στον άμοιρο, στον πολυβασανισμένο τούτο τόπο, το μαύρο τσαντήρι της, στριγγλιάρα γύφτισσα, η πρασινοκίτρινη αμαζόνα του θανάτου, η Επιδημία.
Κρυφά κρυφά, για να κάμει πρώτη γνωριμία μαζί μας εταξίδεψε από τη Μασσαλία έως τη Μάλτα μαζί με το Μαυροκορδάτο, που ήρχετο από τη Γαλλία για να παραλάβει την Κυβέρνηση. Έτσι το έγραφαν τουλάχιστον του τέλους Ιουνίου του 1854 οι εφημερίδες.
«Ο κύριος Μαυροκορδάτος αναχωρήσας εκ Μασσαλίας ηναγκάσθη να μείνει εις Μελίτην, διότι εν τω μεταξύ απεβίωσαν εν τω ατμοπλοίω τρεις στρατιώται εκ χολέρας».
Αλλά το βαπόρι εκείνο δεν έφερε τη χολέρα στην Ελλάδα. Δεν ελευθεροκοινώνησε στη Σύρα που ήταν για να πιάσει. Πώς μας ήρθε λοιπόν η θεοκατάρατη Ξένη;
Πολλά λένε. Αλλά περισσότερο επιστεύθηκε πως μπήκε κρυφά επιβάτης και κρύφτηκε κάτω βαθιά, στο μπαλαούρο, μέσα σε μία καμαρωμένη φρεγάδα, χυτή, χαριτωμένη, που ήρχουνταν στον Πειραιά φορτωμένη στρατό για την Κριμαία.

Αχ! Έπρεπε στου κάβου Μαλιά τα κρεμαστά τα βράχια να εύρει μαύρη βαθιά καταβόθρα, τη μανιωμένη θάλασσα, τόσο βαθιά που να μην αποφανεί ούτε το πόμολο του μεσιανού της καταρτιού, για να μη γλιτώσει η Μαύρη Ξένη, για να μη φτάσει να φέρει σ’ αυτό το δύστυχο τον τόπο την ερήμωση.
Όμως αλλιώς ήταν γραφτό· γι’ αυτό ακίνδυνα εκαβατζάριζε τον κάβο Μαλιά, κι ανέβαινε περήφανα με ίσια την πλώρη για τον Πειραιά. Κι ανάσαιναν οι ανατολικές στεριές του Μωριά· και της έστελναν της άπιστης φρεγάδας σα γλυκοφίλημα τον ανασασμό τους, το γλυκό ελληνικό μαϊστραλάκι, όπου της φιλούσε τα ολόλευκα πανιά όλα απλωμένα στο φύσημά του, από τον κόντρα φλόκο ως τη μπούμα, από τον τρίγκο και τη μαΐστρα ως τους κούντρους. Τα δελφίνια έπαιζαν τρελά εμπρός στην πλώρη της κ’ οι γλάροι εφτερούγιζαν χαρωποί ανάμεσα στα ξάρτια της.
Περηφανεύονταν η εύμορφη φρεγάδα και έγερνε καμαρωμένη από τη δεξιά πλευρά. Τα νερά τα γαλαζοπράσινα, νωθρά, κοιμισμένα, ότι και τα ξύπναε η πλώρη της η χυτή· και παραμερούσαν με γλυκομουρμούρισμα σα ντροπαλά, ενώ εγλίστραε απάνω τους σα νεροφίδα η εύμορφη φρεγάδα.
Φαίνεται πως δεν άργησε πολύ να ρίξει άγκυρα στον Πειραιά. Γιατί στις 6 Ιουλίου εκολλούσαν στους τοίχους των Αθηνών χαρτιά και, αφού το τύμπανο εξεκούφαινε τον φοβισμένο κόσμο, ένας κήρυξ εδιάβαζε στα σταυροδρόμια:
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
«Το Υπουργείον των Εσωτερικών προς τους Νομάρχας του Κράτους. Σπεύδομεν με λύπην μας να σας κοινοποιήσωμεν, κύριε Νομάρχα, ότι εις τον Πειραιά από προχθές εφάνησάν τινα περιστατικά εμφαίνοντα χολέραν. Η Κυβέρνησις έλαβε τα συντονώτερα μέτρα κ.λπ.».
Αυτά τα τινά περιστατικά ήσαν καμιά τριανταριά θάνατοι την ημέρα εις τα νοσοκομεία και εις την πόλιν. Τα συντονώτερα μέτρα ήσαν ότι δεν είχαν την άδειαν να έλθουν από τον Πειραιά οικογένειες και κατοικήσουν εις τας Αθήνας, μπορούσαν όμως οι άνθρωποι να συγκοινωνούν ελεύθερα για τις δουλειές τους στις δύο πόλεις, φθάνει μόνον, όταν ανέβαιναν από τον Πειραιά, να τους κοίταζε στα μάτια ένας γιατρός που εστέκετο εκεί που είναι τώρα το γκάζι. Αλλ’ απ’ αυτή την ενόχληση είχαν απαλλαχθεί όλοι του στρατού της Κατοχής, γιατί γι’ αυτούς θα ήταν αυθάδεια ένα τέτοιο μέτρο. Αλλά και οικογένειες ήρχοντο ελεύθερα στις Αθήνες, όταν είχαν μαζί τους κανένα στρατιώτη ξένο. Και όμως με όλες αυτές τις ευκολίες άργησε να ανέβει στις Αθήνες η Ξένη. Λες και βαριότανε χορτάτη από τον τρύγο που έκανε στον Πειραιά.
Αλλά στο τέλος, αφού έως εις τας 20 Αυγούστου ερήμαξε τον Πειραιά, ελούφαξε και μόλις εις το τέλος Σεπτεμβρίου άρχισε να τρυγά εις τας Αθήνας τα πρώτα πριμαρόλια του θανάτου. Ένα εις τας 29 Σεπτεμβρίου εις την οδόν Λυσικράτους· άλλο εις τας 12 Οκτωβρίου εις την οδόν Νίκης και τρία ή τέσσερα εις το Γεράνι εις τας 16 Οκτωβρίου.
Έτσι πρώτα πρώτα χτυπούσε ανάργα, σκόρπια. Λες κ’ εδοκίμαζε τη δύναμή της. Έπειτα για μερικές ημέρες άφηνε να λησμονηθεί. Ήθελε να κάμει τον κόσμο να ξεθαρρέψει, όπως το θηρίο αφήνει λάσκο στο θύμά του να δοκιμάσει τη φυγή, για να το σπαράξει έπειτα σ’ ένα πήδημα με περισσότερη ευχαρίστηση.
Ο κόσμος εξεθάρρευε και εγύριζε η γαλήνη στα πρόσωπα και το χαμόγελο στο στόμα. Μα αυτή έβοσκε σαν την κρυμμένη τη φωτιά, ελούφαζε σαν την τίγρη πριν χυμήξει, ασέρνονταν κρυφοδάγκατη οχιά.
Εις τας 21 Οκτωβρίου ξέσπασε αχόρταγη. Παράλυσε τότε τις ψυχές ο κρύος φόβος και όσοι ημπορούσαν εζήτησαν σωτηρία στη φυγή.
Δεν ήταν φυγή πολέμου αυτή· δεν θα πατούσε τας Αθήνας ο εχθρός, ούτε ακούγονταν από μακριά κούφια, βουβή, του κανονιού η βροντή. Αλλά τον ένοιωθε χωρίς να τον βλέπει τον εχθρό ο άμοιρος ο κόσμος, παντοδύναμο σαν το θάνατο. Και έφευγαν. Η Ιερά οδός, η οδός των Πατησίων, της Κηφισιάς, του Μαραθώνος, κάθε δρόμος που έφερνε σ’ ένα χωριό της Αττικής ήτο γεμάτος από κάρα, αμάξια, φορτηγά ζώα, πεζούς, παντού μια ατέλειωτη αλυσίδα, που εσέρνονταν και σήκωνε παχύ, ουρανομήκη τον κουρνιαχτό. Κλάμα και θρήνος παντού· τα πράγματα ριμμένα άνω κάτω με την τρελλή βία του φόβου, σαν σε πυρκαϊά, μέσα στ’ αμάξια. Ό,τι πρόφθασε ο καθένας. Ώ, τα ελεεινά καραβάνια της συμφοράς!
Πολλοί δυστυχισμένοι, που δεν είχαν τις τριακόσες ή τετρακόσες δραχμές που είχε φθάσει το αγώγι ενός αμαξιού έως εις τα περίχωρα, έφευγαν φορτωμένοι ολίγα ρούχα στον ώμο, ένα καλάθι με ψωμί στο χέρι, κ’ οι γυναίκες έσερναν τα παιδιά. Ακολουθούσαν και κάτι αραχνιασμένοι γέροι και γρηές, ξεκλειδωμένες υπάρξεις, κουρέλια της ζωής, που δεν είχαν μεγάλες ελπίδες ότι θα τραβήξουν μακρυά. Αλλά η ζωή είναι φως. Αποχαιρετώντας τη ζωή ο Αΐας του ηλίου το φως αποχαιρετούσε, για τούτο είναι μεγάλη η αγάπη της ζωής στις φωτεινές τις χώρες, που τις σκεπάζει γαλάζιος, ηλιοχρύσωτος ουρανός.
Τριάντα χιλιάδες ψυχές είχαν τότε αι Αθήναι. Δεν έμειναν μέσα στην πόλι περισσότερες από οκτώ. Μακρυά, μακρυά από το φαρμάκι που ξερνάει ο ανασασμός της θεοκατάρατης της Ξένης.
Η Αρχή τα είχε χαμένα μέσα στις Αθήνας. Όλα τα γραφεία ερήμωσαν, όταν εφούντωσε το κακό. Υπουργοί έφευγαν και όσοι έμειναν δεν εύρισκαν υπάλληλο να εργασθούν. Δεν ημπόρεσε να τους κρατήση ούτε το παράδειγμα του αλησμονήτου βασιλέως Όθωνος, όπου πιστός στη θέση του εβοηθούσε, επαρηγόραε, ελεούσε και όπου τον ίδιο του μανδύα έβγαλε για να σκεπάσουν ένα δυστυχισμένο που ψυχομαχούσε στο δρόμο.
Και επάνω εις όλα τα κακά — ποιος θα το πιστέψη; — εβασίλευε από τότε πολυκέφαλο θεριό το ρουσφέτι. Ήταν αλήθεια αβάφτιστο τότε, αλλά ζωντανό, θεριωμένο, Δράκος όνομα και πράγμα.
Σε τέτοιες φοβερές μέρες δύο διευθυνταί της Αστυνομίας διωρισμένοι από την ίδια Κυβέρνησιν ήλθαν στα χέρια μέσα στο γραφείο ποιός να κρατήση την αρχή. Εκείνος που ενίκησε έστειλε στη φυλακή τον άλλο.
Υπήρξαν, είν’ αλήθεια, ιατροί ήρωες, γεμάτοι αφοσίωσι, θάρρος, αφιλοκέρδεια. Ένας από αυτούς βοηθώντας τους δυστυχισμένους, χωρίς μισθό, χωρίς αμοιβή, ο Σταυρίδης, έδωσε και τη ζωή του την πολύτιμη. Το Ιατροσυνέδριο άνοιξε εράνους για να του εγείρουν μνημείον. Δεν το ηύρα όμως πουθενά στο νεκροταφείο. Έχει τόσο αδύνατο μνημονικό η Ευγνωμοσύνη!
Μα και θέσεις εφύτρωναν τότε πυκνές μέσα στη φουσκή της Επιδημίας. Μισθοί ιατρών, αστυνομικών, τακτικών, εκτάκτων, επικούρων και βοηθών των επικουρών. Μερικοί από αυτούς φοιτηταί πρωτοετείς. Αν η γλώσσα εβοηθούσε περισσότερο για να προμηθεύση ένα καινούργιο τίτλο, θα διώριζαν και άλλους που απάνω κάτω να έχουν το χρέος να συνδράμουν τους επικουρούς. Απ’ έξω δε άλλοι ιατροί να υβρίζουν τους διωρισμένους και να γίνεται ένα ελεεινό αλληλοφάγωμα, όπου ήταν κακούργημα σ’ εκείνες τις δύστυχες ημέρες.
Ο υπουργός των Εσωτερικών για να δώση τόπο τή οργή, αφού εσυμβουλεύθη και τον πρέσβυν της Αγγλίας, κοντά στους οκτώ πρώτους δημοτικούς ιατρούς, διορίζει άλλους οκτώ. Αλλά οι πρώτοι δεν δέχονται τους νέους, δεν εννοούν να συνεργασθούν μαζί τους.
Ανοίγει το Υπουργείο πίστωσι διακοσίων δραχμών σε κάθε φαρμακείο για τα γιατρικά της φτώχειας. Επειδή απαγορεύθη εις τους ιατρούς να στέλλουν τας συνταγάς μόνον εις τα ιδικά των φαρμακεία, μερικοί τις άφηναν ανυπόγραφες και οι δυστυχισμένοι που είχαν τους αρρώστους εγύριζαν με τη συνταγή στο χέρι όσο που να ευρεθή ο συνεννοημένος φαρμακοποιός, όπου εγνώριζε του ιατρού το γράψιμο ή το ιδιαίτερο σημάδι. Οι φαρμακοποιοί που είχαν φίλους ιατρούς ετελείωσαν την πίστωσι από την πρώτη μέρα. Τότε μερικοί ιατροί ή δεν έγραφαν καθόλου συνταγές ή τις έστελλαν στα ίδια φαρμακεία, για να αναγκάσουν την Αρχή να αυξήση την πίστωσι. Και άλλοι φαρμακοποιοί έδιναν γιατρικά μ’ αυτήν την ελπίδα, άλλοι όμως όχι. Μια δυστυχισμένη που είχε χάμου τρία παιδιά εγύριζε ολήμερα με το χαρτί του γιατρού στο χέρι, χωρίς να εκτελή τη συνταγή της.
Άχ! Αυτοί που δεν βρίσκουν σήμερα τίποτε γερό, τίποτε στη θέση του, όπου μας πετούν πάντοτε κατά πρόσωπο τον παληό καλό καιρό, με το να χωρίζη από τους καιρούς εκείνους τα μάτια της μνήμης των, όλο το μακρυνό διάστημα των περασμένων χρόνων, ομοιάζουν εκείνους όπου από μακρυά βλέπουν όλα τα βουνά ομαλά, ωραία, χρυσοπράσινα, ευκολοπάτητα· ούτε τις άγριες ρεματιές, ούτε τους απάτητους γκρεμνούς, ούτε τις καταβόθρες τις σκοτεινές βάζει ο νούς των. Ακόμη ολιγώτερο τα φίδια που σέρνονται στις πλαγιές των.
Σε πολλά σπίτια που λημέριαζε η επιδημία έσμιγαν τρεις τέσσερες ιατροί και επίκουροι και βοηθοί. Μαζί με τα άλλα δεινά ο κάθε ιατρός ακολουθούσε και δική του θεραπευτική και έτσι επάλευαν μαζί με τους ιατρούς, απάνω εις τα κορμιά των δυστυχισμένων, το όπιον και αι εντρίψεις και τα αντισπασμωδικά και το διττανθρακικόν νάτριον και τα εμετικά κάρυα, και το θεϊκόν οξύ και η θεϊκή στρυχνίνη και όσα άλλα δεν χωρεί του ανθρώπου ο λογισμός.
Άλλες πάλι οικογένειες εξεκληρίζαν χωρίς να ιδούν κανένα ιατρό. Αλλά η μόνη γι’ αυτούς ζημία ήταν ότι δεν απέθνησκαν σαν τους πρώτους στην αγκαλιά της Επιστήμης και σύμφωνα με τους ιερούς κανόνας της. Κατά τα άλλα ήταν το ίδιο. Κρούσμα εσήμαινε θάνατος. Και αν στους εκατό εζούσαν πέντε ή έξι, τούτο ήτο της τύχης όλως διόλου, και κανένα φάρμακο δεν εμπόρεσε να φανή γενικώς ωφέλιμον¹.
Του νοσοκόμου το ρουσφέτι πολύ ολίγοι είχαν τη φιλοδοξία να το ζητούν. Οι περισσότεροι ήσαν Γάλλοι του στρατού της Κατοχής, εις τους οποίους η ευγνωμοσύνη του Όθωνος εχάρισε από ένα πολύτιμο χρυσό ρολόγι, για ανάμνησι της ηρωικής φιλανθρωπίας των. Έγραψαν τότε ότι αυτά τα εχάρισε η Κυβέρνησις. Δεν ήταν αλήθεια. Το μνημονεύω, αν και μικρό πράγμα, γιατί είναι μία από τις αναρίθμητες αχτίνες που δείχνουν τη λάμψη της διαμαντένιας του καρδιάς.
Η εξουσία σε τέτοια θλιβερή περίστασι όχι μόνο δεν κατώρθωνε να επιβάλη διατίμησι στης πρώτης ανάγκης τα τρόφιμα, αλλ’ ούτε αυτό το ταχτικό άνοιγμα των μαγαζιών. Έτσι, κοντά στην άσπλαχνη αρρώστια, εθέρικε τη φτώχεια την άμοιρη και η πείνα. Γιατί όλοι εκερδοσκοπούσαν αλύπητα απάνω στη γενική δυστυχία. Φωτιά το ψωμί, το κρέας, το λάδι, το ρύζι· περισσότερο το ρύζι που το ζητούσαν όλοι για προληπτικό της μαύρης αρρώστιας.
Όσο ημπορούσε η Αρχή αγόραζε τρόφιμα και με το μέσο της Αστυνομίας τα πουλούσε στον κόσμο.
Αλλά τί να κάμη κι αυτή η ταλαίπωρη Αρχή, και πού να πρωτοπροφθάση μέσα σ’ αυτό το χαλασμό, όπου εξεκλείδωνε κάθε δεσμό, όπου εγκρέμιζε κάθε ιεραρχία; Πολλά γραφεία είχαν ερημώσει από τον πρώτο προϊστάμενο ως τον τελευταίο κλητήρα. Εις ένα Υπουργείο ο υπουργός δεν εύρισκε υπάλληλο να εργασθή.
Και όμως τόση ήτο τότε η κομματική λύσσα, όπου εφημερίδες της Αντιπολιτεύσεως από τις πρώτες του καιρού εκείνου, μόλις κατώρθωνε να εργασθή το τυπογραφείο τους, ετυπώνοντο με κατηγορίες κατά υπουργών, ότι είχαν συντροφιά με τους αρτοποιούς και τους κρεοπώλας να γδύνουν το βασανισμένο κόσμο και να κερδίζουν συντροφικά. Αυτά βέβαια σήμερα, δόξα νάχη ο Θεός, δεν θα εγράφοντο. Σήμερα οι βρισιές στον πολιτικό ανταγωνισμό ξεπετιούνται πλειό φουσκωμένες, πολύχρωμες σα σφαίρες από σαπουνάδα, αλλά σαν αυτές άβλαβες. Τότε όμως κάθε όπλο που μπορούσε να ρίξη κάτω τον αντίπαλο το επίστευαν νόμιμο και το μετεχειρίζοντο όλοι με ήσυχη καρδιά.
Αλλά και αυτά τα αιώνια σύντονα μέτρα που έλαβεν η Εξουσία στην αρχή της επιδημίας, πριν τους σκορπίση όλους ο φόβος, ήσαν τέτοια, ώστε να φυτεύουν στις καρδιές φρικτές εντυπώσεις, να παραλύουν κάθε θάρρος.
Έτσι πρώτα πρώτα ο κρύος Φόβος εξεκλείδωνε τη ζωή και άνοιγε πρόθυμα το δρόμο στο Θάνατο.
Την ημέρα ετσάκιζαν τα αδυνατισμένα νεύρα και εφούντωναν την τρομάρα εκείνες οι ατελείωτες τυμπανοκρουσίες σε κάθε διάβασμα διαταγής. Και όλες οι Αρχές έκαναν διαγωνισμό ποιά να γράψη περισσότερες· η μία πλειό φρόνιμη από την άλλη. Μιά απηγόρευε να ευρίσκωνται εις το δρόμο άνθρωποι ύστερα από τας οκτώ το βράδυ. Γιατί; Για να μή μπορούν να ζητήσουν βοήθεια ή για να μή εμποδίζουν στο δρόμο τους κλέφτες; Μία άλλη εμπόδιζε να πουληθή κάθε είδος χορταρικό, κάνοντας μονάχα χάρι στις ντομάτες. Και όλες είχαν μέσα τους γραμμένο είκοσι φορές το ολιγώτερο το όνομα της χολέρας.
Τη νύχτα πάλι εκείνα τα κόκκινα και μαβιά φαναράκια, που είχε κρεμάσει η Αστυνομία στις πόρτες των γιατρών, εσάλευαν στον αέρα και τρεμόσβηναν, τρομάρα στις λαφιασμένες ψυχές, σαν εκείνες τις μαβιές φλόγες που τρεμουλιάζουν καμμιά φορά τη νύχτα απάνω στα μνήματα και στους βάλτους.
Είχαν συστήσει και ένα νοσοκομείο των χολεριώντων με το όνομα του Αγίου Παντελεήμονος. Αλλά με όλη την ακούραστη αφοσίωση του διευθυντού του ο «Άγιος Παντελεήμων» καμμιά άλλη ελεημοσύνη από το Θάνατο δεν μπορούσε να δώση, ελεημοσύνη ανώφελη, φτηνή, που έτρεχε άφθονη στο δρόμο και σ’ εύρισκε μόνη της, χωρίς να έχης ανάγκην να την ζητήσης.
Είχε και κάτι ξυλοκρέβατα ελεεινά για να μαζεύουν τους προσβαλλομένους από τα σπίτια και από τους δρόμους.
Ώ Θεέ μου! Πόσοι έπεφταν κάτω με την ανατριχίλα της τρομάρας, σίγουρο πρόδρομο της χολέρας, μόνο με το να βλέπουν τους δυστυχισμένους, είτε στο πρώτο στάδιο, είτε στο ψυχομάχημα, ριγμένους στα ελεεινά εκείνα σταυρωτά ξύλα, να τους κουβαλούν ψηλά στον ώμο μεθυσμένοι, τινάζοντάς τους χωρίς πόνο, χωρίς λύπη.
Σκεπασμένοι με μαύρα μάλλινα ρούχα είχαν μόνο το πρόσωπο ξέσκεπο, σφραγισμένο, οι περισσότεροι, με εκείνη την αφιλονείκητη σφραγίδα του χολερικού θανάτου, με εκείνο το παράξενο μαβί χρώμα το ξέθωρο, που έμοιαζε και του λουλακιού και της μαραμμένης αγριοβιολέττας το χρώμα.
Ένας δυστυχισμένος, που είχε ακόμα μέσα του λίγη ζωή, είτε επήδησε από τρομάρα, είτε έπεσε από το ξυλοκρέβατο και εκυλίστηκε στο χώμα, σε ένα στενόδρομο του Ροδακιού. Ποιός θα το πιστέψη; Δεν έσκυψαν οι μεθυσμένοι να τον μαζέψουν, αλλά τον ετελείωσαν με κλωτσιές στην κοιλιά, σ’ αυτή του χολερικού θανάτου την εστία.
Εκείνοι που τα είδαν αυτά, όσο ζούν τα βλέπουν εμπρός τους όταν τα θυμούνται, με πάντα καινούργια την ανατριχίλα της ψυχής.
Το δρεπάνι της ακούραστης εργάτισσας του Θανάτου άρχισε να δουλεύη αλύπητα από τας 7 Νοεμβρίου. Αλλά η φρικτή καταστροφή, τόση όπου ανάλογα στο λίγο πληθυσμό που απόμεινε στις Αθήνας, σε καμμιά άλλη πόλι δεν έφερε ποτέ η χολέρα, εξέσπασε από τας δέκα του μηνός. Για πέντε ημέρες δεν ήταν πλειά επιδημία αυτή. Ήταν εξολοθρευμός· ολόκληρες γειτονιές στο ψυχομάχημα.
Τα δελτία παρουσιάζουν όλους τους θανάτους των ημερών εκείνων εις χιλίους. Και πότε είπαν αλήθεια τα δελτία; Μάλιστα σ’ εκείνη την κατάστασι και με τον τρόπο που εγίνετο η ταφή των νεκρών, ημπορούσαν, και αν ήθελαν, να πούν αλήθεια; — Το τριπλό του αριθμού τούτου βέβαια θα επλησίασαν τα θύματα, όταν συλλογισθή κανείς ότι εις τας 14 και 15 του Νοεμβρίου μόνο το Στρατιωτικό Νοσοκομείο έδωσε στον ασβέστη απάνω από διακόσια ανθρώπινα κορμιά.
Ένας γιατρός από κείνους όπου ήσαν εις την πρώτη γραμμή της μάχης με τον κρυφό εχθρό έγραφε κατόπιν: «Το τέταρτον τμήμα έγινε είς μέγας τάφος· κατά δεύτερον λόγον το πρώτον και το τρίτον. Φρίξον, ήλιε! Πτώματα εις τας οδούς· πτώματα εις εκάστην οικίαν. Πλησίον της νεκράς μητρός ψυχορραγεί η κόρη. Πολλαχού ολόκληροι οικογένειαι εκλείπουσιν. Ως επί το πολύ οι προσβαλλόμενοι ευρίσκονται αμέσως εις το τελευταίον πυρετώδες και ασφυκτικόν στάδιον, λήγον εις τον θάνατον, μετά 7-10 ώρας. Οι ιατροί υπερπηδώντες τα πτώματα κύπτουσιν, όπως παρατηρήσωσι τους εισέτι παρακειμένους επιζώντας. Πόσοι ερρίφθησαν εις τον τάφον πριν ψυχορραγήσωσι!».

Αλλά τί χαλασμός ήταν εκείνος εις το Στρατιωτικό Νοσοκομείο! (στου Μακρυγιάννη). Τα κρεβάτια πυκνά, κολλημένα για να χωρούν περισσότερους οι σάλες, μόλις άφηναν λίγο τόπο για να διαβαίνουν οι ιατροί και οι νοσοκόμοι. Όλα ήσαν γεμάτα, εκοίτονταν και χάμου πολλοί απάνω στα βρωμερά απορρίμματα. Και οι τοίχοι σκεπασμένοι από στολές κρεμασμένες· στολές που δε θα έντυναν πλειά κανένα λεβέντικο κορμί· ανακατωμένες εκεί, του ιππικού, των ακροβολιστών, του πεζικού, του πυροβολικού, των επιλέκτων, ένα φριχτό παζάρι από ρούχα παρδαλά, θλιβερά αποφόρια, αφιλονείκητη ιδιοκτησία του Θανάτου. Έτσι αυτό το νοσοκομείο, αληθινή κοιλάδα του κλαυθμώνος, ορμητικός σαν καταρράχτης ο Χάρος το πλημμυρούσε με μανιωμένα κύματα, όπου έπαιρναν σβάρνα τα κρεβάτια γραμμή. Και εγίνουνταν στην πλατειά σκάλα ένα ατελείωτο φρικτό συναπάντημα, τα λείψανα που κατέβαζαν και οι δυστυχισμένοι που τους ανέβαζαν εκεί, για να τους κατεβάσουν πάλι σαν τους πρώτους σε λίγες ώρες. Και εγλιστρούσαν οι νοσοκόμοι σ’ αυτό το ανεβοκατέβασμα και τους έφευγαν από τα χέρια τα κορμιά· γιατί τα σκαλιά ήσαν σκεπασμένα από ένα μαυροπράσινο βούρκο δύο δάχτυλα παχύ, όπου πλημμυρούσε τα πατώματα και κατέβαινε τα σκαλιά αργοκίνητος. Έτσι ο κατακλυσμός του Θανάτου εσώριαζε στοίβα στού νοσοκομείου την αυλή τα γυμνά λείψανα, όπως, στα πρώτα χρόνια της γης, στις βαθειές ρεματιές εσώριαζαν οι κατακλυσμοί τα πνιγμένα κορμιά.
Οι ζευγίται, ως έλεγαν τότε τους ελάτας, δεν επρόφθαναν να κουβαλούν τα γυμνά λείψανα στο νεκροταφείο, κ’ έμεναν εκεί στην αυλή νύχτες ολόκληρες.
Δεν ξέρω γιατί για σας, φτωχοί στρατιώτες, αισθάνομαι βαθύτερα της καρδιάς το σπαραγμό. Ίσως γιατί με στρατιωτικές παραδόσεις εξύπνησα στον κόσμο, ίσως γιατί στην αγωνία σας, μπουμπούκια της ζωής, που δεν σας ήταν γραφτό ν’ ανθίσετε, φτωχά παιδιά ξενιτεμένα, κανένα από σας δεν εστύλωσε η αγκαλιά της μάννας, του πατέρα, του αδελφού, κανείς από σας δεν είχε στην τελευταία στιγμή για παρηγοριά το δάκρυ τους, τα πονετικά τους τα λόγια.


Γεννήθηκε το 1849 στο Ναύπλιο. Πατέρας του ήταν ο Στυλιανός Λυκούδης, κερκυραίος από από παλιά βυζαντινή οικογένεια και μητέρα του η Μαρία Κυδωνάκη-Καλλέργη από την Κρήτη. Φοίτησε σε σχολεία στη Χαλκίδα και στον Πειραιά και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1872 αναγορεύτηκε διδάκτωρ. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο δικαστικό κλάδο και υπηρέτησε στην Ερμούπολη, στην Άμφισσα και στο εφετείο Αθηνών. Ήταν υποστηρικτής του Χαριλάου Τρικούπη. Το 1890 με πρόταση του πήρε μέρος στη σύνταξη του σερβικού εκλογικού συστήματος. Από το 1896 έως το 1905 ήταν νομικός σύμβουλος του κράτους και της Εθνικής Τράπεζας ως το τέλος της ζωής του. Μετά την παραίτηση του από το δημόσιο τομέα άσκησε τη δικηγορία ως το 1917. Συνεργάστηκε ως αρθρογράφος και επιφυλλιδογράφος με πολλά περιοδικά και εφημερίδες και πραγματοποίησε οικονομικές και νομικές μελέτες.


Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος


