Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ  ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

  • 2025.10.26
  • Από τα πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου (Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 21-23 Σεπτεμβρίου 2012)

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Θεσσαλονίκη διεκδικούσε τη θέση της δεύτερης σημαντικότερης πόλης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν, χωρίς αμφιβολία, η πιο προοδευτική και φιλελεύθερη πόλη και το επίκεντρο των Βαλκανίων. Διοικητικά, ήταν η πρωτεύουσα του βιλαετίου (γενική διοίκηση) Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε πληθυσμό 1.100.000 άτομα. Το βιλαέτι χωριζόταν σε τρία σαντζάκια (νομούς): της Θεσσαλονίκης, των Σερρών και της Δράμας. Το σαντζάκι της Θεσσαλονίκης χωριζόταν επίσης σε δεκατρείς καζάδες (επαρχίες), που διαιρούνταν με τη σειρά τους σε ναχιέδες (περιοχές), συνοικίες (αστικές περιοχές), χωριά και τσιφλίκια. Η στρατηγική της θέση στον ομφαλό των Βαλκανίων, ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της με την παρουσία των διαφόρων εθνοτήτων και των Φραγκολεβαντίνων, η άμεση επαφή της με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η πλουτοπαραγωγική ενδοχώρα, ο συσσωρευμένος αμύθητος πλούτος ορισμένων οικογενειών, η ισχυρή μεσαία αστική της τάξη και η έντονη καλλιτεχνική, φιλολογική και εκπαιδευτική ζωή την καθιστούσαν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πόλης της ανατολικής Μεσογείου, ένα περιβάλλον γεμάτο ορμή και ζωντάνια.

Η εκτίμηση του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης και της κατανομής του στα χρόνια της οθωμανικής διοίκησης ήταν θέμα υποκειμενικό. Οι επιχειρούμενες απογραφές διέφεραν ριζικά μεταξύ τους ανάλογα με το θρήσκευμα, την εθνικότητα ή τους απώτερους σκοπούς εκείνων που διενεργούσαν την απογραφή, απηχούσαν δε πολύ περισσότερο τις απόψεις των απογραφέων παρά την ακριβή εθνολογική κατάσταση. Το 1903 η Διεύθυνση Απογραφής του βιλαετίου εξέδωσε προσαρμοσμένα στατιστικά στοιχεία της απογραφής του 1883 με βάση το θρήσκευμα, από τα ληξιαρχικά στοιχεία των διαφόρων διοικητικών μονάδων. Τα στοιχεία αυτά δημοσιεύτηκαν στη Journal de Salonique στις 2 Μαρτίου 1903. Ο συνολικός πληθυσμός της εντός των τειχών πόλης μαζί με τους ναχιέδες της Καλαμαριάς, ανατολικά της πόλης, και της συνοικίας του Βαρδάρι, δυτικά της πόλης, εκτιμήθηκε στις 125.000. Ο πληθυσμός των εντός των τειχών 77 συνοικιών υπολογίστηκε στις 87.000 (49,50% άνδρες και 50,50% γυναίκες). Η κατανομή με βάση το θρήσκευμα ήταν 51% Εβραίοι, 28% μουσουλμάνοι, 17% Έλληνες, 2% Βούλγαροι και 2% λοιποί. Αξίζει να αναφερθεί ότι στα πρακτικά της Δημογεροντίας (3) στις 25 Ιουνίου 1911 αναγράφεται ότι: «κατά απογραφήν του ορθοδόξου πληθυσμού εις τας επαρχίας των επισκοπών της Ιεράς Μητροπόλεως εδείχθη ότι η πόλις της Θεσσαλονίκης αριθμεί πληθυσμόν 19.121, και η επαρχία Θεσσαλονίκης 48.958». Το 1912 ο πληθυσμός της πόλης εκτιμάται στις 155.000 λόγω της μετανάστευσης πολλών χιλιάδων από τη μακεδονική ενδοχώρα και της σημαντικής επέκτασης της «εκτός των τειχών» πόλης. Η Θεσσαλονίκη, με μουσουλμανικό πληθυσμό γύρω στο 25%, είχε το χαμηλότερο ποσοστό μουσουλμάνων από κάθε άλλη μεγαλούπολη της αυτοκρατορίας (π.χ. Σμύρνη και Βηρυτός 35%, Κωνσταντινούπολη 45%).

Κάθε κοινότητα ή παροικία ζούσε στον δικό της μικρόκοσμο με τις εσωτερικές της διαμάχες και τα δικά της προβλήματα, είχε τους δικούς της τόπους λατρείας, τις δικές της συνοικίες, τα δικά της σχολεία, τα δικά της καφενεία, το δικό της σύστημα κοινωνικής αρωγής (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία κ.ά.), τα δικά της ήθη και έθιμα, τις δικές της γιορτές και αργίες και τους δικούς της κανόνες και διοίκηση. Πού αλλού μπορούσε κανείς να συναντήσει πόλη, όπου τα μαγαζιά των μουσουλμάνων έκλειναν την Παρασκευή, τα μαγαζιά των Εβραίων το Σάββατο και τα μαγαζιά των χριστιανών την Κυριακή; Όλες μαζί όμως είχαν κατορθώσει να ζουν σχετικά αρμονικά, με ανεκτικότητα, αν και, όπως ήταν φυσικό, υπήρχαν προστριβές και έριδες, προερχόμενες τις περισσότερες φορές από προσωπικές αντιζηλίες, επαγγελματικές ή εμπορικές διαφορές αλλά και από εξωγενείς παράγοντες. Το μόνο κοινό σημείο όλων αυτών των κοινοτήτων ήταν το αλισβερίσι και ο μόνος κοινός τόπος συνάντησης τα τσαρσιά, δηλαδή οι αγορές.

Η εβραϊκή κοινότητα αποτελούσε πάνω από το 50% του πληθυσμού και κατ’ εκτίμηση το 1912 αριθμούσε από 65.000 έως 75.000 άτομα. Ως κοινά συνεκτικά χαρακτηριστικά της αναδεικνύονταν η θρησκεία και η ισπανοεβραϊκή γλώσσα. Τα μέλη της ήταν κατά κύριο λόγο Οθωμανοί υπήκοοι, αλλά υπήρχαν και πολλοί με την ιταλική και λιγότεροι με την ισπανική υπηκοότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τους 3.000 περίπου Ιταλούς υπηκόους της Θεσσαλονίκης οι 2.000 ήταν Εβραίοι. Είχε γύρω στις 20 πολύ πλούσιες οικογένειες, μια μεσαία τάξη με 1.500 περίπου οικογένειες ενώ πάνω από το 60% ήταν πάμφτωχοι, τελείως αμόρφωτοι και ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες. Οι πάρα πολύ πλούσιες οικογένειες (π.χ. Αλλατίνι, Φερνάντεζ, Μισραχή, Μορπούργο, Σαούλ Μοδιάνο κ.ά.) είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να εκποιούν την περιουσία τους από το 1904 και να μετοικούν σε άλλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις.

Εβραία με την παραδοσιακή ενδυμασία της
και με το αγοράκι της στην Καμάρα

Αναμφίβολα, η οικονομική δύναμη της πόλης βρισκόταν κατά πολύ μεγάλο βαθμό στα χέρια των Εβραίων καθώς ήλεγχαν πάνω από το 80% της οικονομίας της πόλης αλλά και της ευρύτερης μακεδονικής ενδοχώρας, περιλαμβανομένης και της Αλβανίας, με πληθυσμό γύρω στα 4.000.000. Η Θεσσαλονίκη τροφοδοτούσε τα δευτερεύοντα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο της Μακεδονίας με όλα τα αγαθά και συγχρόνως απορροφούσε σχεδόν όλη την παραγωγή σε αγροτικά προϊόντα (σιτηρά, καπνά, μετάξι κ.ά.) και όλο τον ορυκτό πλούτο για εξαγωγή. Λιγοστές σχετικά οικογένειες ήλεγχαν τη γεωργική παραγωγή, τη βιομηχανία, το εμπόριο, τις τράπεζες, την κεφαλαιακή αγορά, την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων, αντιπροσώπευαν όλους τους μεγάλους ευρωπαϊκούς οίκους και ήταν μεγαλοϊδιοκτήτες γης και ακινήτων. Οι Εβραίοι τραπεζίτες ήταν οι μεγαλύτεροι δανειστές της αυτοκρατορίας και ειδικά στη μακεδονική ενδοχώρα οι δανειστές των Τούρκων μεγαλοτσιφλικάδων. Συγχρόνως, η μεσοαστική τάξη ήλεγχε το μεταπρατικό εμπόριο, τις εισαγωγές και εξαγωγές, τις ασφαλιστικές εργασίες και πλήθος άλλων δραστηριοτήτων. Οι πρόκριτοι της κοινότητας κατοικούσαν σε πολυτελείς οικίες κατά μήκος της λεωφόρου των Εξοχών (σημερινή οδός Βασιλίσσης Όλγας). Η κοινότητα όμως, παρόλο τον πλούτο της, είχε μία τάξη απόρων γύρω στα 30.000 άτομα, που φυτοζωούσαν κάτω από τρισάθλιες συνθήκες χωρίς το παραμικρό εισόδημα και που η επιβίωσή τους βασιζόταν στην ελεημοσύνη της κοινότητας και των φιλανθρωπικών οργανώσεων. Η φτωχολογιά αυτή κατοικούσε στο κάτω τμήμα της πόλης, που περικλειόταν από τις σημερινές οδούς Προξένου Κορομηλά, Αριστοτέλους, Ερμού και Παλαιών Πατρών Γερμανού. Η εβραϊκή κοινότητα διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις με τις οθωμανικές αρχές της πόλης.

Η ελληνική κοινότητα, που αντιπροσώπευε πάνω από το 20% του συνολικού πληθυσμού, ήταν ιδιαίτερα ομοιογενής με κοινή θρησκεία και γλώσσα, με ισχυρή αστική τάξη και χωρίς τις τεράστιες ταξικές ανισότητες που υπήρχαν στις άλλες κοινότητες. Ορισμένα μέλη της κοινότητας είχαν την ελληνική ή τη ρωσική υπηκοότητα, ενώ υπήρχε και περιορισμένος αριθμός σλαβοφώνων από τα γύρω χωριά καθώς και μεγάλος αριθμός Βλάχων με τη δική τους γλώσσα. Στους κόλπους της υπήρχε σημαντικός αριθμός εμπόρων χονδρικής και λιανικής, καταστηματαρχών, ναυτικών πρακτόρων, ξενοδόχων, εστιατόρων και αντιπροσώπων.

Μεσοαστική ελληνική οικογένεια.

Οι Έλληνες αποτελούσαν τον αμέσως επόμενο οικονομικό παράγοντα της πόλης μετά τους Εβραίους. Συγχρόνως όμως θεωρούνταν πολύ συντηρητικοί, αδιάφοροι προς κάθε τι καινούριο και εκ πεποιθήσεως γεροντοπαλίκαρα, με αποτέλεσμα να τους αποκαλούν «μπαγιάτηδες». Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραγνωρίζεται ότι η ελληνική κοινότητα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, ένιωθε την παρουσία και την πίεση του κατακτητή. Οι Έλληνες κατοικούσαν στην κεντρική και ανατολική πλευρά της «εντός των τειχών» πόλης, στις συνοικίες του Αγίου Νικολάου, Αγίου Αθανασίου, Παναγούδας, Αγίου Υπατίου, Υπαπαντής και Αγίου Κωνσταντίνου. Στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου, ειδικότερα, είχε συγκεντρωθεί και ο μεγαλύτερος αριθμός των βλαχόφωνων Ελλήνων.

Επιφανείς Θεσσαλονικείς στην έπαυλη του Περικλή Χατζηλαζάρου. Από
αριστερά προς τα δεξιά οι: Περικλής Χατζηλαζάρου, Κλέων Χατζηλαζάρου,
Ιωάννης Μπουτάρης και Γεώργιος Κώνστας.

Η μουσουλμανική κοινότητα, που αντιστοιχούσε γύρω στο 25% του πληθυσμού, ήταν η πιο ανομοιογενής. Οι Ντονμέδες (= εξισλαμισμένοι Εβραίοι) αποτελούσαν κάτι λιγότερο από το ήμισυ του πληθυσμού, με γύρω στα 11.000 άτομα· όλοι τους ήταν Οθωμανοί υπήκοοι, με γλώσσα την τουρκική και την ισπανοεβραϊκή και έθιμα κυρίως εβραϊκά. Ήταν κατά κύριο λόγο δημόσιοι υπάλληλοι, έμποροι, διατηρούσαν ορισμένες βιομηχανίες ενώ ήλεγχαν απόλυτα τον τουρκικό τύπο. Ήταν η μόνη κοινότητα που εμφανιζόταν ιδιαίτερα ανταγωνιστική προς την ελληνική και πάντα με αρνητική διάθεση. Δεύτερη σε πληθυσμιακή σειρά ήταν οι Αλβανοί με γλώσσα την αλβανική και την τουρκική, απασχολούμενοι κυρίως στον στρατό, στη χωροφυλακή, ως καβάσηδες και ως περιπλανώμενοι μικρέμποροι. Υπήρχαν επίσης αρκετοί Κιρκάσιοι (που ήρθαν το 1856 μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο και το 1880 μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, συγκεντρωμένοι στη συνοικία γύρω από τη μονή Βλατάδων), Βόσνιοι (που ήρθαν το 1878 μετά τη συνθήκη του Βερολίνου), λίγοι Άραβες, Κούρδοι και Αθίγγανοι. Οι Οσμανλήδες, η αρχοντική και εύπορη τάξη, κατοικούσαν στην Άνω πόλη (το μπαΐρι) σε μονοκατοικίες πνιγμένες στο πράσινο και στα νερά, σε πλήρη αντιδιαστολή με την υπόλοιπη πόλη, ενώ σιγά-σιγά μετακινήθηκαν και προς τη λεωφόρο των Εξοχών. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν ιδιοκτήτες ακινήτων και τσιφλικάδες, που είτε νοίκιαζαν τα χωράφια τους είτε τα καλλιεργούσαν με δικούς τους κολλήγες. Αποτελούσαν επίσης τον κύριο όγκο των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ υπήρχε ένας περιορισμένος αριθμός βιομηχάνων, εμπόρων και τραπεζιτών. Η κοινωνική τους ζωή ήταν πολύ περιορισμένη με κέντρο βάρους το τζαμί και τον τεκέ της γειτονιάς.

Το «πολιτισμικό και μορφωτικό» κέντρο των ανδρών ήταν το καφενείο, ενώ οι γυναίκες παρέμεναν κλεισμένες στο σπίτι και κυκλοφορούσαν μόνο με φερετζέ. Ιδιάζοντα ρόλο στη ζωή πολλών μουσουλμάνων είχαν τα θρησκευτικά μυστικιστικά τάγματα, με σημαντικότερα αυτά των Μεβλεβί -τα μέλη του ήταν γνωστά και ως περιστρεφόμενοι δερβίσηδες- των Μπεκτασί και των Μελαμί, όλα με σημαντική παρουσία στη Θεσσαλονίκη. Η βουλγαρική κοινότητα αποτελούνταν από σλαβοφώνους με βουλγαρική συνείδηση, που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη από τη γύρω ύπαιθρο και από τη μακεδονική ενδοχώρα, καθώς και από πολλούς εποχιακούς, όπως μαθητές στα βουλγαρικά σχολεία, εργάτες και υπηρετικό προσωπικό. Ήταν στην πλειονότητά τους χριστιανοί ορθόδοξοι υπαγόμενοι στην Εξαρχία, ενώ υπήρχαν και αρκετοί Ουνίτες. Αριθμητικά, μαζί με τους εποχιακούς, υπολογίζονταν γύρω στις 5.000 με 6.000.

Μεσοαστική μουσουλμανική οικογένεια με τη γυναίκα
πάντα να απουσιάζει από τις φωτογραφίες.

Η σερβική παροικία ήταν ολιγάριθμη με λιγότερα από 500 άτομα, κυρίως Σέρβοι υπήκοοι, χριστιανοί ορθόδοξοι και με γλώσσα τα σερβικά. Οι Αρμένιοι δεν ξεπερνούσαν τους 250 με 300. Διατηρούσαν τη δική τους γλώσσα, ήταν κυρίως χριστιανοί ορθόδοξοι και ορισμένοι μόνο καθολικοί.

Η κοινότητα των Φραγκολεβαντίνων είχε περίπου 3.000 μέλη και αποτελούνταν από Ιταλούς, Γάλλους, Βέλγους, Ολλανδούς, Γερμανούς και Εγγλέζους υπηκόους που ζούσαν μόνιμα στο Λεβάντ (= ανατολική Μεσόγειο). Οι Φραγκολεβαντίνοι είχαν δυσανάλογη δύναμη σε σχέση με τον αριθμό τους, ήταν ως επί το πλείστον έμποροι, αντιπρόσωποι ευρωπαϊκών οίκων, γαιοκτήμονες, διπλωμάτες, ιερείς και ιεραπόστολοι και είχαν μεγάλα προνόμια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως πλήρη φορολογική απαλλαγή, ετεροδικία κ.ά., ενώ συγχρόνως εξυπηρετούσαν τα κάθε είδους συμφέροντα, νόμιμα και μη, των προυχόντων της οθωμανικής άρχουσας τάξης.

Μέλη της φραγκολεβαντίνικης οικογένειας των Άμποτ.

Η περίοδος από το 1878 έως το 1912 χαρακτηρίστηκε από την εισβολή του ευρωπαϊκού καπιταλισμού στη Μακεδονία και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη, που εκφράστηκε με τεράστιες επενδύσεις στους σιδηροδρόμους και σε πολλά αναπτυξιακά έργα, όπως λιμενικές εγκαταστάσεις, δημόσιες συγκοινωνίες με ιπποκίνητα και κατόπιν ηλεκτροκίνητα τραμ, δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης και φωταερίου, ηλεκτροφωτισμό, ακτοπλοΐα, διάνοιξη δρόμων, εξωραϊστικά έργα, αποξηράνσεις ελών κ.ά. Συγχρόνως, έγιναν τεράστιες ιδιωτικές επενδύσεις στο εμπόριο, τη βιοτεχνία, τη βιομηχανία (π.χ. αλευρόμυλοι, κεραμοποιεία, νηματουργεία και υφαντουργεία, βυρσοδεψεία, ζυθοποιίες, πολυκαταστήματα, ξενοδοχεία κ.ά.) και σε πολυτελείς κατοικίες από τα υπερκέρδη που είχαν συσσωρευθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η Θεσσαλονίκη, ως συμπρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με τον έντονο διεθνή χαρακτήρα της, υποσκέλιζε κατά πολύ όλες τις άλλες πόλεις των Βαλκανίων. Ο αριθμός των γενικών προξενείων στη Θεσσαλονίκη ήταν περίπου ίδιος με τον αριθμό των πρεσβειών στην Αθήνα. Οι γενικοί πρόξενοί της ήλεγχαν όλα τα προξενεία των κρατών τους στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το έργο τους ήταν έντονα πολιτικό, αλλά συγχρόνως και η αιχμή των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών των κρατών τους. Επιπλέον, η Θεσσαλονίκη συνιστούσε το κέντρο βάρους των τάσεων ανανέωσης και εκδημοκρατισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εδώ δημιουργήθηκε το διευθυντήριο των Νεοτούρκων, καθώς ο Σουλτάνος έδιωχνε από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη όλους τους νεωτερίζοντες και ανυπάκουους αξιωματικούς. Συγχρόνως, μέσα από την εβραϊκή κοινότητα της πόλης ξεπήδησαν οι πρώτες οργανωμένες ιδέες πολιτικής ισότητας και κοινωνικής αξιοπρέπειας.

Η Θεσσαλονίκη ήταν ο συγκοινωνιακός κόμβος ανάμεσα στη νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, όπου κατέληγε το ευρωπαϊκό δίκτυο των σιδηροδρόμων. Το λιμάνι της, που συναγωνιζόταν στη Μεσόγειο το λιμάνι της Μασσαλίας, πραγματοποιούσε το 1/7 του συνολικού εξαγωγικού εμπορίου της αυτοκρατορίας.

Η παραλία και το λιμάνι της Θεσσαλονίκης έσφυζαν από κίνηση.

Το 1911 οι εξαγωγές έφθασαν σε αξία τις 1.428.000 λίρες Αγγλίας, το 26% περίπου του συνόλου των εξαγωγών της Ελλάδας, με κυριότερα προϊόντα τον καπνό και τα δημητριακά. Την ίδια χρονιά οι εισαγωγές ήταν αξίας 4.663.000 λιρών Αγγλίας, το 70% του συνόλου των εισαγωγών της Ελλάδας, με κυριότερα προϊόντα τα κλωστοϋφαντουργικά, τα χημικά, τη ζάχαρη και τον καφέ. Τη μερίδα του λέοντος είχε η Αυστροουγγαρία με ποσοστό 20% και ακολουθούσε η Γαλλία. Η βαλκανική ενδοχώρα ανέπνεε μέσα από τη Θεσσαλονίκη. Σχεδόν όλη η γεωργική της παραγωγή κατέληγε στην πόλη και όλα τα αναγκαία βιομηχανικά και καταναλωτικά προϊόντα ξεκινούσαν απ’ αυτή. Η βιομηχανική και εμπορική της κίνηση την καθιστούσαν ιδιαίτερα ελκυστική στο ξένο κεφάλαιο. Η σιδηροδρομική της σύνδεση με το Βελιγράδι, το Μοναστήρι και την Κωνσταντινούπολη, η κατασκευή πολύ σημαντικών έργων υποδομής, οι μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση και η συνακόλουθη έντονη οικονομική ανάπτυξη μεταμόρφωσαν την πόλη. Δημόσιοι υπάλληλοι, ξένοι αξιωματικοί, δημοσιογράφοι όλων των μεγάλων εφημερίδων του κόσμου έδωσαν στην πόλη μια καινούρια διάσταση.

Οι μήνες πριν από την απελευθέρωση ήταν δύσκολοι για τη Θεσσαλονίκη. Ξεφυλλίζοντας τη Μακεδονία και την Παμμακεδονική από την 1η Ιανουαρίου έως την 5η Οκτωβρίου 1912 οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η πόλη ήταν σε αναβρασμό και με έξαρση στην εγκληματικότητα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τεράστια εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα που επηρέαζαν τη ζωή στην πόλη.

Η μακεδονική ενδοχώρα έβραζε. Καθημερινά υπήρχαν αναφορές για πολύνεκρες συμπλοκές ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και σε ληστροσυμμορίες Βουλγάρων, Ελλήνων και Αλβανών, ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και σε ανταρτικές ομάδες Ελλήνων και Βουλγάρων, ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους που επεδίωκαν με κάθε μέσο την επικράτησή τους. Το σοβαρότερο πρόβλημα ήταν οι παρακρατικές συμμορίες Τούρκων (ανάμεσά τους και πολλοί στρατιώτες) που λήστευαν, σκότωναν και τρομοκρατούσαν τους πάντες. Συγχρόνως, σημειώνονταν συχνές εξεγέρσεις στρατιωτικών μονάδων αλλά και μεμονωμένα περιστατικά δολοφονιών, βιασμών, εκβιασμών και απαγωγών. Ο φόβος και η αβεβαιότητα που επικρατούσε στην ενδοχώρα είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση της αγροτικής παραγωγής και τη δημιουργία τεράστιων ελλείψεων, γιατί η τροφοδοσία από τη Θεσσαλονίκη είχε σχεδόν διακοπεί εξαιτίας της αναρχίας. Η κυβέρνηση είχε χάσει τελείως τον έλεγχο· η δικαιοσύνη ήταν ανύπαρκτη.

Ο δημοσιογράφος των Times του Λονδίνου Price (236) έγραψε για την περίοδο 1911-1912:

«Οι Τούρκοι ποτέ δεν κατάφεραν να αφομοιώσουν την ιδέα ότι ο Χριστιανός είναι ίσος με τον Μουσουλμάνο. Η ιστορία τους, ο βίος τους και η νοοτροπία τους ήταν αντίθετη με την ιδέα της ισότητας. Ως αποτέλεσμα, όταν ένας Τούρκος δολοφονούσε έναν Χριστιανό ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ο δολοφόνος θα παρέμενε ατιμώρητος. […] Η αναρχία είχε κυριεύσει τη Μακεδονία. Η γενική κατάσταση στην περιοχή είχε φθάσει στο απροχώρητο. Υπήρχε παντελής έλλειψη ασφάλειας της ζωής και της περιουσίας. Οι λεηλασίες και οι δολοφονίες ευδοκιμούσαν και οι αρχές ήταν ανίκανες να ελέγξουν την ανομία. Σε μικρή απόσταση από τη Θεσσαλονίκη ο αγροτικός πληθυσμός ήταν τόσο τρομοκρατημένος, που με τη δύση του ηλίου αμπαρωνόταν στο σπίτι του».

Αυτό το τόσο αρνητικό κλίμα επιδεινώθηκε και από την πολιτική κρίση που μάστιζε την αυτοκρατορία. Τον Ιανουάριο του 1912 το Νεοτουρκικό Κομιτάτο, έχοντας χάσει την πλειοψηφία στη βουλή, τη διέλυσε και προκήρυξε εκλογές για την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου. Για πρώτη φορά οι Έλληνες και οι Βούλγαροι βουλευτές συνέπραξαν με την αντιπολίτευση και υπέγραψαν πρωτόκολλο συνεργασίας, όπου καθορίζονταν οι αξιώσεις κάθε πλευράς ώστε να μη συγκρουσθούν τα συμφέροντά τους. Οι εκλογές του Απριλίου διεξήχθησαν μέσα σ’ ένα όργιο νοθείας και τρομοκρατίας και έμειναν γνωστές ως «οι εκλογές της μαγκούρας». Η Μακεδονία είχε καθημερινά ανταποκρίσεις με τα βίαια γεγονότα που συντάραζαν την ύπαιθρο και τη Θεσσαλονίκη. Από τις 275 έδρες του κοινοβουλίου μόνον έξι κατέληξαν στην αντιπολίτευση. Ήταν η πρώτη φορά μετά την επανάσταση, που το Νεοτουρκικό Κομιτάτο κατόρθωσε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της αυτοκρατορίας και έκρινε ασφαλές να μεταφέρει την έδρα του από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο η παντοδυναμία αυτή ήταν εφήμερη, με διάρκεια μόλις τριών μηνών. Στις 28/10 Ιουλίου 1912 παραιτήθηκε ο υπουργός πολέμου Shevket πασάς και η αναστάτωση που ακολούθησε οδήγησε στην παραίτηση της κυβέρνησης. Μεγάλος βεζίρης ανέλαβε ο Γαζής Ahmet Muhtar, στρατιωτικός και διανοούμενος κοινής αποδοχής, ήρωας του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1876 και υπουργός πολέμου ο στρατηγός Nazim πασάς. Όλα τα επιφανή μέλη του Κομιτάτου επέστρεψαν άρον-άρον στη Θεσσαλονίκη για ασφάλεια. Η Μακεδονία της 26ης Ιουλίου έγραψε: «Και συγκεντρώθηκαν εις την Θεσσαλονίκην όλοι οι αρχηγοί της μακαρίτιδος ‘Ενώσεως και Προόδου’, οι ‘λάιδερ’ Ταλαάτ, Τζαβίτ και Σερήφ βέηδες, οι έως χθες παντοδύναμοι Εγιούπ Σαμπρή και Ομέρ Νατζή βέηδες και ο έως χθες θεοδύναμος δόκτωρ Ναζήμ βέης. Και έστησαν ενταύθα, εις την αρχικήν των κοιτίδα, το αρχηγείον των. Και θα αρχίσουν τον αγώνα υπέρ ανακτήσεως της Αρχής. Κακόμοιροι κορυφαίοι!».

Μετά τις εκλογές, μέσα σε όλη αυτήν την αναταραχή, ξέσπασε στην Αλβανία η πιο άγρια επανάσταση. Από τον Μάιο του 1912 η Αλβανία έβραζε. Στις 9/22 Ιουλίου 1912 οι Αλβανοί κατόρθωσαν να καταλάβουν την Πρίστινα, ενώ δέκα χιλιάδες αντάρτες μπήκαν στα Σκόπια και παρέμειναν εκεί έως τις 20 Αυγούστου, χωρίς την παραμικρή αντίδραση των αρχών. Στα τέλη του μήνα η νέα κυβέρνηση ενέδωσε σε όλα τα αιτήματά τους και υπέγραψε σύμφωνο ειρήνης.

Πλήθος Εβραίων έξω από τη μεγάλη συναγωγή Talmud Torah.

Ο μεγαλύτερος όμως πονοκέφαλος της αυτοκρατορίας ήταν ο πόλεμος με την Ιταλία. Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1911 η Ιταλία επέδωσε διπλωματική νότα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ζητώντας την αναγνώριση της ιταλικής κυριαρχίας στην Τριπολίτιδα και στην Κυρηναϊκή (σημερινή Λιβύη). Οι Ιταλοί έφθασαν μέχρι τα Δαρδανέλια και τον Απρίλιο του 1912 κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα. Στις 2 Οκτωβρίου 1912 η Υψηλή Πύλη, μπροστά στο φάσμα του βαλκανικού πολέμου, υπέγραψε αναγκαστικά με την Ιταλία τη συνθήκη του Ouchy στην Ελβετία, παραχωρώντας την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή. Οι θετικές επιπτώσεις του πολέμου αυτού για την Ελλάδα ήταν αφενός μεν η εξασθένηση του οθωμανικού στρατού και αφετέρου το τέλος του μποϋκοτάζ των ελληνικών πλοίων και προϊόντων. Οι Οθωμανοί, με την αποχώρηση των ιταλικών ατμόπλοιων, υποχρεώθηκαν να επιτρέψουν την είσοδο των ελληνικών εμπορικών πλοίων στα λιμάνια τους.

Οι επιπτώσεις του πολέμου στη Θεσσαλονίκη ήταν σημαντικές. Ιταλοί υπήκοοι, ανάμεσά τους κυρίως Εβραίοι με ιταλική υπηκοότητα, βρέθηκαν στο στόχαστρο των αρχών. Δεκάδες επιφανείς πολίτες απελάθηκαν, όπως ο αρχιτέκτονας Vitaliano Poselli, ο γιατρός Σιακή και μέλη της οικογένειας Μοδιάνο. Ο ιταλοτουρκικός πόλεμος υπήρξε ορόσημο της παρακμής της εβραϊκής οικονομικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη. Η αναστολή πληρωμών από τους δύο κολοσσιαίους οικονομικούς παράγοντες της πόλης, τους οίκους Αλλατίνι και Μοδιάνο, οικογενειών με ιταλική υπηκοότητα, ταρακούνησε τα θεμέλια της τοπικής οικονομίας. Ο αποκλεισμός του ιταλικού μονοπωλίου καπνού από τις αγορές των μακεδονικών καπνών επέφερε σημαντική πτώση των τιμών, ενώ η σηροτροφία υπέστη καθίζηση εφόσον η ιταλική μεταξοβιομηχανία απορροφούσε εξ ολοκλήρου την παραγωγή.

Στην ίδια την πόλη οι ληστείες, οι εμπρησμοί, οι βομβιστικές ενέργειες και οι δολοφονίες ήταν καθημερινό φαινόμενο χωρίς καμία εθνική, φυλετική ή θρησκευτική διάκριση. Πολλές υποθέσεις συντάραξαν για μήνες την τοπική κοινωνία. Μία από αυτές ήταν η δολοφονία του ψευτογιατρού Αντωνάκη. Ο Αντωνάκης είχε ενταχθεί από νωρίς στον Μακεδονικό Αγώνα αλλά μετά την επικράτηση της νεοτουρκικής επανάστασης έγινε σιγά-σιγά όργανο του Κομιτάτου, προδίδοντας Έλληνες πράκτορες, κρυψώνες, αποθήκες όπλων και πυρομαχικών. Το εκτελεστικό της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης αποφάσισε τη δολοφονία του και στις αρχές Ιουλίου ο υπαξιωματικός Παναγιώτης Παπατζανετέας, όπως αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, τον εκτέλεσε στο σπίτι του, δίπλα στον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου σε πάροδο της λεωφόρου Χαμιντιέ. Στις 26 Ιουλίου η πόλη ταρακουνήθηκε από εκρήξεις βομβών στο αυστριακό ταχυδρομείο στον Φραγκομαχαλά και στο ντεπό των τραμ στην ανατολική Θεσσαλονίκη, χωρίς να υπάρξουν ανθρώπινα θύματα. Οι αστυνομικές αρχές ξεχύθηκαν και άρχισαν τις αθρόες συλλήψεις Βουλγάρων στην περιοχή του Βαρδάρι και στον Κιλκίς μαχαλά.

Το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη πλαισίωναν από τον Μάρτιο του 1912 ο Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος ως γενικός πρόξενος, με υποπρόξενο τον Κωνσταντίνο Ρέντη και διερμηνείς τους Μιλτιάδη Τέρκα και Αναστάσιο Νάλτσα. Στις 12 Ιουλίου ήρθε από το προξενείο Φιλιππούπολης ως διερμηνέας ο Αντώνιος Ζώτος και μέσα στο καλοκαίρι ο Ιωάννης Κονταλέξης ως διευθυντής του προξενείου. Στις 5 Σεπτεμβρίου αναχώρησε για την Αθήνα ο Παπαδιαμαντόπουλος με την οικογένειά του και επανέκαμψε στις 24 Σεπτεμβρίου. Στις 18 Σεπτεμβρίου οι αρχές διέκοψαν την τηλεγραφική επικοινωνία με τις βαλκανικές περιοχές και την αποστολή κωδικοποιημένων μηνυμάτων, ενώ στις 27 Σεπτεμβρίου οι αστυνομικές αρχές ξεκίνησαν την καταγραφή όλων των Ελλήνων, Βουλγάρων και Σέρβων υπηκόων που ζούσαν εκεί. Στις αμέσως επόμενες μέρες πάνω από 500 Έλληνες υπήκοοι πήγαν στο προξενείο για διαβατήρια και αναχώρησαν για τον Βόλο ή τον Πειραιά. Την 3η Οκτωβρίου αναχώρησαν όλοι οι υπάλληλοι των συμμαχικών προξενείων με ρουμανικό ατμόπλοιο για τον Πειραιά. Όπως όμως προκύπτει από έγγραφα του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ), παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη οι διερμηνείς Ζώτος και Νάλτσας, αποσπασμένοι στο ρωσικό προξενείο, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στον προελαύνοντα ελληνικό στρατό. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι την 1ηΟκτωβρίου οι ελληνικές τράπεζες Τράπεζα της Ανατολής και Τράπεζα Αθηνών τέθηκαν υπό την προστασία του γαλλικού προξενείου.

Στις 12 Μαΐου 1912 απεβίωσε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωακείμ Δ΄ Σγουρός και στις 22 Μαΐου το Φανάρι εξέλεξε τον, έως τότε μητροπολίτη Λήμνου, Γεννάδιο, κατά κόσμον Γεώργιο Αλεξιάδη. Ο Γεννάδιος έφθασε στη Θεσσαλονίκη στις 5 Αυγούστου και παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον θάνατό του το 1951. Την ελληνική κοινότητα διοικούσε η Δημογεροντία με πρόεδρο τον μητροπολίτη και μέλη τους Ι. Κούσκουρα, Κ. Καμμώνα, Δ. Βόγα, Δ. Χατζόγλου, Α. Ζάχο και Δ. Μπλάτση.

Μέσα στο 1912 στις οθωμανικές αρχές υπήρχαν συχνές ανακατατάξεις λόγω της πολιτικής αναταραχής. Τον Ιανουάριο τοποθετήθηκε βαλής ο Hussein Kâzim πασάς, που παραιτήθηκε μεν τρεις φορές αλλά πάντα επανέκαμπτε, αποχωρώντας τελικά τον Αύγουστο για να τον αντικαταστήσει ο Ferit πασάς, τη θέση του οποίου πήρε τον Σεπτέμβριο ο Nazim πασάς. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του βιλαετίου Θεσσαλονίκης από τον Σεπτέμβριο του 1912 ήταν: ο βαλής Nazim πασάς, ο καδής Ali Hikmet, ο γενικός γραμματέας των αρχείων Emin, ο μουφτής Ahmet, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ο αρχιραβίνος Ιακώβ Μεΐρ και τα μέλη Ibrahim Edem, Ihsan, Rasim και Ιακώβ Καζές.

Την πρώτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου του 1912 έγιναν δημοτικές εκλογές και εκλέχθηκαν ως δημοτικοί σύμβουλοι πέντε μουσουλμάνοι (Ismail Hakki, Hafiz Hasan, Ahmet Rasim, Ali Rasim και Ali Eşref), τρεις Έλληνες (Κωνσταντίνος Χονδροδήμος, Κωστάκης Μέλφος και Κιμπάρογλου) και τρεις Εβραίοι (Ναντίρ Αμπραβανέλ, Μωύς Ασσαέλ και Ελί Μπενουζίλιο). Ένας Βούλγαρος που έβαλε υποψηφιότητα δεν εκλέχθηκε. Πρώτος με 2.571 ψήφους εκλέχθηκε ο Χονδροδήμος και ο βαλής τον διόρισε δήμαρχο ως πλειοψηφίσαντα. Τέσσερις μέρες αργότερα ο Χονδροδήμος υπέβαλε την «παραίτησή» του δηλώνοντας εγγράφως ότι δεν δύναται να αναφέρει τους λόγους που δεν θα του επιτρέψουν να ασκήσει τα καθήκοντά του. Δήμαρχος τοποθετήθηκε ο Ismail μπέης. Στις 20 Ιουλίου ο Ismail μπέης εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω του ότι υπήρξε μέλος του Κομιτάτου και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Osman Sait.

Η κοινωνική και καλλιτεχνική ζωή στη Θεσσαλονίκη όμως συνεχιζόταν. Η εβραϊκή κοινότητα έφερνε συχνά θιάσους και μουσικά συγκροτήματα από τη Γαλλία και την Αυστρία, ενώ πολύ συχνά διοργανώνονταν σουαρέ στις βίλες των πλουσίων στη λεωφόρο των Εξοχών. Η ελληνική κοινότητα δεν υστερούσε. Στις 28 Μαρτίου 1912 έφθασε στη Θεσσαλονίκη ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη για σειρά παραστάσεων στο θέατρο του Λευκού Πύργου. Η Μακεδονία σε τέσσερα συνεχόμενα φύλλα της είχε πρωτοσέλιδη φωτογραφία της καλλιτέχνιδας. Στον θίασο περιλαμβάνονταν οι αδελφές της Κοτοπούλη κυρίες Λούη και Μυράτ με τους συζύγους τους, η Αλκαίου, ο Παπαγεωργίου, ο Καντιώτης, ο Αργυρόπουλος και το ζεύγος Μαρίκου. Μεταξύ των έργων που παρουσίασε ήταν Ο Αντίπαλος του Alfred Capus, Η μικρή σοκολατιέρα του Paul Gavault, Ισραήλ του Henri Bernstein και Η κυρία του Μαξίμ του Georges Feydeau. Το καλοκαίρι ήρθε επίσης ο αθηναϊκός θίασος του Ιωάννη Παπαϊωάννου (κωμικού ηθοποιού του μουσικού θεάτρου και του σημαντικότερου Έλληνα θιασάρχη της οπερέτας) και έδωσε πάνω από 20 παραστάσεις.

Φωτογραφίες του δημοσιογράφου J. Leune βγαλμένες τις πρώτες μέρες μετά την απελευθέρωση της πόλης.

Όψη της παραλίας.
Ο Λευκός Πύργος
Η Καμάρα
Η οδός Σαμπρή πασά, σημερινή Βενιζέλου

Οι ελληνικές εφημερίδες που κυκλοφορούσαν το 1912 ήταν η Μακεδονία του Κωνσταντίνου Βελλίδη, η Νέα Αλήθεια του Ιωάννη Κούσκουρα και από τις 15 Αυγούστου το Εμπρός του Σμυρναίου δημοσιογράφου Αντωνίου Οικονομίδη, μία αμφιλεγόμενη εφημερίδα που σύμφωνα με ορισμένους παράγοντες της ελληνικής κοινότητας χρηματοδοτούνταν από το Νεοτουρκικό Κομιτάτο. Όλες αυτές, όπως ήταν φυσικό, αντιμετώπιζαν σκληρή λογοκρισία. Το τελευταίο φύλλο της Μακεδονίας ήταν στις 5 Αυγούστου 1912 λόγω της καταδικαστικής απόφασης του τουρκικού στρατοδικείου που διέταξε την επ’ αόριστον παύση της εξαιτίας της έντονης αρθογραφίας και της εμπρηστικής ειδησεογραφίας για τη δυναμιτιστική απόπειρα στα Κοτσανά της Στρώμνιτσας με τίτλο «Οι Μουσουλμάνοι σφάζουν». Ο Βελλίδης δέκα μέρες μετά, στις 19 Αυγούστου, έσπευσε να εκδώσει την Παμμακεδονική που κυκλοφόρησε έως την 17η Οκτωβρίου. Αντίθετα, η Νέα Αλήθεια του Ιωάννη Κούσκουρα, παρά τις συνεχείς παρενοχλήσεις των αρχών, συνέχισε να εκδίδεται έως την 21η Οκτωβρίου.

Αξίζει να αναφερθεί η είδηση της Μακεδονίας στο φύλλο της 19ης Μαΐου 1912, μήνες πριν ολοκληρωθούν οι συμμαχικές συνθήκες: «ΤΕΤΡΑΠΛΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ Τα ιταλικά φύλλα αναγράφουν την είδησιν ότι οριστικώς συνωμολογήθηκε συμμαχία μεταξύ Ελλάδος, Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου, αφορώσα κοινήν κατά της Τουρκίας ενέργειαν».

ΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ: ΕΛΛΑΔΑ (βασιλιάς Γεώργιος Α΄/διάδοχος Κωνσταντίνος) – ΣΕΡΒΙΑ (βασιλιάς Πέτρος) – ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ (τσάρος Φερδινάνδος) – ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ
(βασιλιάς Νικήτας).


To παραπάνω κείμενο εντοπίστηκε στην Ιστοσελίδα sitestatic.shopster.gr δεν υπάρχει τεκμηρίωση για τον συγγραφέα του. Με σχετική ερώτηση στην Τεχνική Νοημοσύνη (AI), δόθηκε η εξής απάντηση !

Έκανα έρευνα, αλλά δεν βρήκα σαφή τεκμηρίωση μέσα στο PDF ή στις σχετικές ψηφιοποιημένες πηγές για το ποιος ακριβώς έγραψε το κεφάλαιο «Η Θεσσαλονίκη στις παραμονές του 1912» στο τόμο «Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου – Η Θεσσαλονίκη στις παραμονές του 1912». Τα στοιχεία που κατάφερα να εξακριβώσω είναι τα εξής:

Πληροφόρηση που βρήκα

Το PDF (Academia.edu) φέρει τον τίτλο «Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ 1912 – Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου (Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 21-23 Σεπτεμβρίου 2012)». Academia

  • Η επιμέλεια του τόμου αναφέρεται ως Ευάγγελος Χεκίμογλου και «Ε. Μ. Θ.» (πιθανώς «Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης») ως οργανωτικό/εκδοτικό σχήμα. Academia
  • Στο PDF από το Shopster (την εκδοχή που ανέφερες) δεν φαίνεται να υπάρχει εμφανές όνομα συγγραφέα για το συγκεκριμένο κεφάλαιο στην πρώτη σελίδα. sitestatic.shopster.gr
  • Στη βιβλιογραφία που χρησιμοποιείται σε άλλες μελέτες σχετικές με αυτό το συνέδριο, εμφανίζονται διάφορα άρθρα με συγγραφείς για άλλα κεφάλαια του ίδιου τόμου (π.χ. Βασίλης Φούκας γράφει το άρθρο «Το σώμα των εκπαιδευτικών στα σχολεία της Ελληνικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης μέχρι το 1912» στο ίδιο συνέδριο. ResearchGate
  • Το ίδιο συνέδριο τόμος έχει εκδοθεί το 2014 από το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Academia+1

Εκτίμηση / συμπέρασμα

  • Πιθανόν το κεφάλαιο «Η Θεσσαλονίκη στις παραμονές του 1912» να είναι εισήγηση/μελέτη κάποιου ιστορικού ή ερευνητή που συμμετείχε στο συνέδριο του 2012, αλλά δεν είναι πρωτογενές κείμενο του 1912 — αποτελεί σύγχρονη ανάλυση/ανασύνθεση υλικού για τις παραμονές του πολέμου.
  • Ο συγγραφέας αυτού του κεφαλαίου δεν αναφέρεται ρητά στην πρώτη σελίδα του PDF που είδα.
  • Για να είμαι πιο ακριβής, θα χρειαστεί να δω το ίδιο το έντυπο του συνεδρίου (π.χ. το έντυπο βιβλίο με πίνακα περιεχομένων) ή την αρχή του κεφαλαίου στο έντυπο, όπου συνήθως αναγράφεται το όνομα του συγγραφέα.

eeyed.png

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2022 ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης τὴν 26η Ὀκτωβρίου 1912

  • 2022.10.25
  • ΕΕΥΕΔ

Στα πλαίσια του εορτασμού της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης την 26η Οκτωβρίου 1912, η ΕΕΥΕΔ προσκάλεσε τον Συνάδελφο και Μέλος της, Υποστράτηγο (ΥΙ) ε.α Κυριακόπουλο Κωνσταντίνο να “εκφωνήσει” τον πανηγυρικό της ημέρας. Ο πανηγυρικός του είναι ένα εξαιρετικό κείμενο που περιγράφει τα γεγονότα που προηγήθηκαν της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Αναφέρεται στην διαφωνία Βασιλέως και Πρωθυπουργού για την κατά προτεραιότητα απελευθέρωση της πόλης. Ο αναγνώστης μεταφέρεται στο στο κλίμα και “άρωμα” της εποχής, μέσα από τα μηνύματα, δηλώσεις και δημοσιεύματα που περιλαμβάνονται στο άρθρο. Ευχαριστούμε τον Συγγραφέα για την συμμετοχή του στον εορτασμό της επετείου απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης.

ΔΣ/ΕΕΥΕΔ


Ο Κ. Κυριακόπουλος γεννήθηκε το 1940 στον Πύργο Ἠλείας. Εισήλθε στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή το 1958 και αποφοίτησε το 1964. Ειδικεύτηκε εις την Νευροχειρουργική. Ἀποστρατεύτηκε με τον Βαθμὸ του Ὑποστρατήγου (Υ.Ι.).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄσκηση της Νευροχειρουργικῆς τὰ τελευταῖα 25 χρόνια ασχολήθηκε καὶ μὲ τὴν ἱστορία τῆς Στρατιωτικής Ἰατρικής και την νεώτερη Ἑλληνικὴ Ἱστορία γενικώτερα. Είναι εκ των συγγραφέων τῆς Ἱστορίας τοῦ 424 ΓΣΝΕ καὶ της Ἱστορίας της ΣΙΣ, βιβλίων ποὺ ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὴν ΕΕΥΕΔ. Πλήρες βιογραφικό εδώ


Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης τὴν 26η Ὀκτωβρίου 1912

  • 2022.10.14
  • Κυριακόπουλος Κων.
  • – Υποστράτηγος ΥΙ ε.α

Συνηθίζεται στὴν ἐκφώνηση πανηγυρικῶν νὰ παρουσιάζονται διθύραμβοι, χωρὶς ὅμως νὰ παρουσιάζωνται τὰ ἀκριβῆ ἱστορικὰ στοιχεῖα, μὲ συνέπεια ὁ πολὺς κόσμος νὰ παραμένει ἀδαὴς τῶν διαφόρων συμβάντων. Παρατηρεῖται μάλιστα τὸ φαινόμενο, ὅσο πιὸ ἄσχετοι νὰ εἶναι ὁρισμένοι τόσο νὰ ἐπιμένουν στὶς ἐσφαλμένες ἀπόψεις τους. Ὅμως ἕνας πανηγυρικὸς πρέπει νὰ ἀναφέρεται σὲ πραγματικὰ καὶ ὄχι ἐπιθυμητὰ γεγονότα.

Ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνα ἦταν ἡ αἰώνια πολύφερνη νύφη. Ἡ Ρωσία τὴν ἔβλεπε σὰν τὸν μόνο τρόπο νὰ βγοῦν στὸ Αἰγαῖο, διὰ μέσου κρατῶν ποὺ ἀνῆκαν στὴν ἐπιρροή της. Ἡ Αὐστροουγγαρία μετὰ τὴν Βοσνία-Ἐρζεγοβίνη, ποὺ εἶχε προσαρτήσει, ὀνειρευόταν τὴν ἔξοδό της στὸ Αἰγαῖο. Οἱ Σέρβοι καὶ οἱ Βούλγαροι τὴν ἤθελαν σὰν μέρος τῆς Μακεδονίας, ποὺ ὀνειρευόντουσαν στὴν ἐπικράτεια τους καὶ κυρίως γιὰ τὸ λιμάνι της. Οἱ Ἄγγλοι καὶ Γάλλοι δὲν εἶχαν βλέψεις γιὰ τὴν πόλη. Ἐνδιαφερόντουσαν ὅμως νὰ μὴν πέσει στὰ χέρια τῶν ἄλλων μεγάλων δυνάμεων, ἢ ἔστω τῶν βαλκάνιων συμμάχων ποὺ τὶς συμπαθοῦσαν. Ἔτσι κάθε προσπάθεια γιὰ τὸν ἔλεγχό της βρίσκοταν στὶς βλέψεις τους.

Ἡ Ἑλλάδα τὴν ἴδια περίοδο βρίσκοταν ὑπὸ τὸν διεθνῆ οἰκονομικὸ ἔλεγχο (κάτι ποὺ μᾶς θυμίζει τὴν σύγχρονη ἐποχὴ τῶν μνημονίων, ὅλα συνέπειες τῆς ἀσύνετης συμπεριφορᾶς τῶν ἰθυνόντων). Εἶχε προηγηθεῖ ὁ ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους ὀνομαζόμενος «ἀτυχὴς» πόλεμος τοῦ 1897, ποὺ τόσα δεινὰ εἶχε ἐπισωρεύσει στὸν Ἑλληνικὸ λαό. Ἡ ἀδιαφορία συνεχιζότανε πρᾶγμα ποὺ ἀνάγκασε τὸν στρατὸ ἑνωμένο μὲ τὸν λαὸ νὰ ἐπαναστατήσει τὸ 1909 στὸ Γουδί, ποὺ ἀποτέλεσε τὴν ἀρχὴ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐπανάσταση ἀπετέλεσε τὴν ἀρχὴ τῆς ἀναγέννησης τῆς Ἑλλάδας, ποὺ ἦταν τόσο ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἐπιβίωσή της, καμμιὰ σχέση δὲν εἶχε μὲ τὴν ἐθνοκτόνο δικτατορία τοῦ 1967. Προέβη σὲ ἀναδιάταξη τῶν ἐνόπλων Δυνάμεων, ἐνῶ εἶχε τὴν ἔμπνευση νὰ ἀναθέσει τὴν Κυβέρνηση στὸ ἀνατέλλον ἀστέρι τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς Σκηνῆς τὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ Στρατὸ ἀμέσως ἔκανε πράξη τὴν ἀπομάκρυνηση τοῦ διαδόχου καὶ τῶν πριγκίπων ἀπὸ τὸ στρατό, ὅπου κατεῖχαν ἀνώτατες θέσεις, θεωρώντας τους, ὅπως πράγματι ἦσαν, ὑπαίτιους τῆς διαφθορᾶς, ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ στράτευμα. Ὁ Βενιζέλος, ὅταν ἀνέλαβε τὴν διακυβέρνηση τῆς Χώρας ἐπανέφερε τοὺς βασιλόπαιδες στὶς προηγούμενες θέσεις τους, παρὰ τὶς ἔντονες ἀντιρρήσεις τῶν μελῶν τῆς ἐπαναστατικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ Βενιζέλος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς φρόντισε, παρὰ τὶς ἐγγενεῖς δυσχέρειες τῆς Ἑλληνικῆς γραφειοκρατικῆς διαδικασίας, γιὰ τὴν ταχεῖα παραγγελία στρατιωτικῶν ὑλικῶν ἀπαραίτητων γιὰ τὴν προβλεπόμενη πολεμικὴ ἀναμέτρηση, ἐνῶ συγχρόνως μετεκάλεσε ξένες (Γαλλικὴ καὶ Ἀγγλικὴ) στρατιωτικὲς ἀποστολές, γιὰ τὴν ἐκπαίδευση καὶ ἀναδιάρθρωση τῶν Ἑλληνικῶν ἐνόπλων δυνάμεων.

Ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνα τὸ κλῖμα στὰ Βαλκάνια ἦταν ἀρνητικὰ φορτισμένο κατὰ τῶν Νεοτούρκων. Ὁ ἐθνικισμὸς τοῦ κινήματος τῶν «Νεότουρκων», οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικὰ εἶχαν ὑπὸ τὸν ἔλεγχό τους τὴν ἐξουσία τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ συσπείρωση τῶν ὑπόλοιπων κρατῶν τῆς Βαλκανικῆς ἐναντίον τους.

Τὴν ἴδια περίοδο τὸ Κρητικὸ ζήτημα, δηλαδὴ ἡ ἕνωση τῆς Κρήτης μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἐπιδείνωσε τὶς σχέσεις μεταξὺ τῆς χώρας μας καὶ τῆς Τουρκίας, ἐνῶ ἡ προσωρινὴ ἀπελευθέρωση τῶν Δωδεκανήσων κατὰ τὸν Ἰταλοτουρκικὸ πόλεμο εἶχε ἤδη σημάνει τὴν ἔναρξη τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν τριβῶν.

Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, παρακολουθοῦσε τὶς τότε διπλωματικὲς ἐξελίξεις στὸ διεθνὲς περιβάλλον. Παράλληλα λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψη, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ κράτος βρισκόταν σὲ φάση ἀνασύνταξης καὶ ἀνασυγκρότησης ἀπέφευγε νὰ συγκρουσθεῖ μονομερῶς μὲ τὴν Τουρκία. Οἱ προσπάθειές του γιὰ ἀποφυγὴ τῆς ἔνοπλης σύγκρουσης τερματίστηκαν μὲ τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας ἀπὸ τὸ Μαυροβούνιο, στὶς 25 Σεπτεμβρίου 1912. Λίγο ἀργότερα μὲ ἀφορμὴ τὴν παραπάνω ἐξέλιξη, ἡ Ἑλλάδα συντάχθηκε στὸ στρατόπεδο τῆς Σερβίας καὶ τῆς Βουλγαρίας.

Στὶς 3 Οκτωβρίου, οἱ τρεῖς βαλκανικὲς χώρες ἀπέστειλαν τελεσίγραφο στὴν Ὑψηλὴ Πύλη μὲ τὸ ὁποῖο αἰτοῦνταν τὴν ἱκανοποίηση μιᾶς σειρᾶς ζητημάτων, ὅπως π.χ. τὴν ἐπικύρωση τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων. Τὸ τελεσίγραφο ἀπορρίφθηκε καὶ οἱ στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις ἀντικατέστησαν τὴ διπλωματία.

Μὲ τὸ ξέσπασμα τοῦ Πολέμου, οἱ βαλκανικὲς χῶρες ἐστράφησαν ἐναντίον τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ξεκίνησαν τὴν ἐπεκτατικὴ πορεία. Ἡ Ἑλλάδα μπῆκε στὸν πόλεμο στὶς 5 Ὀκτωβρίου 1912 συμμαχώντας μὲ τὶς ἄλλες τρεῖς Βαλκανικὲς δυνάμεις ἀπέναντι στὴν Οθωμανικὴ αὐτοκρατορία. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς Ἑλλάδας στὸ συνασπισμὸ τῆς Σερβίας, Βουλγαρίας καὶ Μευροβουνίου ὀφείλοταν στὸν διπλωματικὸ ἐλιγμὸ τοῦ Βενιζέλου, ποὺ εἶχε ἀποστείλει σὲ μυστικὴ ἀποστολὴ τὸν Ἰωάννη Μεταξᾶ μὲ ἐντολὴ νὰ τονίσει τὴν σημασία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ στὸν προετοιμαζόμενο πόλεμο, ἀφοῦ οἱ ἄλλες χῶρες ἐστεροῦνταν τονίζοντα;, ὅτι ἐν ἐναντία περιπτώσει ὁ Τουρκικὸς στόλος θὰ δροῦσε ἀνενόχλητος στὸ βόρειο Αἰγαῖο μὲ τρομακτικὲς συνέπειες γιὰ τὶς τρεῖς συνασπιμένες χῶρες. Ἔτσι ἡ Ἑλλάδα ἔγινε δεκτὴ στὴ συμμαχία, πρὸς μεγάλη στενοχώρια τῶν Βουλγάρων, ποὺ ἐξ ἀνάγκης ἐδέχθησαν τὴν Ἑλλάδα, κάτι ποὺ τοὺς κατέστρεφε τὰ προαιώνια σχέδιά τους γιὰ τὴν κατάληψη τῆς Μακεδονίας καὶ ἰδιαίτερα τῆς Θεσσαλονίκης. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε μὲ τίποτε τὸν Μακεδονικὸ ἀγῶνα τοῦ 1904-1908 καὶ τὶς ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων φρικαλεότητες τῶν Βουλγάρων.

Ἡ Στρατιὰ Θεσσαλίας μὲ ἀρχιστράτηγο τὸν διάδοχο Κωνσταντῖνο πορεύεται πρὸς βορρᾶ καὶ δίνει νικηφόρες μάχες στὴ Δυτικὴ Μακεδονία. Οἱ τουρκικὲς δυνάμεις μετὰ τὴν ἧττα στὸ Σαραντάπορο, κατευθύνθηκαν στὰ Γιαννιτσᾶ δίνοντας ἀμυντικὴ μάχη γιὰ νὰ ἀνακόψουν τὴν Ἑλληνικὴ πορεία προς τὴν Θεσσαλονίκη, ὅμως ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς νίκησε στὴ μάχη καὶ προωθήθηκε στὴν πόλη. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν Μάχη τῶν Γιαννιτσῶν ἔφτασαν ἔξω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη.

Προκειμένου νὰ καθυστερήσουν τὸν Ἑλληνικὸ στρατό, οἱ Τοῦρκοι κατέστρεψαν τὶς γέφυρες τοῦ Λουδία, τοῦ Ἀξιοῦ καὶ τοῦ Γαλλικοῦ. Ταυτόχρονα, ἀγγελιοφόροι μετέφεραν τὸ μήνυμα, ὅτι μία βουλγαρικὴ μεραρχία βρισκόταν στὴν πεδιάδα τοῦ Λαγκαδᾶ. Ἡ κατασκευὴ νέας γέφυρας ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἀπαιτοῦσε χρόνο πολύ, ἀλλὰ καὶ ὑλικά. Ὁ κίνδυνος νὰ χαθεῖ ἡ Θεσσαλονίκη γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ὁρατός. Με τὴ βοήθεια τῶν κατοίκων ἀπὸ τὶς γύρω περιοχὲς (Μάλγαρα, Κύμινα, Χαλάστρα, Σίνδος) στὶς 25 Ὀκτωβρίου ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς πέρασε τὸν Ἀξιὸ ποταμὸ καὶ ἑτοιμάστηκε νὰ ἐπιτεθεῖ στὴ Θεσσαλονίκη.

Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε στὶς 26 Ὀκτωβρίου 1912 μὲ τὴν εἴσοδο στὴν πόλη τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων. Τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς πόλεως προηγήθηκε παρασκήνιο καὶ ἐπίμονη προσπάθεια τοῦ Βενιζέλου νὰ πείσει τὸν ὑπερφύαλο Κωνσταντῖνο νὰ στραφεῖ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὄχι πρὸς τὸ Μοναστήρι, ὅπως ἐπιθυμοῦσε. Δὲν γνωρίζουμε γιατί ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἐπιμονή του. Τὴν 20 Ὀκτωβρίου οἱ Ἑλληνικὲς δυνάμεις κατόπιν ἀποφάσεως Κωνσταντίνου, προετοιμάζοταν νὰ κατευθυνόταν στὴν Βόρεια Μακεδονία, προς ἀπελευθέρωση αὐτῆς. Ὁ Βενιζέλος ἀντέδρασε ἐπίμονα σὲ αὐτή.

Ἀκολούθησε ὁ παρακάτω τηλεγραφικὸς διάλογος.

«Ἐλ. Βενιζέλος Ἀναμένω νὰ μοὶ γνωρίσητε τὴν περαιτέρω διεύθυνσιν, ἣν θ’ ἀκολουθήσῃ ἡ προέλασις τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας. Παρακαλῶ μόνον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σπουδαῖοι πολιτικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσι νὰ εὑρεθῶμεν μίαν ὥραν ταχύτερον εἰς Θεσσαλονίκην.

Κωνσταντῖνος Ὁ στρατὸς δὲν θὰ ὁδεύσῃ κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Ἔχω καθῆκον νὰ στραφῶ κατὰ τοῦ Μοναστηρίου, ἐκτὸς ἂν μοῦ τὸ ἀπαγορεύετε.

Ἐλ. Βενιζέλος. Σᾶς το ἀπαγορεύω

Μετὰ τὴν ἔντονη διαφωνία τοῦ Βενιζέλου μὲ τὸν Κωνσταντῖνο, ἐπικράτησε ἡ διαταγὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ὕστερα καὶ ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Βασιλιᾶ Γεωργίου Α΄, κατόπιν ἔντονης παραστάσεως τοῦ Βενιζέλου πρὸς αὐτὸν ἐστράφησαν πρὸς ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης. Στὶς 25 Οκτωβρίου 1912, τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα περικύκλωσαν τὴν Θεσσαλονίκη.

Ὁ Δούσμανης στὰ ἀπομνημονεύματά του, ποὺ ἐκδοθήκανε τὸ 1946, παρουσιάζει τὸ συμβὰν ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Κωνσταντίνου καὶ προβαίνει σὲ κρίσεις, ποὺ δείχνουν τὴν ἄποψη τῶν φιλοβασιλικῶν, ποὺ τόσα δεινὰ προκαλέσανε στὴν Ἑλλάδα τόσο τὸ 1897, ὅσο καὶ τὸ 1917 καὶ τὸ 1920-1922. Παραθέτουμε τὸ τμῆμα αὐτὸ τῶν ἀπομνημονευμάτων τοῦ Δούσμανη:

«Ὁ διάδοχος πειραχθεὶς ἐκ τῆς θλιβερᾶς ἐπεμβάσεως τοῦ πρωθυπουργοῦ ἀναμειχθέντος εἰς ἀλλότρια καθήκοντα ἀπήντησε διὰ τηλεγραφήματος, ὅπερ συνέταξεν ἰδίᾳ χειρὶ καὶ εἰς ὃ ἀνέφερεν ὅτι:

«Ἡ κατεύθυνσις τῆς ὑποχωρήσεως καὶ αἱ προθέσεις τοῦ πολέμου θὰ καθορίσωσι τὴν προέλασιν καὶ κατεύθυνσιν τῆς ὑπ’ ἐμὲ στρατιᾶς», προσθέσας σὺν τοῖς ἄλλοις «Νὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ ἡ Κυβέρνησις ἀναρμοδίως γνωματεύουσα καὶ (ἐκ τοῦ) μακρόθεν ἀναμιγνυομένη εἰς τὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις».

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀρκεῖ ἡ δήλωση τοῦ Γάλλου Προέδρου Κλεμανσώ, ποὺ εἶπε τὸ χαρακτηριστικό, «ἀλλοίμονο, ἂν ἀφήσουμε τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ ἀποφασίζουν γιὰ τὸν Πόλεμο».

Δὲν εἶναι μόνο τὰ ὅσα ἀναφέρει, 44 χρόνια μετὰ τὰ ἀξιοσημείωτα γιὰ τὴν Ἑλλάδα γεγονότα, ποὺ εἶναι τόσο ἐξωφρενικά, ἀλλὰ σὲ ἄλλη πραγματεία του γράφει τὰ ἑξῆς ἐξωφρενικά.

«Ἡ Θεσσαλονίκη δὲν κατεκτήθη ὑφ’ ἡμῶν κατὰ τὸν ἐναντίον τῆς Τουρκίας πόλεμον τοῦ 1912. Ἡ Θεσσαλονίκη κατεκυρώθη ὑπὲρ ἡμῶν εἰς Κιλκίς, εἰς τὴν Κρέσναν, εἰς τὴν Τζουμαγιάν, ὅπου κατεστήσαμεν τοὺς Βουλγάρους ἀνικάνους νὰ ἀμφισβητήσωσι τὴν κατοχὴς τῆς Ἑλληνικωτάτης ἱστορικῶς ταύτης πόλεως τῆς Μακεδονίας». Ὁ φανατισμὸς τοῦ Δούσμανη δὲν ἔχει παρέλθει παρὰ τὶς ζημιές, ποὺ προκάλεσε στὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 1917 καὶ κατὰ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφή, ἀφοῦ ὑπῆρξε ἄτυπος σύμβουλος τοῦ Κωνσταντίνου. Ποιός ἀλήθεια γράφει ἱστορία μὲ ὑποθέσεις; Πίστευε ὁ Δούσμανης, ὅτι ἂν δὲν εἶχε καταληφθεῖ ἡ Θεσσαλονίκη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸ Στρατό, λίγο πρὶν οἱ Βούλγαροι φτάσουν στὰ περίχωρά της, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ κέρδιζε τὸν Ἑλληνοβουλγαρικὸ πόλεμο τοῦ 1913; Μὲ τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Θεσσαλονίκη κατεχόμενη ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους πῶς θὰ γινότανε ὁ ἐφοδιασμὸς τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων, ὅταν ἡ Θεσσαλονίκη δὲν κατεχότανε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες; Εὐτυχῶς ὅμως ποὺ δὲν ἐπικράτησαν οἱ ἄστοχες ἀπόψεις τοῦ Κωνσταντίνου.

Ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις γιὰ τὴν παράδοση τῆς πόλης μὲ τὸν Χασὰν Ταξὶν πασᾶ, τὸν Ὀθωμανὸ στρατηγὸ ἐπιφορτισμένο μὲ τὴν ὑπεράσπιση τῆς πόλης. Ὁ Ταξὶν Πασᾶς, ποὺ ὑπερασπιζόταν τὴ Θεσσαλονίκη, δὲν εἶχε ἄλλη δυνατότητα παρὰ νὰ ζητήσει μιὰ ἔντιμη συμφωνία γιὰ τὴν παράδοση τῆς πόλης. Στὶς 25 Ὀκτωβρίου οἱ ἀπεσταλμένοι του ζήτησαν νὰ ἐπιτραπεῖ στὸν Ταξὶν νὰ ἀποσυρθεί μὲ τὸ στρατὸ καὶ τὸν ὁπλισμό του στὸ Καραμπουρνοῦ καὶ νὰ παραμείνει ἐκεῖ μέχρι τὸ τέλος τοῦ πολέμου. Ἡ Ἑλληνικὴ πλευρὰ ἀπέρριψε τοὺς ὅρους του καὶ τοῦ πρότεινε τὴν παράδοση τοῦ στρατοῦ του καὶ τὴ μεταφορά του στη Μικρὰ Ἀσία μὲ δαπάνες τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Ὁ Κωνσταντῖνος τηλεγράφησε στὴν Κυβέρνηση, τὸ ἀπόγευμα τῆς 26ης Ὀκτωβρίου, ὅτι ὁ Ταξὶν δέχεται τὶς προτάσεις του. «Ὅθεν διέκοψα ἀμέσως τὴν προέλασιν καὶ ἀπέστειλα δύο ἀξιωματικούς πρὸς σύνταξιν σχετικοῦ πρωτοκόλλου καταθέσεως τῶν ὅπλων καὶ παραδόσεως τῆς πόλεως, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρίσκονται ἤδη τὰ στρατεύματα ἡμῶν».

Το Πρωτόκολλο παράδοσης τῆς Θεσσαλονίκης στὸν Ἑλληνικὸ στρατὸ ὑπογράφτηκε στὸ Διοικητήριο μετὰ τὴν τηλεγραφικὴ ἐντολὴ τοῦ πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγο: «Νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν προσφερομένην ὑμῖν παράδοσιν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ νὰ εἰσέλθητε εἰς ταύτην ἄνευ χρονοτριβῆς». Καὶ στὸ σημεῖο αὐτό, ὁ Δούσμανης ἀναφέρει, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἀπάντησε στὸν πρωθυπουργό, ὅτι «εἶμαι ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ κρίνω εὑρισκόμενος ἐπὶ τόπου, ἐπιβάλλων τοῦς ὅρους». Δὲν κρίνουμε σκόπιμο νὰ προβοῦμε σὲ κρίσεις γιὰ τὴν νοοτροπία τοῦ Κανωσταντίνου, ποὺ εἶχε μεγαλώσει μὲ τὴν ἄποψη τῆς «ἐλέῳ Θεοῦ βασιλείας».

Πρωτόκολλο Παραδόσεως της Θεσσαλονίκης υπογεγραμένο από τον Βίκτωρα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά.

Ταξὶν παρέδωσε τὴν πόλη στοὺς Έλληνες, ἄνευ ὅρων μὲ 25.000 αἰχμαλώτους, μὲ συμφωνία ποὺ ὑπεγράφη στὸ χωριὸ Τοψὶν (σημερινὴ Γέφυρα).

Το ἱστορικὸ πρωτόκολλο μὲ δέκα άρθρα, γραμμένο στὴ γαλλικὴ γλώσσα, ὑπέγραψαν τελικὰ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ Χασὰν Ταξὶν πασᾶς καὶ ἀπὸ πλευράς τῶν Ἑλλήνων οἱ πληρεξούσιοι ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Κωνσταντίνου, Βίκτωρ Δούσμανης καὶ Ἰωάννης Μεταξᾶς. Ἡ παράδοση τῆς πόλεως ἔγινε ἄνευ ὅρων καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 3 τοῦ πρωτοκόλλου: «Ἡ πόλις τῆς Θεσσαλονίκης παραδίδεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ὣς τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης». Οἱ Ἕλληνες φάνηκαν γενναιόδωροι καὶ ἔδοσαν τὸ δικαίωμα στοὺς ἀνώτερους Τούρκους ἀξιωματικοὺς νὰ διατηρήσουν τὰ ξίφη τους καὶ νὰ εἶναι ἐλεύθεροι στὴ Θεσσαλονίκη (ἄρθρο 4).

Ἦταν τὸ τέλος μιᾶς ἀγωνιώδους σειρᾶς διαπραγματεύσεων ἀνάμεσα στὴν Τουρκικὴ Διοίκηση καὶ τὸ Ἑλληνικὸ ἐπιτελεῖο τοῦ Κωνσταντίνου, ποὺ εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὴ βίλα Μοδιάνο, στὴ Γέφυρα, ποὺ στεγάζει σήμερα τὸ Μουσεῖο τῶν Βαλκανικών Πολέμων.

Νὰ πῶς παρουσιάστηκε στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις ἡ παράδοση τῆς πόλεως.

Στὴν παράδοση στοὺς Ἕλληνες -γιατὶ προέλαυνε καὶ ὁ βουλγαρικὸς στρατὸς μὲ σκοπὸ νὰ μπεῖ πρῶτος στὴν πόλη- συνέβαλαν, πέρα ἀπὸ τὶς στρατιωτικὲς ἀδυναμίες τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ ἡ προτίμηση τοῦ Τούρκου στρατηγοῦ νὰ παραδώσει τὴν πόλη στοὺς Ἕλληνες, παρὰ στοὺς Βουλγάρους.

Ὅπως ἀναφέρει ὁ Δούσμανης: «Ἡ σύνταξις τῆς συμβάσεως καὶ ἡ ὑπογραφὴ ἐπερατώθη περὶ τὴν 1.30 μετὰ μεσονύκτιον (τῆς 27ης), ἐσυμφωνήσαμεν ὅμως νὰ θέσωμεν ὡς ἡμερομηνίαν τὴν 26ην Ὀκτωβρίου, διότι ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν Τούρκων ἐβραδύναμεν νὰ συναντηθῶμεν…»

Ὅσον ἀφορᾶ στὴν εἴσοδο τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων στὴν πόλη ἁπλῶς ἀναφέρουμε, ὅτι ὁ πρῶτος ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικὸς ποὺ μπῆκε στὴν πόλη ἦταν ὁ ὑπομοίραρχος Κωνσταντῖνος Μανωλκίδης -τότε ἡ Χωροφυλακὴ ἀποοτελοῦσε τμῆμα τοῦ Στρατοῦ- ὁ ὁποῖος εἶχε διαταγὴ νὰ παραλάβει καὶ νὰ συνοδεύσει τοὺς Τούρκους ἀξιωματικοὺς στὸ Ἑλληνικὸ στρατηγεῖο στὸ Τοψὶν στὸ πλαίσιο τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν διαπραγματεύσεων γιὰ τὴν παράδοση τῆς πόλης. Διανυκτέρευσε μάλιστα τὸ βράδυ στὸ ξενοδοχεῖο «Ὄλυμπος Παλλάς», στὴν πλατεῖα Ἐλευθερίας. Πολλοὶ Ἕλληνες κάτοικοι τὴ πόλεως συνωστίζονταν στὶς τζαμαρίες τοῦ ξενοδοχείου γιὰ νὰ δοῦν ἀπὸ κοντὰ τὸν ἔνστολο Ἕλληνα ἀξιωματικό. Πρέπει ἐδῶ νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀποτελοῦσαν μειοψηφία , ἀφοῦ κατὰ τὴν ἀπογραφὴ τοῦ 1910 κατοικοῦσαν στὴ Θεσσαλονίκη 65.000 Ἑβραῖοι, 35.000 Ἕλληνες, 30.000 Τοῦρκοι καὶ 2.200 κάτοικοι ἄλλων ἐθνοτήτων (Ἀρμένιοι, Βούλγαροι κτλ). Συνεπῶς μὲ ποιό δικαίωμα οἱ Βούλγαροι ἀπαιτοῦσαν τὴν ἀπὸ μέρους τους κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης;

29 Οκτωβρίου, o βασιλιάς Γεώργιος Α’ και αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος εισέρχονται στη Θεσσαλονίκη επικεφαλής του στρατού. Πηγή: © SanSimera.gr

Στὶς 27 Ὀκτωβρίου εἰσέρχονται στὴ Θεσσαλονίκη δύο τάγματα Εὐζώνων καὶ ὑψώνεται ἡ Ἑλληνικὴ σημαία στὸ Διοικητήριο τῆς πόλης. Τὴν ἑπόμενη μέρα τὸ πρωὶ εἰσέρχεται στὴν πόλη ὁ Κωνσταντῖνος μὲ τὸ ἐπιτελεῖο του. Ταυτόχρονα φθάνει μία βουλγαρικὴ μεραρχία ἔξω ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. Ὡστόσο τέσσερις Ἑλληνικὲς μεραρχίες ἔχουν ἤδη λάβει στρατηγικὲς θέσεις στὰ περίχωρα τῆς πόλης ἀποτρέποντας κάθε ἐνδεχόμενο κατάληψής της ἀπὸ τοὺς Βούλγαρους. Ἔτσι χάρη στὴ διορατικότητα τοῦ Βενιζέλου εἶχε ἀποφευχθεῖ μιὰ ἐθνικὴ τραγωδία, δηλαδὴ ἡ κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης ὄχι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους. Ὁ Βενιζέλος ἀντιλήφθηκε, ὅτι οἱ Βούλγαροι ἔδειχναν ὅλο καὶ μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἡ Ἑλλάδα κινδύνευε νὰ χάσει τὴν σημαντικότερη πόλη τῆς Μακεδονίας.

Στὶς 29 Οκτωβρίου ὁ βασιλιὰς Γεώργιος φτάνει στὴν πόλη. Ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλονίκης πανηγυρίζει καὶ ὑποδέχεται τὸν Ἑλληνικὸ στρατὸ καὶ τὴν ἡγεσία του μὲ ἐνθουσιασμό. Οἱ φόβοι τοῦ Βενιζέλου γιὰ τὶς βλέψεις τῆς Βουλγαρίας ἀναφορικὰ μὲ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὴ Μακεδονία εἶχαν ἐπιβεβαιωθεῖ.

Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀπελευθέρωσε τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὸν Ὀθωμανικὸ ζυγό, μόλις 20 ἡμέρες μετὰ τὴν κήρυξη τοῦ Α΄ Βαλκανικοῦ πολέμου.

Ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς μεραρχίας τῶν Βουλγάρων στρατηγὸς Τεοντορόφ, ζήτησε νὰ εἰσέλθει στὴν πόλη γιὰ νὰ στρατοπεδεύσει. Εἰσέπραξε τὴν ἀρνητικὴ ἀπάντηση τῶν Ἑλλήνων καὶ ὕστερα ἀπὸ διαπραγματεύσεις ἐπετράπη νὰ μποῦν στὴν πόλη γιὰ ὀλιγοήμερη ἀνάπαυση δύο τάγματα μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τους βουλγάρους πρίγκιπες Βόριδα καὶ Κύριλλο.

Ἐπικράτησε σύγχυση καὶ μπῆκε στὴ Θεσσαλονίκη ἕνα ὁλόκληρο βουλγαρικὸ σύνταγμα, γεγονὸς ποὺ ἐκνεύρισε τὸν Βενιζέλο. Οἱ Βούλγαροι δήλωναν ἐμφατικὰ παρόντες στὶς ἐξελίξεις στὴ Μακεδονία. Ὁ σπόρος τοῦ Β΄ Βαλκανικοῦ Πολέμου εἶχε ριχτεῖ.

Ἀπὸ τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες οἱ ξένοι ἀνταποκριτές, ποὺ βρίσκονταν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ παρακολουθοῦσαν τὶς ἐξελίξεις τοῦ βαλκανικοῦ πολέμου, ἔκαναν γνωστὴ διεθνῆ κοινὴ γνώμη τὴν εἴσοδο τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Τὸ πρῶτο τηλεγράφημα τοῦ Αὐστριακοῦ πρακτορείου εἰδήσεων ἔγραφε: «Ταύτην τὴν στιγμὴν ἀγγέλλεται, ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη παραδοθεῖσα κατελήφθη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ».

Τὴ Δευτέρα 29 Ὀκτωβρίου μὲ εἰδικὸ τρένο ἀπὸ τὴ Βέροια ἔφτασε στὴν πόλη ὁ βασιλιὰς Γεώργιος, ὅπου τὸν ὑποδέχτηκαν οἱ ἀρχὲς καὶ χιλιάδες κόσμου ποὺ εἶχε παραταχθεῖ κατὰ μῆκος τῶν πεζοδρομίων μέχρι τὴν βίλα Χατζηλαζάρου, στὴν περιοχὴ τῆς Ἀνάληψης, ὅπου κατέλυσε ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια.

Βίλα Χατζηλαζάρου, Περιοχή του Ι.Ν Αναλήψεως στη Θεσσαλονίκη
Εκκλησία τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, στη Θεσσαλονίκη

Ἡ λαμπρὴ δοξολογία γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πόλης, χοροστατοῦντος τοῦ μητροπολίτου Γενναδίου καὶ παρουσία τοῦ βασιλιᾶ Γεωργίου ἔγινε στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, στὶς 30 Ὀκτωβρίου. Ὁ βασιλιὰς Γεώργιος ἐπισφράγισε τὴν κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης μὲ τὴν είσοδό του καὶ τὴ μόνιμη παραμονή του στὴν πόλη, μέχρι τὴν ἀνεξιχνίαστη ἀκόμη δολοφονία του τὴν 5η Μαρτίου 1913.

Στὸν Ἑλληνικὸ στρατό, ποὺ συνέχισε τὴν προέλαση στὰ ἐνδότερα, παραδόθηκαν 25.000 ὁπλῖτες τῆς 8ης Τουρκικῆς στρατιᾶς καὶ 1.000 ἀξιωματικοί.

Ἡ προσάρτηση τῆς Θεσσαλονίκης στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια ἀποτελεῖ μεγάλο σταθμὸ τῆς μετεπαναστατικῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, συνέβαλε δὲ σημαντικὰ στὴν πολιτικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος. Ἀξίζει λοιπὸν ὁ ἐτήσιος ἑορτασμὸς τῆς ἀπελευθέρωσής της.


Ἡ ἀναγγελία τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Θεσσαλονίκης στὴν Ἑλλάδα ἔγινε παντοῦ δεκτὴ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐκδηλώσεις χαρᾶς καὶ ἐπινίκειες γιορτὲς διοργανώθηκαν σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς εἶναι γεμάτες ἀπὸ νέα γιὰ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις. Ἀπὸ ὅσα γράφονται κρίνουμε σκόπιμο νὰ παρουσιάσουμε τὸ ἄρθρο τοῦ Κωστῆς Παλαμᾶ, ποὺ δημοσίευσε στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολι», τοῦ Βλάσση Γαβριηλίδη.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΟΥ Κ. Κ. ΠΑΛΑΜΑ.

Ὁ στίχος εἶναι σὰν παιγνίδι, ποὺ τρέμει κανεὶς τώρα μ’ ἐκεῖνο νὰ σὲ χαιρετίσῃ, τρέμει μήπως πάει νὰ συντριφτῇ στὸν ὄγκο σου μεγαλόπρεπο. Κι’ ὁ λιτὸς λόγος εἶναι κι’ ἐκεῖνος ἀνήμπορος νὰ παραστήσῃ τὴν ὀνειρώδη σου πραγματικότητα τὴν ὥρα τούτη. Ἤσουν ἡ Θέρμη ἡ πραγματική. Ἕνας Μακεδονίτης βασιλιὰς σὲ ξεβάφτισε. Σοῦ χάρισε τὸ ὄνομα τῆς γυναίκας του, τῆς ἀδελφῆς τῆς τοῦ τρισμεγάλου κατακτητῆ, ποὺ σὰν αὐτὸν δὲν γέννησε ἀκόμα ὁ κόσμος. Κ’ ἔγινες ἡ Θεσσαλονίκη. Κ’ ἔκλεισες μέσα στὰ χώματά σου, κ’ ἔκλεισες μέσα στὴν ἱστορία σου, κορώνα τῆς Μακεδονίας, ἀράδ’ ἀράδα, ἀπὸ τὴ δόξα κι’ ἀπὸ τὴ δυστυχία κι’ ἀπ’ τὴν ὀμορφιὰ τῆς πανελλήνιας γῆς. Τρέμει τὸ χέρι μου, ποὺ πάνω νὰ χαράξω γιὰ σένα λόγια χλωμὰ καὶ λόγια πρόχειρα. Μὰ μὲ κάνει νὰ τολμῶ ἡ σκέψη. Καιροὶ ἐπικοὶ κλαγγάζουν καὶ τρομάζουν. Κάποιος εἶπε σοφά. Ἡ ποίηση δὲν στέκεται ἀγνάντια κι’ ἐνάντια στὰ πράγματα. Ἡ ποίηση εἶναι ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ πραγματικοῦ. Τὸ βλέπουμε. Κι’ ἔτσι ὅ,τι ἀλλοτε θὰ ἤτανε λαμπρὸ καὶ κούφιο σὰν ρητορική, τὸ βλέπουμε χεροπιαστὸ σὰν τὴν ζωὴ νὰ μᾶς κυριεύει. Κι’ ἔτσι ἡ μεραφυσικὴ φυσικὴ γίνεται.

***

Μαῦρος ὁ οὐρανός. Βρέχει βρέχει. Μὰ πῶς ξαφνίζουν καὶ πῶς γιομίζουν τὸν ἀέρα οἱ καμπάνες. Καὶ πῶς ἀνταποκρίνονται στὰ κτυπήματά τους, μυστικώτερα, θρησκευτικώτερα, τελειωτικὰ οἱ χτύποι τῶν καρδιῶν. Θυμᾶστε σήμαντρο ἀναστάσιμο νὰ σᾶς προσκάλεσε ποτὲ ἄλλοτε σὲ πανηγύρι; Πῶς φέγγουν ἀπὸ ἥλιο ἄπλετο οἱ λογισμοὶ καὶ πῶς λαμποκοποῦν τὰ πρόσωπα. Στὴ χώρα δὲν εἶναι πιὰ ἐσὺ κι’ ἐγὼ κι’ ὁ ἄλλος. Στὴ χώρα εἴμαστ’ ἐμεῖς. Τὰ πάντα φαντάζουν γύρω μου σὰν ἕνας ἀκομμάτιστος μεγάλος.

Σημαίνουν οἱ καμπάνες πανευφρόσυμα, ἡ χώρα πέρα ὣς πέρα ἑνὸς θριάμβου ἀλλαλαγμός. Δακρύζουν καὶ τὰ μάτια τῶν ἀδάκρυτων. Ὅλοι σὰν νὰ περπατᾶμε στυλωμένοι ἀπάνου σὲ βάθρα τετράψηλα. Ἔξαφνα ὁ νοῦς μου γυρίζει πρὸς τὰ πίσω εἴκοσιέξι χρόνια. Μπροστά μου χύνεται ἡμέρα πανηγυρική. Δεκαεννεά χρόνων ἐνηλικιώνεται ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος. Μεγάλη ἐθνικὴ γιορτὴ στὴ Μητρόπολη. Τὸ βασιλόπουλο δίνει τὸν ὅρκο τοῦ στρατιώτη. Βαθὺ ἀνατρίχιασμα. Σκιρτοῦν οἱ καρδιές. Ὀνειρεύονται οἱ ἐλπίδες. Τὰ μεγάλα ἰδανικὰ ξανασκορπᾶνε. Τὰ μεγάλα τους λόγια. Βροντερὰ σὰν τουφέκια καὶ σὰ μεθύσια διαβατικά.

Ἀπὸ ἄρθρο ἀνυπόγραφο δημοσιευμένο τὴν ἴδια τὴν ἡμέρα τοῦ ὅρκου κρατῶ λίγες γραμμὲς τοῦτες. «Ἂς ἑορτάσῃ τὴν ἡμέραν ταύτην τῆς ὁρκωμοσίας τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ἠχοῦσιν ἀπὸ τοῦ Αἵμου, ἀπὸ τῆς Ροδόπης, ἀπὸ τῶν Ἀκροκεραυνίων, ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου ὑπερήφανοι φθόγγοι τὰ προανακρούσματα τοῦ μεγάλου ἀγῶνος».

Ἀπὸ ἕνα νεανικό μου στιχούργημα τυπωμένο στὴ φιλολογικὴ «Ἑστία» (30 Νοεμβρίου 1886) παίρνω τοὺς στίχους τούτους.

Καθὼς ἡ θύρα ἡ φανταστή,

τῶν ἀντρειωμένων ἔνοια

Ποῦ κλεῖ ρουμπίνια ὀνειρωτὰ καὶ πλούτη διαμαντένια

Καὶ στέκει αἰῶνες καὶ καιροὺς κλειστὴ καὶ στοιχειωμένη

Κι’ ἀνήμπορος κι’ ὁ γίγαντας μπροστά της ἀπομένει.

Ποῦ σειοῦνται ἀπὸ τὰ χέρια του σὰν τὰ δεντράκια οἱ βράχοι.

Μ’ ἕνα λόγο μαγικὸ ἀνοίγεται μονάχη

Ἔτσι κατάκλειστη μὰ τῆς Μοίρας στέκει ἡ πύλη.

Μὰ τὸ δικό σου τὄνομα φτάνει νὰ ποῦν τὰ χείλη.

Κι’ ἀνοίγει εὐθὺς καὶ βλέπουμε καρούς, ὁποὺ θἀρθοῦνε.

Κι’ ἀγαλλιάζουν οἱ καρδιὲς κι’ οἱ φαντασίες μεθοῦνε.

Μπρὸς ἡ πατρίδα ὁλόφωτη,

κι’ ἀνθίζουν σὰν καὶ πρῶτα

Στὸν Κολωνὸν ὁ νάρκισσος κι’ ἡ δάφνη στὸν Εὐρώτα.

Τότε καὶ τοῦ δημοσιογράφου οἱ παράγραφοι καὶ τοῦ στιχουργοῦ οἱ ρίμες, κοινοὶ τόποι τῆς πατριδολατρείας, ρητορικὰ γυμνάσματα ἐπιδεξίων θεματογράφων. Σήμερα τέτοιοι λόγοι, τέτοιοι στίχοι μᾶς παρουσιάζονται πλαισιωμένοι σὰν ἀπὸ προφητικοῦ ἀχτιδοστέφανο.

Καὶ μεγαλυνεῖ σε Θεὸς καὶ κραταιώσῃ σε ἐπὶ πλέον καὶ τὸ βασιλικὸν καὶ πάτριον ὑποδύσει σε πέδιλον. Ἔτσι χαιρετίζει σὲ ἕνα του γράμμα ἕνας συγγραφέας Βυζαντινὸς τὸ Θεόδωρο Ἄγγελο Κομνημὸ Δούκα ποὺ κατὰ τὸ 1223 συνέτριψε τὴν ἀρχὴ τοῦ Λατίνου καὶ ἱδρυτὴς ἔγινε τῆς μεγάλης αὐτοκρατορίας τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ πόλη ἔπεσε στὰ χέρια τοῦ Φράγκου, μὰ νὰ ἡ Νίκαια, μὰ νὰ ἡ Τραπεζούς, μὰ νὰ τὸ Δεσποτᾶτο τῆς Ἠπείρου καὶ νὰ τῆς Θεσσαλονίκης τὸ βασίλειο, νέα κάστρα γιὰ νὰ καταφύγῃ καὶ νὰ περιμαζωχτῇ σὲ πρὸς νέες μοῖρες ἡ ἀποδιωγμένη ὅμως ἀκατάλυτη ρήγισσα τοῦ Γένους.

Ὁ Κομνηνὸς μονάρχης μὲ πρωτεύουσά του τὴν «περίκλυτην καὶ περιλάλητον», καθὼς τὴν ὀνομάζουν οἱ ἱστορικοὶ πολιτεία. Χάϊδεψε, μὰ λιγοστὸ καιρό, τὸ μεγάλο του ὄνειρο, τὴ δόξα ἑνὸς κράτους, ποὺ ἁπλώνοταν ἀπὸ τὴν Ἀδριατικὴ στὴν Ἄσπρη Θάλασσα, ποὺ ἔφτανε στὸν Ἕβρο ποταμό, ποὺ κρατοῦσε χῶρες μέσα του, τὴν Ἤπειρο, τὴν Ἀρβανιτιά, τὴν Ἀκαρνανία, τὴ Θεσσαλία, τὴν Μακεδονία, τὴ Θράκη. Κι’ ἔστησε τὸ θρόνο του στὴ Θεσσαλονίκη, στὴ πόλι τὴ σφιχτὰ συνεταιρεισμένη μὲ τὸν κόσμο τὸν Ἑλληνικό, ἀπὸ ἐθνικὲς κι’ἀπὸ θρησκευτικὲς ἐνθύμησες ἕνα πλῆθος. Οἱ Θεσσαλονικιῶτες καὶ οἱ Χριστιανοὶ καὶ οἱ Ἑλληνολάτρες τοῦ καιροῦ ἐκείνου, μὲ πόθο ἀνοίξανε τὴν ἀγκαλιά τους νὰ δεχτοῦνε τὸν Λατινοφάγο βασιλέα. Τὸν πόθο τους ἐκφράζουν τὰ λόγια τοῦ Βυζαντινοῦ ἐπιστολογράφου, ποὺ σημείωσα παραπάνω. Μὰ ντύνονται νειᾶτα καινούρια τὰ παλιὰ λόγια τοῦτα καὶ πιὸ πολὺ τοὺς ἀξίζει νὰ γίνουνε χαιρετισμὸς καὶ σὰ λουλούδια νὰ κοποῦνε γιὰ νὰ ραντίσουνε τὸ μέτωπο τοῦ νέου νικητῆ, ποὺ μὲ τοῦ Κωνσταντίνου τὄνομα ἀνταμώνει κάτι ἀπὸ τὴν ὁρμὴ τῶν Κομνηνῶν. «Ἄμποτε νὰ σὲ μεγαλώνῃ ὁ Θεὸς καὶ περισσότερο νὰ σὲ δυναμώνῃ καὶ τὴν βασιλικὴ καὶ τὴν πατροπαράδοτη πορφύνα νὰ φορέσῃ!» Ἄμποτε.

***

Ὦ, πῶς ἀλλάζουν οἱ καιροί. Στὰ 904. Μιὰ Κυριακὴ τοῦ Ἀλωνάρη, ἕνα ὡραῖο γαληνὸ πρωί, ὀργὴ Κυρίου στὴ Θεσσαλονίκη. Σὰ μπόρα ξαφνικὴ ἀλαγάριαστη, καταπάνου της οἱ Σαρακηνοί. Ἀπὸ τὴν Τρίπολι τῆς Συρίας ὁδηγημένοι ἀπὸ ἕνα ἀρνησίθρησκο. Λέοντας τὄνομά του, σὲ πενηντατέσσερα καράβια. Γιγαντόσωμοι ἀραπάδες, θεριὰ ποὺ πολεμοῦσαν ὁλόγυμνοι. Οἱ πλούσιοι περισσοί, ἥσυχοι κάτοικοι, Ἕλληνες σπαρμένοι τὴν ὥρα ἐκείνη στοὺς δρόμους, στὶς ἐκκλησιὲς καὶ στὰ μεγάλα περιβόλια τῆς Θεσσαλονίκης. Πανικὸς ξεσπᾶ. Μὰ τρέχει ὁ καθένας νὰ ἁρματωθῇ. Οἱ γυναῖκες κλείνονται στοὺς ναοὺς καὶ στὰ μοναστήρια. Οἱ καταπέλτες τοῦ Σαρακηνοῦ ξερνοῦν τὴ φωτιά. Ἡ βοήθεια τῶν σκλαβούνων δοξαρευτῶν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο πάει τοῦ κάκου. Ἡ Θεσσαλονίκη πάρθηκε. Λέων ὁ Τριπολίτης ἔφυγε γοργά, γιατὶ εἶχε τὸν φόβο τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στόλου, ἔφυγε σέρνοντας σκλάβους εἴκοσι δύο χιλιάδες παλληκάρια καὶ λυγερές. Μέσα σ’ αὐτοὺς ὅλα τ’ ἀρχοντὀπυλα τῆς Μακεδονίας. Στοιβαγμένοι στὰ Σαρακηνὰ καράβια ἀράξανε στὸ Χάνδακα τῆς Κρήτης. Ἐκεῖ μοιραστήκανε τὰ λάφυρα. Αἲ πῶς ἀλλάζουν οἱ καιροί. Ὕμνους ἀλλαλάξατε τῷ Κυρίῳ.

Χαρὰ μεγάλη χαίρεσαι βασίλισσα τῆς Μακεδονίας, πρώτη χώρα ὕστερ’ ἀπὸ τὴ μεγάλη Πόλι, ποῦ μπροστά της δείχνεσαι πατρίκισσα Ζωστὴ στὸ πλάγι τῆς Αὐγούστας. «Πολυτίμητη καὶ κλεινὴ πόλις». Αἰῶνες ὅλους ἐσὺ πηγὴ ἀστείρευτη τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ γιὰ τὰ στρατιωτικά της τὰ κατορθώματα καὶ γιὰ τὴ δύναμί της τὴν ἐκπολιτιστική. Σὲ ζωγραφίζει ἡ ἱστορία νὰ κρατᾷς μὲ τὸ ἕνα χέρι τὸ σπαθί, μὲ τὸ ἄλλο τὸ Βαγγέλιο. Χώρα ἀπὸ τὲς δυνατώτερες καὶ τὶς πλουσιώτερες ρῆς Χριστιανοσύνης. ὉΠαῦλος κήρυξε σ’ ἐσένα τὸ νέο Θεό, σὲ σένα διάλεξε λημέρι του ὁ στρατιώτης

Ἅγιος τοῦ κόκκινου ἄλογου, ὁ τροπαιοφόρος καβαλλάρης. Ζωγράφοι ξακουστοὶ καὶ λογοτέχνες φύτρωσαν ἀπὸ τὰ χώματά σου. Παλληκαριὰ καὶ βιομηχανία, ἐμπόριο, τέχνη καὶ θρησκεία, ὁ νοῦς ὁ Ἑλληνικὸς πρόκοψε μέσα στὰ κάστρα σου, χύθηκε ἀπὸ τοὺς δρόμους σου. Τῆς θρησκείας καὶ τῆς τέχνης. Τοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ πολέμου ἡ χρυσόπορτες νὰ ξανανοίγωνται διάπλατες. Δέξου.

Εἶναι γιὰ τὸν Βυζαντινὸ αὐτοκράτορα ἢ γιὰ τὸν Ἕλληνα κληρονόμο τοῦ θρόνου οἱ στίχοι τοῦτοι ἀπὸ τὴ «Φλογέρα τοῦ βασιλᾶ» καὶ τὸ ποίημα εἶναι γιὰ νὰ ξαναπαραστήσῃ τὴν εἰκόνα ὡρισμένης ἱστορικῆς ἐποχῆς, ἢ τὴ δόξα ἀκέραια τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς.

Κ’ ἀπάνου ἀπ’ ὅλα ἡ δόξα του πάει πρὸς τὴ χώρα ποὺ εἶναι

Τὸ Πάγγαιο τὸ λογάρι της κ’ εἶν’ ἡ Θεσσαλονίκη

βασίλισσά της, κ’ ἡ Ἔδεσσα μάννα της, βρυσομάννα,

κ’ εἶναι τοῦ Σλάβου τὄνειρο καὶ τοῦ Ρωμιοῦ ἡ λαχτάρα.

Ἁπλώνεται καὶ ὀργώνεται κι’ ἀνθίζει καὶ πατιέται

Στὴ μέση τοῦ Ἀλιάκμονα καὶ τοῦ Ἀξιοῦ ποὺ πάντα

ποτάμια ντεληπόταμα, Βαρδάρι καὶ Βιστρίτσα

δὲ στέκουν, ὅλο ξεχειλᾶν κι’ ἀγριεύουνε καὶ τρέχουν,

καὶ τὴ φυλάγουν καὶ τὴ ζοῦν τὴ χώρα.

Κι’ ἀπάνου ἀπ’ ὅλα ἡ δόξα του πάει κ’ ἔρχεται στὴ χώρα

Καὶ διαβατάρα ἀπὸ παντοῦ, σπιτώθηκ ἐδῶ καὶ ἦρθε.

Κι’ ἀφοῦ ἀγωνίστηκε τρανὸς τὸ δοξασμένο ἀγῶνα,

στάθηκε. Ἀνάπαψη; Ποτέ!

Ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι ὅ.τι γράφει. Ὅ.τι ἔγραψε.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ


  • Επιμέλεια ανάρτησης
  • Τασιόπουλος Αργύρης, Υπτγος ε.α
  • Γενικός Γραμματέας ΕΕΥΕΔ
Categories
2022 ΑΡΘΡΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΙΚΟΓΛΟΥ – Ένας Έλληνας γιατρός στον βουλγαρικό στρατό (1912-1913)

  • Παύλου Αχ. Νταφούλη Στρατ. Ιατρού
  • Δέλτος 23 (2002)29-32
  • Η Ιατρική στη Σύγχρονη Ιατρική Ιστορία (Δ’ Τόμος)

ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΦΕΙ ΠΟΛΛΑ για τη διαφωνία του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλέως Κωνσταντίνου σχετικά με την πορεία που θα ακολουθούσε ο ελληνικός στρατός κατά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο και την πιθανότητα κατάληψης της Θεσσαλονίκης από τους Βουλγάρους. Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ο ακριβής ρόλος που διαδραμάτισε στα γεγονότα του Οκτωβρίου 1912 ένας Έλληνας γιατρός, ο Φίλιππος Νίκογλου

Ο Φίλιππος Νίκογλου γεννήθηκε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1871. Φοίτησε στα περίφημα Ζαρίφεια Εκπαιδευτήρια της Φιλιππούπολης και σπούδασε ιατρική στη Γερμανία. Εγκαταστάθηκε στη Σόφια, όπου άσκησε την ιατρική ως χειρουργός. Το 1885 η πατρίδα του, η Ανατολική Ρωμυλία, προσαρτήθηκε από τη Βουλγαρία, ενώ από το 1908 οι κάτοικοί της έγιναν και τυπικά Βούλγαροι, ανεξαρτήτως εθνικού φρονήματος 

Φίλιππος Νίκογλου (1871-1953)

Κατά την επιστράτευση του βουλγαρικού στρατού στις 7 Σεπτεμβρίου 1912, ο Βούλγαρος υπήκοος Φίλιππος Νίκογλου παρουσιάστηκε ως έφεδρος υπίατρος στο Σαμακόβιον, όπου συγκροτήθηκε το κινητό χειρουργείο της VII βουλγαρικής μεραρχίας. Σε αυτό υπηρετούσαν 8 γιατροί, με διευθυντή τον Εβραίο αρχίατρο Αλκαλάη. Στις 5 Οκτωβρίου 1912 το Μαυροβούνιο, η Σερβία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Από τις πρώτες ημέρες των εχθροπραξιών ο Νίκογλου περιγράφει ως σοβαρά προβλήματα τη χολέρα που μεταδόθηκε στους Βούλγαρους από τους Τούρκους και τη δυσχέρεια στη μετακίνηση. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τα χειρουργεία διέθεταν 18-20 άμαξες για τη μεταφορά των τραυματιών και 40-50 τραυματιοφορείς στρατιώτες, αλλά δυσκολεύονταν να ακολουθήσουν την ταχύτατη προέλαση των μαχομένων τμημάτων, η οποία υπαγορευόταν από στρατηγικούς και διπλωματικούς λόγους.

Η προηγηθείσα ελληνοβουλγαρική συνθήκη του Μαΐου του 1912 δεν προέβλεπε διανομή εδαφών μεταξύ των συμμάχων, οπότε ίσχυε η αρχή του τετελεσμένου γεγονότος. Στις 20 Οκτωβρίου λοιπόν ο ελληνικός στρατός απελευθέρωνε τα Γιαννιτσά, οπότε η VII βουλγαρική μεραρχία προσπάθησε με κάθε τρόπο να φτάσει πρώτη στη Θεσσαλονίκη. Αλλεπάλληλα τηλεγραφήματα του πρωθυπουργού Βενιζέλου και του υπουργού των Εξωτερικών Λάμπρου Κορομηλά επέσπευσαν την πορεία του ελληνικού στρατού προς την Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα την απελευθέρωσή της στις 26 Οκτωβρίου, ημέρα εορτής του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου. Οι πληροφορίες της κυβερνήσεως προέρχονταν από τον πρεσβευτή μας στη Σόφια Δημήτριο Πανά 

Αθανάσιο Σουλιώτης (Ψευδόνυμο-Νικολαΐδης)

Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα ποιά ήταν η πηγή των πολύτιμων αυτών πληροφοριών του Πανά. Ο Κορομηλάς είχε επιφορτίσει τον τότε λοχαγό Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη να παρακολουθεί την VII βουλγαρική μεραρχία του στρατηγού Θεοδορώφ. Ο Σουλιώτης είχε προηγουμένως διακριθεί για τη δράση του στην Οργάνωση Θεσσαλονίκης κατά τον Μακεδονικό Αγώνα και αργότερα στην Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως. Ο Σουλιώτης λοιπόν διορίσθηκε στρατιωτικός σύνδεσμος με τον σερβικό στρατό και εφοδιασμένος με τα κατάλληλα έγγραφα κατέφθασε στις 19 Οκτωβρίου στο Κιουστεντήλ, όπου στρατοπέδευε η σερβική μεραρχία του Στεφάνοβιτς, αλλά και η βουλγαρική του Θεοδορώφ. Μετά από συνεννοήσεις με Σέρβους και Βουλγάρους αξιωματικούς ο Σουλιώτης μετέβη στην Ανω Τζουμαγιά με σκοπό να συναντήσει τον εκεί ευρισκόμενο Θεοδορώφ, δεν κατόρθωσε όμως να συναντήσει τον Βούλγαρο στρατηγό.

«Εξερχόμενος του Φρουραρχείου», γράφει ο Σουλιώστης, «συνήντησα τον ιατρόν Νίκογλου, Ελληνα, υπηρετούντα ως έφεδρον παρά τω Βουλγαρικώ στρατώ. Ούτως προθυμότατα πλησιάσας με, μοί είπεν ότι από της αρχής του πολέμου όλαι αι εμπιστευτικαί διαταγαί συνίστων να καταβληθεί πάσα προσπάθεια, όπως οι μακεδονικαί πόλεις και προπάντων η Θεσσαλονίκη καταληφθώσι προ της καταλήψεως αυτών υπό των Ελληνικών στρατευμάτων. Μοί επεβεβαίωσεν ότι ο Βόρις μετά του στρατηγού Ράτζο Πετρώφ και του πρεσβευτού Στάντσεφ διήλθον εξ Ανω Τζουμαγιάς, προξενοδοχείον, όπου είχε καταλύσει, και στρατιώτας της βασιλικής φρουράς, οδηγούντας βασιλικήν άμαξαν, προωρισμένην δια την επίσημον είσοδον του διαδόχου της Βουλγαρίας εις Θεσσαλονίκην».

Ο Σουλιώτης προσπαθεί να τηλεγραφήσει κρυπτογραφημένες τις πολύτιμες πληροφορίες στην πρεσβεία μας στη Σόφια και στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα, φοβούμενος όμως τη βουλγαρική λογοκρισία και καθώς δεν λαμβάνει απάντηση, υποκρίνεται τον ασθενή. Ο Νίκογλου πιστοποιεί την ασθένεια και προτείνει επιστροφή του ασθενούς στη Σόφια.

Ο Βούλγαρος Φρούραρχος πείθεται εύκολα να ξεφορτωθεί τον ανεπιθύμητο Ελληνα αξιωματικό, και ο Σουλιώτης διασχίζει τα χιονισμένα βουνά, φτάνει στον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό, παίρνει το πρώτο τραίνο για Σόφια και παρουσιάζεται στον πρεσβευτή της χώρας μας, στον οποίο εκθέτει τη διαμορφωθείσα κατάσταση. Ο στρατιωτικός ακόλουθος της πρεσβείας ταγματάρχης Αμβρόσιος Φραντζής τηλεγραφεί τις πληροφορίες με τους κώδικες κρυπτογράφησης στο Υπουργείο Εξωτερικών, και ο υπουργός Λάμπρος Κορομηλάς, πρώην Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, ενημερώνει τον Βενιζέλο. Αξίζει να σημειωθεί πως όλα αυτά κατεγράφησαν από τον Σουλιώτη στις 27 Απριλίου 1931 σε σημείωμά του προς δημοσιογράφο, «ώστε η ιστορική αλήθεια να μη νοθεύεται». Ο Νίκογλου εξηγεί την εμπιστοσύνη του στον Ελληνα αξιωματικό, σημειώνοντας πως τον είχε συναντήσει παλαιότερα στη Σόφια, όπου ο Σουλιώτης γνώρισε τα μέλη της ελληνικής παροικίας, καλύπτοντας την εθνική του δράση εμφανιζόμενος ως ζωέμπορος.

Ο στρατηγός Βίκτωρ Δούσμανης υπηρετούσε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους στο Γενικό Στρατηγείο δίπλα στον Διάδοχο-αρχιστράτηγο και είχε πλήρη ενημέρωση για τα τεκταινόμενα. Στα Απομνημονεύματά του επιβεβαιώνει τα γραφόμενα του Σουλιώτη-Νικολαΐδη.

Στρατηγοί Βίκτωρ Δουσμάνης (1862-1949) και Θεόδωρος Πάγκαλος
(1878-1952)

Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος στα Απομνημονεύματά του επιβεβαιώνει και αυτός την δράση του Νίκογλου: «Είναι ανάγκη να εκτεθή δια ολίγων, πως ο Βενιζέλος έσχε την πληροφορίαν περί της προελάσεως των Βουλγάρων εις Θεσσαλονίκην. Εις τον βουλγαρικόν στρατόν είχε στρατευθεί κατά τον πόλεμον ο Βούλγαρος υπήκοος, αλλ’ ακραιφνής Ελλην ιατρός Φ. Νίκογλου. Ενεκα τυχαίας ακριτομυθίας Βουλγάρου επιτελούς εις Κότσανα, ο Νίκογλου ήκουσεν ότι ο στρατηγός Θεοδορώφ διετάχθη να βαδίση με την μεραρχίαν του δρομαίως προς Θεσσαλονίκην, όπως την καταλάβη πριν φθάση αυτόθι ο Ελληνικός στρατός. Ο Νίκογλου ειδοποίησεν αμέσως τον εν Βουλγαρία λοχαγόν Σουλιώτη-Νικολαΐδην, σύνδεσμον ημών, όστις ετηλεγράφησεν αμέσως προς τον υπουργόν των Εξωτερικών Κορομηλάν, να πληροφορήση επειγόντως τον Διάδοχον περί των ανωτέρω». Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του στρατηγού στην άμεση πληροφόρησή του (για το γεγονός αυτό) από τον Βενιζέλο.

Ο Ιάσων Δημητριάδης τονίζει πώς, ενώ η διήγηση του Δούσμανη περί Νίκογλου είναι αληθής, αφήνεται να εννοηθεί από τον στρατηγό ότι η πληροφορία ελήφθη δέκα ημέρες νωρίτερα από την πραγματική ημερομηνία, προκειμένου ο Δούσμανης να δικαιολογήσει τις επιλογές του Επιτελείου. Για τον ρόλο του Νίκογλου, όπως προκύπτει από τις πηγές, γίνεται λόγος και από τους σύγχρονους ερευνητές, που ασχολήθηκαν με τον Μακεδονικό αγώνα και τους Βαλκανικούς πολέμους, όπως ο Μελάς, ο Ανεστόπουλος, ο Παπαγιαννόπουλος, ο Μέρτζος, ο Σερεπίσος, η Τζινίκου και ο Κουζινόπουλος.

Μετά την συνάντησή του με τον Σουλιώτη στην Ανω Τζουμαγιά ο Νίκογλου βρέθηκε στο Σιδηρόκαστρο, όπου, αφού εξασφάλισε διαμονή σε σπίτια για τους λοιπούς γιατρούς του χειρουργείου, ο ίδιος φιλοξενήθηκε στη Μητρόπολη. Εκεί πληροφορήθηκε από τον Ελληνα Μητροπολίτη την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Ελληνες. Κατά τη διαμονή του στη Μητρόπολη γράφει ότι θαύμασε την αξιοπρεπή και θαρραλέα στάση του Μητροπολίτη, ο οποίος αρνήθηκε να εγκαινιάσει χριστιανικό ναό σε ένα από τα τζαμιά της πόλης παρά την απειλητική απαίτηση Βουλγάρου κτηνιάτρου αξιωματικού. Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη οι χριστιανικές Βαλκανικές χώρες ελευθέρωσαν τον τόπο για να είναι όλοι, και οι Μουσουλμάνοι δηλαδή, ελεύθεροι.

Το χειρουργείο, ακολουθώντας τη μεραρχία, όδευσε προς Θεσσαλονίκη και στρατοπέδευσε κοντά στον Λαγκαδά. Οι γιατροί εξασφάλισαν άδεια να εισέρχονται στην απελευθερωμένη από τους Ελληνες πόλη. Συχνά επισκέπτονταν το εστιατόριο «Ολυμπος-Παλάς», όπου μια μέρα ο Φιλιππουπολίτης διπλωματικός υπάλληλος Χήσης Χατζηβασιλείου αναγνώρισε τον Νίκογλου. Κατόπιν υποδείξεως του αξιωματικού Κωνσταντίνου Μαζαράκη, του θρυλικού Κεπετάν-Ακρίτα του Μακεδονικού αγώνα, ο Χατζηβασιλείου προσκάλεσε τον Νίκογλου σε γεύμα της οικογεγείας του ιατρού Δημητρίου Ζάννα, του γνωστού «ντοκτόρ-μπέη» της τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης. Στην οικία Ζάννα, πλησίον του Λευκού Πύργου, κατέλυαν, εκτός του Μαζαράκη, πολλοί Έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι ήσαν γνωστοί της οικογενείας από τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα. Μάλιστα, για λόγους ασφαλείας, έξω από την οικία υπήρχε φρουρός ένας από τους προσκόπους-αντάρτες Μακεδονομάχους, που είχε συγκροτήσει σε σώμα ο Μαζαράκης, και βοήθησαν σημαντικά τον Ελληνικό στρατό. Με ιδιαίτερη χαρά ο Νίκογλου αναγνώρισε στο πρόσωπο του αντάρτη-σκοπού τον συμπατριώτη του Τζουρίλα. Στο πλούσιο τραπέζι οι Ελληνες αξιωματικοί άντλησαν από τον Νίκογλου πολλές πληροφορίες για την οργάνωση και το ηθικό του βουλγαρικού στρατού και κυρίως των αξιωματικών, καθώς ήταν εμφανής στον ορίζοντα η επικείμενη ελληνο- βουλγαρική σύρραξη.

Κάποια από τα βουλγαρικά τμήματα, που κατέλυαν στη Θεσσαλονίκη, τελικώς μεταφέρθηκαν από τον ελληνικό στόλο στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) για να συμμετάσχουν στις εκεί εχθροπραξίες. Ο Νίκογλου στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης επιβιβάσθηκε στο θωρηκτό «Αβέρωφ». Τα πλήρωμα, μόλις συνειδητοποίησε πως ο αξιωματικός του βουλγαρικού στρατού ήταν Ελληνας, τον περιποιήθηκε ιδιαιτέρως, οι δε αξιωματικοί τοι πλοίου δεν παρέλειψαν να πάρουν και αυτοί με τη σειρά τους πληροφορίες για τον βουλγαρικό στρατό. Ο κυβερνήτης Σοφοκλής Δούσμανης σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 1912. Ηρθαν να μας επι σκεφθούν και δύο αξιωματικοί του βουλγαρικού στρατού, ιατροί και οι δύο, εξ Αγχιάλου, ακραιφνείς πατριώται, βαρέως φέροντες ότι υπηρετούν υπό τους Βουλγάρους». Είναι βέβαιο πως, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό για την ήττα των Τούρκων οι Ανατολικο-ρωμυλιώτες δεν μπορούσαν να διαγράψουν την απάνθρωπη συμπεριφορά των Βουλγάρων απέναντι στις άλλες εθνότητες και πρωτίστως απέναντι στους Έλληνες. Οι σφαγές και οι καταστροφές της Ανατολικής Ρωμυλίας του 1906 ήταν ακόμη νωπές.

Στο Θρακικό μέτωπο ο Νίκογλου συνάντησε τον συμπατριώτη του Απόστολο Δοξιάδη, ιατρό, έφεδρο και αυτόν στον βουλγαρικό στρατό. Ο Γ. Βεντήρης” αναφέρει ότι και ο Δοξιάδης μετέδωσε πληροφορίες για τις κινήσεις των βουλγαρικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη. Μετά την αποστράτευση ο Νίκογλου επέστρεψε στη Σόφια, όπου όμως έγινε γνωστή η δράση του, και το βουλγαρομακεδονικό κομιτάτο αποφάσισε την εξόντωσή του. Ενας Βούλγαρος γιατρός και καλός του φίλος τον ενημέρωσε για την προγραφή του από το κομιτάτο. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1913 ο Νίκογλου κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στην Αθήνα. Συναντήθηκε πάλι με τον Σουλιώτη, ο οποίος ανέφερε τα συμβάντα στην Ανω Τζουμαγιά στον βασιλέα Κωνσταντίνο. Ο τελευταίος εξέφρασε την επιθυμία να γνωρίσει προσωπικά τον Νίκογλου, προσέθεσε μάλιστα ότι επεβάλλετο η απονομή σ’ αυτόν παρασήμου για τις προσφερθείσες υπηρεσίες του στην πατρίδα. Το ελληνικό κράτος δια χειρός βασιλέως Παύλου παρασημοφόρησε τον Νίκογλου το 1950! «Κάλλιο αργά παρά ποτέ», σχολιάζει ο Πάγκαλος”.

Η πόλη της Θεσσαλονίκης τίμησε τον Νίκογλου με την μετονομασία της οδού Ανακτόρων, στο ύψος της νέας παραλίας, σε οδό Φιλίππου Νίκογλου. Σήμερα, στην οδό Νίκογλου, στην έπαυλη του Ισραηλίτη τραπεζίτη Γιακώβ Μοδιάνο, που χρησιμοποιήθηκε και ως ανάκτορο από τον βασιλέα Κωνσταντίνο, στεγάζεται το Εθνικό και Λαογραφικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης. Οι γειτονικοί δρόμοι Ιατρού Ζάννα και Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη συμπληρώνουν τον ιστορικό συνειρμό.

Το 1953 ο Στενημαχίτης χειρουργός πέθανε πλήρης ημερών στην Αθήνα. Από τον τύπο παρομοιάστηκε με τον Γιάννη Γούναρη, τον κυνηγό του Ομέρ Βρυώνη, που στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου ειδοποίησε τους πολιορκημένους για την επικείμενη έφοδο των Τούρκων κατά τις ώρες της Χριστουγεννιάτικης ακολουθίας, με επακόλουθο την αποτυχία της εφόδου και τη λύση της πολιορκίας.

Αναμφισβήτητα, ο Φίλιππος Νίκογλου είναι ένας από τους ανθρώπους, στους οποίους η Ελλάδα και ιδιαίτερα η πόλη της Θεσσαλονίκης οφείλει ευγνωμοσύνη για τη στάση τους εκείνες τις κρίσιμες για το μέλλον της ιστορικές στιγμές. Και η μεγαλύτερη τιμή στην προκειμένη περίπτωση είναι η διατήρηση της μνήμης του ιατρού Φιλίππου Νίκογλου από την Ανατολική Ρωμυλία.

Δέλτος 23 (2002)29-32.


Categories
2022 ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΝΟΣΗΛΕΙΑ ΤΟΥΡΚΩΝ ΑΙΜΑΛΩΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

  • του Γρ. Σκαμπαρδώνη
  • Υποστράτηγου Υγειονομικού
  • Αναδημοσίευση από Βιβλίο, Ιατρική Στην Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας.

Δημοσιέυουμε Στοιχεία ή αποσπάσματα από τις «Εκθέσεις πεπραγμένων» διαφόρων Υγειονομικών Υπηρεσιών του Ελληνικού Στρατού κατά τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο του 1912-13, στις οποίες περιγράφεται η αντιμετώπιση των αιχμαλώτων Τούρκων τραυματιών και ασθενών και του Τουρκικού υγειονομικού προσωπικού από τους Ελληνες Υγειονομικούς.

  • Στη μάχη του Σαρανταπόρου (9-10 Οκτωβρίου 1912) το 4ο Ορεινό Χειρουργείο (Α.4 Χειρουργείο) της ΙΙ Μεραρχίας περιέθαλψε 69 τραυματίες. Από αυτούς οι 17 ήταν Τούρκοι. (1)
  • Ο Jean Laine, ανταποκριτής του περιοδικού «L’ illustration», σε ανταπόκρισή του από την Αθήνα στις 12-10-1912, καταχωρεί απόσπασμα επστολής του Τούρκου δεκανέα Μεχμέτ Μουσταφά προς τη μητέρα του στα Ιωάννινα, όπου αναφέρει:

«Ευρίσκομαι εις τας Αθήνας. Είμαι εις το νοσοκομείον. Είμαι ολίγον πληγωμένος, αλλά εντός ενός μηνός θα είμαι καλά, ενώ εις την χώραν μου θα μου εχρειάζοντο περισσότεροι των δέκα μηνών δια να θεραπευθώ. Με περιποιούνται πολύ. Η ευχή την οποίαν έκαμες όταν ανεχώρησα επραγματοποιήθη. Οι Έλληνες είναι πολύ ευγενείς και ιδιαιτέρως οι ιατροί και οι κυρίαι του Ερυθρού Σταυρού» (21).


  • Στις 7 Δεκεμβρίου 1912 η ΙΙ Μεραρχία απελευθέρωσε την Κορυτσά. Μια από τις πρώτες προτεραιότητες του Αρχιάτρου Γεωργίου Βλησμά, Διευθυντή Υγειονομικού της ΙΙ Μεραρχίας, ήταν η περίθαλψη των αιχμαλώτων ασθενών και τραυματιών. Παρά τις επείγουσες ανάγκες νοσηλείας Ελλήνων τραυματιών και ασθενών, όχι μόνο δεν εκτοπίσθησαν οι αιχμάλωτοι από το νοσοκομείο τους, αλλά αντιθέτως εξασφαλίσθηκε γι’ αυτούς και το προσωπικό τους η καλύτερη δυνατή περίθαλψη και μεταχείριση. Αξίζει να τονισθεί ότι πολύ πρόσφατες ήταν οι ωμότητες των Τούρκων, οι οποίοι από συστήματος, υποχωρώντας, εκτός άλλων βιαιοπραγιών κατά των κατοίκων τους, πυρπολούσαν τα χριστιανικά χωριά, όπως σημειώνεται και στην έκθέση αυτή από την οποία είναι τα παρακάτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«8 Δεκεμβρίου

Επεσκέφθην το Στρατ. Νοσοκομείον των Τούρκων ενώ εγκαταλείφθησαν υπέρ τους 300 ασθενείς, εξ ων 115 τραυματίαι. Μεταξύ τούτων υπήρχον και 4 Αξιωματικοί, ων 3 τραυματίαι. Πάντες οι Τούρκοι ιατροί εκ φόβου, ως με διεβεβαίωσαν, μη κακοποιηθώσιν, εκρύβησαν εν ταις οικίαις της πόλεως. Παρέμεινεν όμως εις ιατρός, Τουρκοκρής, όστις καίτοι λίαν αξιεπαίνως ειργάζετο δεν επήρκε εις την πολλήν εργασίαν, εξ άλλου δε εστερείτο και πολλών εφοδίων. Διέταξα τον ιατρόν τούτον, Αμοιράκην Βέην ονομαζόμενον, να παρουσιάση και τους άλλους ιατρούς, ίνα τακτοποιηθή η νοσηλεία των αστόργως εγκαταλειφθέντων ασθενών».

9 Δεκεμβρίου

Επεσκέφθην αύθις το Τουρκικόν Νοσοκομείον, εν ω παρουσιάσθησαν τρεις εισέτι ιατροί, δύο φαρμακοποιοί και δύο αξιωματικοί, ο μεν του οικονομικού, ο δε διοικητής των νοσοκόμων. Παρουσιάσθη επίσης και ο Χότζας,  δεν παρουσιάσθη όμως ο Αρχίατρος, όστις επεφυλάχθη να παρουσιασθή την επωμένην.

Κατήρτισα αμέσως πρόγραμμα εργασίας, αποσπάσας συνάμα ένα των ημετέρων ανθυπιάτρων Χειρουργών προς βοήθειαν. Η μεγάλη έλλειψις εφοδίων (στο Τουρκικό Νοσοκομείο) ηνάγκασεν ημάς να φροντίσωμεν δια την τροφοδοσίαν των αρρώστων και την θέρμανσιν των Καταστημάτων.

11 Δεκεμβρίου – 16 Φεβρουαρίου

Βαθμηδόν ο αριθμός των αρρώστων Οθωμανών ηλαττούτο, πολλών εξ αυτῶν κατόπιν θεραπείας αποσταλέντων ως αιχμαλώτων εις Θεσσαλονίκην. Μετά των αρρώστων τούτων απήλθον και τινες πλεονάζοντες Υγειονομικοί Αξιωματικοί και νοσοκόμοι,

Ενεκεν τούτων το εν των Καταστημάτων εξυκενώθη τελείως από τους αρρώστους Οθωμανούς εις δε το έτερον απέμειναν περί τους 25 μόνον, ους εφροντίσαμεν να διακομίσωσιν εις έτερον οίκημα μικρότερον, παραχωρηθέν υπό της Οθωμανικής Κοινότητος και ν’ αναθέσωμεν την διεύθυνσιν του Θεραπευτηρίου εις Οθωμανόν ιατρόν ανήκοντα εις την υπηρεσίαν του Δήμου, προς τούτο συγκατανεύσαντος και του Μουφτή, ούτινος εζητήθη η γνώμη.

Μετά τον καταρτισμόν του Θεραπευτηρίου τούτου οι υπολειφθέντες Οθωμανοί ιατροί, μη έχοντες υπηρεσίαν, εζήτησαν ν’ αναχωρήσωσι, παρακαλέσαντές με όπως χορηγήσω αυτοίς πιστοποιητικά ότι ειργάσθησαν. Τοιαυτα εχορήγησα αυτοίς και το Χότζα και ανεχώρησαν, εκφράσαντες προφορικώς και εγγράφως τας πολλάς ευχαριστίας των δι ην συνδρομήν παρέσχον αυτοίς εν τη εκτάκτως δυσκόλω αυτών υπηρεσία.(3)»


  • Τμήμα του 15ου Ορεινού Χειρουργείου (τύπου Α’) του Στρατού Ηπείρου μετέσχε στην επιχείρηση απελευθερώσεως της Πρέβεζας (20 Οκτωβρίου 1912). Μετά την περίθαλψη και διακομιδή 70 Ελλήνων τραυματιών στη Φιλιππιάδα, με διαταγή του Διευθυντού της Υγειονομικής Υπηρεσίας Στρατού Ηπείρου Αρχιάτρου Σταματίου Αντωνιάδη, το Χειρουργείο προωθήθηκε στην Πρέβεζα για να περιθάλψει Τούρκους αιχμαλώτους, οι οποίοι και διακομίσθησαν στο εσωτερικό της χώρας μαζί με τους Ελληνες για πληρέστερη περίθαλψη: «22-30 Οκτωβρίου: Το Χειρουργείον κατά το χρονικόν τούτο διάστημα παρέμεινεν εις Πρέβεζαν περιθάλπον τους 37 Τούρκους τραυματίας, ων δύο Αξιωματικοί και 4 παθολογικούς. Κατόπιν προφορικής διαταγής του κ. Αρχιάτρου μετεφέρθησαν οι τραυματίαι επί του διερχομένου επιτάκτου ατμοπλοίου «Ελένης», μεταφέροντος τραυματίας εις Πάτρας και Πειραιά. (4)

  • Η Υγειονομική Μοίρα της VI Μεραρχίας στο μέτωπο της Ηπείρου κατά την μάχη του Μπιζανίου προσέφερε τις υπηρεσίες της σε 27 εγκαταλειφθέντες Οθωμανούς αιχμαλώτους. «Εν Μπαρημάδι περισυλλέξαντες και περιθάλψαντες εις το χειρουργείον εγκαταλειφθέντας επί της Γαστρίτζης ασθενείς Οθωμανούς εμεριμνήσαμεν περί της διακομιδής 23 διασωθέντων εξ αυτών εις Ιωάννινα δια της Μοίρας Τραυματιοφορέων, οι δε λοιποί τέσσαρες απέθανον εκ δυσεντερίας, τύφου και εις εξ αιτίας άμα τη περισσυλογή.» (5)

  • Αξίζει να σημειωθεί ότι στις καταληφθείσες από τον Ελληνικό Στρατό πόλεις τα υπάρχοντα Στρατ. Οθωμανικά Νοσοκομεία δεν έπαυσαν να λειτουργούν κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών και μετά από αυτές και μάλιστα με την πλήρη συνδρομή των Ελληνικών Υγειονομικών Υπηρεσιών σε συνεργασία με την Ερυθρά Ημισέληνο. Το παρακάτω απόσπασμα από την έκθεση πεπραγμένων της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Στρατιάς Ηπείρου (Διευθυντής ο Αρχίατρος Σταμάτιος Αντωνιάδης) περιγράφει τον τρόπο αντιμετωπίσεως “υπερτετρακισχιλίων” αιχμαλώτων ασθενών και τραυματιών στα Ιωάννινα, αμέσως μετά από την απελευθέρωσή τους (22 Φεβρουαρίου 1913):

«Μετά την αποχώρησιν εξ Ιωαννίνων του Γεν. Στρατηγείου… κύριον ημών μέλημα ως Υγειονομική Υπηρεσία των Μετόπισθεν, ήτο αφ’ ενός μεν όπως αραιώσωμεν την μεγάλην συγκέντρωσιν των εν τοις Στρατ, Οθωμ. Νοσοκομείοις (Κουραμπά και Φρουρίω) και τους διαφόροις οικήμασι και κτιρίοις (ως νοσοκομείων λειτουργούντων) υπερτετρακισχιλίων νοσηλευομένων ασθενών και τραυματιών, υπό λίαν προφανώς δυσμενείς συνθήκας, και αφ’ ετέρου όπως ληφθώσι πάντα τα δυνατά μέτρα δια τε την καθαριότητα της πόλεως και την άμεσον εκκένωσιν των εν τοις Στρατώσιν εισέτι παραμενόντων αιχμαλώτων (ων η θνησιμότης εξακολουθεί πάντοτε μεγάλη) και έναρξιν της απολυμάνσεως αυτών, εστίας όντων πάσης ρυπαρότητος και επικινδύνου μολύνσεως.

Ούτω δε εν τη θέσει «Κατσικά» (1 ώραν μακράν της πόλεως) και υπό σκηνάς, διεκομίσθησαν υπέρ τους δισχιλίους, οι εν αναρρώσει σχεδόν διατελούντες ως και οι τραυματίαι του Μπιζανίου, έτεροι δε βαρύτερον πάσχοντες εις το εν «Κουραμπά» Νοσοκομείον. Πλείστοι δ’ υγιείς εξήλθον των Νοσοκομείων και τοιουτοτρόπως βαθμηδόν εξεκενώθησαν και το Στρατ. Νοσοκομείον του Φρουρίου ως και πολλά έτερα καταληφθέντα οικήματα και περιωρίσθη επομένως η νοσηλεία εις τα δύο μόνον εν τη πόλει Οθωμ. Σχολεία (θηλέων και αρρένων), το Νοσοκομείον του Κουραμπά και το του Κατσικά, έως ου βραδύτερον η δύναμις των νοσηλευομένων αιχμαλώτων ηλαττώθη επαισθητώς, αποδοθέντων εις την Αιγυπτιακήν Ερυθράν Ημισέληνον προς μεταφοράν εις την Τουρκίαν πάντων των αναπήρων και ανικάνων καταστάντων ως εκ των παθήσεών των Αξιωματικών και οπλιτών. Και η μεν νοσηλεία αυτών εξετελείτο υπό του ιδίου αυτών ανωτέρου και κατωτέρου προσωπικού, τα δε μέσα της νοσηλείας παρείχοντο υπό της υπηρεσίας ημών, συμφώνως τω κανονισμώ των Νοσοκομείων. (6)


Στην έκθεση απολογισμού της δραστηριότητας του Πολεμικού Νοσοκομείου του Ιταλικού Ερυθρού Στρατού, το οποίο λειτούργησε στην Αρτα και κατόπιν στη Φιλιππιάδα από 27/10/1912 μέχρι 11/4/1913, αναφέρεται ότι κατά παράκληση της Βασιλίσσης «να νοσηλεύσει τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ασθενών αιχμαλώτων Τούρκων» («…S. M. la Reine m’ avait prié d’ accepter le plus grand nombre de prisonniers turcs malades.») το Νοσοκομείο αυτό νοσήλευσε 111 από αυτούς, οι περισσότεροι μάλιστα από τους οποίους παρουσίαζαν βαριά συμπτώματα πελλάγρας, λόγω των αθλίων συνθηκών διατροφής τους κατά την πεντάμηνη πολιορκία των Ιωαννίνων.


Εφιαλτική περιγράφεται από τον Αρχίατρο Γ. Βλησμά εικόνα του λήφθη από τις ελληνικές δυνάμεις στις 23 Φεβρουαρίου 1913,κατά τις επι Τουρκικού Στρατιωτικού “Νοσοκομείου” στο Λιασκοβίκι, το οποίο κατεχειρήσεις εκκαθαρίσεως της Β. Ηπείρου από τα τουρκικά στρατεύματα. Εκατό ασθενείς άσιτοι, υπό άθλιες συνθήκες, χωρίς γιατρούς ή νοσοκόμους, σε πλήρη εγκατάλειψη, περίμεναν μαρτυρικά το τέλος τους. Και πάλι θα εκδηλωθεί η ανθρωπιά των Ελλήνων Υγειονομικών. Παρά την έλλειψη υγειονομικών εφοδίων και τροφίμων στις ελληνικές μονάδες, οι οποίες δρούσαν μέσα σε εχθρικό περιβάλλον, θα “εξοικονομηθούν” τα απαραίτη τα για την καθαριότητα, τη διανομή τροφής και τη νοσηλεία των αιχμαλώτων ασθενών.

«24-25 Φεβρουαρίου

Πληροφορηθείς ότι περί τους 100 Οθωμανοί στρατιώται εγκαταλείφθησαν εις μίαν οικίαν πάσχοντες, μετέβην προς επίσκεψιν αυτών. Πάντες ούτοι ρυπαροί και εξηντλημένοι ανεξαιρέτως εις το έπακρον τινές τούτων μόλις ηδύναντο να εγείρωνται και να βαδίζωσι· οι πλείστοι εν απελπισία κατέχειντο επί δαπέδου πλήρους πάσης ακαθαρσίας, ζώντες και νεκροί αναμίξ. Φρικώδης αποφορά εκ της μεγάλης ακαθαρσίας. Ούτε κλίναι, ούτε ιατρός, ούτε νοσοκόμος, ούτε φάρμακα, ούτε τροφή, ούτε τίποτε, πάντες οι άρρωστοι ούτοι ήσαν καταδικασμένοι εις προσεχή και βέβαιον θάνατον. Εγνώριζον οι δυστυχείς ότι εξακόσιοι περίπου συνάδελφοί των εν διαστήματι μηνός ετάφησαν, θανόντες οι πλείστοι εξ ασιτίας. Την παραμονήν της αφίξεώς μας εις Λιασκοβίκι ετάφησαν εις ον χώρον και οι 600, άλλοι 18 εξαχθέντες εκ του λεγομένου Νοσοκομείου των.

 Κατά την επίσκεψίν μου ανεύρον άλλα 6 πτώματα και δύο ψυχορραγούντες.

Διέταξα την ταχείαν μεταφοράν των πτωμάτων και τον δια μεγάλης αγγαρείας καθαρισμόν του οικήματος. Εφρόντισα περί χορηγήσεως τροφής καθ’ εκάστην. Φάρμακα δεν είχαν (στο Τουρκικό «Νοσοκομείο») παντάπασι· ούτε εις το εν τη πόλει υπάρχον πενιχρότατον φαρμακείον υπήρχον τοιαῦτα. 

Εις αιχμάλωτον Επίατρον Οθωμανόν οδηγηθέντα σήμερον ενταύθα ανέθεσα την φροντίδα της νοσηλείας, καθόσον επείγουσα η αναχώρησις ημών. (8)


  • Το Οθωμανικό Στρατ. Νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το τέλος Απριλίου 1913, δηλαδή έξι μήνες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, «μέχρις αποθεραπείας όλων των εν αυτώ νοσηλευομένων Τούρκων αιχμαλώτων, (9)» με το προσωπικό του, παρά την μεγάλη έλλειψη νοσοκομειακών κλινών στη Θεσσαλονίκη, τα δε μέσα νοσηλείας παρείχοντο από την Υγειονομική Υπηρεσία των Μετόπισθεν Μακεδονίας (Διευθυντής ο Αρχίατρος Σόλων Ν. Χωματιανός).
  • Τέλος, στην Εκθεση περί της Στρατιωτικής Υγειονομικής Υπηρεσίας κατά τους πολέμους 1912-1913 του Γεν. Αρχιάτρου Αιγ. Αιγιαλείδου, αναφέρεται ότι: …κατηρτίσθησαν εις διάφορα μέρη του Κράτους, …33 θεραπευτήρια μεθ’ όλων των αναγκαιούντων αυτοίς ειδών νοσηλείας, φαρμάκων, κ.λπ, προς νοσηλείαν ειδικώς των ασθενούντων αιχμαλώτων, (10)
  • Τα αφορώντα στην εκτέλεση της υγειονομικής υπηρεσίας για τους αιχμαλώτους είχαν κωδικοποιηθεί σε λεπτομερεστάτη εγκύκλια διαταγή του Υπουργείου των Στρατιωτικών.”(11) 

Οι μικρές αυτές ιστορίες ανθρωπιάς και πολιτισμού μέσα στη δίνη τουπολέμου «αφιερώνονται εξαιρετικά» στην προσπάθεια ελληνοτουρκικής συνεννόησης!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Βιβλίο Τραυματιών Α.4 Χειρουργείου/Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων.

2. Αναφέρεται στο βιβλίο Χρ. Ι. Γκιών-Στ. Γ. Θηραίου: «Η Ελλάς εις τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913», Αθήναι 1970, Εκδ. Οίκος «Κέκροψ», σελ. 218.

4. Εκθεσις πεπραγμένων 15.4 Χειρουργείου. Αρχεία Διευθύνσεως Ιστορίας Στρα-

5. Εκθεσις πεπραγμένων Αρχιατρείου VI Μεραρχίας κατά τον Ελληνοτουρκικόν πόλεμον. Αρχεία Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Φ. 1664/4/5.8. 111 Μεραρχία|Αρχιατρείον: Εκθεσις πεπραγμένων κατά τον Α’ πόλεμον (Βαλκανοτουρκικόν), 18 Σεπτεμβρίου 1912 μέχρι 18 Ιουλιυ 1913. Αρχεία Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Φ. 1650/Θ/1, σελ. 20-21,

6. Σταματίου Αντωνιάδου: Εχθεσις πεπραγμένων της Υγειον. Υπηρεσίας ΣτρατιάςΗπείρου κατά τον Βαλκανοτουρκικόν πόλεμον, Αρχεία Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Φ. 1622/ΣΤ/1, σελ. 15.

7. Lincoln de Castro: Ospedale di Guerra / Croce Rossa Italiana, Philippiade,

9. Σόλωνος Ν. Χωματιανού; Εκθεσις πεπραγμένων της Υγειον. Υπηρεσίας των Μετόπισθεν Μακεδονίας κατ’ αμφοτέρους τους Βαλκανικούς πολέμους. Αρχεία

Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Φ. 1612/4/1, σελ. 113.

10. Αιγιαλέως Αιγιαλείδου: Εκθεσις περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας κατά τουςπολέμους 1912-1913. Αρχεία Διευθύνσεως Στρατού, Φ. 1679/H/1, σελ. 23.

11. Ε.Δ.Υ.Σ. (Επίσημον Δελτίον Υπουργείου Στρατιωτικών) – Αριθ. 4398, 14 Ιανουαρίου 1913: Περί εκτελέσεως της Υγειονομικής Υπηρεσίας παρά τοις αιχμαλώτους.


Επιμέλεια ψηφιοποίησης του άρθρου : Τασιόπουλος Αργύρης Γ. Γραμματέας ΕΕΥΕΔ

Το άρθρο σε μορφή pdf εδώ

Categories
2021 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ 1912- 1913 – ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΕΥΕΔ 24.ΟΚΤ.2021 –

Ομιλία Στρατηγού ε.α Ζούκα Ιωάννη, Επίτιμου Διοικητή Γ’ΣΣ/NDC-GR

26 ΟΚΤ 2021

Ο Στρατηγός Ζούκας γεννήθηκε στο Καταφύγιο Καρδίτσης. Εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων το 1969 και αποφοίτησε το έτος 1973 ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού. Αποφοίτησε πρώτος ή μεταξύ των τριών πρώτων από όλα τα Ελληνικά σχολεία επαγγελματικής εξέλιξης (Βασικό Τμήμα Σχολής ΠΖ. Προκεχωρημένο Τμήμα Σχολής ΠΖ, Σχολή Πολέμου, Σχολή Εθνικής Άμυνας.

Αποφοίτησε από Σχολείο των ΗΠΑ σχετικό με τα όπλα μαζικής καταστροφής, με άριστη επίδοση. Αποφοίτησε από το Βασιλικό Κολέγιο Στρατηγικών Σπουδών του Λονδίνου, με ιδιαίτερα θετική αξιολόγηση από τους Άγγλους. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και ομιλεί την Αγγλική.

Διαθέτει μεγάλη διοικητική εμπειρία, καθόσον διοίκησε όλα τα κλιμάκια Διοικήσεως, από Διμοιρία μέχρι και Σώμα Στρατού. Τρεις εκ των διοικήσεων που άσκησε ήταν στον Έβρο. Κατά την τελευταία διοίκησή του (Γ’ΣΣ/ΝDC-GR), σημαντικός αριθμός εκ των υφισταμένων του ήταν αλλοδαποί αξιωματικοί (Ευρωπαϊκών χωρών και Τουρκίας). Διοίκησε τη μεγαλύτερη Ειρηνευτική δύναμη που έστειλε ποτέ η χώρα στο εξωτερικό (Ταξιαρχία στο Κόσσοβο).

Διαθέτει μεγάλη ΝΑΤΟίκή εμπειρία αφού: Υπηρέτησε 3 χρόνια στο ΝΑΤΟ, στο Κόσσοβο συμμετείχε σε ειρηνευτική επιχείρηση του ΝΑΤΟ, χειρίστηκε από Ελληνικές θέσεις πολλά ΝΑΤΟϊκά θέματα και διοίκησε Νατοϊκό Στρατηγείο (Γ’ΣΣ/ΝDC-GR). Επίσης έχει βαθιά γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος.Προήδρευε για ένα έτος επιτροπής αμυντικών Θεμάτων της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης (EYROLONGTERM-LAND), στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι περισσοτέρων από 15 χωρών.

Μετά την αποστρατεία του, έγινε μέλος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Ελληνικής Εταιρείας Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΕΣΜΕ), της Φιλοπτώχου Αδελφότητας Ανδρών Θεσσαλονίκης, του Ομίλου Φίλων του Αγίου Όρους και της Κιβωτού Ολιστικής Παιδείας των Ε.Δ. Επίσης δίνει διαλέξεις σε διάφορες σχολές (στρατιωτικές και μη), καλείται ως ομιλητής σε διάφορα συνέδρια και σεμινάρια, αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά και συμμετέχει σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συζητήσεις επί εθνικών και διεθνών θεμάτων.

Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου: Αναμνήσεις από τη διαδρομή ενός Στρατηγού.

Είναι παντρεμένος με τη Βασιλική Κουκουρίκου (καθηγήτρια Αγγλικών στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης) και έχουν μια κόρη (Μαρία γιατρό) και ένα γιο Νίκο– ελεύθερο επαγγελματία).


Η ΟΜΙΛΙΑ ……..

Αναφερόμενοι στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, εννοούμε τους δύο πολέμους που διεξήχθησαν στη Βαλκανική Χερσόνησο την προαναφερθείσα περίοδο και στους οποίους συμμετείχε η Ελλάδα. 0 πρώτος εξ αυτών άρχισε στις 25 Σεπτεμβρίου 1912 και τελείωσε την 17 Μαΐου 1913 με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, ενώ ο δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος άρχισε στις 19 Ιουνίου 1913 και τελείωσε την 10 Αυγούστου του ιδίου έτους, ημερομηνία κατά την οποία υπεγράφη η αντίστοιχη συνθήκη ειρήνης (Συνθήκη του Βουκουρεστίου). Στον πρώτο από τους εν λόγω πολέμους αντίπαλοι ήσαν οι τότε Σύμμαχοι (Ελλάδα-Βουλγαρία–Σερβία-Μαυροβούνιο), οι οποίοι από κοινού ενεργούσαν κατά των Οθωμανών. Στο Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο αντιπαρατέθηκαν οι ‘Ελληνες και οι Σέρβοι στους οποίους προστέθηκαν αργότερα και οι Ρουμάνοι, με κοινό αντίπαλο τους Βουλγάρους. Και οι δύο πόλεμοι ήταν για την Ελλάδα όχι απλώς νικηφόροι, αλλά κρινόμενοι εκ τους αποτελέσματος, αποτέλεσαν και γεγονός υψίστης εθνικής σημασίας που επηρέασε καίρια την περαιτέρω πορεία του Ελληνισμού.

Πως όμως φθάσαμε στους Βαλκανικούς Πολέμους και που οφείλεται ο Θρίαμβος των Ελληνικών όπλων στα πεδία των μαχών και οι επιτυχίες της Ελληνικής διπλωματίας στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων;

Η επανάσταση του 1821 είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία το Φεβρουάριο του 1830 του νεοελληνικού κράτους, το οποίο βεβαίως ήταν τότε περιορισμένο σε έκταση και πληθυσμό. Πολύ σύντομα δημιουργείται έντονη η επιθυμία, τόσο των απελευθερωμένων Ελλήνων, όσο και των αλύτρωτων αδελφών τους για απελευθέρωση και των υπολοίπων Ελληνικών εδαφών που τελούσαν ακόμη υπό Οθωμανική κατοχή. Η επιθυμία αυτή εκφράστηκε με τη Μεγάλη Ιδέα που αποτέλεσε έκτοτε τον κορυφαίο εθνικό αντικειμενικό σκοπό. Στα πλαίσια υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας στα 1864 προστίθενται στο νεοελληνικό κράτος τα Επτάνησα, ενώ στα 1881 προστίθεται η Θεσσαλία.

Ατυχώς στο υπόλοιπο του 19 αιώνα η Ελλάδα ζει τρία γεγονότα με ιδιαίτερα αρνητική επίδραση στην εθνική της υπόσταση. Στα 1893 η χώρα πτωχεύει, στα 1897 εμπλέκεται σε έναν ατυχή πόλεμο με τους Τούρκους από τον οποίο εξέρχεται ηττημένη και τον επόμενο χρόνο της επιβάλλεται Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Η είσοδος στον Ζ0° αιώνα βρίσκει την Ελλάδα εθνικά καταρρακωμένη. Από το 1904 μέχρι το 1908 διεξάγεται με επιτυχία ο Μακεδονικός Αγώνας, πλην όμως η ανόρθωση της οικονομίας και η εύρυθμη λειτουργία του κράτους δεν εξασφαλίζονται. Η Επανάσταση των Νεότουρκων στα 1908 οδηγεί σε περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των αλύτρωτων Ελλήνων, ενώ το πολιτικό σύστημα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Η επανάσταση στο Γουδί το 1909 παραγκωνίζει το ανεπαρκές πολιτικό σύστημα και φέρνει στα πράγματα τον οξυδερκέστατο και ικανότατο Ελευθέριο Βενιζέλο. 0 πρωθυπουργός Βενιζέλος αρχίζει άμεσα την αναδιοργάνωση του κράτους, ξεκινάει την ανόρθωση της Ελληνική οικονομίας και καλεί μια Γαλλική Στρατιωτική Αντιπροσωπεία που αναλαμβάνει την αναδιοργάνωση, τον εξοπλισμό και την εκπαίδευση του Ελληνικού Στρατού, καθώς και μια Αγγλική Αντιπροσωπεία στην οποία αναθέτει την αναδιοργάνωση και την εκπαίδευση του Πολεμικού Ναυτικού μας. Στόχος του η ανόρθωση της αυτοπεποίθησης των Ελλήνων, η προώθηση του διεθνούς κύρους της χώρας και η δημιουργία των προϋποθέσεων για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Το Μάρτιο του 1912 υπογράφεται η συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Βουλγάρων, Σέρβων και Μαυροβουνίων για κοινή δράση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ήδη αποτελούσε το μεγάλο ασθενή της ανατολής και αργά ή γρήγορα θα κατέρρεε. Το Μάιο του 1912 ο Βενιζέλος προσχωρεί στην τριμερή συμμαχία, έστω και αν σ’ αυτή συμμετείχε η Βουλγαρία η οποία από το 1904 έως το 1908 αποτελούσε τον πολεμικό μας αντίπαλο (Μακεδονικός Αγώνας), επειδή υπό τις νέες συνθήκες η κίνηση αυτή εξυπηρετούσε τα εθνικά μας συμφέροντα. ‘Ήδη ο ορίζων στα Βαλκάνια «γέμισε από σύννεφα» και η έναρξη πολεμικών συγκρούσεων ήταν θέμα χρόνου.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1912 αρχίζει ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος με επίθεση των Μαυροβουνίων κατά των Τούρκων. Η Ελλάδα μετά από μία γρήγορη επιστράτευση μπαίνει στον πόλεμο στις 5.10.1912 με διέλευση των στρατευμάτων μας της συνοριακής γραμμής παρά τη Μελούνα (βρίσκεται μεταξύ Τύρναβου και Ελασσόνας). Στα πλαίσια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου ο Ελληνικός Στρατός διεξήγαγε σειρά νικηφόρων μαχών οι σημαντικότερες των οποίων ήταν η Μάχη του Σαρανταπόρου (9 και 10 Οκτωβρίου 1912), η Μάχη των Γιαννιτσών (19 και 20 Οκτωβρίου 1912) που οδήγησε στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και η Μάχη του Μπιζανίου (20 και 21 Φεβρουαρίου 1913) με την οποία απελευθερώθηκαν τα Ιωάννινα, αλλά και ολόκληρη η ‘Ήπειρος, συμπεριλαμβανομένης της Βορείου Ηπείρου. Στη διάρκεια του ιδίου πολέμου το Πολεμικό Ναυτικό μας κατατρόπωσε το Τουρκικό στο Βόρειο Αιγαίο και κυρίως στις ναυμαχίες τη Λήμνου και ‘Ελλης και απελευθέρωσε τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, πλην Δωδεκανήσου, καθώς και παραθαλάσσιες περιοχές της Ανατολικής Μακεδονία ς και Θράκης. Τελικά ο πόλεμος αυτός τελείωσε στις 17 Μαΐου 1913 με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου η οποία είχε γενική διατύπωση και προέβλεπε ότι στους συμμάχους περιέρχεται η περιοχή των Βαλκανίων που βρίσκεται δυτικά της γραμμής Αίμος – Μήδια. Μεταξύ των συμμάχων επεκράτησε η άποψη ότι τα εδάφη που απελευθέρωσε ή κατέκτησε ο καθένας στη διάρκεια του πολέμου ανήκαν σ’ αυτόν. Η Βουλγαρία που ήταν τότε ο ισχυρός των Βαλκανίων, είχε αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Μακεδονίας και ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης που αποτελούσε τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη πόλη των Βαλκανίων. Τη Θεσσαλονίκη δεν κατόρθωσε να την καταλάβει, πλην όμως τα στρατεύματά της βρέθηκαν κοντά σ’ αυτή και ειδικότερα στη γραμμή Παγκαίο – Κερδύλλια – Βερτίσκος-Κιλκίς (χοντρικά). Ομοίως στο χώρο τον σημερινού κράτους των Σκοπίων η Βουλγαρία υπέβλεπε εδάφη τα οποία όμως στη διάρκεια των Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου κατέλαβε η Σερβία,

‘Όπως προαναφέρθηκε, η νικηφόρα Μάχη των Γιαννιτσών του Ελληνικού Στρατού, είχε αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης μετά από 482 έτη τουρκικής κατοχής. Η παράδοση της πόλης από τον Ταξήμ Πασσά, ο οποίος ήταν ο εκπρόσωπος του Σουλτάνου στη Θεσσαλονίκη, στην Ελληνική αντιπροσωπεία που μετέβη κατ’ εντολή του Αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου στο Κυβερνείο, έλαβε χώρα την 26.10.1912.

Την επομένη εισήλθε στην πόλη ο Αρχιστράτηγος εν μέσω άκρατου ενθουσιασμένου και ζητωκραυγών των Θεσσαλονικέων. Την επομένη ο Διοικητής της Βουλγαρικής δύναμης που είχε αποστολή την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και έφτασε πολύ κοντά στην πόλη, επισκέφθηκε τον Ταξήμ Πασσά και του ζήτησε την παράδοση της πόλης. Η απάντηση του Πασσά ήταν: Εμείς τη Θεσσαλονίκη την παραλάβαμε από τους ‘Ελληνόφωνες και σ’ αυτούς την παραδώσαμε. Στη συνέχεια και μετά από έγκριση των Ελλήνων επετράπη να εισέλθει στη Θεσσαλονίκη ένα Βουλγαρικό στρατιωτικό απόσπασμα για ξεκούραση. Το απόσπασμα αυτό παρέμεινε στην πόλη μέχρι την 18.6.1913 οπότε και παραδόθηκε στην Ελληνική Δύναμη.

Οι ανυποχώρητες βλέψεις που είχε η Βουλγαρία, τόσο στη Μακεδονία με έμφαση στη Θεσσαλονίκη, όσο και στο χώρο των Σκοπίων, κατέστησαν αναπόφευκτη τη διάρρηξη της τετραμερούς συμμαχίας ταυ Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την έκρηξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Την 1 Ιουνίου 1913 η Ελλάδα συστήνει δεκαετή συμμαχία με τη Σερβία. Στις 16 Ιουνίου 1913 το Βουλγαρικό Πυροβολικό βομβαρδίζει Ελληνικές Θέσεις στη γραμμή Παγκαίο – Λαχανάς-Πολύκαστρο, καθώς και Σερβικές Θέσεις στη γραμμή αντιπαρατάξεως με τους Σέρβους. Η Ελλάδα αντιδρά και στις 19 και 20 Ιουνίου 1913 διεξάγει τη νικηφόρα μάχη του Κιλκίς – Λαχανά.

Ακολουθεί η Μάχη της Δοϊράνης, καθώς και μικρότερες συγκρούσεις στη Νιγρίτα και το Σιδηρόκαστρο. 0 Ελληνικός Στρατός προελαύνει πέραν των σημερινών συνόρων καταδιώκοντας τους συμπτυσσόμενους Βουλγάρους. Ακολουθούν οι σημαντικές μάχες της Κρέσνας και του Σιμιτλή. Μικρότερες επιτυχίες είχε και ο Σερβικός Στρατός, καθώς και ο Στρατός των Ρουμάνων που μπήκαν αργότερα στον πόλεμο. Τελικά οι εχθροπραξίες σταμάτησαν την 18 Ιουλίου 1913, ενώ ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε την 10η Αυγούστου 1913 με την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου και με μεγάλο ηττημένο τη Βουλγαρία. Με τη συνθήκη αυτή, μεταξύ άλλων, τα προς Βοράν σύνορα της Ελλάδος μεταφέρονται εκεί όπου βρίσκονται σήμερα, προς Ανατολάς τα σύνορα μεταφέρονται στο Νέστο ποταμό (Καβάλα, Δράμα και Σέρρες προστίθενται στον εθνικό κορμό) και η Κρήτη ενσωματώνεται στην Ελλάδα. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου de facto περιήλθαν στην Ελλάδα, ενώ de jure τα αποκτήσαμε με τη Συνθήκη των Σεβρών.

Από τα ήδη αναφερθέντα για τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13 προκύπτει ότι οι νικηφόροι αυτοί πόλεμοι είχαν ως αποτέλεσμα το διπλασιασμό της εδαφικής έκτασης της Ελλάδος δια της ενσωμάτωσης στον εθνικό κορμό της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Κρήτης κατ των νήσων του Ανατολικού Αιγίου, πλην Δωδεκανήσου. Πέραν όμως αυτού, οι εν λόγω πόλεμοι αναπτέρωσαν το ηθικό των Ελλήνων, αποκατέστησαν την εθνική αυτοπεποίθηση του Ελληνισμού και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της Μεγάλης Ιδέας στα επόμενα χρόνια. Το τεράστιας εθνικής σημασίας αυτό γεγονός οφείλεται πρωτίστως στην ικανή και διορατική πολιτική ηγεσία της εποχής εκείνης, προεξάρχοντος του Ελευθερίου Βενιζέλου, στη μεγάλη και αγόγγυστη συμβολή του Ελληνικού λαού, στην υπεράνθρωπη προσπάθεια των Ενόπλων Δυνάμεων και στη θυσία πολύ μεγάλου αριθμού Αξιωματικών και Οπλιτών που έπεσαν στα πεδία των μαχών. Μόνον στη Μάχη του Κιλκίς-Λαχανά οι νεκροί και οι τραυματίες υπερέβησαν τις οχτώ χιλιάδες. Στους ηρωικούς αυτούς νεκρούς μας οφείλουμε ευχαριστίες για την εθνική τους προσφορά, ενώ στην ιερή μνήμη τους αποτίουμε φόρο τιμής και εκδηλώνουμε το σεβασμό μας.

Αναπαυτείτε γαλήνια ηρωικοί Αξιωματικοί και γενναίοι Οπλίτες μας, ο Ελληνισμός σας ευγνωμονεί.


Οι εικόνες – φωτογραφίες προστέθηκαν στο κείμενο της ομιλίας από την ΕΕΥΕΔ

Το κείμενο της ομιλίας σε μορφή pdf εδώ