- – 2025.03.08
- – ΕΕΥΕΔ
- – Βιωματική Ιστορία
Από το βιβλίο του Γεν. Αρχιάτρου Γεωργίου Πολίτη «Σκόρπιες Μνήμες και Διαλογισμοί», Αθήνα 1989.

Ο Γεώργιος Πολίτης γεννήθηκε το 1899 στην Παλαιοβράχα (Δήμος Μακρακώμης) Φθιώτιδας. Φοίτησε στο ΕΚΠΑ, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο της Ιατρικής Σχολής στα 1925-1926, με βαθμό λίαν Καλώς. Κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό την 1η Ιουνίου 1927, με αριθμό μητρώου τον 17528.
Προηγουμένως το 1919 υπηρέτησε σαν κληρωτός στρατιώτης στην Ανατολική Θράκη και την Μακεδονία.
Έλαβε μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία 1917- 1923.
Διετέλεσε ιατρός στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων καθώς και στο Ελασσώνιο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Κατά τον Ελληνο-ιταλικὸ πόλεμο υπηρέτησε ὡς Διοικητής τοῦ XVIII
Πεδινού Χειρουργείου. Παραιτήθηκε και αποστρατεύτηκε το 1950 με τον βαθμό του Γενικού Αρχιάτρου.
Το XVIII Πεδινό Χειρουργείο, ανεπτυγμένο δυτικά του χωριού Θεοδώροβο, εδέχθη την πρώτην ημέραν της Γερμανικής επιθέσεως όλους τους τραυματίες του 5ου Συντάγματος και άλλων σχηματισμών της αμυντικής τοποθεσίας Μπέλες, καθώς και τους τραυματίες εκ του βομβαρδισμού (τας απογευματινάς ώρας) του μηχανοκινήτου τμήματος της ΧΙΧ Μεραρχίας.
Η 6η Απριλίου ήτο η πρώτη και μοναδική ημέρα που λειτούργησε το Χειρουργείο, ως Στρατιωτικόν τοιούτον, διότι μετά τη συνθηκολόγηση ελειτούργησεν ως νοσηλευτική μονάς με το προσωπικόν του εις το Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ιδία πρωτοβουλία των ιατρών του Χειρουργείου, του οποίου εξακολουθούσα να είμαι διοικητής, καίτοι ουσία είμεθα αιχμάλωτοι των Γερμανών, άνευ ουδεμίας επιτηρήσεως και μετά των οποίων συνεργαζόμεθα, ως προς την μεταφορά των τραυματιών υπ’ αυτών, Ελλήνων, Αγγλων και Σέρβων προς νοσηλείαν εις το Νοσοκομείο. Είμεθα ένα Νοσοκομείο ιδιόρρυθμον: Τύποις Δημοτικόν, ουσία όμως Στρατιωτικόν αναγνωρισμένο από τους Γερμανούς.
Το βράδυ της 6ης Απριλίου δια διαταγής της XVIII Μεραρχίας ετέθημεν υπό τάς διαταγάς της Μηχανοκινήτου Μεραρχίας, της οποίας η έδρα το στο Κιλκίς υπό τον στρατηγόν Λιούμπαν και Επιτελάρχην τον Βασίλειον Ασημάκην, όστις και μας διέθεσεν 20 οχήματα επιβατικά Ωστεν και 4 φορτηγά δια τους κατακεκλιμένους και αποσυμφορήθημεν. Η αναχώρηση από το Θεοδώροβο έγινε την 12ην νυχτερινήν και τα χαράματα φθάσαμε στο χωριό Αλεξινά, όπως όριζε η διαταγή, ένθα αναπτύξαμε μια σκηνή προς υποδοχήν των τραυματιών.
Απόλυτος ησυχία επικρατούσε. Από την Μαυροπλαγιά, όπου μετέβην με τον υπασπιστήν μου Ανθυπίατρον Δημότσην, έβλεπα το φρούριο Ρούπελ να βομβαρδίζεται από σμήνη αεροπλάνων.
Θα ήτο περίπου 12η μεσημβρινή, ώρα που ετοιμαζόμεθα δια συσσίτιον οπότε εθεάθη εις τα προς την Δοϊράνην υψώματα βαδίζων, σχεδόν τρέχοντας, αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού. Η απόστασις ήτο τρία περίπου χιλιόμετρα. Εστειλα τον υπασπιστήν μου με το άλογο του Σαρίμπεη, που όπως γράφω σε άλλο σημείωμα είχε φονευθεί στο Θεοδώροβο, και τον έφερε. Ήτο ένας έφεδρος Ανθυπίατρος της Διμοιρίας του φυλακίου της Δοϊράνης.

Πηγή : https://www.alfavita.gr/
Τι να σας ειπώ, μου λέγει, κύριε Ιατρέ. Από τη Δοϊράνη μπήκαν στο Ελληνικό έδαφος προ μιας ώρας γερμανικά τανκς σαν σπίτια μεγάλα και, όπως είδα από τα υψώματα που έφυγα, κτυπάνε την Καλύδρια. Τότε κατάλαβα ότι οι Γερμανοί μπήκαν στην Ελλάδα από τη Σερβία. Ανοίγω τον χάρτη και διαπιστώνω ότι εντός της ημέρας οι Γερμανοί θα μπουν στο Κιλκίς, οπότε αποκόπτεται η δική μου υποχώρηση προς Θεσσαλονίκη. Διέταξα αμέσως διανομή του συσσιτίου και ετοιμασίαν προς αναχώρησιν. Κάλεσα τον Πρόεδρο της Κοινότητας και του παρέδωσα την σκηνή, όπως ήτο με 20 κρεββάτια αναπτυγμένα, να τα πάρη και να τα μοιράση κατά προτίμησιν εις τους πτωχότερους, συγχρόνως δε συνεδέθην τηλεφωνικώς με την Μεραρχίαν και ο Επιτελάρχης Ασημάκης με διέταξε να φύγω το ταχύτερον προς Λαγκαδάν και εκείθεν να ζητήσω οδηγίες από την Ομάδα Μεραρχιών που ήτο στο Ορλικο (Στρυμωνικό).
Είχε πέσει μια αντάρα. Κλιμάκωσα τα κάρα που ήσαν φορτωμένα με τα υλικά του χειρουργείου και φύγαμε προς Κιλκίς, όπου μεταβάς εις την Μηχανοκίνητη Μεραρχίαν με εδέχθη ο στρατηγός, όστις και μου έδωσε οδηγίες. Πριν ακόμη νυχτώσει καλά είχαμε φθάσει ένα χιλιόμετρο εντεύθεν της οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών, στην κοιλάδα του Λαγκαδά όπου συνεκεντρώθη το Χειρουργείο. Εκεί επληροφορήθην από λιποτάκτην στρατιώτην, που ήλθε εκείνη την ώρα στο χωριό του φέροντας μαζί του και ένα λεωφορείο χωρίς καθίσματα (ήτο από αυτά που είχε επιτάξει ο στρατός για μεταφορά τραυματιών· φυσικά το κατέσχεσα), ότι στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει Στρατός, ούτε Νοσοκομεία και μόνον η Χωροφυλακή υπάρχει.
Μαζί με τον διαχειριστήν μου, συνάδελφο και φίλο Ιωάννη Παταργιά πήγα στον Λαγκαδά και ήλθα εις επαφήν με τον Στρατηγόν Ιατρόν Νιονιόν, Διευθυντήν Υγειονομικού Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, ευρισκόμενον στο καταφύγιον στο Ασβεστοχώρι, όστις και με διέταξε να μεταβώ εις το Ασβεστοχώρι. Του ανέφερα ότι ήτο αδύνατον τα κάρα φορτωμένα να ανεβούν τον ανήφορο προς το Ασβεστοχώρι τόσο σύντομο διάστημα, μέχρι το μεσημέρι της επόμενης και να εγκρίνει να μεταβώ εις Θεσσαλονίκην στο Δημοτικό Νοσοκομείο να περισώσω το υλικόν από την αιχμαλωσίαν. Δεν το ενέκρινε και τα μεσάνυχτα ξεκινήσαμε για το Ασβεστοχώρι, όπου μας περίμενε η αιχμαλωσία.
Όταν βγήκαμε στο ύψωμα των στενών όπου αρχίζει η οδός προς το Σταυρό και είχαμεν έμπροσθέν μας την Θεσσαλονίκη, κάλεσα τους Αξιωματικούς εις σύσκεψιν. Τους ανέπτυξα την κατάστασιν, τες διαταγές που είχα και τους πρότεινα, αν συμφωνούν, να κάψουμε όλο το υλικό και, καβαλώντας τα άλογα, να τραβήξουμε για το Σταυρό της Χαλκιδικής και από εκεί με οποιοδήποτε πλωτό μέσο να φύγουμε προς τας νήσους του Αιγαίου. Συμφώνησε μόνον ένας, ο Φαρμακοποιός, οι λοιποί είπαν όλοι να πάμε στη Θεσσαλονίκη.
Μετά μία ώρα ανεβαίναμε την ανηφοριά προς το Ασβεστοχώρι. Τα περισσότερα κάρα έμειναν στο δρόμο, εγώ με το αυτοκίνητο έφθασα στο χωριό τα χαράματα και μετέβην στο Στρατηγείο, όπου ήτο ο Στρατηγός ιατρός Νιονιός και ο Αντιστράτηγος Μπακόπουλος, τον οποίον εγνώριζα προσωπικά τους εξήγησα την κατάσταση, αλλά ήτο πλέον αργά. Το Χειρουργείο ουσιαστικώς είχε διαλυθεί και συγχρόνως κατέφθασε φάλαγξ αντιαεροπορικού πυροβολικού, γερμανική, που εγκατέστησε αντιαεροπορικα πυροβόλα.
Είχε βγει ο ήλιος και εκαθόμουν στο κιβώτιον εκστρατείας και από την αϋπνίαν με πήρε ο ύπνος, από τον οποίον με ξύπνησε ο Παταργιάς, για να μου είπει ότι οι Γερμανοί στρατιώτες παίρνουν τα ωρολόγια των στρατιωτών μας. Δύο ιατροί δικοί μου εγνώριζαν γερμανικά, οι έφεδροι Ανθυπίατροι Παπανικολάου, ωτολαρυγγολόγος και Κηρεμλίδης, Παιδίατρος, σπουδάσαντες στην Βιέννη. Τους φωνάζω και τους στέλνω να ιδούν τον Διοικητή των Γερμανών, όστις πάραυτα ήλθε εκεί που καθόμουνα. Σεις είσθε ο περίφημος Γερμανικός Στρατός που γδύνετε τους στρατιώτες μου και τους ληστεύετε; του είπα Ξαφνιάστηκε, φωνάζει αμέσως προσοχή και τους διατάσσει να δώσουν πίσω ό,τι πήραν, εμένα όμως μου άνοιξε το κιβώτιον εκστρατείας και μου πήρε τις παντόφλες και ένα κλεφτοφάναρο, με τη δικαιολογία, γελώντας, ότι για εμένα ο πόλεμος τελείωσε και δεν τα χρειάζομαι. Σε λίγο έφθασε ένα μικρό τμήμα 3 – 4 αυτοκινήτων των Ες-Ες και μας διέταξε να τους ακολουθήσουμε. Φορτώσαμε τα κιβώτια σε ένα κάρο και ξεκινήσαμε προς Θεσσαλονίκη.
Εν τω μεταξύ δύο μεγάλα Γερμανικά αυτοκίνητα ξεφόρτωσαν στο δρόμο τα κάρα και βάζαν τα υλικά στα αυτοκίνητα και έτσι σχεδόν όλο το υλικό το πήραν οι Γερμανοί, πλην δύο τριών κάρων, που το πήραν οι χωριάτες, ξεφορτώνοντας τα κάρα μέσα στο χωριό.
Συνοδεία των Γερμανών μπήκαμε στη Θεσσαλονίκη και από την Εγνατία οδό μας πήγαν στο Λευκό Πύργο σε ένα καφενείο που ήτο άδειο (του Πεντζίκη) όπου έβαλαν φρουρά να μας φυλάνε. Θα ήτο η ώρα 12 μεσημβρινή, στη Θεσσαλονίκη η κίνηση πυκνοτάτη. Πού βρέθηκε εκείνο το γυναικομάνι;

Πηγή : https://annagelopoulou.blogspot.com/

Διοικητήριο – Θεσσαλονίκη Πηγή : https://cityculture.gr/
Εκατοντάδες γυναίκες, φέρουσαι ανδρικά πολιτικά ρούχα στα χέρια τους, εισέβαλαν στον περίβολο του καφενείου και παίρναν τους στρατιώτες, τους βάζαν μέσα στο κενό καφενείο, τους ντύναν πολιτικά και φεύγανε μαζί τους.
Η Γερμανική φρουρά τάχασε. Τι να κάνει; Το προαύλιο ήτο γεμάτο γυναίκες. Καταφθάνει ένας Γερμανός Ταγματάρχης και απευθυνόμενος σε μένα μου ζήτησε εξηγήσεις που είναι οι στρατιώτες. Του απήντησα, σεις τους έχετε αιχμαλώτους που θέλεις να ξέρω εγώ; Πήρε τη φρουρά και έφυγε.
Στρατιώτες μείναν μόνο οι υπηρέτες των ιατρών και αι αποσκευαί των Αξιωματικών ιατρών στο προαύλιο, σε ένα κάρο. Εκεί που σκεπτόμεθα τι να κάνουμε, γιατί ουσιαστικώς είμεθα ελεύθεροι, συναντήσαμε έναν υπίατρο Θεσσαλονικιό, ονόματι Βαλάσην, από τον οποίον και έμαθα ότι υπηρετεί ως χειρουργός στο Δημοτικόν Νοσοκομείον και ότι οι ιατροί του Νοσοκομείου έφυγαν για την Αθήνα, προ του φόβου εισόδου των Βουλγάρων.
Λάβαμε απόφαση μαζί με αυτόν και τους ιατρούς μου να πάμε στο Δημοτικό Νοσοκομείο να στρατωνισθούμε και να το μεταβάλλουμε, τη εγκρίσει του Δημάρχου, σε Στρατιωτικό με το επιστημονικό προσωπικό του Χειρουργείου.
Τη συνοδεία του Βαλάση πήγαμε στο Νοσοκομείο, βρήκαμε εκεί και τον κ. Αστεριάδη, ακτινολόγο και τους λοιπούς υπαλλήλους του Νοσοκομείου. Ήλθαμε τις επαφήν με τον Δήμαρχον, όστις ενέκρινε τη σκέψη μας και έτσι από της 9ης Απριλίου το Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης μετεβλήθη σε Στρατιωτικό, υπό την διοικητικήν επιστημονικήν ευθύνην μου.

Την επομένην μετέβην με τον υπασπιστήν μου ιατρόν κ. Δημότσην εις το Γερμανικόν Φρουραρχείον και ζητήσαμε να το αναγνωρίσουν ως Στρατιωτικόν Νοσοκομείον, αφού αυτοί, αν και υποχρεωμένοι εκ των Διεθνών Συμβάσεων, δεν ηδύνατο να νοσηλεύουν τραυματίες Ελληνες, Αγγλους και Σέρβους. Η αίτησις έγινε αμέσως δεκτή και οι Γερμανοί έφεραν μέχρι 30 Απριλίου, που είχα εγώ την ευθύνη της Διοικήσεως, πλέον των 500 Ελλήνων, 70 Άγγλους και Σέρβους. Μεταξύ των Άγγλων ήσαν και Έλληνες Αυστραλοί, οι οποίοι έπειτα από 48 χρόνια, πληροφορηθέντες ότι ζω, μου έστειλαν πλακέτα του Συλλόγου των, ευγνωμονούντες.
Την 1η Μαΐου οι Γερμανοί με ειδοποίησαν να πάρω τους ιατρούς μου και να μεταβώ εις το Στρατόπεδο όπου είχαν τους αιχμαλώτους. Εκεί διάβασαν μία διαταγή του Χίτλερ, εξυμνούσαν την ανδρείαν των Ελλήνων και άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες, αποσυρθέντων των σκοπών, να φύγουμε για τες εστίες μας, ως ελεύθεροι πολίται.
Εδώ έληξε η ζωή του Σ2 πεδινού χειρουργείου, που μετονομάσθη εις XVIII Χειρουργείο, το οποίον είχα την τιμήν να διοικήσω.

Επεξεργασία Ανάρτησης και προσθήκη φωτογραφιών από Αργύρη Τασιόπουλος.
Πηγές :
- Σκόρπιες Μνήμες και Διαλογισμοί», Αθήνα 1989. Γεωργίου Πολίτη.
- Μυθική Πραγματικότητα : Δ. Μπούκη, Κ. Κυριακόπουλου.
- Ιστοσελίδα : https://cityculture.gr/ Αρθρο : Ευαγγελία Κανταρτζή
- Ιστοσελίδα : https://annagelopoulou.blogspot.com/
