Categories
2022 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΕΝΑΣ ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΕΖΙΚΟΥ  ΘΥΜΑΤΑΙ

  • 2022.11.13
  • Κ. Δ. Γαρδίκα  Ομότ. Καθηγητή Παν/μίου Αθηνών Υπιάτρου, (το 1940) 

Ο Καθηγητής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Δ. Γαρδίκας (1913-2003). Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, με καταγωγή από τα Λαγκάδια Γορτυνίας, ο Κ. Δ. Γαρδίκας σπούδασε στην Ιατρική Σχολής Αθηνών, απ’ όπου απεφοίτησε το 1935, και αναγορεύτηκε Διδάκτωρ το 1942. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία, όπου αναγορεύθηκε Master of Science (1947) και Doctor of Philosophy (1949). Υπηρέτησε ως νοσοκομειακός γιατρός στον «Ευαγγελισμό» από το 1939 έως το 1981, με εξαίρεση τις περιόδους του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και των σπουδών του στη Βρετανία . Διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» από το 1955, Καθηγητής Προπαιδευτικής Παθολογίας και Ειδικής Νοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας από το 1968, συνδύασε την κλινική παθολογία με τη συνεχή εκπαίδευση νέων γιατρών και φοιτητών. Διακρίθηκε επίσης στον τομέα της έρευνας, ιδρύοντας το 1969 πρότυπη ερευνητική Μονάδα στον «Ευαγγελισμό», ενώ θεωρείται ως ο εισηγητής στην Ελλάδα της αιματολογίας στην κλινική πράξη. (Πηγή Βιογραφικού  https://www.healthview.gr/)

Κ. Δ. Γαρδίκας

EΝΑΣ ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΕΖΙΚΟΥ  ΘΥΜΑΤΑΙ *

ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ Ελλάδα της παρακμής, που ηδονιζόμαστε ακούγοντας τον Διονύση Σαββόπουλο  να μας αποκαλεί Έλληνες με το γνωστό χυδαίο πρόθεμα, το έπος του ’40 ηχεί σαν ένας απόμακρος  μύθος, η δε ανάμνησή του άσκοπη ενασχόληση. Και δίκαια αναρωτιόμαστε σαν τον ήρωα του Τεπελενιού: «Πως καταντήσαμε λοχία…».  Και έχουν περάσει 50 μόνο χρόνια…  

Εκείνο το πρωί δεν ξεχνιέται. Ξυπνήσαμε με τις σειρήνες και ρωτούσαμε γιατί. Από στόμα σε στόμα, μάθαμε ότι μας είχαν κηρύξει πόλεμο οι Ιταλοί. Αργότερα μαθεύτηκε ότι στις 3 το πρωί ο Γκράτσι είχε επιδώσει στο Μεταξά θρασύ τελεσίγραφο. Η μικρή Ελλάδα χωρίς δισταγμό απάντησε: ΟΧΙ! Είναι μαθημένη να λέει όχι. Η μοίρα καμιά φορά επιλέγει τους αδύνάτους της γης να αντιμετωπίζουν τους ισχυρούς. 

Το πρωί εκείνο, ισοδυναμούσε με αιώνα. Σε τέτοιες ώρες η έννοια του χρόνου καταργείται. Νέοι, γέροι, παιδιά ξεχύνονταν στους δρόμους σαν σε  ξέφρενο πανηγύρι. Μόνο τα γιορτινά τους δεν είχαν φορέσει. Και όλο  έλεγαν με ανακούφιση: Επί τέλους! Ολοι βέβαια ξέρουν τα δεινά του πολέμου. Κατόρθωσαν όμως να τα ξεχάσουν. Δεν γινόταν αλλιώς. Τον τελευταίο καιρό μας είχαν φερθεί πολύ πρόστυχα οι Ιταλοί, και με τον  άνανδρο τορπιλισμό της Ελλης, την ημέρα της Μεγαλόχαρης, είχε προστεθεί στην προστυχιά και η βλαστήμια.  

Κάτι που δίνει μοναδικότητα στο έπος του ’40 είναι ότι όλοι μπήκαν με  ενθουσιασμό στον αγώνα, χωρίς καμιά οργανωμένη ψυχολογική προετοιμασία, χωρίς πατριδοκάπηλους λόγους, χωρίς θούρια ή εμβατήρια, χωρίς  «Μαύρη είναι η νύχτα στα Βουνά κ.λπ.». Ο καθένας μας χωριστά, χωρίς  καμμιά συνεννόηση, καταλάβαμε ότι πρέπει να πούμε το ΟΧΙ χωρίς δισταγμό. Και το είπαμε.  

Μέσα στο γενικό εκείνο πανηγύρι, εγώ 27 χρονών γιατρός στον “Ευαγγελισμό”, βρήκα τη στρατιωτική στολή και το μπαουλάκι εκστρατείας που  τα είχα από την Σχολή Εφέδρων Σύρας καθώς και το στρατιωτικό μου απολυτήριο. Μετά, πετάχτηκα στον “Ευαγγελισμό” για κάτι εκκρεμότητες,  αποχαιρέτησα ένα θλιμμένο πρόσωπο και γύρισα σπίτι. Φόρεσα τη στολή  μου. Η μεγάλη στιγμή, ο αποχωρισμός των γονιών μου. Με τον πατέρα μου  δεν περίμενα δυσκολίες. Πολεμιστής του 1897 και εθελοντής στους Βαλκανικούς Πολέμους ήξερε τον αδυσώπητο Νόμο της ανάγκης. Αλλά με τη  μάνα μου όμως; Και τότε βρέθηκα μπροστά στο θαύμα. Η μάνα μου ευαίσθητο και εύθραυστο πλάσμα ήταν παροιμιώδης ως φοβιτσιάρα. Και  όμως…, αυτή που κάθε φορά που ο κανακάρης της πήγαινε καμιά διήμερη  εκδρομή κάπου κοντά, στη Βουλιαγμένη, να πούμε, ή στο Σούνιο, έκλαιγε  απαρηγόρητα, εκείνη τη στιγμή στύλωσε τα πόδια της, όρθωσε το αδύναμο  κορμί της και με φίλησε χωρίς ένα δάκρυ. Δεν υστερούσε σε τίποτε από τις  μανάδες της Σπάρτης του Τυρταίου:  

Αγετ’ω Σπάρτας Ευάνδρω

Κώροι πατέρων πολιστάν

……………….

Μη φειδόμενοι ζωάς

ου γαρ πάτριον τα Σπάρτας,

Δεν ήταν η μάνα μου μόνο που δεν έκλαψε. Αδάκρυτες οι γυναίκες αποχαιρετούσαν τους άνδρες τους, αδάκρυτες και οι κοπέλλες αποχαιρετούσαν τους καλούς τους. Και αυτές που ο δικός τους είχε καταφέρει να μη  πάει στο μέτωπο, νοιώθαν ταπεινωμένες και ντροπιασμένες.  

Η ιστορία αναφέρει μόνο τις ηρωίδες της Πίνδου και τις αδελφές νοσοκόμους. Και δίκαια βέβαια, αλλά και οι άλλες οι πολλές, περήφανες για  τον δικών τους στο μέτωπο, κλεισμένες μέσα, πιστές με πνιγμένο κάθε ερωτικό πόθο, πλέκαν κάλτσες, γράφαν γράμματα. – Αχ! αυτά τα γράμματα  που χιλιοδιαβάζονταν όταν έφθαναν- και περίμεναν. Αυτή ήταν η καθολική συμβολή των γυναικών στον αγώνα.  

11 η ώρα το πρωί, κατατάγηκα στα Παραπήγματα, υπίατρος ιατρός  Τάγματος του 1ου Συντάγματος Πεζικού. Και από κει.…….. 

Τι έκανες στο Μεγάλο Πόλεμο Μπαμπά; έγραφαν οι γνωστές αφίσες  του Kitchener στην Αγγλία στον 1ο Παγκόσμιο. Τι έκανες στον Πόλεμο Θανάση, ρωτάει αργότερα ο Θανάσης Βέγγος.  Και μένα τώρα όταν οι ξαγγονούλες μου, τις ώρες που λέμε παλιές ιστορίες με ρωτούν: Τι έκανες στον Πόλεμο Παππού; τους λέω: Χρυσά μου, ο  παππούς σας δεν ήταν ήρωας, Ιταλούς ούτε έπιασε, ούτε τους τρόμαξε  μόλις τον είδαν. Ενα βράδυ έφυγε με νηοπομπή από το Σκαραμαγκά. Στον  καθένα μας, δίναν ένα σωσίβιο. Στους κουτούς που ρωτούσαν γιατί, τους  λέγαν ξερά: Γι’ασκήσεις. Στη συνέχεια χίλιοι άνθρωποι, το Τάγμα, αρχίσαμε την πορεία. Εγώ με τον άλλον γιατρό πίσω από τη φάλαγγα, βοηθούσαμε αυτούς που από κούραση πέφταν. Περπατάγαμε, περπατάγαμε. Και  να βρέχει αδιάκοπα. Μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο. Αμίλητοι περπατάγαμε.  Μόνο τα πόδια μας δούλευαν. Τελικά φτάσαμε στη θρυλική Κορυτσά που  την είχαν από μέρες ελευθερώσει πραγματικά παληκάρια, πριν, από μας.  Η πόλη κόχλαζε από Ελληνισμό, Είδα από κοντά, τους Βορειοηπειρώτες  να κλαίνε σαν τα μικρά παιδιά. Παντού κυμάτιζε η κυανόλευκη στα σπίτια,  στα μαγαζιά, στις πλατείες. Και όμως πρόσφατα, Ελληνας, τέως Υπουργός,  τους αποκάλεσε Αλβανούς που μιλούν Ελληνικά! Καλά, όλες εκείνες οι γαλανόλευκες έχουν ξεχαστεί; Η ιστορική αμνησία ενός Εθνους είναι προμήνυμα ολέθρου του. Κακόμοιροι Βορειοηπειρώτες! Δύο φορές προδομένοι από τους ισχυρούς της Γης. Στα μαγαζιά ακούγαμε τη φωνή της θρυλικής Σοφίας Βέμπο. Την Βέμπο που την έχουμε σχεδόν ξεχάσει, γιατί  ίσως είμαστε μικροί για να τη θυμόμαστε: Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά, που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά, σας θυμόμαστε όλες… Την ακούγαμε  και κλαίγαμε και κλαίγοντας αντλούσαμε κουράγιο. Και σε διψασμένες νεανικές φαντασιώσεις, νοιώθαμε τα κορίτσια της Ελλάδος πλάι μας, σχεδόν  ερωτικά.  

Από την Κορυτσά, μέσα από κατσικομονοπάτια ανεβήκαμε σε πελώρια  βουνά. Ολα χιονισμένα. Η μια χιονοθύελλα μετά την άλλη. Τελικά φτάσαμε στον προορισμό μας, μια βουνοκορφή στο βουνό Τομόρι. Εγώ γιατρός διλοχίας Προφυλακών, με τους Ιταλούς τριακόσια μέτρα μακρυά μας.  Εκεί περάσαμε το βαρύ χειμώνα. Σε μια καλυβούλα από κλωνιά κοιμόμαστε ο υπολοχαγός, ο επιλοχίας, ο μάγειρας, οι δύο τηλεφωνητές και εγώ,  στο πλάι για να χωράμε, και έπρεπε να γυρίζουμε στο άλλο πλάι μαζί.  Τον ερχομό του καινούργιου χρόνου, είχαμε πει να τον γιορτάσουμε.  Και τα μεσάνυχτα βγήκαμε έξω στο ήρεμο βαθύ σκοτάδι του βουνού,  αγκαλιαστήκαμε και αλληλοφιληθήκαμε. Τις ευχές που δίναμε τις έχω ξεχάσει. Ανθρωποι άγνωστοι μεταξύ μας πριν από δύο μήνες, με τεράστιες  διαφορές παιδείας, καλλιέργειας και κοινωνικής τάξεως, νοιώθαμε όχι  απλώς σαν αδέλφια. Είχαμε γίνει Ενα.  

Μεγάλες μάχες σαν αυτές του Γράμμου, της Κλεισούρας ή του Τεπελενιού δεν δώσαμε, αλλά και σε μας κάθε φορά που οι Ιταλοί ξεμύταγαν, τα  παιδιά μας τους γύριζαν πίσω. Τα μουλάρια εξαντλημένα από τις μακρές  πορείες στα βουνά, ψοφούσαν το ένα μετά το άλλο. Ο εφοδιασμός δύσκολος. Κάποτε μείναμε νηστικοί χωρίς ψωμί για τρεις ημέρες. Κανένας  δεν βαρυγγόμιασε. Σε μια εξαντλητική πορεία έννοιωσα ισχυρό πόνο στο  στήθος. Νόμιζα ότι πέθαινα. Ξαπόστασα σε μία κοτρώνα βογγώντας. Σιγά  σιγά ο πόνος λιγόστεψε. Τελικά στο νοσοκομείο Κορυτσάς, μου βρήκαν  αυτόματο πνευμοθώρακα. Με αναρρωτική άδεια έφτασα στην Αθήνα,  λίγες ημέρες πριν μπουν οι Γερμανοί. Μετά αρκετά χρόνια με κάλεσαν να  παραλάβω ένα μικρό παρασηματάκι. Δεν πήγα να το πάρω. Εννοιωθα ότι είχα κάνει τόσο λίγα.

Υστερα από το ταπεινό μου αυτό πολεμικό οδοιπορικό μερικές εμπειρίες και γενικότερες κάπως παρατηρήσεις.  

1. Μη περιμένετε από έναν νεαρό υπιατράκο να σχολιάσει γενικότερα την ιστορία του Αλβανικού Πολέμου. Αλλά εδώ μερικές λέξεις οργής. Δεν αποδυθήκαμε στον αγώνα ούτε γι’ ανταλλάγματα ούτε για να μας θαυμάζει ο κόσμος. Αλλά κανείς δεν φανταζόταν ότι στη συνέχεια όλα, όλα θα ξεχνιόνταν τόσο γρήγορα. Γνωστός μου Αγγλος δεν ήξερε καν τον αγώνα μας και μου μιλούσε για τις ηρωικές μάχες του Σερβικού στρατού, ενώ όλοι μας ξέρουμε ότι ούτε μια τουφεκιά δεν έρριξε. Αλλά οι ανακρίβειες εγγίζουν την γελοιότητα. Σε πρόσφατη Ιστορία του Cambell για τον Β’ Παγκόσμιο  Πόλεμο, διάβαζα ότι 13% των αιχμαλώτων που πιάστηκαν από τους Ιαπωνέζους ήταν Σέρβοι! Τώρα, πώς βρέθηκαν εκεί για να τους πιάσουν, θα το εξακριβώσει η ιστορία. Και η οργή δυναμώνει, γιατί στην προσπάθεια να  ξεχαστεί το ‘40 πρωτοστάτησαν Αλλά υπάρχει καιρός.  Η αληθινή ιστορία γράφεται μετά το κλιμακτήριό της.

Οπως στα μετόπισθεν, έτσι και στο μέτωπο, το ηθικό ήταν άριστο. Δεν πολεμούσαμε για συμφέροντα, ή για δύναμη, αλλά μόνο για την ύπαρξή μας σαν ελεύθερος λαός. Στην Ιστορία των Πολέμων, συχνά δεν μπορεί να πει κανείς ποιός έχει δίκιο, γιατί στους πολέμους δεν καλούν διαιτητές. Αλλά δεν υπάρχει σχεδόν, προηγούμενο Εθνος που να αποδυθεί σε μία τέτοια θανάσιμη πάλη με τόσο καθαρή συνείδηση ότι πολεμά μόνο για την διατήρηση των αρχών που είναι ζωτικές για τον πολιτισμένο κόσμο. Δεν ήσαν οι Ιταλοί οι εχθροί μας. Εχθρός ήταν ο τυραννικός τους δικτάτορας που τους οδηγούσε στο έγκλημα. Τους Ιταλούς δεν τους μισούσαμε. Αλλωστε εμείς οι Ελληνες είμαστε πολύ αδέξιοι στο να μισούμε. Πολεμούσαμε για την πατρίδα μας αυτήν την αόριστη και μυστηριώδη έννοια. Είναι το σπίτι ή η καλύβα μας, οι τάφοι των γονιών μας, ο τόπος που μάθαμε τη μητροδίδακτη γλώσσα, ο τόπος που γεννιόμαστε, μοχθούμε και πεθαίνουμε, ο τόπος που χαιρόμαστε τα παιδά και τα εγγόνια μας. Είναι ο τόπος που βρίσκονται όσοι μας αγάπησαν και όσους αγαπήσαμε.  Είναι η γωνιά που ένα σούρουπο πήραμε το πρώτο κρυφό φιλί, είναι ο τόπος που βαθειές ρίζες βαραίνουν τα ποδάρια μας καθώς περπατάμε.  Είναι τέλος ο τόπος όπου από κάθετο μαστοφόρο γινόμαστε άνθρωποι.  Την απέχθεια προς την ξενητειά βρίσκει κανείς στο Ζ της Ιλιάδος. Ο  Εκτωρ παρηγορεί την δύσμοιρη Ανδρομάχη που θα πέσει σκλάβα και της  λέει «Σε βλέπω να κουβαλάς νερό από ξένα πηγάδια».

2. Ως προς το αίσθημα του φόβου, όταν ένας από τους ήρωες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο στρατάρχης Gort ρωτήθηκε εάν ένιωσαν ποτέ  φόβο, απάντησε: Και βέβαια, όλα τα ζώα νοιώθουν φόβο. Το θάρρος ενός  στρατού ελεύθερου λαού, είναι αποτέλεσμα θελήσεως και αυτοελέγχου.  Με αυτά υπερνικιέται ο φόβος, αλλά και η έγκριση του σκοπού για τον οποίον πολεμάς, καταλαγιάζει τον φόβο.

Το θάρρος είναι ηθική ιδιότης. Δειλία δεν είναι συνώνυμη με φόβο. Δεν  είναι δειλός όποιος μπορεί και ελέγχει και καταστέλλει τον φόβο. Θάρρος  στη μάχη, κατά τον Αριστοτέλη, είναι αποτέλεσμα της λογικής του ατόμου.  Αλλά και το αίσθημα αξιοπρέπειας και ο φόβος εξευτελισμού υπερνικούν  τον φόβο.  Σε μια σφοδρή αεροπορική επίθεση στα Γρεβενά, χώθηκα σ’ ένα χαντάκι. Όταν βγήκα, η χλαίνη μου ήταν γεμάτη από φρέσκια αλογίσια κοπριά. Για να μην γελοιοποιηθώ, καθ’ ο αξιωματικός, προσπάθησα όταν  βγήκα να την απομακρύνω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Εννοιωθα ντροπή.  Δεν το ξανάκανα. Παρίστανα τον τολμηρό, ίσως και τον μισοήρωα. Και δεν  ξέρετε πόσο ωραία νοιώθει κανείς να περνιέται για ήρωας!  

3. Ενώ περιστατικό δειλίας δεν συνάντησα, συχνό ήταν το φαινόμενο της  πλήρους σωματικής και ψυχικής εξαντλήσεως. Στρατιώτες, σκοτώστε με.  Τέτοιο ψυχικό κουρέλιασμα έννοιωσα και εγώ μια νύχτα του Δεκέμβρη.  Επρεπε να διασχίσουμε πεζοί ένα πλατύ ποτάμι. Το νερό παγωμένο, ορμητικό παρέσυρε τα κιβώτια, ντζετζερέδες, μουλάρια, τα πάντα. Κάθε θόρυβος απαγορευόταν γιατί ιταλικό παρατηρητήριο πυροβολικού παρακολουθούσε. Με ένα χοντρό κλαρί προχωρούσα μαρτυρικά για να φθάσω  στην αντίπερα όχθη. Παντού κόλαση. Και τότε συνέλαβα τον εαυτό μου να  εύχομαι να πάθω καμιά βαριά αρρώστια για να πεθάνω σε κρεβάτι.  Εδινα τα πάντα για ένα κρεβάτι. Ακόμη και τη ζωή μου. Και εδώ θέλω να  τονίσω το ρόλο του γιατρού των Μονάδων. Πρέπει να οσφραίνεται τα  πρώτα συμπτώματα της ψυχικής εξαντλήσεως και να τα αντιμετωπίζει με τα  απλά μέσα, πριν λάβουν ψυχιατρικές διαστάσεις ή οδηγήσουν σε λιποταξία.

4. Στο μέτωπο διαπίστωσα γι’ άλλη μια φορά ότι ουδέν ισχυρότερο της  γλυκύτητος. Μια μέρα βαδίζοντας σ’ ένα μονοπάτι γλίστρησα και άρχισα  να κατρακυλάω προς το ποτάμι που έτρεχε κάτω ορμητικά. Για να καθυστερήσω τον όλεθρό μου, πιανόμουν απεγνωσμένα από θάμνο σε θάμνο,  αλλά μάταια. Αξαφνα ακούω: Εγώ είμαι εδώ, κύριε υπίατρέ μου. Η υπόμνηση του βαθμού μου εκείνη τη στιγμή ηχούσε ειρωνικά. Με αστραπιαία  ταχύτητα αυτός που φώναζε, πέφτει κατά γης, φωνάζει δύο άλλους, να πέσουν απάνω του για να μην τον παρασύρω και σιγά-σιγά με ανεβάζει. Είχα  σωθεί. Ποιός ο σωτήρας μου; “Ένας αλκοολικός”, το χειρότερο ρεμάλι του  Τάγματος που μόνον εγώ τον αντιμετώπιζα με ανθρωπιά.

Επαγγελματίες ειρηνιστάδες που διαλαλούν την ειρηνοφιλία τους, δεν  χρειαζόμαστε. Ποιος λογικός άνθρωπος θέλει πόλεμος και πιο πολύ απ’  όλους αυτοί που τον έζησαν. Ακόμα έχω μπροστά μου έναν πρόσφατα σκοτωμένον Ιταλό αξιωματικό, ένα λεβέντη. Τα θολά του μάτια μοιάζανε να  κυττοῦν μακριά τη γυναίκα του και τα παιδάκια του. Δεν εννοιωσα λύπη,  όσο ντροπή. Σε μία στιγμή νόμισα ότι τον είχα σκοτώσει εγώ. Μάλιστα σε  μία έξαρση τρέλας ταυτίστηκα μαζί του, ένοιωσα σαν αυτόχειρας.  

Όλοι μας θέλουμε ειρήνη, Προπαντός υμείς τα κατάλοιπα μιας γενιάς  που γαλουχήθηκε με την Μεγάλη Ιδέα, με τον μύθο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά και με το «σώπασε κυρά Δέσποινα και στις εικόνες μη κλαίτε, πάλι  με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θάναι”, ύστερα από 4 πολέμους που  ζήσαμε, δεν ζητάμε τίποτε, δεν έχουμε μύθους και όνειρα. Αλλά εάν κανείς  απειλήσει τα πονεμένα μας χώματα δεν θα μετρήσουμε θυσίες, όπως και  εκείνο το πρωί που δεν ξεχνιέται.    


ΠΗΓΕΣ

Ανακοινώθηκε σε εορταστική εκδήλωση επ’ ευκαιρία συμπληρώσεως 50 χρόνων από τον Πόλεμο 1940-1941, (Αίθουσα Φιλολ. Συλλόγ. “Παρνασσός”,  Αθήνα, 23.10.1990).    

Τιμή στους γιατρούς που πήραν μέρος  στον πόλεμο 1940-1941, (1993) 19.25.   (Εκδοση Ελλην. Χειρουργ. Εταιρίας, Αθήνα 1993, σσ. 19-25 ) .

Ιατρική στη Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. (Ε’Τόμος)  2003 από Εταιρία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας 

 


Πλήρες Βιογραφικό και ένα εξαιρετικό άρθρο με τίτλο ” ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ?” του καθηγητή Γαρδίκα είναι αναρτημένο στην Βιβλιοθήκη μας εδώ.

Επιμέλεια Ανάρτησης : Τασιόπουλος Αργύρης

Categories
2022 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΠΟΛΕΜΟΣ 1940, Αναμνήσεις μιας Αδελφής

  • 2022.10.28
  • – Ζωής Τσουκαλά-Κακαρούκα 
  • – Νοσοκόμου

Απόφοιτος της Ανωτέρας Σχολής Αδελφών Νοσοκόμων του Ελληνικού ΕρυθρούΣταυρού, με ειδίκευση στη Δημόσια Υγιεινή.Υπηρέτησε στον πόλεμο του 1940 και στοΑγγλικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλεύονταν Αγγλοι, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοίτραυματίες. Για την αναγνώριση των υπηρεσιών της, ο Σύνδεσμος των Αδελφών της ΝέαςΖηλανδίας της προσέφερε υποτροφία ενόςέτους στο Πανεπιστήμιο του Toronto, Canada,στον κλάδο οργάνωσης και διοίκησης ΣχολώνΑδελφών· η Κυβέρνηση της Αυστραλίας τιμητικό δίπλωμα ο Ε.Ε.Σ. και τοΥπουργείο Εθνικής Αμυνας διάφορα μετάλλια. Η UNICEF της προσέφερευποτροφία στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών στη Γενεύη Ελβετίας, στονκλάδο, «Δημόσια υγιεινή και κοινωνική εργασία». Υπηρέτησε ως Διευθύνουσα Σπουδών στην Κρατική Ανωτέρα Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών.

ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΗΣ που ο Θεός με αξίωσε να ζήσω αυτά τα 50 χρόνια από τον πόλεμο του 1940 αλλά και να ‘χω τα παράθυρα της μνήμης μου ανοικτά, και να θυμάμαι και να ξαναζώ, εκείνες τις αξέχαστες ηρωϊκές στιγμές και εμπειρίες. 

Ημουν πολύ περήφανη, όταν πήρα το φύλλο πορείας από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και ένιωσα μεγάλη συγκίνηση, όταν βρέθηκα ανάμεσα σε τόσα φανταράκια μας, στο σιδηροδρομικό σταθμό το βράδυ της τρίτης ημέρας του πολέμου.

Περιμέναμε 2 ώρες να αναχωρήσουμε. Η ώρα της αναχώρησης ήταν μυστική. Και ξάφνου ακούστηκε από το μεγάφωνο του σταθμού η διαταγή. Επιβιβαστήκαμε. Οι αδελφές (ήμαστε τρεις), στο βαγόνι των αξιωματικών. Και μετά, μια συγκινητική φωνή «Στο καλό παιδιά, στο καλό και με τη Νίκη». 

«Νίκη» βροντοφώνησαν τα φανταράκια μας και άφησαν με μιας, τις αγκαλιές, τις μάνες, τα παιδιά, τις αδελφές, και μια Ελλάδα, η Ελλάδα μας έλαμψε μέσα τους τούτη τη στιγμή. Ξεκίνησαν όλοι με μια ψυχή. Οταν οι ρόδες του τρένου έπαιρναν στροφή έσκυψα στο παράθυρο, σήκωσα το χέρι μου να χαιρετήσω το πλήθος, και τότε άκουσα τη δυνατή κραυγή μιας μάνας. «Αδελφούλα μου, τα παιδιά μας σαν τα μάτια σου». 

Στο δρόμο για τη Φλώρινα είχαμε πολλούς βομβαρδισμούς, οι Ιταλοί προσπαθούσαν να χτυπήσουν τα τρένα και να καταστρέψουν τις σιδηροδρομικές γραμμές. 

Σε κάθε συναγερμό, βγαίναμε από το τρένο και ξαπλώναμε κάτω στα χωράφια. Στη Λάρισα έγινε ένας μεγάλος βομβαρδισμός ευτυχώς 5′ πριν φθάσει το τρένο μας στο σταθμό και οι βόμβες έπεσαν μερικά μέτρα μακρύτερα. Ετσι συνεχίσαμε. 

Ανέλαβα υπηρεσία στο ΣΙ’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Διακομιδής, με διευθυντή το θαυμάσιο άνθρωπο, τον εξαιρετικό γιατρό Ιωάννη Κυριακό. Είμασταν 2 διπλωματούχες αδελφές και 30 εθελόντριες. 

Από τη Φλώρινα μεταφέρονταν στρατιώτες και υλικό προς το μέτωπο και τραυματίες προς τα μετόπισθεν και γι’ αυτό βομβαρδιζόταν πολύ συχνά. 

Θυμάμαι κάποια μέρα του Δεκεμβρίου μετά το βομβαρδισμό περιμέναμε με αγωνία. Οταν έληξε ο συναγερμός μεταξύ των τραυματιών έφθασε ένα στρατιώτης με βαριά δύσπνοια. Καθώς ήταν πεσμένος σ’ ένα όρυγμα, έσκασε κοντά του μια βόμβα, ο στρατιώτης δεν τραυματίστηκε, αλλά σκεπάστηκε με χώμα, εισέπνευσε σκόνη, και οι πνεύμονές του αχρηστεύτηκαν. Είχε μεγάλη δύσπνοια. Ο γιατρός μας δήλωσε: «Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε». 

Σκέπτομαι τώρα, τι θα ήταν ο θάνατός του και η κηδεία του, χωρίς την παρουσία της αδελφής. Ευαισθησίες και συναισθηματισμοί θα μου πείτε, Κι όμως η γυναικεία παρουσία άλλαξε κάπως το πεζό σκηνικό της καθημερινής ζωής του πολέμου και η Νοσηλευτική μας ξέφυγε από τις βασικές αρχές της τυπικής εργασίας εν καιρώ ειρήνης. Εδώ δεν κάναμε απλώς το καθήκον μας, το κάναμε με ανάταση ψυχής.

 Εμεινα κοντά του. Πάλευε να αναπνεύσει. Μου έσφιγγε δυνατά το χέρι μου. Του σκούπιζα τα δάκρυα της απελπισίας που κυλούσαν από τα μάτια του. Με κοίταζε κατάματα. Πόσα μάτια μου έδωσαν το τελευταίο αποχαιρετισμό της ζωής τους, πριν κλείσουν για πάντα; Στιγμές ανθρώπινες, ιερές, ξεχωριστές. Ο άδικος θάνατος μας συνετάραξε.

Την επομένη ορίστηκε η ώρα της κηδείας. Η τιμητική συνοδεία των φαντάρων ετοιμάστηκε. Ετοιμάστηκα και εγώ. Εριξα την μπέρτα πάνω μου. «Πού πάτε με αυτόν τον καιρό προϊσταμένη; Η θερμοκρασία είναι υπό το μηδέν. Κοιμηθείτε μια ώρα, θα ξενυχτήσουμε το βράδυ» είπε ο διευθυντής. «Δεν πειράζει» είπα, «πρέπει να πάω με τα παιδιά». Στα αυτιά μου αντηχούσε η κραυγή της μάνας «τα παιδιά μας σαν τα μάτια σου». Στο δρόμο σαν περνούσαμε, αριστερά, δεξιά, άνοιγαν οι πόρτες έβγαιναν γυναίκες, έκαναν το σταυρό τους, έκλαιγαν. «Ελάτε μαζί μας» έλεγα, «μην πάει το παλικάρι μας μόνο του», ήλθαν αρκετές. Χιόνιζε, περπατήσαμε όλοι μαζί, όσο γρήγορα μπορούσαμε από φόβο μη μας πετύχει κανένας βομβαρδισμός. Περπατήσαμε βήμα, βήμα στο απάτητο χιόνι, μαζί μας περπάτησε και η πικραμένη μας ψυχή. Πυκνό πυκνό το χιόνι έπεφτε και ακουμπούσε απαλά απαλά σα χάδι μητρικό, πάνω στο φέρετρο. Ρίξαμε λίγο χώμα, κάναμε το σταυρό μας, σκουπίσαμε τα δάκρυά μας, τελειώσαμε. Δίπλωσα την παγωμένη και κοκκαλιασμένη σημαία που σκέπασε, που τίμησε το παλικάρι μας.

Αυτή την κηδεία την κάναμε όπως έπρεπε. Η άλλη, Θεέ μου πως θα γίνει η δεύτερη κηδεία; Τίναξα το κεφάλι μου αριστερά, δεξιά, έπεφτε το  χιόνι από την κουκούλα της μπέρτας μου. Μα αυτή η φοβερή σκέψη, ατίθαση εκεί, παρέμεινε, μου έσφιγγε την ψυχή.

Σε λίγες ημέρες, σκεφτόμουν, το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης θα ανακοινώσει το θάνατό του, ο ταχυδρόμος θα χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού του και τότε ο πρώτος που θα τον αντικρύσει θα ξεφωνίσει από χαρά,  χαρά που την περιμένουν κάθε μέρα. «Τρέξτε ο ταχυδρόμος, γράμμα από το Νίκο μας»,  ; Αχ μετά ο θρήνος, ο σπαραγμός της οικογένειας,και μετάμια δεύτερη κηδεία.

Γυρίσαμε στο Νοσοκομείο, έκατσα να ξαποστάσω για λίγο. Δόξα τω Θεώ που μπόρεσα να πάω. Τι ανακούφιση. Τι αξία θα ‘χε για μένα μιας ώρας ύπνος, εμπρός σε αυτό το τόσο ιερό καθήκον. Πολλές ημέρες δεν είχαμε χρόνο για ύπνο. Η εργασία μας σχεδόν όλο το 24ωρο. Θυμάμαι κάποια μέρα πέρασε ένα ανώτερο στρατιωτικό κλιμάκιο. Εφθασε στη Φλώρινα βράδυ. Ο Στρατηγός μάς χαιρέτησε, κοιμήθηκε στο Νοσοκομείο και το πρωί πριν ξεκινήσει για την Α’ γραμμή του μετώπου πέρασε, μας καλημέρησε, μας βρήκε στην ίδια θέση να εργαζόμαστε. Απόρησε. «Ακόμη εδώ;». Εκτός τούτου, ο ύπνος ήταν για μας χαμένη ζωή. Διότι η ζωή μας με τριόταν από λεπτό σε λεπτό, από ώρα σε ώρα. Και αυτό δεν είναι υπερβολή. Για λίγα λεπτά σκοτώθηκε η Αδελφή Καλογρίδου στα Γιάννενα. Οταν οι Γερμανοί προχωρούσαν προς την Ελλάδα είχε αρχίσει η οπισθοχώρηση. Τα φορτηγά αυτοκίνητα απομάκρυναν τις αδελφές. Είχε φύγει το πρώτο αυτοκίνητο φορτωμένο. Ηλθε το δεύτερο αλλά μαζί και ο θάνατος. Η αδελφή Καλογρίδου μπαίνει τελευταία, στριμώχνεται, κάθεται στο πάτωμα. Τότε κάποιος της λέει «Δε βλέπεις ότι δε χωράς, κατέβα, πηγαίνεις με το άλλο». Κατέβηκε.

Σε λίγη ώρα έγινε σφοδρός βομβαρδισμός. Τα γερμανικά στούκας πετούσαν πολύ χαμηλά, οι βόμβες έπεσαν πάνω στο μεγάλο Ερυθρό Σταυρό της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων που είχε μετατραπεί σε Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Το χειρουργείο λειτουργούσε εκείνη την ώρα. Σκοτώθηκαν πολλοί, μαζί τους και η αδελφή Καλογρίδου. Πολλοί δεν πρόλαβαν να βγουν έξω από το Νοσοκομείο, να φυλαχθούν στα ορύγματα που ήταν πιο ασφαλή ή δεν τόλμησαν. Είναι φοβερό να είσαι στο ύπαιθρο, να βλέπεις τα αεροπλάνα πάνω σου και να ακούς βόμβες να πέφτουν. Την άλλη μέρα είμαστε στο Νεκροταφείο. Ο αρχίατρος αποχαιρετά τους ηρωικούς νεκρούς και πάλι βομβαρδισμός. Βγήκαμε από την εκκλησία, σκορπιστήκαμε, όσοι πρόλαβαν μπήκαν στους νεοσκαμένους τάφους. Είναι η ώρα που αποχαιρετάς τη ζωή. Ο ανθυπίατρος Τουρτόγλου μου φωνάζει από έναν τάφο. «Προϊσταμένη έχω γράμμα στην τσέπη μου, δώστο στη μάνα μου». Ευτυχώς δε σκο- τώθηκε. Είναι η ώρα που αποχαιρετάς τη ζωή. Την αποχαιρετάς όμως παληκαρίσια. Δεν την κλαις τη ζωή, όπως την κλαις, όταν σου φέρει το μήνυμα του θανάτου η αρρώστεια.

Η περίθαλψη του τραυματία. Πίνακας της εποχής του ’40, της ζωγράφου Παπαδημάκη-Ανάφου. (Από τη συλλογή της κ. Ζωής Τσουκαλά-Κακαρούκα)

Στον πόλεμο, ο θάνατος περνά σαν αστραπή. Και έχεις συμφιλιωθεί με αυτόν, υπηρετείς, είσαι έτοιμος, κάθε στιγμή τον περιμένεις και ξέρεις ότι δε θα φύγεις από τη ζωή, σαν κακομοίρης κοινός θνητός, με πόνο και καημό, αλλά, όπως έγραφε η Μαργαρίτα Γιουρσενάρ, θα περπατήσεις προς το θάνατο ηρωικά με μάτια ανοικτά. Και οι δικοί σου, μαζί με τη θλίψη για το θάνατό σου, θα ‘χουν και την περηφάνεια πως δε χάθηκες έτσι απλά, αλλά χάθηκες για την Πατρίδα, την Ελλάδα.

Και ο γιατρός στη Φλώρινα μετρούσε τη ζωή του από ώρα σε ώρα, όταν κάποια μέρα του έκαμα παρατήρηση για κάτι νεανικές αταξίες. «Μα και εσείς γιατρέ, τόσο σοβαρός και αξιοπρεπής». «Ναι, Προϊσταμένη και εγώ σε μια ώρα μπορεί να σκοτωθώ και να μην ζω».

Το καμπανάκι του νοσοκομείου κτύπησε δυνατά. Το πρώτο αυτοκίνητο με τραυματίες έφτασε, ήταν σούρουπο. Θα έρχονται όλη νύχτα, για να μην δίνουν στόχο στους βομβαρδισμούς. Τα φώτα των αυτοκινήτων σβηστά. Η κατάσταση των τραυματιών στα χέρια μου, για απόψε, 500 τραυματίες. Οι τραυματίες μεταφέρονταν κατ’ ευθείαν από το μέτωπο ή από τα ορεινά χειρουργεία. Η Φλώρινα το πρώτο Ελληνικό έδαφος. Τα περισσότερα πόδια με κρυοπαγήματα ήσαν δεμένα με επιδέσμους,

Οι νοσοκόμοι τους μετέφεραν πάνω στην πλάτη τους, από το αυτοκίνητο που ήταν στο δρόμο έως την είσοδο και την αίθουσα παραλαβής. Οι βαριά τραυματίες μεταφέρονταν με τα φορτία. Τα κρυοπαγήματα χωρίς νεκρωμένα δάκτυλα πλένονταν με αποστειρωμένη σαπουνάδα, μετά επάλειψη με ιώδιο, αφαίμαξη με ένα ξυραφάκι με τομές πάνω στο οίδημα, αντιτετανικός ορός, ρούχα καθαρά, ξηρά τροφή, κουραμάνα, ελιές-τυρί-ρέγγα και μπόλικα χαμόγελα από τις αδελφές, και μετά μακάριος ύπνος, όσοι είχαν έλθει με τα πρώτα αυτοκίνητα.

Αυτή την εποχή δεν υπήρχε τίποτε μιας χρήσεως. Τις σύριγγες τις βράζαμε στα κατσαρόλια, τους επιδέσμους τους βράζαμε με σαπούνι και οξυζενέ να καθαρίσουν και τα εσώρουχα που ήταν γεμάτα ψείρες έβραζαν σε ένα μεγάλο καζάνι.

Το περιβόητο DDT το οποίο μας έστελναν για τις ψείρες δεν τις σκότωνε, έκαμα και εγώ το πείραμα. Εβαλα σε ένα φιαλίδιο από κινίνο ψείρες, το γέμισα DDT, το έκλεισα και μετά από πολλές ώρες όταν το άνοιξα περπατούσαν ζωηρά. Οι ασυνείδητοι το είχαν νοθεύσει με ταλκ. Τα κρεβάτια ήταν λίγα και μόνο για τους βαριά τραυματίες. Οι υπόλοιποι περνούσαν το βράδυ καθισμένοι στο πάτωμα, στο διάδρομο, αριστερά, δεξιά πάνω στην κουβέρτα τους με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Το πρωί μεταφέρονταν στο τρένο και στα μετόπισθεν.

Τα βαριά κρυοπαγήματα στο χειρουργείο, και στο νοσοκομείο για λίγες ημέρες.

Μόλις προλαβαίναμε να κάνουμε γενική καθαριότητα και να ετοιμάσουμε για τη νέα παραλαβή, Από αυτό το διάδρομο η αδελφή πέρασε αγγελικά ντυμένη το χάραμα των Χριστουγέννων,

Νυξ ιερά σιωπηλή. «Χριστός γεννάται» ψάλλει η αδελφή, τα μάτια τους ανοίγουν μα κλείνουν ξανά, όνειρο θα ‘ναι βρε παιδιά.

Δεν είναι λίγο, ύστερα από τις φοβερές μάχες του πολέμου, να δεις, και να ακούσεις ένα ζωντανό άγγελο. Η αδελφή προχωρεί, ψάλλει, το κεράκι στο χέρι της σκορπίζει το φως στα πρόσωπα των τραυματιών. Ξυπνούνε τό- τε στη στιγμή, δακρύζουν, κλαίνε όλοι μαζί. Και οι αιχμάλωτοι Ιταλοί υψώ98 νουνε τα χέρια σε δέηση σε προσευχή και ψιθυρίζουν: «Ω Μαντόνα».

Σκεφτήκαμε πολύ αν έπρεπε να διαταράξουμε αυτόν τον πρώτο τους ύπνο που τόσο είχανε ονειρευτεί, αλλά το πρωί πριν φύγουν μας είπαν όλοι: «Τι ήταν αυτό αδελφή, αυτά τα Χριστούγεννα θα ‘ναι για μας αξέχαστα. Σας ευχαριστούμε πολύ». «Ναι και για μας παιδιά», είπα.

 «Από που είσαι παληκάρι μου» ρώταγα τον τραυματία, να τον απασχολήσω, να ξεχάσει τον πόνο, όταν έβγαζα σιγά σιγά την παγωμένη αρβύλα, και προσπαθούσα να ξεκολλήσω τα νεκρά δάκτυλα του ποδιού του. «Από το Λιανοκλάδι μάνα μου» απαντούσε. Δεν έμοιαζα για μάνα, ήμουν 24 χρόνων, με ολόξανθα μαλλιά, αλλά τα φανταράκια μας με ήθελαν με αυτή λέξη «μάνα» να δώσουν στην αδελφή τη μεγαλύτερη τιμή και σεβασμό. Κι άκουγες: «μάνα μου λίγο νερό», «μάνα μου πονώ», «μάνα μου σε ευχαριστώ».

Από το Λιανοκλάδι και απ’ όλη την βασανισμένη και ηρωική Ελλάδα μας πέρασαν, πέρασαν, έφυγαν μα θα τους θυμάμαι πάντα. Αυτές οι αναμνήσεις είναι για μένα σωστή δροσοσταλιά στη γεροντική μαραμένη μου ψυχή.


  • Ιατρική Επιθεώρηση Ενόπλων Δυνάμεων 29 (Παράρτημα)(1995) 23-26.
  • Ανακοινώθηκε στην ημερίδα «Η Ελληνική Ιατρική στους αγώνες της δεκαετίας του ’40» (Αθήνα, 401 Στρ. Νοσοκ., 17.12.1994).93
  • Δημοσιεύθηκε από την Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας στον Ε’ Τόμο, σελ 92  της έκδοσης με τίτλο “ Η ΙΑΤΡΙΚΗ στη Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία” 
  • Επιμέλεια Ανάρτησης ΕΕΥΕΔ : Τασιόπουλος Αργύρης
Categories
2022 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ

ΛΗΘΗΣ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ – ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ

ΕΕΥΕΔ, 20 Σεπ. 2022

“Στον χώρο μας υπάρχουν ή υπήρξαν Συνάδελφοι που το όνομά τους ξεχωρίζει, μόνο που πολλές φορές η εκτίμηση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ένας Συνάδελφος που πραγματικά ξεχώρισε και άξιζε ήταν ο Γρηγόρης Σκαμπαρδώνης”.

Δανείστηκα την δήλωση αυτή από μία συνομιλία μου με τον Συνάδελφο Κων/νο Κυριακόπουλο ο οποίος και μου έστειλε το Βιβλίο του Σκαμπαρδώνη “ΛΗΘΗΣ ΑΝΤΙΔΟΤΟ”, (Εκδόσεις ΟΡΟΠΕΔΙΟ, ΚΠ 8121-0008 2016, 320 σελ.), με την προτροπή να το φέρουμε σε ηλεκτρονική μορφή ώστε να είναι προσβάσιμο όχι μόνο από όλους τους Συναδέλφους αλλά και ευρύτερα από τους αναγνώστες της Ιστοσελίδας μας. Το βιβλίο είναι “εξαντλημένο στον εκδότη”  και αποτελεί μια συρραφή βιωματικών ιστοριών του. Είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι στην ζωή του, όπου μας δίνεται η ευκαιρία να πορευτούμε νοερά μαζί του και να τον γνωρίσουμε. Δείτε – κατεβάστε το στην Ηλεκτρονική μας Βιβλιοθήκη (Διάφορα).

Το Βιβλίο αποκτά ιδιαίτερη αξία δίοτι γράφηκε όταν ο Σκαμπαρδώνης έδινε την τελευταία μάχη της ζωής του, παλεύοντας επί επτά χρόνια, από το 2013, με οξεία λευχαιμία. Aπεβίωσε στις 12 Οκτωβρίου 2020. Θα αναφερθώ μόνο στον επίλογο του Βιβλίου του όπου μας γράφει :

Ειλικρινώς δεν θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου “επιτυχημένο”. Υπήρξα υπέρμετρα – θα έλεγα σκανδαλωδώς – ευνοημένος από συγκυρίες, ή από άνωθεν εύνοια, και ίσως έτσι έδωσα στούς γύρω μου την εντύπωση κάποιας “αξίας”, την ύπαρξη και το μέγεθος της οποίας ειλικρινά αγνοώ. Λάθη, αστοχίες, αποτυχίες, υπήρξαν ουκ ολίγες, θα μπορούσα σε αρκετά ζητήματα να ήμουν πιο σώφρων και συνετός, πιό έντιμος με τον εαυτό μου και με τους άλλους, σε άλλα ζητήματα πιο επίμονος κι αποτελεσματικός. Αν για κάτι θα μπορούσα να πιστώσω θετικά τον εαυτό μου, είναι ότι προσπάθησα να μην βλάψω. Δεν ξέρω όμως πόσο και όσους είχαν κάποια σχέση μαζί μου. Πόση συγκατάβαση και ανεκτικότητα έδειξα στις αδυναμίες και στα λάθη τους, πόσο φρόντισα να τα προλάβω, πόση αγάπη τους έδωσα. Ζητώ την κατανόηση και τη συγχώρεσή τους.”


Δεν θεωρώ το άρθρο αυτό “Παρουσίαση Βιβλίου”, δεν χρειάζεται διότι είναι πλέον προσβάσιμο από όλους στην Ηλεκτρονική μας Βιβλιοθήκη. Είναι μια αναφορά, με σεβασμό, σε ένα εκλεκτό Συνάδελφο που έβαλε το λιθαράκι του στην δόμηση της “Μηθικής Πραγματικότητας“. Θα αφήσω δύο οικεία πρόσωπα σε αυτόν, την κόρη του Λίνα Σκαμπαρδώνη και τον Συμμαθητή του Γιώργο Ψημένο να μας μιλήσουν.


ΛΗΘΗΣ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ” Για τον πατέρα μου Γρηγόριο Σκαμπαρδώνη

Λίνα Σκαμπαρδώνη

Από το Περιοδικό Ιστορίας της Ελληνικής Ιατρικής “δέλτος

Τεύχος 48 Δεκ. 2020

Κάθομαι στην πολυθρόνα σου, ανάβω το φως στο γραφείο σου κι εκεί είναι η ήρεμη γωνιά μου. Όλα τριγύρω μου δικά σου. Βιβλία, χαρτιά, σημειώσεις, ο υπολογιστής…

Κάπου μες τα συρτάρια, ένας φάκελος τραβάει την προσοχή μου: “Σκόρπια φύλλα γράφει απ’ έξω. Τον ανοίγω, τα “λιμερίκια” σου, έτσι τα έλεγες. Ιστορίες της ζωής σου, γραμμένες κάποια χαράματα που ξύπναγες κι αναπολούσες.

Φυλλομετρώ, διαβάζω, πιάνω τη μυρωδιά σου στον αέρα, χάνομαι στις μνήμες…

Ο πατέρας μου

Γεννήθηκε στις 10.12.1935 στη Λάρισα. Οι γονείς του άνθρωποι απλοί, μορφωμένοι, θεοσεβούμενοι, μεγάλωσαν τα τέσσερα παιδιά τους με αγάπη, αρχές, ήθος, αλλά και βαθειά πίστη στο Θεό.

Μνήμες από τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, των δυσκολιών και της μεγάλης πείνας που έζησε σαν παιδάκι, ήταν πάντα μέσα στο μυαλό του. Θυμάμαι να μας διηγείται τα μαγειρικά τεχνάσματα της γιαγιάς Σταυρούλας, που κατάφερνε με μια χούφτα χαλασμένα όσπρια, λίγα βρασμένα χόρτα κι ένα κομμάτι καλαμποκόψωμο, να ημερέψει την πείνα στα παιδικά στομαχάκια τους.

Δε λείπει ποτέ από την βεράντα μου ένα γλαστράκι με την αγαπημένη του αρμπαρόριζα! Το έβαζε η γιαγιά στο βαζάκι με το γλυκό κουταλιού (όταν υπήρχε), και μούλιαζε στο σιροπάκι. Κι ύστερα του το έδινε αντί για γλειφιτζούρι, μικρή γλυκειά παρηγοριά…

Τελείωσε το Α’ Γυμνάσιο Αρρένων Λαρίσης και αποφοίτησε αριστούχος στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Εκεί γνωρίστηκε και με τον Γεώργο Ψημμένο, αδελφό της μητέρας μου, φίλο ζωής όπως τον αποκαλούσε. Με την μητέρα μου έκαναν μιά πολύ αγαπημένη οικογένεια. Απέκτησαν τρία παιδιά, τον Γιάννη, εμένα και τον μικρότερο τον Στέφανο, που γεννήθηκε στην Αμερική κατά τη διάρκεια της τριετούς μετεκπαίδευσης του πατέρα μου.

Άσκησε την ιατρική σε όλη του την ζωή με απαράμιλλο σεβασμό. Δεν ήταν η δουλειά του, γι’ αυτόν ήταν λειτούργημα.

Είναι τόσες οι ιστορίες από την εμπειρία του στα νοσοκομεία, πάντα δίπλα στους ασθενείς του, κοντά τους, ζεστός, ανθρώπινος, ήρεμος, προσιτός, φιλικός.Η κληρονομιά που μας άφησε σε μας τα παιδιά του και στην μητέρα μας, είναι ο σεβασμός και η εκτίμηση που έχουν τα λόγια αυτών που τον γνώρισαν και τον θυμούνται.

Η Δέλτος

Το περιοδικό ήταν ένα σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή του, και το μεγάλο καμάρι του. Επιδίωκε την τελειότητα όσον αφορούσε την ύλη του. Είχαμε συνεργαστεί για λίγο στο ξεκίνημα της “Δέλτου”, σχεδιάσαμε μαζί το λογότυπο και κάναμε ένα αρχικό “στήσιμο” των σελίδων. Του γκρίνιαζα για την χρήση του πολυτονικού, γέλαγε, και μου έλεγε “μα αυτά είναι τα σωστά Ελληνικά”.

Θυμάμαι την αγωνία του όποτε ερχόταν το καινούριο τεύχος. Το μελετούσε, σελίδα-σελίδα, λέξη-λέξη. Κι ύστερα όλο χαρά μου το έδειχνε: “Έλα να το δεις! Σου αρέσει το εξώφυλλο; Πώς σου φαίνεται το τεύχος;” ρωτούσε πάντα τη γνώμη μου.

Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος με πολύ βαθειά πίστη, που τον βοήθησε σε όλη του τη ζωή. Σκοπός του πάντα ήταν πως να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη. Σημαντικό κομμάτι της ζωής του, ήταν και η συνεισφορά του για φιλανθρωπικά έργα στο Καμερούν. Σε συνεργασία με την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία, του ανατέθηκε ο τομέας της εξωτερικής ιεραποστολής. Πρότεινε την υποστήριξη του έργου της Ιεράς Μητρόπολης Καμερούν, και την συλλογή χρημάτων για την ανέγερση ναού αλλά και σχολείου, καθώς και διάνοιξη πηγαδιών για πόσιμο νερό, έργα που πραγματοποιήθηκαν λίγα χρόνια μετά.

Το 2011, σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη Ειρηνουπόλεως (Dar el Salaam), μαζί με τρεις ακόμα γιατρούς επισκέφτηκαν την Τανζανία και προσέφεραν ιατρική βοήθεια σε ασθενείς της κεντρικής περιοχής της χώρας, για τρεις εβδομάδες. Απίστευτος φόρτος εργασίας, εξέταζαν περί τα 100 άτομα ημερησίως. Μοναδική όμως εμπειρία. Οταν επέστρεψε από την Αφρική, τον ρώτησα πώς του φάνηκε το ταξίδι και η εμπειρία. Το σκέφτηκε λιγο, με κοίταξε και μου είπε “Πώς μπορώ να βρώ λόγια για να περιγράψω αυτό που έζησα;”

Η αρρώστια

Το 2013 ξεκίνησε ο αγώνας του με τη λευχαιμία. Αμέτρητες οι θεραπείες, εφτά χρόνια εισαγωγές σε νοσοκομεία, παροχή αίματος, αιμοπετάλια, οι τιμές του να κατρακυλάνε σε απίστευτα χαμηλά επίπεδα. Ο οργανισμός του εξασθενημένος κι ευαίσθητος σε κάθε μικρόβιο. Κι όμως ακόμα και στα δύσκολα, έβρισκε χαρά με ένα τραγούδι που μπορεί να θυμότανε, με ένα πιάτο ζεστό σπιτικό φαγητό, με ένα ωραίο όνειρο που είχε δει. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μιά μέρα στο νοσοκομείο την ώρα που ήρθαν να του χορηγήσουν αίμα, μου είπε: “Τώρα γιατί μου το δίνουν αυτό σε μένα, γέρο άνθρωπο; Τόσος νέος κόσμος έχει ανάγκη…” Και μονολογούσε: “Δόξα τω Θεώ που τα κατάφερα μέχρις εδώ, μόνο ευχαριστίες ωφείλώ”.

Ελεγε λοιπόν ο πατέρας μου κάνοντας μια αυτοκριτική:

“Ειλικρινώς δεν θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου “επιτυχημένο”. Υπήρξα υπέρμετρα – θα έλεγα σκανδαλωδώς – ευνοημένος από συγκυρίες, ή από άνωθεν εύνοια, και ίσως έτσι έδωσα στούς γύρω μου την εντύπωση κάποιας “αξίας”, την ύπαρξη και το μέγεθος της οποίας ειλικρινά αγνοώ. Λάθη, αστοχίες, αποτυχίες, υπήρξαν ουκ ολίγες, θα μπορούσα σε αρκετά ζητήματα να ήμουν πιο σώφρων και συνετός, πιό έντιμος με τον εαυτό μου και με τους άλλους, σε άλλα ζητήματα πιο επίμονος κι αποτελεσματικός. Αν για κάτι θα μπορούσα να πιστώσω θετικά τον εαυτό μου, είναι ότι προσπάθησα να μην βλάψω. Δεν ξέρω όμως πόσο και όσους είχαν κάποια σχέση μαζί μου. Πόση συγκατάβαση και ανεκτικότητα έδειξα στις αδυναμίες και στα λάθη τους, πόσο φρόντισα να τα προλάβω, πόση αγάπη τους έδωσα. Ζητώ την κατανόηση και τη συγχώρεσή τους.


ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ 

Γεώργιος Ψημένος

Από ανάρτηση της ΕΕΥΕΔ του 2020 εδώ

Η τάξη του ’59 της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής αποχαιρετούμε σήμερα τον αγαπητό συμμαθητή μας και αρχηγό της τάξεως, υποστράτηγο Γρηγόρη Σκαμπαρδώνη.

Ο Γρηγόρης γεννήθηκε στη Λάρισσα το 1935. Άριστος μαθητής στο 1ο Γυμνάσιο Αρρένων Λαρίσης, επρώτευσε στις εξετάσεις για υποτροφία δύο ετών και παρακολούθησε τα μαθήματα των δύο τελευταίων τάξεων του Γυμνασίου στο Αμερικανικό Κολλέγιο Αθηνών απ’ όπου απεφοίτησε με άριστα.

Τον Οκτώβριο του 1953 εισήχθη πέμπτος στη σειρά επιτυχίας από τους 50 εισαχθέντες στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή.

Η συντροφική, κοινοβιακή, ομαδική ζωή των έξι ετών στη Σχολή υπό συνθήκες στρατιωτικής πειθαρχίας και ταυτόχρονης φοίτησης στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μας μεταμόρφωσαν από ανώριμους εφήβους σε ώριμους άνδρες αξιωματικούς/επιστήμονες, διαμόρφωσαν το χαρακτήρα μας, έδωσαν στον καθένα μας την ιδιαίτερη ταυτότητά του και σφυρηλάτησαν δεσμούς φιλίας που μας συνόδευσαν σε όλη μας τη ζωή.

Ο Γρηγόρης ήταν πάντα στην ηγετική ομάδα της τάξεως, αναγνωρισμένος από όλους μας για την αριστεία του στο Πανεπιστήμιο (περνούσε όλα τα μαθήματα την πρώτη εξεταστική περίοδο), το ήθος του, τη σεμνότητα, την αντοχή του στην καταπόνηση, την πολυμάθειά του, την φιλική διάθεσή του προς όλους, την ηρεμία του και την αυτοπεποίθησή του, που πήγαζε από την άδολη παιδική πίστη και θρησκευτικότητά του, τις οποίες είχε διατηρήσει ανέπαφες από την επίδραση του κόσμου της επιστήμης και της γνώσεως. Οι αρετές αυτές τον συνόδευαν και τον κοσμούσαν σε όλη τη ζωή του «άχρι θανάτου». 

Σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός στο Υγειονομικό Σώμα του Στρατού Ξηράς, με κορύφωση της σταδιοδρομίας του τη θέση του Προέδρου της Ανωτάτης του Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής, απεστρατεύθη εξαντλήσας την ιεραρχία, με τον βαθμό του υποστρατήγου το 1989.

Διέπρεψε στη σταδιοδρομία του ως γιατρός, επέλεξε τη δύσκολη και απαιτητική ειδικότητα της καρδιολογίας, την οποία άσκησε με επιτυχία τόσο ως νοσοκομειακός γιατρός σε στρατιωτικά νοσοκομεία και στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα Ταμείου Στρατού σε όλες τις βαθμίδες από βοηθός επιμελητής έως διευθυντής κλινικής, όσο και ως απλός οικογενειακός γιατρός στην πρωτοβάθμια περίθαλψη στο ιδιωτικό ιατρείο του. Χαιρόταν σχεδόν καθημερινά την απλή χαρά και ικανοποίηση που προσφέρει η άσκηση της ιατρικής, τη χαρά να ανακουφίζεις τον πόνο του αρρώστου, μερικές φορές να απαλύνεις την αγωνία του απ’ την ανίατη νόσο και το επικείμενο τέλος.

Με δυό λόγια απολάμβανε τη χαρά του Καλού Σαμαρείτη. Την ειδικότητά του τη συμπλήρωσε με τριετή μετεκπαίδευση στις ΗΠΑ στο αιμοδυναμικό εργαστήριο του Νοσοκομείου HANEMAN.

Για να καταπιάνεσαι καθημερινά με τον ανθρώπινο πόνο και τη δυστυχία που φέρνει η σοβαρή καρδιοπάθεια και ο κίνδυνος θανάτου, που τη συνοδεύει, πρέπει από κάπου να παίρνεις δύναμη και κουράγιο,

Ο Γρηγόρης έπαιρνε δύναμη από την πίστη του και την συμμετοχή του στην εκκλησιαστική ζωή, που είχε φθάσει ως τη συμμετοχή του στην εξωτερική Ιεραποστολή της Εκκλησίας στην Τανζανία και στο Καμερούν.

Έπαιρνε δύναμη από τη διαρκή ενημέρωσή στις εξελίξεις της καρδιολογίας από τα ιατρικά περιοδικά και συγγράμματα κι από τη συμμετοχή του στα ετήσια ελληνικά και διεθνή καρδιολογικά συνέδρια.

Τέλος έπαιρνε δύναμη από την ήρεμη οικογενεική ζωή του, τη γυναίκα του Ρούλα και τα τρία παιδιά τους, Γιάννη, Λίνα, Στέφανο και αργότερα τα εγγόνια τους Γρηγόρη, Μαριάλις και Αλέξη.

Χαρά και δύναμη του έδιναν και μερικές κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες, όπως η συμμετοχή του στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Ιατρική Επιθεώρηση των Ενόπλων Δυνάμεων, η συμμετοχή του ως εταίρου στις δραστηριότητες της Εταιρείας Φίλων του Λαού και του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, η συμμετοχή του ως προέδρου στην Ένωση Επιστημόνων Χολαργού-Παπάγου και στις εκδηλώσεις της, η ιδιότητά του ως Γενικού Γραμματέα της Εταιρείας Φίλων του Μουσείου Ελληνικής Ιατρικής και η επίπονη δραστηριότητά του, από το 1991, ως επιμελητού έκδοσης του περιοδικού Ιστορίας της Ελληνικής Ιατρικής «Δέλτος».

Μετά την αποστρατεία μας χαρά παίρναμε όλοι μας από τις ετήσιες συναντήσεις της τάξεως στην επέτειο της εισόδου μας στη Σχολή (18-10-1953) που οργάνωσε ο Γρηγόρης. Οι συναντήσεις με την πάροδο του χρόνου αραίωσαν και όταν φτάσαμε τα 85 και μείναμε στη ζωή οι μισοί, σταμάτησαν εντελώς. Τώρα, συναντιόμαστε στις κηδείες, καθώς ο ένας μετά τον άλλο αποφοιτά απ’ την επίγεια ζωή και μεθίσταται, ελπίζουμε, στην άλλη, την επουράνια, την αιώνια.

Όπως στις εξετάσεις του μαθήματος της Ειδικής Νοσολογίας τραβούσαμε κλήρο μέσα από κληρωτίδα με 100 νοσήματα και εξεταζόμασταν στο μάθημα που έγραφε το χαρτάκι-κλήρος, έτσι και στη ζωή τραβάμε κλήρο για το νόσημα που θα μας αποτελειώσει, άλλος έμφραγμα, άλλος εγκεφαλικό κι άλλος καρκίνο.

Ο Γρηγόρης τράβηξε το χειρότερο, το δυσκολότερο κλήρο: οξεία λευχαιμία. Πρόγνωση για την ηλικία του το πολύ έξι μήνες ζωή. Πάλαιψε με σθένος και καρτερικότητα, σαν άλλος Ιώβ, δέχθηκε όλες τις δοκιμασίες, με υπομονή και ελπίδα, χημειοθεραπείες, κρίσεις απλασίας-λευκοπενίες, απειλητικές λοιμώξεις, θρομβοπενίες-μεταγγίσεις, πολυάριθμες νοσηλείες στην αρχή στο ΝΙΜΙΤΣ τον τελευταίο χρόνο στο Νοσοκομείο Αεροπορίας. Οι έξη μήνες, το πολύ επιβίωσης, έγιναν 7 χρόνια, εφτά χρόνια δοκιμασίας με τη Ρούλα δίπλα του να τον στηρίζει και τη βαθιά του πίστη να τον παρηγορεί: «καν αποθάνω ζήσομαι».

Το απόγευμα της Κυριακής 11 Οκτωβρίου έμεινε ξαπλωμένος. Δεν ήθελε να σηκωθεί, ούτε ήθελε να φάει. Είπε στην Ρούλα «άσε με να κοιμηθώ». Κοιμήθηκε κατάκοπος από εφτά χρόνων ταλαιπωρία και δεν ξύπνησε ξανά. Πέθανε, «έκοιμήθη», την επομένη 12 Οκτωβρίου στις 4 το απόγευμα.

Τώρα Γρηγόρη θα γνωρίζεις την απάντηση στο ερώτημα που θέτεις στον πρόλογο του βιβλίου σου «Λήθης Αντίδοτο» θα περισωθεί κάτι απ’ την περιπέτεια της ύπαρξής μας;».

Κάτι μου λέει πως δεν θα χαθούν όλα. Πιστεύω πως ότι αγαπήσαμε θα μείνει στη μνήμη του Θεού. Αυτό απ’ όλα όσα κάναμε φαίνεται είναι το μόνο που δεν υπήρξε μάταιο. Κι αυτό είναι το μόνο που μπορεί να μας κάνει να ελπίζουμε στην Άλλη Μέρα. Τη Μέρα του Θεού την «αβασίλευτη».

Αιωνία σου η μνήμη!


ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Λ.ΒΑΖΑΙΟΣ
Ταξίαρχος ΥΙ ε.α.
Επ.Καθηγητής Ουρολογίας

Όταν χρειαστεί κάποιος να μιλήσει για την ζωή και ακόμη περισσότερο για την ιστορία του βίου φίλου ακριβού, συνήθως με κόπο τα καταφέρνει. Η συγκίνηση που προκαλεί η ανάμνηση του προσώπου και η υποκειμενική θέαση της ζωής του φίλου, δυσκολεύουν τα πράγματα. Δεν είναι όμως καθόλου δύσκολο να μιλήσει κάποιος για τον Γρηγόρη, εδώ βρίσκεται η διαφορά που σε ότι με αφορά έχω
συναντήσει ιδιαίτερα σπάνια. Δεν βρήκα στα πολλά χρόνια συνεργασίας και φιλίας μας τίποτε, ούτε μια στιγμή, ούτε ένα ψίχουλο λόγου αρνητικό. Ας μην μου καταλογισθεί υπερβολή, ούτε μεροληπτική
διάθεση, αυτή είναι η πραγματικότητα.
Ο Στρατιωτικός Γιατρός Γρηγόρης Σκαμπαρδώνης ήταν υποδειγματικός Αξιωματικός έχοντας τιμήσει όσο λίγοι από εμάς το πρώτο συνθετικό του τίτλου της ιδιότητας μας. Ο Καρδιολόγος Σκαμπαρδώνης είχε διανύσει με συνέπεια και επιτυχία τον δρόμο της επιστημονικής διαδρομής της εποχής του, στην Ελλάδα και την Αμερική. Ήταν από τους καλλίτερους κλινικούς και ο σεβασμός που εκδηλώνουνε οι «μαθητές» και συνεργάτες του δεν είναι συνηθισμένος. Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί. Ανήσυχος και φιλομαθής δεν σταμάτησε να ακολουθεί όποιο δρόμο η και μονοπάτι ακόμη ενδιαφέρουσας δραστηριότητας πνευματικής και πολιτισμικής του ανοιγόταν. Μάθαινε Ισπανικά και δεν σταματούσε να ψάχνεται με τα Γαλλικά και τα Γερμανικά εκτός βέβαια από τα Αγγλικά που δεν είχαν κρατήσει
μυστικά στη σχέση μαζί του!
Την δεκαετία του 1980 με τον Γρηγόρη και μικρή αρχικά ομάδα φίλων και συναδέλφων ξεκινήσαμε την πλοήγηση στην περιπέτεια του Μουσείου της Ελληνικής Ιατρικής. Με συνταξιδιώτες αρχικά την Σοφία Κιάππε που είχε την πρώτη ιδέα, τον Αντώνη Κομνηνό, το Γιώργο Αντωνακόπουλο, τον Η.Χ.Παπαδητρακόπουλο, τον καθηγητή Πεντόγαλλο και ακόμη λίγους στην αρχή «εραστές της Ουτοπίας του Μουσείου», αρχίσαμε να λειτουργούμε. Ο Γρηγόρης Σκαμπαρδώνης κράτησε την νευραλγική θέση του Γραμματέα. Ήταν για 30 περίπου χρόνια η «ψυχή» του Συλλόγου και συγχρόνως της Δέλτου. Μαζί με τον Γ. Αντωνακόπουλο ήταν ο κινητήριος μοχλός του ιστορικού πλέον περιοδικού «Ιστορίας της Ιατρικής», που μέχρι σήμερα λειτουργεί με ποιότητα και επιστημονική συνέπεια.
Στο ΔΣ του Συλλόγου συνεργαστήκαμε άψογα, μοιραστήκαμε καλές στιγμές και ξεπεράσαμε δυσκολίες μερικές φορές τόσο μεγάλες που ακόμη απορούμε οι παλαιότεροι πως τα καταφέραμε! Το πρώτο Νοσοκομείο της νεώτερης Ελλάδας, το Α΄Στρατιωτικό Νοσοκομείο ήταν η πρώτη επιλογή για την οργάνωση του Μουσείου της Ελληνικής Ιατρικής. Το κτίριο που σχεδίασε και κατασκεύασε ο Βάϊλερ ήταν για την εποχή του η επιτομή της πρωτοπορείας. Ακόμη και σήμερα (μέχρι τουλάχιστον πριν 30 χρόνια), εντυπωσιάζει η κεντρική θέρμανση που χρησιμοποιεί την εκλυόμενη θερμότητα από τα μαγειρεία του υπογείου μοιράζοντας την με έξυπνο τρόπο σε όλο το κτίριο. Παρά τις επικλήσεις της Σοφίας Κιάππε, κατ’ευθείαν απογόνου του Τράϊμπερ και όλων μας στις διάφορες αρχές και εξουσίες, το κτίριο αποδόθηκε τελικά στο Μουσείο της Ακροπόλεως! Το Μουσείο της Ιατρικής παρά τις πολλές προσπάθειες όλων μας δεν βρήκε στέγη και ο Σύλλογος των Φίλων περιορίστηκε στην μελέτη, έρευνα και ανάδειξη θεμάτων της Ιστορίας της Ιατρικής. Ο Γρηγόρης Σκαμπαρδώνης ήταν πάντα παρών, ως σημείο αναφοράς κάθε προσπάθειας, ως κύριος συντονιστής όλων των δραστηριοτήτων του Συλλόγου και ως η ήρεμη δύναμη για την ζωή της Δέλτου. Δεν ησύχασε όμως! Το υστέρημα του
χρόνου του έπρεπε να το διαθέσει σε έργο προσφοράς. Εκεί τον βοήθησε το περίσσευμα της καρδιάς του. Από κοντά και η βαθιά Χριστιανική του Πίστη. Όσοι τον ζήσαμε από κοντά συμφωνούμε πως
ήταν από πολύ σπάνιο μέταλλο το δέσιμο του με την Χριστιανική Πίστη. Ήταν απίστευτη η χαρά του, η ικανοποίηση του όταν μας διηγείτο την ζωή του στις Ιεραποστολές της Αφρικής.
Η σχέση του με την αρρώστια που προέκυψε πριν λίγα χρόνια δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Ήξερε πολύ καλά ότι τον οδηγούσε σταθερά να αφήσει τον μάταιο κόσμο μας. Ήξερε ακόμη καλλίτερα πως τον περίμενε μεγάλη δοκιμασία, δεν είχε αυταπάτες ούτε ζήτησε θαυματουργές παρεμβάσεις του Θείου! Καρτερικά, ψύχραιμα με την αρχοντιά του παλιού καλού γιατρού εξάντλησε όλα τα χρονικά
περιθώρια ζωής που του άφηνε η αρρώστια και κατά την άποψη μουακόμη παραπάνω. Όλο αυτό το διάστημα μέχρι την τελευταία εβδομάδα ασχολιόταν με την Δέλτο και με όλες σχεδόν τις παράλληλες
δραστηριότητες του. Η Πανδημία με τους περιορισμούς που μας επέβαλε, περιόρισε την επαφή μας σε καθημερινή τηλεφωνική κουβέντα που εμένα τουλάχιστον λείπει πολύ τώρα που ο Γρηγόρης
δεν είναι μαζί μας. Η κατάληψη της εξουσίας από τον άθλιο ιό, δεν μας επέτρεψε να τον αποχαιρετίσουμε. Δεν έμεινε όμως μόνος. Η αγάπη και η θύμηση του μέσα στην οικογένεια του και η Μνήμη που δεν θα κάνει τσιγγουνιές σε καλές εικόνες του φίλου μας, είναι ό,τι σπουδαίο μένει
από τον Γρηγόρη Σκαμπαρδώνη τον «καλό και αγαθό» συνάδελφο και
φίλο.

  • Επιμέλεια Παρουσίασης
  • Τασιόπουλος Αργύρης
  • Υποστρατηγος ε.α
  • Γεν. Γραμματέας ΕΕΥΕΔ
  • pdf 1-55, pdf 56-95, pdf 96-158

Categories
2022 ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ

21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 ΣΤΗΝ ΣΙΣ

  • 2022.04.21
  • Από το Βιβλίο “Η Ιστορία της ΣΙΣ (1947-1970)

Βιωματική Ιστορία του Γενικού Αρχιάτρου ε.α, Ακτινολόγου,  Κώστα Καντζάβελου (ΣΙΣ 1963, ΑΜ 796).

29 Οκτωβρίου 1963, ημερομηνία παρουσίασης στη Σχολή της πιο μικρής τάξης: 17 μαθητές στο ιατρικό τμήμα, 5 στο οδοντιατρικό, 2 στο φαρμακευτικό και 1 στο κτηνιατρικό τμήμα. Το καλωσόρισμα; Ανώμαλη προσγείωση, ψυχρολουσία: «Αγγούρια θα πεθάνετε!»

Τα καψόνια σε καθημερινή βάση ομαδικά αλλά και ατομικά, όμως πάντα εξαντλητικά, κάποτε διασκεδαστικά, αλλά και κάποιες φορές εξευτελιστικά. Να ράβεις κουμπιά, που μόλις τελείωνες το ράψιμο να σου τα ξανακόβουν…Να μετράς τις διστάσεις του προαυλίου με το σπιρτόξυλο…

Ερωτική εξομολόγηση στη λάμπα που κρέμεται από το ταβάνι, παρέλαση με σκελέα και κράνος και τον ευτραφή αρχηγό της τάξης να ηγείται…οι «λίτες», οι κάμψεις…

Μετά την ορκωμοσία, τα καψόνια τέλος. Στόχος πιστεύω ήταν η ισοπέδωση της προσωπικότητας και η άβουλη και άκριτη υπακοή ακόμη και στις πιο παράλογες διαταγές, όπως παράλογα ήταν και πολλά από τα «καψόνια».

Οι μετακινήσεις από κτίριο σε κτίριο τρέχοντας. Κοιμόμαστε σε θαλάμους των 40 ατόμων σε διπλά κρεβάτια (πάνω και κάτω), όπου έπρεπε να συνηθίσεις την κακόηχη χορωδία των ροχαλητών.

Εγερτήριο πριν ακόμα ξημερώσει, γυμναστική με το φανελάκι κι ας σου έκοβε την ανάσα ο παγωμένος βαρδάρης. Μετά ρόφημα, τακτοποίηση των κρεβατιών και επιθεώρηση.

Ακολουθούσαν τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο ή διάβασμα στα αναγνωστήρια με δεκάλεπτα διαλείμματα ανά ώρα. Υποχρεωτική μελέτη έως τις 11 το βράδυ, με διακοπή το μεσημέρι για ξεκούραση μέχρι τις 5μμ.

Η μετάβαση στο πανεπιστήμιο, όπου η παρακολούθηση όλων των μαθημάτων ήταν υποχρεωτική, γινόταν ομαδικά και η επιστροφή στη Σχολή μόνο από συγκεκριμένο δρομολόγιο μέσα σε 20΄. Ο αρχηγός της τάξης έπρεπε να δώσει αναφορά ότι επέστρεψαν όλοι. Ο αρχηγός ήταν υπεύθυνος για το εάν κάποιος απουσίαζε από μάθημα.

Ζηλεύαμε τον κτηνίατρο και τους δύο φαρμακοποιούς, που οι σχολές τους ήταν μακριά και το πρόγραμμά τους σχετικά ανεξέλεγκτο κι έτσι είχαν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Δεν θα ξεχάσω τις βασανιστικές πρόβες για την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, οι οποίες συνέπιπταν με την εξεταστική περίοδο του Οκτωβρίου. Να είσαι κατάκοπος από την υπηρεσία στο εστιατόριο (ως βοηθός ή συσσιτιάρχης), ή ξενύχτης από τη σκοπιά, να προσπαθείς να εκμεταλλευτείς και το τελευταίο λεπτό για διάβασμα και αντί γι΄αυτό, λίγη ώρα πριν την εξέταση, να εξαντλείσαι στην πρόβα, μέχρι να επιτευχθεί ο τέλειος συντονισμός…

Έξοδο είχαμε το Σάββατο και την Κυριακή (πλην των τιμωρημένων φυσικά). Σκοπιά τη νύχτα ή θαλαμοφύλακες, με το Βαρδάρη να σου παγώνει τα δάκρυα που τρέχαν από το κρύο… «Γερμανικά» νούμερα στην αρχή και στις μεγαλύτερες τάξεις πιο καλά, ενωρίς το βράδυ. Το μάτι γαρίδα και το ένα αφτί με ρυθμισμένη την ευαισθησία, να αντιλαμβάνεται και τον πιο χαμηλό ήχο, ώστε να αντιληφθείς την όποια «εχθρική» κίνηση ή την έφοδο, γιατί στο άλλο αφτί ήταν το ακουστικό με το κρυμμένο ραδιοφωνάκι (τρανζιστοράκι), που σου κρατούσε συντροφιά στον ατελείωτο χρόνο της δίωρης σκοπιάς.

Οι πιο ευχάριστες ώρες μέσα στη σχολή ήταν πριν από τις εξετάσεις του Ιουνίου, μετά το βραδινό φαγητό, όταν στις 8:30 – 9:00 το βράδυ που είχαμε ελεύθερο χρόνο, απολαμβάναμε στο γήπεδο του μπάσκετ την γλυκύτητα της ανοιξιάτικης Θεσσαλονίκης, αγναντεύοντας τον Λευκό Πύργο και τα καράβια στο βάθος του Θερμαϊκού και ονειρευόμασταν την ελεύθερη ζωή, η οποία θα ερχόταν το νωρίτερο το 1969!..

Τι να πει κανείς για τα μπάνια στη θάλασσα….Πηγαίναμε με τα καραβάκια στις όμορφες πλαζ της Περαίας και της Αγίας Τριάδας. Η εικόνα τουλάχιστον αστεία, αν όχι γελοία! Να πηγαίνεις για μπάνιο φορώντας την άσπρη στολή, με το χρυσαφί σπαθάκι να κρέμεται από τη ζώνη…Την ίδια στολή που φορούσαμε στις επίσημες τελετές! Σαν να πηγαίνεις στη θάλασσα με φράκο! Χρειάζονται σχόλια;

Επιτρεπόταν, κατά την έξοδό μας, να πηγαίνουμε μόνο σε εστιατόρια ή ζαχαροπλαστεία, κλπ, Α’ κατηγορίας. Όνειρο άπιαστο για τους πιο πολλούς. Τη λύση την είχε δώσει ένα κουτούκι, ο «Λάμπρος», στην Αγία-Φωτεινή, κοντά στη Σχολή, με το νοστιμότατο τηγανιτό μοσχαρίσιο συκώτι που έφτιαχνε. Σ΄αυτό σιωπηλά επιτρεπόταν! Οικονομικότερη λύση ήταν το ζαχαροπλαστείο δίπλα από την είσοδο του παλαιού 424. Εκεί το μενού ήταν γάλα και σάντουιτς…

Έτσι με «καρμπόν» κυλούσαν οι μέρες…Δύσκολη και σκληρή η ζωή, γιατί δεν ήταν ένας χρόνος ούτε δύο!

Η δύσκολη στρατιωτική ζωή, οι κοινοί στόχοι και προσδοκίες μας ένωναν σαν μια γροθιά. Οι παρέες και οι επί μέρους φιλίες, βέβαια, είχαν διαμορφωθεί από το χαρακτήρα, προφανώς, του καθενός, από τα κοινά ενδιαφέροντα, τον τόπο καταγωγής αλλά κυρίως την οικονομική κατάσταση του καθενός, αφού από αυτήν εξαρτάτο η ψυχαγωγία μας κατά τις εξόδους στην πόλη.

Και ήρθε η 21η Απριλίου 1967, οπότε το μικρόβιο του διχασμού μόλυνε τις νεανικές ψυχές και το μυαλό μας….

Στις 21 Απριλίου του 1967 μας ξύπνησαν λίγο πριν την κανονική ώρα του εγερτηρίου. Η διαταγή: «Συνταχθείτε με όπλα και παλάσκες». Η απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων μας. Αμέσως ακολούθησε παρέλαση στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Κανένας μας δεν ήξερε τι συμβαίνει. Μετά μάθαμε ότι έγινε «επανάσταση» και ο Στρατός ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Επειδή ακολουθούσαν εκλογές, τις οποίες φαινόταν πως θα κέρδιζε ο Γεώργιος Παπανδρέου, και η χώρα κινδύνευε από τους κομμουνιστές!…

Τότε άρχισε η διάκριση των μαθητών στους «δικούς μας», αυτούς δηλαδή που εθεωρούντο υποστηρικτές της «επανάστασης» και στους «άλλους». Οι «δικοί μας» εξωτερικό περίπολο και σκοπιά σε καίρια σημεία, οι «άλλοι» μόνον εσωτερικό περίπολο. Λες και κινδύνευε η ασφάλεια της Σχολής από τους αντιφρονούντες μαθητές, που θα επέτρεπαν να εισβάλει ο εχθρός!! Οι «δικοί μας» περιπολούσαν τη νύχτα και την περιοχή του Πανεπιστημίου, οπλοφορώντας με περίστροφα, μήπως τυχόν αντιφρονούντες φοιτητές γράψουν συνθήματα.

Συνεχίσαμε τις παρελάσεις στην πόλη. Γι΄αρκετό καιρό εκάναμε την έπαρση και την υποστολή της σημαίας στο Λευκό Πύργο.

Στους «δικούς μας», πριν από την αναχώρηση για τις παρελάσεις, έδιναν και σφαίρες με προκλητικό τρόπο προς τους «άλλους», στους οποίους φυσικά δεν έδιναν. Χαίρε αμέτρητο βάθος ηλιθιότητας!…Επίσης, οι πολύ «δικοί μας» μπορούσαν να κυκλοφορούν όπου και όποτε ήθελαν.

Η συνοχή, η αλληλεγγύη και η αγάπη των μαθητών είχαν διαρραγεί. Από «καρφώματα» άρχισαν να παραπέμπονται μαθητές στο πειθαρχικό συμβούλιο και να αποπέμπονται από τη Σχολή, ακόμη και να φυλακίζονται (ένας) με αστείες αιτιολογίες.

Τις Απόκριες του 1968 είμαστε παρατεταγμένοι προκειμένου να γίνει η σχετική επιθεώρηση και να πάρουμε τετραήμερη άδεια. Στο τέλος είχα μείνει εγώ και ένας ακόμη μαθητής. «Εσείς δεν θα πάρετε άδεια, υπάρχει πρόβλημα με εσάς» είπε ο αξ/κός υπηρεσίας. Οποία απογοήτευση! Τα όνειρα για τη μικρή 4/ήμερη ελευθερία και διασκέδαση κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα. Πού να φανταζόμασταν τη συνέχεια!

Το απόγευμα μάθαμε το πρόβλημα: Την προηγούμενη ημέρα μας ανακοινώθηκε στο γεύμα ότι όποιος ήθελε μπορούσε να πάρει 4 ημέρες άδεια. Βγαίνοντας από το εστιατόριο, λόγω της ευχάριστης είδησης, σφυρίζαμε ασυναίσθητα, με έναν συμμαθητή μου, το τραγούδι «πέντε-πέντε δέκα θα σου δίνω τα φιλιά». Φυσικά δεν θυμόμουν ότι είχε συμβεί αυτό το γεγονός. Απλά θυμήθηκα ότι ένας πρωτοετής μαθητής, από τα λεγόμενα «καρφιά», μας κοίταζε περίεργα, τη στιγμή που βγαίναμε από το εστιατόριο.

Τη νύχτα, στις 12 η ώρα περίπου, με ξύπνησε ο θαλαμοφύλακας, γιατί με ζητούσε ο αξιωματικός του β΄γραφείου, ο Δασκαλόπουλος, για ανάκριση. Φοβήθηκα ότι ήρθε η σειρά μου για το πειθαρχικό. Για να σε καλούν για ανάκριση τα μεσάνυχτα, θεώρησα ότι τα πράγματα είναι σοβαρά. Είχε προηγηθεί η φυλάκιση του Βρέντζου στο Γεντί Κουλέ και η αποπομπή του φίλου μου του Τσώνου. Τελικά, τιμωρηθήκαμε με 20 ημέρες φυλακή, επειδή, ευτυχώς, οι στίχοι του τραγουδιού δεν ήταν αντεθνικού περιεχομένου.

Διοικητής ήταν ο Ταξίαρχος Υγειονομικού Λαμπράκος.

Στο πειθαρχείο έπαιρνες δύο κουβέρτες ή τρεις, αν έκανε κρύο, και το μαξιλάρι σου, όπου έκρυβες και κανένα ραδιοφωνάκι με ακουστικά και απολάμβανες έτσι την ελευθερία της μοναξιάς σου. Το κρεβάτι ήταν σκέτες σανίδες, χωρίς στρώμα…Λίγο το κακό! Το πιο άσχημο ήταν το συναίσθημα που ένιωθες, όταν ο Αξιωματικός με το λοχία υπηρεσίας έκλειναν την πόρτα του κελιού με μία μπάρα. Λες και κλειδαμπαρώνανε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου!

Από το μικρό τζαμάκι της πόρτας του κελιού, τα όργανα υπηρεσίας μπορούσαν να ελέγχουν τους «κρατούμενους» μήπως ακούνε ραδιόφωνο ή μήπως διαβάζουν βιβλία, εκτός των Πανεπιστημιακών. Έτσι, πολλές φορές ρίχναμε ζάχαρη στο διάδρομο, προκειμένου να αντιληφθούμε αν κάποιος ερχόταν για έλεγχο…

Τα προσωπικά βιώματα, βέβαια, χαρακτηρίζουν ένα μικρό μέρος της ζωής στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή, η οποία έχει αναδείξει λαμπρούς επιστήμονες, μερικοί των οποίων μάλιστα διακρίθηκαν και στις ανώτατες ακαδημαϊκές βαθμίδες. Όλα μαζί όμως γράφουν την ιστορία της ΣΙΣ.

Όμως και κάποια μελανά σημεία θεωρώ ότι πρέπει να αναφερθούν. Και δεν πρέπει να μη στηλιτευθεί, το πόσο κακό έκαναν κάποια νέα παιδιά, που από απειρία και ενθουσιασμό, έκαναν ό,τι έκαναν, αν και η κύρια ευθύνη βαρύνει άλλους. Ίσως κάποιοι, σήμερα, να έχουν αντιληφθεί τι κακό έκαναν και να έχουν μετανιώσει.

Ότι, δηλαδή, αυτή η ιστορία είχε σαν αποτέλεσμα να διαρραγεί η συνοχή των μαθητών όλων των τάξεων και να δηλητηριαστούν οι σχέσεις τους, πράγμα που τους ακολούθησε και στη μετέπειτα ζωή τους. Αυτό, σε πολύ μικρότερη κλίμακα βέβαια, συνέβη και στην κοινωνία ευρύτερα.

Ας αποτελέσει αυτό ένα δίδαγμα για αυτούς που θα διαβάζουν την ιστορία της ΣΙΣ, ώστε να μην παρατηρηθούν ποτέ στο μέλλον τέτοια φαινόμενα, που σπέρνουν το μίσος και το διχασμό.

Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από κανέναν και ιδιαίτερα από αυτούς που με θάρρος και παρρησία εκφράζουν τις απόψεις τους και με πειστικά επιχειρήματα προσπαθούν να πείσουν τον συνομιλητή τους. Και οι δύο θέλουν το καλό της πατρίδας.

Κινδυνεύει μόνον από τους καιροσκόπους και τα «λαμόγια», που πάνω από το συμφέρον της πατρίδας βάζουν το δικό τους συμφέρον.

Κώστας Καντζάβελος

Γενικός Αρτρος ε.α

Categories
2022 ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ

Με (τον) «Έρωτα» για την ΣΙΣ

  • 2022.04.01
  • Μπλάτζας Γεώργιος, Χειρουργός – Καθηγητής ΑΠΘ
  • Πηγή:  Η ιστορία της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής (Σ.Ι.Σ.) Θεσσαλονίκης (1947-1970), Η εμβληματική περίοδος της Ελληνικής Στρατιωτικής Ιατρικής.

Ο Γεώργιος Μπλάτζας (1930–2021) ήταν Χειρουργός και Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 1949 εισήχθει στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (ΣΙΣ) με ΑΜ 196. Διεγράφη στο 4ο έτος και συνέχισε, ως πολίτης, τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ.   Μετά τις σπουδές και την ειδίκευσή του στη Γενική Χειρουργική, υπηρέτησε για δεκαετίες στην Α’ Χειρουργική Κλινική του ΑΠΘ και διετέλεσε διευθυντής της Α’ Χειρουργικής – Ογκολογικής Κλινικής του Θεαγενείου Αντικαρκινικού Νοσοκομείου, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη της χειρουργικής ογκολογίας στην Ελλάδα. Δημοσίευσε σημαντικό επιστημονικό έργο, εκπαίδευσε μεγάλο αριθμό νέων χειρουργών και υπηρέτησε τον ιατρικό χώρο με προσήνεια και αφοσίωση. Ήταν γνωστός και για την πνευματική του σχέση με τον Άγιο Παΐσιο, τον οποίο είχε θεραπεύσει σε κρίσιμες στιγμές.

Ποτέ δεν ξέχασε τις σπουδές του στην ΣΙΣ, και η παρακάτω Βιωματική του ιστορία τελειώνει ως εξής :

Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή 45 χρόνια μετά. Καλεσμένος σε ογκολογικό συνέδριο, που οργανώθηκε στο Διδυμότειχο από την XVI Μ/Κ μεραρχία πεζικού, τη Δ/νση Υγειονομικού και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, είχα την απρόσμενη χαρά και έκπληξη να τιμηθώ από το στρατό για την μονίμως πρόθυμη προσφορά μου να χειρουργώ στο 424 ΣΝ ή στα Νοσοκομεία ΑΧΕΠΑ και Θεαγένειο αξιωματικούς και οπλίτες, όπως μου ζητήθηκε πολλές φορές.

Η έκπληξη ότι κανείς δεν ήξερε ότι είχα πράγματι ανδρωθεί στο Στρατό και ότι, αν δεν ήταν η ΣΙΣ, δεν θα είχα γίνει πιθανότατα γιατρός και η χαρά γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να ευχαριστήσω από καρδιάς τον Στρατό και την Σχολή, όχι μόνο γιατί με περιέβαλλαν με αγάπη, αλλά κυρίως γιατί με προετοίμασαν για το μεγάλο, όμορφο, ίσως σκληρό πολλές φορές, οδοιπορικό μιας ζωής αφιερωμένης στην Ιατρική, στη Χειρουργική.

Όσα και όπως τα θυμάμαι 65 χρόνια μετά…

Εισαγωγή στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (ΣΙΣ), απόλυτα συνειδητή, αποκλειστική, μοναδική και, γιατί όχι, αγαπητική-ερωτική. Άλλη διέξοδος εξάλλου δεν υπήρχε. Όλα βέβαια έδειχναν ότι τελειώνει όπου να΄ναι ο αδελφοκτόνος πόλεμος, αλλά οι προοπτικές για σπουδές ήταν ανύπαρκτες μετά από τις απανωτές λαίλαπες και οικογενειακές καταστροφές, την γερμανική και τον εμφύλιο.

Η σκληρή και αιματηρή σύρραξη είχε το 1949 περιοριστεί σχεδόν στο Γράμμο-Βίτσι, αλλά στα «αστικά» κέντρα μαίνονταν ένας άλλος, σκληρός, πονηρός, με αναπάντεχο θάνατο, αόρατος πόλεμος, η Νάρκη. Έτσι, στα μέσα του ’49, λίγο πριν τη λήξη του εμφυλίου, ο ασφαλέστερος τρόπος να φθάσει στη Θεσσαλονίκη από Κατερίνη ήταν δια θαλάσσης, υφιστάμενος την απαραίτητη νηοψία στα ανοιχτά του Θερμαϊκού. Ανάμεσα στα πλεούμενα που κάνανε τη συγκοινωνία, και ο «Έρωτας», ένας μικρός σκυλοπνίχτης, μια μεγάλη βάρκα με αρκετά δυνατή μηχανή, σε 3-3,5 ώρες έφτανε στη Θεσσαλονίκη. Είτε κρατήστε λοιπόν το άρθρο (τον) στον τίτλο είτε όχι, η ουσία δεν αλλάζει και είναι μία: ταξίδι στη συμπρωτεύουσα για τη μεγάλη, την αποκλειστική και συνειδητή επιλογή για το μέλλον. Οι δυσκολίες αφάνταστες. Ο συναγωνισμός μεγάλος. Ένας στους είκοσι θα ήταν ο τυχερός. Υποψήφιοι 840, εισακτέοι 46 και όσοι προερχόμενοι από οικογένειες στρατιωτικών θα ισοβαθμούσαν με τον 46ο, τον τελευταίο επιτυχόντα. Τελικά «εισήχθησαν» 46+6, πενήντα δύο μαθητές στην 1η τάξη της ΣΙΣ του 1949.

Οι εξετάσεις τέλη Ιουλίου, ώστε, όποιος ήθελε και ανεξάρτητα επιτυχίας ή όχι, να έχει τη δυνατότητα (τι ειρωνία για αρκετούς – τους περισσότερους από τους διαγωνισθέντες) να συμμετάσχουν αργότερα, τον Σεπτέμβρη, και στις εισαγωγικές εξετάσεις για την Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ.

Πριν από τις εξετάσεις, οι απαραίτητες δοκιμασίες για τη σωματική ακεραιότητα, ικανότητα και ευρωστία. Πρώτα γυμνοί μπροστά στα μέλη της ομάδας γιατρών στο ισόγειο –υπόγειο του 424 Σ.Ν, κάτω από τη σκάλα της εισόδου, από την εσωτερική αυλή, ύστερα στον οφθαλμίατρο, ΩΡΛ και τέλος στα αγωνίσματα, τρέξιμο ενός χιλιομέτρου και πήδημα στο σκάμμα, στο γήπεδο της ΧΑΝΘ. Στα δύο τελευταία μάλιστα υπήρξαν και ευτράπελα.

Στον ΩΡΛ, στον έλεγχο της ικανότητας ακοής, όσο ο εξεταστής κατέβαζε την ένταση στην ερώτηση, λέξη ή φράση που έπρεπε να επαναληφθεί, τόσο κατέβαζε και την ένταση στην απάντηση και ο εξεταζόμενος, ώστε κάποια στιγμή να ρωτήσει ο εξεταστής «τι είπες;» και να γελάσει το παρδαλό κατσίκι, όταν ο εξεταζόμενος αφελώς και αυθορμήτως είπε στον εξεταστή: «δεν ακούτε καλά, κύριε;».

Στο αγώνισμα του χιλιομέτρου σε ορισμένο χρόνο, ένας σχετικά μικρόσωμος και αδύνατος, σπουδαίος μετέπειτα γιατρός του Ναυτικού, χρειάστηκε τη μαζική υποστήριξη με παροτρύνσεις από την κερκίδα αλλά και τρέξιμο μαζί του αρκετών συνυποψηφίων που είχαν τερματίσει, ώστε να δοθεί επιπλέον χρόνος και να περάσει επιτυχώς ο μετέπειτα συμμαθητής.

Τα μαθήματα των εισαγωγικών εξετάσεων πέντε, κατανεμημένα σε τρεις κύκλους, με εξεταστές καθηγητής του ΑΠΘ και δύο συνεξεταστές αξιωματικούς ειδικών σπουδών. Η βαθμολογία των δύο αξιωματικών δεν μπορούσε να διαφέρει του ενός βαθμού εκείνης των καθηγητών – εξεταστών. Φυσικά, τα στοιχεία του εξεταζομένου ήταν καλυμμένα με χοντρή μπλε κόλλα. Έπρεπε να είναι επιτυχής η εξέταση στο πρώτο μάθημα, για να προκριθεί η διαγωνιζόμενος στο δεύτερο κύκλο και το ίδιο για τον τρίτο κύκλο.

Ο πρώτος και δυσκολότερος στόχος ήταν η Έκθεση Ιδεών. Εξεταστής ο σπουδαίος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ Στίλπων Κυριακίδης. Μόνο το 12,5 (δωδεκάμισι) θεωρούνταν επιτυχία και έδινε τη δυνατότητα συνέχισης των εξετάσεων. Βέβαια, φαντάζεστε την ανακούφιση όσων συνέχισαν, αφού αντί 840 προσήλθαν κάτι λιγότεροι από τους μισούς, περί τους 350, για να διαγωνιστούν στα μαθήματα του 2ου κύκλου, φυσική και χημεία. Εδώ η βάση ήταν χαμηλότερη (στο 10). Εξεταστής ο καθηγητής ΑΠΘ Κόκκορης και μόλις 84 με το εισιτήριο για τον τρίτο κύκλο. Δεν χρειάσθηκαν οι πανεπιστημιακές αίθουσες. Αρκούσαν τα τραπέζια της τραπεζαρίας των μαθητών της Σχολής. Εξεταστής, ένας γλυκύτατος απόστρατος αξιωματικός, ο Κ.Ι.Περιστέρης για τα μαθήματα της στρατιωτικής ιστορίας και στρατιωτικής γεωγραφίας. Ο ίδιος μετέπειτα ήταν ο καθηγητής των ιδίων μαθημάτων στην 1η τάξη της ΣΙΣ. Επιτηρητής, αυστηρός, ο αρχηγός της 3ης τάξεως και μετέπειτα καθηγητής της Οφθαλμολογίας στο ΑΠΘ, Π.Κώνστας. Η αγωνία στις εξετάσεις του 3ου κύκλου μεγαλύτερη, καθώς κυριολεκτικά υπήρχε η οσμή (από το παρακείμενο μαγειρείο) της ΣΙΣ. Τελικά, για τους 52 επιτυχόντες δόθηκε η δυνατότητα να βελτιώσουν τη θέση στη σειρά επιτυχίας δίδοντας εξετάσεις σε ξένη γλώσσα. Έτσι άλλαξε η σειρά, αφού μερικοί έδωσαν ακόμη και σε 3 γλώσσες, που τους προσέθεσαν μόρια. Δυστυχώς αδικήθηκαν οι γνωρίζοντες την ποντιακήν, διότι τότε δεν είχε, όπως πρόσφατα, προταθεί για ψηφοθηρικούς λόγους να θεωρείται η ποντιακή (η συγγενέστερη διάλεκτος προς την Αρχαία Ελληνική) ως ξένη γλώσσα!

10 Νοεμβρίου του 1949 και ώρα 2-4μμ, η υποδοχή στη ΣΙΣ. Μία ομάδα μαθητών με τα γυαλισμένα άρβυλα, την καλοσιδερωμένη χακί στολή εξόδου, γραβάτα και άσπρα γάντια, περίμεναν στην Πύλη επί της Β.Όλγας. Όλοι οι καινούργιοι, όπως έφθαναν, παραλαμβάνονταν ένας-ένας από μαθητή της Σχολής, χαιρετούσαν, όσοι είχαν, τους δικούς τους που τους είχαν συνοδέψει μέχρι την Πύλη και βάδιζαν κατά μήκος του τοίχου μιλώντας φιλικά. Ο τοίχος υπάρχει και σήμερα και χωρίζει το Μουσείο (τότε Κυβερνείο) από τη σχολή Γκαίτε (τότε κοιτώνες, μαγειρεία, τραπεζαρία της ΣΙΣ). Εκεί, κοντά στα δύο κτίρια, υπήρχε ένα άνοιγμα ευρύχωρο στον τοίχο, έτσι ώστε να γίνεται απρόσκοπτα και σύντομα η κίνηση από το ένα προς το άλλο κτίριο, δηλαδή από τους κοιτώνες προς τη Διοίκηση και κυρίως προς τα αναγνωστήρια. Μόλις λοιπόν έφθανε η φιλική δυάδα στο άνοιγμα, ο συνοδός μαθητής έστριβε ξαφνικά αριστερά, σπρώχνοντας το νεοφερμένο στον κήπο-αυλή του Κυβερνείου, όπου και τελείωνε η αποστολή του. Γύριζε ο μαθητής να παραλάβει τον επόμενο από την Πύλη και άρχιζε η οδύσσεια του νεοφερμένου. Για δυο-τρεις ώρες χάνονταν ο χρόνος και όλα στριφογύριζαν μπροστά στις αποθήκες υλικού και ιματισμού, στο υπόγειο του Κυβερνείου. «Είσαι οοοο;;;;» μια ακατανόητη κραυγή από «μαινόμενους» μαθητές της Διοικούσης (5η και 6η εκείνη τη χρονιά) τάξεως. Απορία και ίσως ψέλισμα του ονόματός σου. Η απάντηση εξίσου ακατανόητη. «Είσαι σκερβελές!» Μια μη ετοιμολογούμενη λέξη, ώσπου μετά από ώρα μάθαινες ότι είσαι ο μαθητής 1ης τάξεως τάδε, του (πατρώνυμο) και της (μητρώνυμο) εκ (τόπος καταγωγής) – ΔΙΑΤΑΞΤΕ!

Όλοι με σχετικά πρόχειρα ρούχα, μερικοί φυσικά δεν είχαν και άλλα, πλην του λεβέντη υπαξιωματικού του Λιμενικού Σώματος, που ήρθε με την επίσημη στολή του για να αρχίσει σε λίγο να μασάει ανόρεχτα τη σκούρα μπλε γραβάτα του. Το γέλιο πληρώθηκε ακριβά: πηδήματα επιτόπου με βαθιά καθίσματα, μέτρημα με σπιρτόξυλο της περιμέτρου του κήπου και στρίψιμο (άνοιγμα-κλείσιμο) του ηλεκτρικού διακόπτη με τη …μύτη! Ο διακόπτης δεν γύρισε, η μύτη όμως διογκώθηκε σημαντικά στο ακρορρίνιο.

Άμεση απαλλαγή από την κόμη στο κουρείο, στεγασμένο σε toll στην αυλή του κυβερνείου, όπου και το ΚΨΜ (Κέντρο Ψυχαγωγίας Μαθητών) από έναν δύστροπο για την περίσταση κουρέα, που επέμενε να κλείνει καλά η πόρτα, για να μην αρπάξει «κανα σαλπιγγίτη», όπως έλεγε. Ευτυχώς η μηχανή είχε δεύτερη σκάλα και άμεινε αρκετό μαλλί στο κεφάλι, γιατί είχαν αρχίσει ήδη τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, τα οποία αρχίσαμε να παρακολουθούμε μετά 5-10 ημέρες. 10μμ και η παράσταση στον μεγάλο θάλαμο-βάση υποβρυχίων με την παρέμβαση ενός όμορφου μαθητή με 6 και άστρο στις επωμίδες, του θεού της Σχολής, όπως λεγόταν (ο Αρχηγός), έληξε μετά από ένα εξαντλητικό 8ωρο περίπου. Το κρεβάτι είχε βέβαια ξεστρωθεί 4-5 φορές και ξαναστρώθηκε καλά με τεντωμένη την κουβέρτα και το μπαούλο παρόμοια είχε αδειάσει στο πάτωμα επανειλημμένως, για να «διδαχθεί καλά» ο τρόπος που έπρεπε να είναι τακτοποιημένα μέσα σ΄αυτό τα προσωπικά μας αντικείμενα.

Φαγητό..Πάντα καλομαγειρεμένο και προσεγμένο, φρόντιζε πολύ και ο Δ/της της Σχολής αυτοπροσώπως. Τα παιδιά –οι μαθητές- έπρεπε να τρώνε καλά, γιατί είχανε διπλή αποστολή και διπλή προσπάθεια. Του στρατιώτη και του φοιτητή της Ιατρικής με προσδοκίες και απαιτήσεις από τη Διοίκηση. Από τα ωραιότερα και νοστιμότερα φαγητά, η φασουλάδα και ο αλμυρός μπακαλιάρος. Ο μάγειρας άριστος και κυρίως ευγενικός –ο αντίποδας του κουρέα- με καλλιτεχνικές τάσεις. Ήταν ικανός να κάψει, πάντα πολύ λίγο, το φαγητό, μέχρι να τελειώσει την άρια, έχοντας συνήθως εκτός από το προσωπικό του μαγειρείου, σπουδαίο ακροατή το μαθητή-συσιτιάρχη της ημέρας. Αλλά τι ήταν εκείνο το «ελεύθεροι» που σήμαινε όχι να συνεχίσεις με ησυχία, αλλά να φύγεις από την τραπεζαρία αμέσως, είχες δεν είχες χορτάσει. Μερικές φορές ήταν και ευεργετικό. Στο τραπέζι (6 άτομα) άρχοντας ήταν ο αρχαιότερος μαθητής, ο τραπεζάρχης, με απόλυτο δικαίωμα να σε αναγκάζει να τρως το φαγητό της υπηρεσίας, π.χ.κατεψυγμένο Νέας Ζηλανδίας από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως κοροϊδεύαμε, και πλιγούρι μέχρι τέλους, ενώ δίπλα ήταν το πιάτο της βελτίωσης του συσιτίου, π.χ αρνάκι με πατάτες και σαλάτα. Χόρταινες με το κατεψυγμένο και δεν ήθελες ή δεν προλάβαινες λόγω του «ελεύθεροι» να θίξεις το αρνάκι που το λιγουρευόσουνα επί ώρα. Υπήρχε όμως και χειρότερο. Να σου ετοιμάσει ο μεγάλος ένα κοκτέιλ με ό,τι είχε το τραπέζι, ζουμιά, μπαχαρικά κλπ και να το πιείς στην υγειά του μονορούφι και να το «καταφχαριστηθείς». Να που το «ελεύθεροι» ευτυχώς αρκετές φορές τον προλάβαινε τον άρχοντα τραπεζάρχη και την γλίτωνες τη δυσπεψία.

Προσευχή στρατιωτική με την επιστροφή στο θάλαμο και ύπνο. Ύπνο να τον πει ο Θεός! Το στρώμα και το μαξιλάρι με άχυρα και να αισθάνεσαι μαζί με τα τσιμπήματα, ότι χάνεις κομμάτια πατριωτισμού και ερωτικής διάθεσης για την ΣΙΣ.

Το επόμενο πρωί, το πρώτο εγερτήριο, νύχτα ακόμη, μετά από ένα παρατεταμένο σφύριγμα, κραυγές και τη μαγική λέξη «σκερβελέδες» και όλοι στη βεράντα του μεγάλου θαλάμου για τα άρβυλα. Ένα υπέροχο φεγγαροβασίλεμα που δεν κατόρθωνε να το σβήσει τίποτε και έμελλε να συνοδεύει τους μαθητές και αργότερα, όσοι γίνανε Θεσσαλονικείς και είχαν θέα στο Θερμαϊκό. Γυμναστική 15-20’ και προετοιμασία για την πρωινή αναφορά.

Ήταν η μεγάλη στιγμή της ενσωμάτωσης στην ομάδα και στη Διλοχία, που άγγιξε αμέσως την καρδιά, ανέβασε στα ύψη την αδρεναλίνη, γύρισαν πίσω όσα κομμάτια ενθουσιασμού τόλμησαν αποβραδίς να αποδράσουν και το αίσθημα μίας κρυφής, ανάλαφρης υπερηφάνειας και κυρίως ένα κυρίαρχο αίσθημα ομαδικότητας, συντροφικότητας, αδελφικότητας και ασφάλειας πέταξε το πρώτο φυλλαράκι, που σύντομα θα γιγαντώνονταν σε δέντρο όμορφο, πολλά υποσχόμενο, με βαθιές και στέρεες ρίζες. Ακολούθησε βέβαια το δύσκολο 40ήμερο της εκπαίδευσης και συνήθειας στη στρατιωτική ζωή, αλλά η αρχή, το ήμισυ του παντός, είχε γίνει.

Εν μέσω σφυριγμάτων (τρία παρατεταμένα για τους πρωτοετείς – να μην χανόμαστε), η εντολή με την έρρινη κραυγή του αρχηγού Φ.Κυρίμη «όπλα, παλάσκες, ντοκ», το ρυθμικό απ-δύο-τρία (από το αγγλοσαξονικό up-two-three) επ΄ώμου, παρουσιάστε, οι ασκήσεις πυκνής τάξεως. Ταυτόχρονα όλα τα βιβλία: Ανόργανη χημεία, Φυσική, Βοτανική και μία ακατανόητη Ζωολογία (καθ.Γ.Αθανασόπουλος Θεός ΄σχωρέστον) πραγματικός γρίφος. Όλα μαζί. Σε λίγες μέρες στο Πανεπιστήμιο για παραδόσεις και εργαστήρια, αλλά και ταχύρρυθμη στρατιωτική εκπαίδευση, ασκήσεις παρελάσεων, πορείες και σκοποβολή στο λόφο ΔΟΞΑ (με τιμητικές εξόδους αργότερα, λόγω υψηλής ευστοχίας). Στο Πανεπιστήμιο με 3 Τζέημς και φρουρά στρατιωτική. Μόλις 2-3 μήνες πριν, είχε γίνει δολοφονική επίθεση στο διπλανό αερονομείο, με νεκρούς Μπερέδες-ταψί στο κουρεμένο κεφάλι, αλλά τάξη, σεβασμός στους καθηγητές, προσπάθεια καταγραφής της διδασκαλίας, Έτσι χάθηκε κάθε ίχνος καλλιγραφίας και ορθογραφίας στα γραφόμενα, για να προλαμβάνεται ο ομιλητής. Πολύ βοηθούσαν πάντως στην ανάγνωση των ορνιθοσκαλισμάτων, οι τόνοι, τα πνεύματα και όλα τα σημεία στίξης. Την περίοδο αυτή συγκλονιστική ήταν η στιγμή που ο μπαρουτοκαπνισμένος λοχαγός Γ.Τσίτσας του Πεζικού μας παρέδωσε το όπλο με ένα σύντομο αλλά συγκινητικό λόγο για τον μοναδικό και πιστό φίλο που θα τον ξεχώριζες ανάμεσα σε πολλά άλλα όπλα και δεν θα σε πρόδιδε ποτέ, έναντι μιας μικρής περιποίησης.

Γρήγορα περάσανε οι 40 ημέρες. Ορκωμοσία και η πρώτη έξοδος στην πόλη. Φυσικά στο σπίτι και σε συγγενείς ή φίλους, εφόσον υπήρχαν, ή σε μικρές ομάδες όσο γινόταν ανέμελα στο κέντρο της πόλης. Οι οδηγίες αυστηρές για αξιωματικούς που θα συναντούσες, πώς θα στεκόσουν στο τραμ, τι επιτρέπεται να κρατάς στο χέρι και κυρίως ο τρόπος συμπεριφοράς προς τους άλλους. Βέβαια ανάλογη κάθε φορά αλλά πάντα να αποπνέει άρωμα ευγένειας και τιμής στον συνεπιβάτη ή συνοδοιπόρο. Επιστροφή αυστηρά προ του προσκλητηρίου στις 10.30μμ. Σιωπητήριο και όσοι ήθελαν, Προαιρετική. Η προαιρετική μελέτη και η «αιρετική» για στρατιωτική σχολή, μεσημεριανή διακοπή μετά το γεύμα με εντολή του Αρχηγού της Σχολής ήταν πράγματι σπουδαίες καινοτομίες, που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην απόδοση και στην επιτυχία των εξετάσεων στο ΑΠΘ. Μετά την προαιρετική, όσο άντεχε ο καθένας, επιστροφή στους θαλάμους ακροποδητί, χωρίς θορύβους, ομιλίες ή χαιρετούρες ακόμη και στον Αρχηγό, ο οποίος ήταν εκείνη τη στιγμή συμφοιτητής και συνάδελφος.

Μετά τη σύντομη εκπαίδευση στη χρήση των όπλων, άρχισαν και οι στρατιωτικές υπηρεσίες και σκοπιές στην Πύλη, στον κήπο του Κυβερνείου και στη μεγάλη ταράτσα της Σχολής. Στη θάλασσα, σκοπιά φύλαγε η ομάδα των στρατιωτών που υπηρετούσε στη Σχολή ως ομάδα υποστήριξης. Το καλοκαίρι του ΄50 και κυρίως η βάρδια 12-2πμ ήταν μεγαλείο στη μεγάλη ταράτσα, με τα τραγούδια του Τ.Μαρούδα, που ακούγονταν από το παραδίπλα νυκτερινό κέντρο, λίγο πιο εδώ από τη σημερινή οδό Καλλιδοπούλου. Το ρεπερτόριο άρχιζε με το «…όνειρα που για μια νύχτα μόνο…», όμως υπήρχε και μια αυστηρή εντολή. Συχνά οι γλεντζέδες έφευγαν από το κέντρο με βάρκα για μια σύντομη βόλτα στο Θερμαϊκό ή δια θαλάσσης στα σπίτια τους «τελούντες εν ευθυμία». Η εντολή: Να μην πλησιάσουν σε απόσταση 50 μέτρων από τον περίβολο της Σχολής. Και να΄ναι χειμωνιάτικο βράδυ με αρκετό βαρδάρη, να περνάει η βάρκα, να ακούγεται το άσμα «…σίγουρα θα πάμε μια και φθάσαμε ως εκεί, εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή..» και εσύ να απασφαλίζεις το τόμιγκαν, να τραβιέσαι από τη σκοπιά, να σε δέρνει ο βαρδάρης και να εύχεσαι να περάσει η βάρκα για να ξαναμπείς στη σκοπιά, τουρτουρίζοντας. Η θάλασσα ήταν πολύ κοντά. Το κύμα έσκαζε περίπου στο μέσον της σημερινής παραλιακής λεωφόρου. Επί τη ευκαιρία να σημειωθεί ότι είχε και η Σχολή οκτάκωπη βάρκα, που τη χρησιμοποιούσαν οι μαθητές το καλοκαίρι για βουτιές στη θάλασσα λίγο ανοιχτά, μπροστά από τη Σχολή, ή για μια κρυφή βόλτα για ξέσκασμα μέχρι την Καστέλα, όπου και το άγαλμα του Βασιλέως Γεωργίου Α, στο ύψος της οδού Αγ.Τριάδος.

Βέβαια, δεν ήταν μόνο η ταράτσα. Ήταν και η σκοπιά της Πύλης στη Βας.Όλγας. Εκεί όπου σήμερα είναι το παρκάκι-κήπος του Μουσείου, δίπλα ακριβώς από την είσοδο του Γκαίτε, ήταν ένα πανέμορφο, δίπατο, πολυγωνικό περίπτερο, σε στιλ αυστροουγκρικής αυτοκρατορίας, ίσως οίκημα του θυρωρού παλαιότερα. Εδώ η ομάδα υπηρεσίας, συνήθως 6-8 μαθητές όλων των τάξεων, είχαν υποχρέωση να κοιμούνται με πλήρη πολεμική εξάρτηση όλη τη νύχτα, διαδεχόμενοι ο ένας τον άλλο και περιμένοντας οπωσδήποτε την έφοδο αξιωματικού της φρουράς Θεσσαλονίκης με Σύνθημα-Παρασύνθημα. Είχε βέβαια και αυτή η σκοπιά το ενδιαφέρον της. Απέναντι ακριβώς, μεταξύ των οδών σήμερα 28ης Οκτωβρίου και Κοσμά Αιτωλού, σε βάθος 100-150 μέτρων ήταν ένα οικόπεδο-αλάνα. Εδώ μαζευόταν η αφρόκρεμα των οινοφίλων της συνοικίας, και όχι μόνον, σε μια ταβερνούλα τη «Χιονισμένη Καλύβα» και την «εύρισκε» υπό τους ήχους οργάνου (μπαγλαμά;) και με άσματα του τύπου «..κι ήταν απένταρος μπεκρής έξω από το ταβερνάκι, συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι…». Μια απόπειρα εξερεύνησης του «χώρου», νωρίς ένα κυριακάτικο βράδυ, έγινε αντιληπτή από το όργανο υπηρεσίας, τον Λοχία-μαθητή της διοικούσης Μ.Μουζάκη, Κεφαλλονίτη και έληξε άδοξα. Ο λοχίας διετείνετο στον αξιωματικό υπηρεσίας ότι δεν πρόλαβε να δει ποιοι εκ της φρουράς ήταν οι δράστες, διότι, όπως είπε: «Αμα τη εμφανίσει, κ.Υπολοχαγέ, του υποφαινομένου, έσπευσαν να εξαφανισθώσιν κράζοντες ο Λιοχίας, ο Λιοχίας». Περιττό να ειπωθεί ότι έπεσε γέλιο, δεν μαρτυρούσε φυσικά κανείς κάτι σχετικό με πρόσωπα-δράστες και η καμπάνα με προειδοποίηση προς όλους ήταν δύο στερήσεις εξόδου.

Εκτός από τις σκοπιές (για το 1950) υπήρχαν και οι περιπολίες. 10μμ με 6 το πρωί ανά 2ωρο, δύο μαθητές (ο ένας της 1ης τάξης) περιπολούσαν στη γύρω περιοχή μέχρι τη σημερινή Δελφών και είχαν υποχρέωση να ξυπνούν τους σκοπούς για τις σκοπιές Κυβερνείου και μεγάλης ταράτσας. Στη συνέχεια καταργήθηκε η περιπολία προς μεγάλη ανακούφιση. Οι «πορείες» με πλήρη εξάρτηση κυρίως προς Κουρί και Χορτιάτη ήταν πραγματικές εκδρομές. Γινόταν κατά τη διάρκεια των διακοπών, κυρίως, και στην επιστροφή περίμενε πάντα τηγανητός μπακαλιάρος και άφθονο νερό.

Η ζωή καθόλου μουντή. Πέραν των επίσημων χορών στο 2ο όροφο του Κυβερνείου, με τη συμμετοχή βεβαίως του Λυκείου των Ελληνίδων 1-2 φορές το χρόνο, τις αστειότητες και τα παιχνίδια στο ΚΨΜ, όπου φιλοξενήθηκαν αναδυόμενοι “star” του καλλιτεχνικού στερεώματος, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Μπιθικώτσης στη διάρκεια των «σουαρέ», έβγαινε στην παρλάτα και αρκετή διακωμώδηση για τα έργα και τις ημέρες της διοικούσης τάξης. Υπήρχε και η εβδομαδιαία ώρα εκμάθησης χορών, εθνικών βεβαίως, αλλά και ευρωπαϊκών με το χοροδιδάσκαλο Μεταλληνό. Τι χάρμα αλήθεια να βλέπεις να «στροβιλίζονται» σε ρυθμό βαλς δύο ζευγάρια αρβύλες Νο 50 και βάλε!! Αξέχαστο θα μείνει και το ρεσιτάλ βιολιού από τον ταλαντούχο βιολονίστα, μαθητή 3ης τάξης, Αρ.Βρίτσιο. Κυριακή απόγευμα, οι σκερβελέδες βαρύθημοι, οι άλλοι είχαν βλέπεις έξοδο, και ξαφνικά συγκέντρωση στη βάση υποβρυχίων, το μεγάλο θάλαμο της Σχολής. Αντί του αναμενόμενου καψονίου για να ζωηρέψουν, άνετο κάθισμα και απόλαυση επί δίωρο του ρεσιτάλ βιολιού. Χρόνια μετά γελάσαμε όταν το θυμηθήκαμε σε παρέα με τον εκτελεστή και διατυπώθηκε η άποψη ότι «δεν ήταν και πολύ χειρότερο από καψόνι»! Κακίες! Ήταν για τους περισσότερους η πρώτη φορά που μαγεύτηκαν από βιολί, γιατί το ήξεραν μόνο από τα πανηγύρια στα χωριά τους.

Εκείνο το καλοκαίρι του ’50 σημάδεψε τη Σχολή και ιδιαίτερα την 1η τάξη. Σε μία εκδρομή της Σχολής στο Σταυρό της Χαλκιδικής για ξεκούραση, μετά τις εξετάσεις του Ιουνίου, μία ομάδα 4 μαθητών της 1ης τάξης μπήκε κατά λάθος σε παραμελημένο ναρκοπέδιο, εκεί που σήμερα περνάει ο δρόμος προς Ολυμπιάδα, αλλά τότε η θάλασσα έφθανε μέχρι τα ριζά του βουνού. Η έκρηξη φοβερή. Ένας συμμαθητής, ιδιαίτερα αγαπητός, στον τόπο και τρεις βαριά τραυματίες εκ των οποίων ένας, δυστυχώς, δεν επέζησε. Τραγωδία. Η τιμητική φρουρά που συνόδεψε τις σωρούς στα χωριά τους γύρισε συγκλονισμένη…Δύο φορές νιώσαμε έτσι. Η δεύτερη ήταν όταν, ευτυχώς, τελικά γλίτωσε συμμαθητής μας από επίθεση καρχαρία στην Κέρκυρα, πρωτοφανές για την Ελλάδα, ενώ κατασπαράχθηκε η φίλη του. Πάντως δεν ξεχνιέται ο λοχαγός μας, που μετά την έκρηξη μπήκε τέσσερις φορές στο ναρκοπέδιο και με απαράμιλλη ψυχραιμία και δύναμη ψυχική και σωματική, έβγαλε τους τραυματισμένους μαθητές και το νεκρό, όπως εκείνος ήξερε, απαγορεύονται την είσοδο σε όλους. Άξιος θαυμασμού. Πολύ αργότερα, τον συναντούσα συχνά τις Κυριακές στον Ι.Ν. της Θείας Αναλήψεως, τον χαιρετούσα με σεβασμό και όταν μια φορά του θύμισα το επεισόδιο, έσκυψε το κεφάλι και κοκκίνισε «ως αρσακειάς», όπως λέγαμε τότε.

Αυτός ήταν τότε ο Ελληνικός Στρατός και η ΣΙΣ, όσο τα θυμάται κανείς μετά τόσα χρόνια. Μέσα σ΄αυτό το κλίμα άρχισαν και συνεχίστηκαν με πλήρη επιτυχία οι σπουδές στην Ιατρική. Το πρόγραμμα, η σωστή κατανομή του χρόνου για στρατιωτικές ασκήσεις, ανάπαυση, μελέτη, ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των μαθητών αλλά και μεταξύ στρατιωτικών και πολιτών φοιτητών και, κυρίως η συντροφικότητα μεταξύ των μαθητών και η άμιλλα, ώστε να είναι όσο γίνεται καλύτεροι φοιτητές, να μην αφήνουν μάθημα για μετά την 2η περίοδο, να αρχίζουν απερίσπαστοι το νέο έτος από την αρχή, έδωσαν πλούσιους καρπούς. Ασφαλώς δεν υπήρχε δυσκολία και μέριμνα για βιβλία, σίτιση και διαμονή. Το πρόγραμμα όμως έδινε δυνατότητα για πλήρη εκμετάλλευση του χρόνου, ο οποίος ήταν αφιερωμένος βασικά στις πανεπιστημιακές υποχρεώσεις. Η στενή και διακριτική παρακολούθηση αλλά και φροντίδα από τον ευπατρίδη Δ/τη Σπουδών Α.Καϊλόγλου για την πρόοδο και απόδοση των μαθητών, είχε πλούσια συγκομιδή.

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι σπουδές. Ήταν και η διάπλαση χαρακτήρων των μελλοντικών στρατιωτικών ιατρών, για τους οποίους σεμνύνεται όχι μόνο ο στρατός με τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία αλλά και κάθε ασθενής που προσέτρεξε και προστρέχει σε αυτούς. Η έξωθεν καλή μαρτυρία και η αγάπη και εμπιστοσύνη των ασθενών τους είναι ο αψευδέστερος μάρτυρας της ιατρικής τους πληρότητας σε όλες τις ειδικότητες, του άριστου χαρακτήρα και της τέλειας συμπεριφοράς τους. Το μαρτυρεί και ο αριθμός των τότε μαθητών που ανήλθε σε ανώτατα πανεπιστημιακά και κοινωνικά αξιώματα. Ήταν επόμενο. Από τα λίγα που αναφέρθηκαν στο σύντομο αυτό σημείωμα, δεν μένει αμφιβολία ότι εκείνη η ΣΙΣ ήταν φυτώριο αξιών και αξιών.

Η Διαγραφή

Μετά 4 χρόνια, εμπερίστατος, βγήκες από το γραφείο του Δ/τη Σπουδών της ΣΙΣ με πολλές συμβουλές και το βιβλιάριο σπουδών στο χέρι. Ντυμένος ακόμη με χακί, το παρέδωσες στη Γραμματεία της Ιατρικής του ΑΠΘ, στο κεντρικό τότε κτίριο της Φιλοσοφικής και εντάχθηκες στους πολίτες φοιτητές της Ιατρικής. Τότε συνειδητοποίησες τη δημιουργικότητα της ΣΙΣ σ΄όλο το μεγαλείο της. Τα οικονομικά καλύτερα, αλλά πολύ δύσκολα ακόμη, τα βιβλία δεν ήταν πια δωρεάν και μία καινούρια ζωή μόλις άρχιζε, η κλασική φοιτητική. Πήγες με το τραμ που πήρες έξω από τη Σχολή, στη Βας.Όλγας στο ΑΠΘ και γύρισες με τα πόδια στην οδό Αγ.Τριάδας. Πήγαινες εμπερίστατος, ολίγον απορημένος, αρκετά ανήσυχος για το μέλλον. Κατεβαίνοντας από το ΑΠΘ, ξεκίνησεες με τα πόδια για να βάλεις σε κάποια τάξη τις σκέψεις σου. Πριν φθάσεις στο «Σιντριβάνι», η απόφαση είχε ληφθεί: «το πρόγραμμα της ΣΙΣ χωρίς παρεκκλίσεις» είπες σχεδόν φωναχτά. Έφθασες ανακουφισμένος στο σπίτι, απ΄όπου έφυγες σε δύο χρόνια με το πτυχίο της Ιατρικής και το απολυτήριο του στρατού, που έγραφε «διπλωματούχος οπλίτης». Ήταν επόμενο. Δεν ήταν τυχαίο ότι διάλεξες μόνο τη ΣΙΣ για να δώσεις σάρκα και οστά στα όνειρά σου. Και εκείνη να σε ετοιμάζει με στοργή και φροντίδα, να σφυρηλατήσει χαρακτήρα, να σε κάνει δυνατό και άξιο να προχωρήσεις μόνος σου με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου και να πετύχεις.

Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή 45 χρόνια μετά. Καλεσμένος σε ογκολογικό συνέδριο, που οργανώθηκε στο Διδυμότειχο από την XVI Μ/Κ μεραρχία πεζικού, τη Δ/νση Υγειονομικού και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, είχα την απρόσμενη χαρά και έκπληξη να τιμηθώ από το στρατό για την μονίμως πρόθυμη προσφορά μου να χειρουργώ στο 424 ΣΝ ή στα Νοσοκομεία ΑΧΕΠΑ και Θεαγένειο αξιωματικούς και οπλίτες, όπως μου ζητήθηκε πολλές φορές.

Η έκπληξη ότι κανείς δεν ήξερε ότι είχα πράγματι ανδρωθεί στο Στρατό και ότι, αν δεν ήταν η ΣΙΣ, δεν θα είχα γίνει πιθανότατα γιατρός και η χαρά γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να ευχαριστήσω από καρδιάς τον Στρατό και την Σχολή, όχι μόνο γιατί με περιέβαλλαν με αγάπη, αλλά κυρίως γιατί με προετοίμασαν για το μεγάλο, όμορφο, ίσως σκληρό πολλές φορές, οδοιπορικό μιας ζωής αφιερωμένης στην Ιατρική, στη Χειρουργική.

Μπλάτζας Γεώργιος

Χειρουργός – Καθηγητής ΑΠΘ

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ιστορία της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής (Σ.Ι.Σ.) Θεσσαλονίκης (1947-1970), Η εμβληματική περίοδος της Ελληνικής Στρατιωτικής Ιατρικής. (ISBN 9786188024076)

Το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία της ΣΙΣ από την 1η δημιουργία της το 1947 στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1970 που μετονομάστηκε. Στο βιβλίο, εκτός από την ιστορία, παρουσιάζονται οι κτιριακές εγκαταστάσεις, η ζωή στη σχολή, βιωματικές καταθέσεις μαθητών της ΣΙΣ, το μητρώο των μαθητών της ΣΙΣ και φωτογραφίες όλων των μαθητών.

Συγγραφείς: Υποστράτηγος (ΥΙ) ε.α. Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος Ταξίαρχος (ΥΙ) ε.α. Γεώργιος Πολυράκης Γενικός Αρχίατρος ε.α. Χρίστος Β. Παπαγιάννης Αντιστράτηγος (ΥΙ) ε.α. Κωνσταντίνος Παγουρόπουλος και Γενικός Αρχίατρος Γεώργιος Βουρβουλάκης.  Το Βιβλίο εκδώθηκε το 1916 από τις Εκδόσεις “Λόγος & Εικόνα“. 


Επιμέλεια ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2021 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ

ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ 48 ΧΡΟΝΙΑ ΠΙΣΩ, ΣΤΟ 1973

Μέσα από την Ημερησία Διαταγή της Σχολής της 22/3/1973, φαίνεται πως ο Μαθητής της ΣΣΑΣ έπρεπε να συμβιβάσει την στρατιωτική του ιδιότητα και την φοιτητική του, δύσκολο να συμβιβαστούν σε μια φοιτητούπολη. Η φοιτητική ζωή δεν μπορεί να συγκριθεί με την στρατιωτική.

Στην ΗΔ περιγράφονται τα “εγκλήματα” τριών συναδέλφων. Οι δύο πρώτοι πρόωρα έχουν φύγει από την ζωή.  

Δεν είχαν διαπράξει έγκλημα. Εκείνη την εποχή το να διασχίσεις τον δρόμο εμπρός από την Φιλοσοφική Σχολή και να βρεθείς απέναντι,  αποτελούσε παράπτωμα, αν ήσουν με πολιτικά ήταν σχεδόν έγκλημα. Επέλεξα να σβήσω τα ονόματα τους σεβόμενος την μνήμη τους.

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ εδώ