Categories
2025 ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΣΙΣ ΤΟ 1950

  • 2025.11.30
  • Κ. Κυριακόπουλος

Στο αρχείο μου βρήκα το παρακάτω κείμενο του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου2 και το παραθέτω όπως το έχω αντιγράψει από το ένθετο «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 339, 30 Δεκεμβρίου 2004.

Πρωτοχρονιά Artwork:

ΠΙΤΕΡ ΑΡΤΣΕΝ εις μνήμη Γιάννη Δουβίτσα1

Ανήκω στην ευάριθμη (για να μην πω στη μεγάλη, ή μάλλον στην πλειοψηφούσα…) ομάδα των νεοελλήνων αστών, η οποία ουδέποτε κατάφερε να χωνέψει όλες αυτές τις προκάτ ευχές, τους γλυκασμούς, τις (δήθεν) χαρές και συγκινήσεις των εορτών των Χριστουγέννων -εορτών, που (αν δεν κολυμπούσαμε σε ωκεανούς υποκρισίας) άνετα θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τον χαρακτηρισμό των πιο πληκτικών και θλιβερών ημερών του έτους.

Σήμερα, κάτι με τον δέκατο τρίτο μισθό, κάτι με τις ομαδικές εξόδους (και την συνακόλουθο τροχαία σφαγή), τις εκδρομές εν γένει και τις πανηγύρεις, το πράγμα κολάζεται κάπως -τα χρόνια, όμως, εκείνα με τις οικογενειακές και λοιπές συνάξεις, τη γενικότερη στέρηση και μιζέρια, το κρύο και τον συνήθως άθλιο καιρό, οι άγιες καλούμενες ημέρες ελάχιστα απείχαν από μια μείζονα ετήσια δοκιμασία. Ευτυχώς, τότε, τα Χριστούγεννα ήσαν τουλάχιστον απαλλαγμένα από τα μεταγενέστερα δεινά – το θλιβερότατο και αήθες χριστουγεννιάτικο δέντρο, τη γαλοπούλα, τα ηλίθια και άχρηστα δώρα και τον ορυμαγδό της χυδαίας διαφήμισης, η οποία (εσχάτως) αρχίζει πριν καλά καλά τελειώσουν τα καλοκαιρινά μπάνια. Και τα κάλαντα, που έψαλλαν κατά τις παραμονές τα παιδιά, είχαν μια τρυφερή και αφοπλιστική ειλικρίνεια: προσέβλεπαν σε ένα μικρό χαρτζιλίκι, στην πραγματοποίηση ενός ελάχιστου ονείρου.

Θυμάμαι δύο αδελφάκια στη Νιγρίτα της Βισαλτίας, που με καθαρό μουτράκι και παγωμένα πόδια, βουτηγμένα στο χιόνι, χτύπησαν την πόρτα μας και άρχισαν να μέλπουν, ενώ αραιές μυξούλες τρέχαν πάνω στα χείλη τους: Κόλιαντα, μπάμπω, κόλιαντα δυο χιλιάδες πρόβατα και πεντακόσια γίδια, δώσε, θειά, καρύδια… Μετά που τέλειωσαν, το κοριτσάκι άπλωσε την ποδίτσα του, περιμένοντας τα καρύδια… Η μοναδική χαρούμενη γιορτή (οφείλω να ομολογήσω) ήταν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όταν πλήθη κόσμου, άπασα η μικρή πόλη όπου ζούσα, ανεβοκατέβαινε (υπό βροχήν, συνήθως) στους κεντρικούς δρόμους, με σφυρίγματα, πειράγματα κι αλαλαγμούς, ενώ τα παιδιά τραβολογούσαν τους γονείς στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, προκειμένου να εξασφαλίσουν το δώρο τους – καμιά σφυρίχτρα, ένα τόπι ή (σπανιότερα) μια φυσαρμόνικα.

Στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι οι περισσότεροι ήσαν κατηφείς, μελαγχολικοί και άκεφοι, ξενυχτισμένοι συνήθως στα χαρτιά ή στους επίσημους χορούς. Το κυρίως πιάτο ήταν κόκορας με μακαρόνια (μακαρόνια χοντρά, με βορβορώδη κόκκινη σάλτσα, κομμάτια ξύλου κανέλας και άφθονη μυζήθρα), που τα συνόδευαν με βαρελίσια φέτα και μπόλικο ντόπιο κρασί. Τα γλυκά δεν τα άγγιζε σχεδόν κανείς.

Ύστερα πήγαιναν να γείρουν, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, για μερικές ώρες – οπότε, όταν ξυπνούσαν, είχε πια νυχτώσει για καλά και ουδείς εγνώριζε πώς να σπρώξει αυτό το βράδυ… Έτσι, περίπου, στην επαρχία του ’50. *

Κι ερχόμαστε, τώρα, στη Θεσσαλονίκη, ως επιτυχόντες στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή, όπου παρουσιαζόμαστε στις 10 Νοεμβρίου 1949. Το πανεπιστήμιο δειλά δειλά ανοίγει, αλλά εμείς πρέπει πρώτα να συμπληρώσουμε έναν αυστηρό κύκλο στρατιωτικής εκπαίδευσης 40 ημερών.

Η πρώτη έξοδος ορίζεται για τα Χριστούγεννα, οπότε και θα έχουν ετοιμαστεί οι (επίσημες) μπλε στολές εξόδου. Δεν κατάλαβα ποτέ από που ξεφύτρωσαν όλοι εκείνοι οι φτωχομπινέδες ράφτες, οι οποίοι άρχισαν να ράβουν τις στολές μας: σύντομα δημιουργήθηκε ένα πραγματικό χάος με πρόβες, διορθώματα, ξηλώματα, αναβολές, ματαιώσεις, βάτες, στενέματα, φαρδέματα, κ.ο.κ. -το μόνο σίγουρο ήταν ότι κατά τα Χριστούγεννα είχαν, μεν, ετοιμαστεί μερικές στολές, αλλά ουδεμία χλαίνη…

Αποφασίστηκε, μετά από συσκέψεις και διαβουλεύσεις των ηγητόρων, η έξοδος να πραγματοποιηθεί χωρίς χλαίνη, ως επί φθινοπωρινής ευδίας! Οι Θεσσαλονικείς, λοιπόν, και οι γύρωθεν φόρεσαν τις στολές τους και απήλθαν (κάπως μουλωχτά…) στα σπιτάκια τους, οι υπόλοιποι των μεμακρυσμένων περιοχών, ημείς, αναλάβαμε πάσα σκοπιά και πάσα υπηρεσίαν: η πρώτη μας έξοδος θα γινόταν ανήμερα την Πρωτοχρονιά.

Δεν θα μιλήσω, φυσικά, για εκείνα τα Χριστούγεννα, όπου στο μεγάλο εστιατόριο της Σχολής τοποθετήθηκε ένα τεράστιο δέντρο (πρώτη φορά βλέπαμε κάτι τέτοιο), δώρο της οικείας δασικής υπηρεσίας, το οποίο άρχισαν (χορωδοί και άλλοι καλλίφωνοι) να πατηκώνουν με στρώσεις βάμβακος (χιονίζει, δήθεν) και με άλλα ετερόκλιτα και ετεροθαλή μπιχλιμπίδια. Το βαμπάκι το κουβαλούσαν από το αναρρωτήριο, συσκευασμένο σε ωραία πακέτα, επάνω στα οποία αναγραφόταν με μαύρα παχειά γράμματα Βάμβαξ υδρόφιλος φαρμακευτικός. Παρατηρούσα με δέος το χιονιζόμενο εκείνο δέντρο που επέτεινε την παγωνιά του χώρου: τα καλοριφέρ είχαν προ πολλού χαλάσει και, απ όσο θυμάμαι, το ΄ Σώμα Στρατού ενέκρινε το σχετικό κονδύλι για την επισκευή τους περί τα μέσα Μαρτίου.

Φθάνουμε, έτσι, αισίως στην παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οπότε ομάδα αισιόδοξων καλλίφωνων πήρε σβάρνα πριν ξημερώσει (εποχούμενη σε ημιυπαίθρια ημιφορτηγά τριών τετάρτων, τύπου Dodge) την ηγεσία της Σχολής, τους καθηγητές των εξωπανεπιστημιακών μαθημάτων (δεν εξαιρέθηκε ούτε ο διδάσκαλος χορού), ψάλλουσα (η καλλίφωνος ομάς) τα κάλαντα. Κατά το μεσημεράκι άρχισε να καταφθάνει (ή, μάλλον, να καταπλέει, καθότι έβρεχε καταρρακτωδώς) η κουστωδία των ραφτάδων, κομίζουσα άρον άρον και τις υπόλοιπες μπλε στολές: η παράδοση των χλαινών ανεβλήθη, και πάλι, για ευθετώτερο χρόνο… *

Η Πρωτοχρονιά άρχισε με κάποια χαλαρότητα: η πρωινή γυμναστική παρελήφθη, αλλά αμέσως μετά το πρωινό ρόφημα άρχισε χορός κινητοποιήσεων, διότι στην επιστήμη επί των Νέω Ετει δοξολογία θα αποτελούσαμε το τμήμα αποδόσεως τιμών. Φθάσαμε με άγριο βαρδάρη στο προαύλιο της Αγιάς Σοφίας στις 9: η δοξολογία είχε ορισθεί για τις 10.30. Στη Σχολή επιστρέψαμε λίγο πριν από το πρωτοχρονιάτικο γεύμα, στο οποίο παρεκάθησε κατ’ εξαίρεσιν και ο Δοιηκητής.

Μετά τις ευχές, τις ημερήσιες διαταγές, τις προσευχές, τα κάλαντα (πάλι η γνωστή ομάς) κ.λπ., άρχισε το σερβίρισμα του φαγητού. Ήρθαν πρώτα οι σουπιέρες. Όταν δοκίμασα την πρώτη κουταλιά, μάταια προσπάθησα να εντοπίσω τη μυρουδιά εκείνης της σούπας. Ο τραπεζάρχης με αγριοκοίταξε, ώστε αναγκάστηκα να την καταπιώ… Ακολούθησαν πιατέλες, με κάτι τεράστια κουφάρια: ήταν γαλοπούλες γεμιστές (γεγονός που ερμήνευε εκ των υστέρων την απροσδιόριστη μυρουδιά και γεύση της σούπας), σαλάτα λάχανο, και κομπόστα ροδάκινο της ομοσπονδίας γεωργικών συναιτερισμών Θεσσαλονίκης. Το γεύμα έκλεινε με γαλακτομπούρεκο και φρούτο (πορτοκάλι).

 Στις 3.30 συγκεκτρωθήκαμε με τις μπλε στολές για την πρώτη έξοδο. Μετά από ενδελεχείς και εξονυχιστικές επιθεωρήσεις, εδέησε να διαβούμε την πύλη της Σχολής. Πήραμε με τον Νίκο (σ. Δούκα – ΣΙΣ 1949 ΑΜ 176, γιό του Γυμνασιάρχη Γ. Δούκα, που παραιτήθηκε από τη σχολή το 1953), το τραμ και κατεβήκαμε στην Τσιμισκή. Ο δρόμος ήταν έρημος, ο βαρδάρης είχε αγριέψει, τα μαγαζιά κλειστά, κάθε τόσο συναντούσαμε ανωτέρους και απονέμαμε τον οφειλόμενο χαιρετισμό…

Σε λίγο ένιωθα τα πόδια με παγωμένα (φορούσαμε μαύρες κάλτσες μερσεριζέ, λεπτότατες, σχεδόν διαφανείς), αισθανόμουν λεπτούς κόκκους άμμου να τρυπώνουν στα παπούτσια μου. -Θα παγώσουμε, μου λέει ο Νίκος, και με παρέσυρε προς την παραλία, όπου το σπίτι μακρινού συγγενούς του, ανωτάτου στελέχους κρατικής υπηρεσίας. Πάτησε το κουδούνι και, μετά από αρκετή ώρα, μας άνοιξαν.

Το διαμέρισμα ήταν γεμάτο κόσμο, οι περισσότεροι έτρωγαν ακόμη, και μας κοίταξαν κάπως περίεργα. Η οικοδέσποινα μας σύστησε και μας πρόσφερε κουραμπιέδες και κονιάκ. Στο διπλανό δωμάτιο η κόρης της και μια παρέα νέων έπαιζαν τυφλόμυγα. Ξαφνικά έγινε απόλυτη σιωπή. Στο κέντρο του τραπεζιού τεντώθηκε και άρχισε να ξεροβήχει ένας μεσόκοπος προγάστωρ, φημισμένος προπολεμικά (καθώς μας εξήγησαν ψιθυριστά και με δέος) βαρύτονος της Λυρικής. Ο (τέως) βαρύτονος, υπείκων στις παρακλήσεις των οικοδεσποτών που τον τραπέζωναν συχνά, εδέχθη να τραγουδήσει μερικά άσματα του συρμού. Τον φάγαμε κι αυτόν στη μάπα καμιά ώρα. Όταν τελείωσε, όλοι σηκώθηκαν και, ένας ένας, άρχισαν να φεύγουν.

Χαιρετήσαμε και φύγαμε και εμείς. Είχε, πια, σκοτεινιάσει για καλά. Μη έχοντας που να πάμε (ουδείς των γηγενών μας είχε προκαλέσει σπίτι του), επιχειρήσαμε να κάνουμε και πάλι καμιά βόλτα. Μάταια – τρέμαμε από το κρύο και οι δύο. Κατευθυνθήκαμε δρομαίως στην πιο κοντινή στάση του τραμ, όπου και περιμέναμε αρκετή ώρα, προκειμένου να επιστρέψουμε στη Σχολή. Όταν, επιτέλους, έφθασε επιβιβαστήκαμε με ανακούφιση. Την ώρα που ξεκινούσε το τραμ, στο διπλανό πεζοδρόμιο περπατούσε η παρέα της τυφλόμυγας, έχοντας στο κέντρο την κόρη της προ ολίγου οικοδέσποινας. Τη στιγμή που βρεθήκαμε στο ίδιο ύψος (εκείνη κοίταζε επιμόνως προς το μέρος μας), είδα τον Νίκο να ανταλλάσσει μαζί της νεύματα και χειρονομίες για κάτι κάπως αόριστο μεν, αλλά πάντως προσεχές, ή ακόμη και αμέσως επικείμενο.

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος –

Σημειώσεις από ΕΕΥΕΔ

1. Ο Γιάννης Δουβίτσας (1950–2009) ήταν ιδρυτής και εκδότης των Εκδόσεων Νεφέλη, ενός από τους σημαντικότερους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους μεταπολιτευτικά. Με σπουδές στη Γεωπονική Σχολή, στράφηκε στον χώρο του βιβλίου στα χρόνια της δικτατορίας και από το 1979 δημιούργησε έναν εκδοτικό κατάλογο υψηλής ποιότητας, με περισσότερους από 1.600 τίτλους λογοτεχνίας, δοκιμίων, θεάτρου και επιστημονικού λόγου. Ξεχώριζε για την προσήλωσή του στο βιβλίο ως πολιτισμικό αγαθό και για το σταθερό κριτήριο επιλογής των έργων που εξέδιδε. Έφυγε ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία 59 ετών, αφήνοντας σημαντική παρακαταθήκη στην ελληνική εκδοτική παραγωγή. Περισσότερα εδώ

2. Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (1930–2024) ήταν Έλληνας πεζογράφος και στρατιωτικός ιατρός (ΣΙΣ 1949, ΑΜ 200), ξεχωριστό μέλος της γενιάς της μεταπολεμικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας και σπούδασε στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από το 1962 με το διήγημα «Οι Φρακασάνες» ξεκίνησε τη λογοτεχνική του πορεία· ο λόγος του χαρακτηρίζεται από λιτότητα, διακριτική ειρωνεία και νοσταλγική επιστροφή στη νεότητα· στα έργα του συχνά αναδύονται μνήμες παιδικών χρόνων και της ελληνικής επαρχίας. Παράλληλα, υπηρετούσε ως γιατρός στο στρατό και συνδύαζε την ιατρική με τη λογοτεχνία, διαμορφώνοντας ένα ξεχωριστό φωνητικό τόνο στην πεζογραφία. Περισσότερα για το έργο του στην ενότητα “Γράμματα & Τέχνες” της ΕΕΥΕΔ εδώ


Επιμέλεια ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2025 ΑΡΘΡΑ ΕΦΥΓΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

  • 2024.12.10
  • Λάμπρος Βαζαίος
Πηγή Φωτογραφίας “ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος έφυγε από κοντά μας πριν λίγες μέρες, στις 29 Νοεμβρίου 2024. Έφυγε πλήρης ημερών, όπως συνηθίζεται πια να λέμε και ήταν από τους τελευταίους αν όχι ο τελευταίος της τάξης του, της σειράς του. Ήταν 94 ετών ο φίλος μας και οι τελευταίες ημέρες του στο ΝΙΜΤΣ ήταν δύσκολες. Μέχρι το τέλος όμως διατηρούσε διαύγεια και είχαμε την τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία μας, 2 μόλις 24ωρα πριν το μοιραίο.

Μετά την αναγγελία του θανάτου είναι γεγονός ότι Συνάδελφοι, Φίλοι, ο κόσμος των Συγγραφέων και άλλοι πολλοί, σε αφιερώματα του Τύπου και των Ηλεκτρονικών Μέσων μίλησαν για το έργο του, για την πορεία του, για την ζωή του. Τον τίμησαν τον Ηλία και μπορώ να πω με τρόπους που δεν θα τον ενοχλούσαν αν ήταν ακόμη παρών. Χαμηλόφωνες, χωρίς εξάρσεις και υπερβολές αναφορές στο έργο του, συνοδεύανε προσεγμένα και λιτά, ως επί το πλείστον, βιογραφικά. Σε ότι με αφορά, με προβλημάτισε η υπόσχεση που έδωσα για αποχαιρετισμό.

Παρακολουθώντας τις δημοσιεύσεις ένιωθα μέρα με την μέρα πως δεν μένανε πολλά σημεία που θα μπορούσα να προσθέσω. Το αφαιρετικό συναίσθημα που προκλήθηκε άρχισε να με βασανίζει. Όταν πια ο Χρόνος φάνηκε να επιμένει ότι έπρεπε να τελειώνω, οι αναμονές δεν είχαν πια νόημα.

Η γνωριμία μας πριν 45 περίπου χρόνια και η φιλία, που σαν ακριβό εργόχειρο συναισθημάτων την ξεδιπλώνουμε ακόμη (!), είναι από τις πιο ιδιαίτερες διαδρομές μου. Στον χώρο και τον Κόσμο τον δικό μας, αναφέρομαι στην μεγάλη οικογένεια των Στρατιωτικών Γιατρών, ο Ηλίας είχε από την αρχή, μπορώ να πω, ξεχωριστή θέση. Ήταν ο «συγγραφέας» για τους λιγότερο γνώριμους. Ήταν για τους κοντινούς ο Ηλίας που έγραφε, που αγαπούσε πεισματικά το πολυτονικό, ήταν ο ΗΧΠ που ήθελε μόνο την χειροποίητη τυπογραφία με τα στοιχεία της «κάσας». Δεν θα μιλήσω φίλε μου για το ότι ήσουνα ολιγογράφος, το είπαν κατά κόρον λες και ήταν κάτι εξωτικό.

Δεν θα μιλήσω ακόμη για τις ατελείωτες διαδρομές τα «πήγαινε-έλα» με τα διηγήματα σου στον Πύργο, ούτε για την ζωή σου στο κτήμα της Πάρου. Μιλήσανε για όλα πολύ, οι φίλοι σου, οι άλλοι γραφιάδες, οι εικαστικοί που σε αγαπούσαν, οι άνθρωποι του Τύπου. Είναι πολλοί που σε περίμεναν στο «Επέκεινα» της Ζωής. Σε φαντάζομαι να τους λες τα νέα. Πρέπει να μάθανε πως έφθασες, γιατί φάνηκαν από μακριά μάλλον βιαστικοί ο Σινόπουλος με τον Γιώργη Παυλόπουλο και τον Χριστόφορο Μηλιώνη. Από δίπλα ο Πεντζίκης πρέπει να τέλειωσε το σκίτσο σου με υπογραμμισμένα τα αιώνια υπαινικτικά του σχόλια. Ο Καββαδίας μουρμουράει τους τελευταίους 5 στίχους του για τον Γέρο που του πρέπουν μοναχά 2 μέτρα καραβόπανο και ο Τσίρκας με τον Καραγάτση έχουν πιάσει ψιλή κουβέντα περιμένοντας. Είναι και άλλοι πολλοί που περπατήσατε μαζί. Δεν θα μου κακιώσουν που δεν θα τους ονοματίσω έναν-έναν.

Θα πω δυο λόγια όμως για εμένα και άλλους Συναδέλφους που όταν θελήσαμε να καταγράψουμε τις ευαισθησίες μας σε συμβουλευτήκαμε!
Συνεσταλμένοι όλοι μας, με τα πρώτα αδέξια χειρόγραφα, σε ψάξαμε και σε ρωτήσαμε. Ο Νίκος Καββαδίας έλεγε πως την συνάντηση για να «ρωτήσει» την κλωθογύριζε καιρό πολύ και είχε άδικο! Ήταν τόσο αγαπησιάρικη η γραφή του Νίκου και θυμάμαι πως του το είπες αμέσως. Δεν ήσουν επιεικής, αλλά ούτε απόμακρος, δεν απέφευγες να πεις για τα αρνητικά, ούτε αν κάναμε καλά που θέλαμε να προσθέσουμε στην ταμπέλα της ζωής μας τον τίτλο του γραφιά! Σε όλο τον χώρο μας, τον επαγγελματικό, στου Στρατού την μεγάλη αρένα, ήσουν γνωστός, «αποδεκτός» με τις ιδιαιτερότητες που συνοδεύουν υποχρεωτικά τους ανθρώπους «των Γραμμάτων και των Τεχνών». Έτσι σε βλέπαμε και σε ξέραμε όλοι οι νεότεροι, έτσι σε αποδεχόντουσαν οι μεγαλύτεροι. Ήταν η ριπή δροσιάς στην ακίνητη ατμόσφαιρα της «χακί» ζωής μας! Πόσο την είχαμε όλοι ανάγκη! Οι μικρές λεπτομέρειες του ανέμελου κόμπου της γραβάτας της στολής, η ξεχασμένη επίσκεψη στο κουρείο, οι εμβληματικές αθλητικές «ελβιέλες» (μόλις αποστρατεύτηκες αυτές!) ήτανε μικρές νίκες, μικρά ταρακουνήματα στα στάσιμα νερά, ήτανε η συνεισφορά σου, ο ρεφενές στο τραπέζι που στρώναμε κάποιοι κρυφά και διστακτικά!

Περάσανε τα χρόνια, γίνανε πολλά. Μάθαμε για σένα και τον Ηλία Πετρόπουλο, που εκεί ψηλά, δείχνει τόσο ευχαριστημένος για το μοναδικό Αρχείο του, που φρόντισες να μπει στην Γεννάδιο Βιβλιοθήκη.

Κουβεντιάσαμε μαζί σου για τον Πεντζίκη, ανακαλύψαμε τον Καχτίτση, ροσκυνήσαμε σε ξωκλήσι ανάβοντας ένα κεράκι για τονΠαπαδιαμάντη. Με διπλωματικό τρόπο κατάφερα να σε πείσω να δεχτής το μονοτονικό που μου «επέβαλε» ο υπολογιστής! Ήτανε πολύ δύσκολη, για μένα τουλάχιστον, η εφαρμογή του πολυτονικού στις γραμματοσειρές του πληκτρολόγιου. Το πολυτονικό έμεινε μόνο στα γραπτά!

Με την γλυκιά Νιόβη πάντα δίπλα σου, χαρήκατε ευαισθησίες εκεί που οι περισσότεροι νιώθανε απέχθεια και καταπίεση. Τα χρόνια στην Καβάλα με την κινηματογραφική λέσχη που έστησες, ανακαλύπτοντας τον Μπουνουέλ και τα άλλα στην Βέροια που της χάρισες την βιβλιοθήκη σου, ήταν όμορφα χρόνια.

Η Ιατρική Επιθεώρηση των Ενόπλων Δυνάμεων έγινε στα χέρια σου αξιόπιστο επιστημονικό περιοδικό. Ο Τσιβεριώτης, ο καλός τυπογράφος πέρασε πολύ χρόνο μαζί σου για να γίνει τελικά πραγματικότητα η ξεχωριστή έκδοση της ΙΕΕΔ! Την αποστρατεία ακολούθησε η εγκατάσταση στην Πάρο που σε αγάπησε και σε τίμησε όσο και εσύ την έκανες δική σου. Το κτήμα σου ήταν η έννοια, οι κόποι, και το καμάρι σου όλα τα χρόνια. Ήταν έξοχη εκείνη η συνέντευξη στην τηλεόραση που μίλησες για όλα. Συντάχθηκες με τους ανθρώπους που αντιστεκόντουσαν στην λαίλαπα του τουρισμού. Είσαστε όλοι στην πρώτη γραμμή, οι γραφιάδες, οι εικαστικοί, οι άνθρωποι όλων των Τεχνών, «οι ανήσυχοι» αρχιτέκτονες, οι ευαίσθητοι υποψιασμένοι πολίτες. Τα όσα βλέπουμε σήμερα δεν σε δικαιώνουν. Ο αγώνας ήταν άνισος και υπονομευμένος από την αρχή. Οι μπίζνες και τα κέρδη δεν παλεύονται Ηλία! Με την Νιόβη περνούσατε τον χειμώνα στην Κυψέλη και μόλις έσκαγε η πρώτη υποψία Άνοιξης κατεβαίνατε στο νησί.

Περάσανε όμως κάποτε τα χρόνια που είμαστε όλοι μας όρθιοι, δυνατοί, ταξιδιάρηδες! Έμεινες πια μόνιμα, συνέχεια στην Κυψέλη με την Νιόβη και από κοντά όλοι μας περιοριστήκαμε. Ήτανε πλέον απόλαυση οι μεγάλες συνομιλίες μας από το τηλέφωνο, που ήτανε συχνές και τόσο γεμάτες. Μου λείπουν πολύ Ηλία, μου λείπει ακόμη πιο πολύ η έννοια να σου ταχυδρομήσω τα κείμενα που αναρτούσα στο διαδίκτυο. Δεν συμβιβάστηκες και δεν άγγιξες πληκτρολόγιο μέχρι τέλους! Οι υπόλοιποι παζαρέψαμε με τον υπολογιστή. Κάποιοι κρατήσαμε άμυνα ξορκίζοντας τα «κοινωνικά δίκτυα» και κρατώντας μόνο την ανοιχτή επικοινωνία. Συμβιβαστήκαμε και δεν μας κατηγόρησες. Το ταχυδρομείο μας βοηθούσε. Ο ταχυδρόμος της Κυψέλης και το Poste Restante της Νάουσας στην Πάρο σε χαιρετούσαν φιλικά κάθε τόσο!

Εδώ όμως θα σε χαιρετήσω ακριβέ μου φίλε. Δεν κατάφερα να γράψω τον «καλό» επικήδειο που σκόπευα στην αρχή. Δεν γινόταν να μην κουβεντιάσω μαζί σου έτσι ανακατεμένα, άλλοτε στο πρώτο πρόσωπο, άλλοτε περιγραφικά με εικόνες της ζωής σου. Είμαι σίγουρος πως δεν θα με παρεξηγήσεις, ξέρω ότι σου αρέσανε τα λίγο μπερδεμένα γραφτά μου!

Πως όμως να κλείσω το πρώτο γραπτό κομμάτι που δεν θα ταχυδρομήσω, και δυστυχώς σίγουρα δεν θα διαβάσεις;


Έρρωσο παροδίτα! (όπως
μας το έμαθες!)
Και γιατί όχι όμως ένα απλό…….
Αντίο.. και καλή μας αντάμωση!


  • Κείμενο σε εκτυπώσιμη μορφή pdf: εδώ
  • Επιμέλεια Ανάρτησης
  • Αργύρης Τασιόπουλος
Categories
2024 ΕΦΥΓΑΝ

ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

  • – 2024.11.30
  • – Λ. Βαζαίος
  • – ΔΣ/ΕΕΥΕΔ

ΑΠΟ ΛΑΜΠΡΟ ΒΑΖΑΙΟ

Έφυγε από κοντά μας το απόγευμα 29 Νοε, 2024, πλήρης ημερών, ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος. Ένας από τους τελευταίους (αν όχι ο τελευταίος) της γενιάς του. Έχω το θλιβερό καθήκον να αναγγείλω την «αναχώρηση στο επέκεινα» του Συναδέλφου, που τίμησε την Οικογένεια των Στρ. Γιατρών και άφησε ένα από τα πιο όμορφα ίχνη στην Λογοτεχνία μας. Τον ακριβό μου φίλο, τον Συνάδελφο, τον Συγγραφέα, τον ξεχωριστό διηγηματογράφο, τον εκλεκτό άνθρωπο, θα μου επιτρέψετε να τιμήσω με νεκρολογία «εν ευθέτω χρόνω», όπως ο ίδιος θα έλεγε και θα ήθελε!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕΥΕΔ

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος Γεν. Αρχίατρος ε.α, Παθολόγος Υγιεινολόγος. Ηταν Μέλος της ΕΕΥΕΔ.

Γεννήθηκε το 1930 στον Πύργο Ηλίας. Εισήλθε στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή το 1949. Υπηρέτησε στον Στρατό Ξηράς

Υπήρξε διακεκριμένος δοκιμιογράφος, διηγηματογράφος και σεναριογράφος. Το έργο του, που κατατάσσεται στην μεταπολεμική ελληνική λογοτεχνία, διακρίνεται από λιτότητα του λόγου, λεπτή ειρωνεία και τρυφερή νοσταλγία για τα δύσκολα χρόνια της νεότητας.

Η ΕΕΥΕΔ παρουσίασε το μεγάλο έργο του στην Ιστοσελίδα της στα “Γράμματα και Τέχνες” δείτε το εδώ

Εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια σε όλους τους συγγενείς, φίλους και Συναδέλφους του, που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του.

Ο Θεός ας τον αναπαύσει.

ΔΣ/ΕΕΥΕΔ

Categories
2023 ΙΣΤΟΡΙΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟ

Α’ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

  • 2023.05.10
  • H. Παπαδημητρακόπουλος
  • Λ. Βαζαίος
  • Α. Τασιόπουλος

Η Διατήρηση της “Ιστορικής Μνήμης”, στις πραγματικές της βάσεις και όχι παραχαραγμένης,  αποτελεί  ουσιώδη συνδετικό κρίκο του έθνους μας, μέσω της ατομικής και συλλογικής μνήμης .

Στην διατήρηση της  ιστορικής μνήμης συμβάλουν  και τα κτίρια-μνημεία   που μας υπενθυμίζουν διαρκώς άλλες χρονικές περιόδους, τα ιστορικά γεγονότα και τα πρόσωπα που σχετίζονται με αυτά.

Ένα κτίριο στενά συνυφασμένο με την ιστορία μας είναι το Α΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο στου Μακρυγιάννη.

Αρχιτεκτονικά, το κτίριο ήταν επιβλητικό, δέσποζε στο δρόμο για την  Ακρόπολη, ήταν το πρώτο δημόσιο κτήριο της πρωτεύουσας, το οποίο συνδύαζε πραγματικά ετερόκλητα αρχιτεκτονικά στοιχεία, δηλαδή νεοκλασικά, νεο-ρωμαϊκά και νεο-βυζαντινά. Αυτό το έκανε σημείο αναφοράς για πολλούς επισκέπτες.

Φωτο. Το Α’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο, νότια της Ακρόπολης (βέλος)  Ανθρακοτυπία 1869 Γεννάδιος Βιβλιοθήκη

Λειτουργικά το κτίριο είναι συνυφασμένο με την Στρατιωτική Ιατρική και γενικότερα με την Ελληνική Ιατρική. Το σχεδίασε ο Βάϊλερ, ως Α΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Είναι το πρώτο κτίριο στην χώρα που σχεδιάστηκε με προδιαγραφές Νοσοκομείου και λειτούργησε σχεδόν επί 100 χρόνια ως Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Πρώτος διευθυντής διετέλεσε ο διαπρεπής Βαυαρός ιατρός A. Lindemaver από της 25 Απριλίου 1836 οπότε και τοποθετείται χρονικά η επίσημη έναρξη λειτουργίας του, για να ακολουθήσουν Έλληνες στρατιωτικοί ιατροί.

Για πολλά χρόνια το Α΄Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών ήταν το καλύτερο νοσοκομείο της Ελλάδος. Σε αυτό παρέχονταν σύγχρονες και υψηλής ποιότητας ιατρικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής.

Αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την δημόσια υγεία και περίθαλψη και είναι άμεσα συνυφασμένο με την ιστορία του Υγειονομικού του Ελληνικού Στρατού τον 19ο αιώνα. Ταυτόχρονα είναι κομμάτι της Ιστορίας  της Ιατρικής στην Ελλάδα μια που το Νοσοκομείο αυτό  έπαιξε και εκπαιδευτικό ρόλο, ως οργανικό κομμάτι της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου με καθηγητές Στρατιωτικούς ιατρούς όπως ο Ιωάννης Ολύμπιος (στρατιωτικός ιατρός και πρώτος Καθηγητής της χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών) και ο Ερρίκος Τράϊμπερ (Αρχίατρος ιδρυτής της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στρατού, Καθηγητής της χειρουργικής). Ενδεικτικά αναφέρουμε, το 1847 οι Επίατρος Ν. Πετσάλης και Ε. Τράιμπερ πραγματοποίησαν την πρώτη εγχείρηση με γενική αναισθησία στην Ελλάδα με τη χρήση αιθέρα. Το επίτευγμα αυτό ήταν σημαντικότατο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο αιθέρας χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική έξι μόλις μήνες νωρίτερα. Επίσης στο στρατιωτικό νοσοκομείο, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, λίγο αργότερα χρησιμοποιείται και το χωροφόρμιο.

Επίσης σημαντική ήταν και η προσφορά του Νοσοκομείου τόσο κατά την επιδημία πανώλους τον Απρίλιο του 1837 στον Πόρο όσο και στην επιδημία χολέρας, το 1854 στην Αθήνα.  (Διδακτορική Διατριβή 2009 ΑΠΘ-“Η Ιστορία των Στρατιωτικών Νοσοκομείων στη νεότερη Ελλάδα, του Στρατιωτικού Ιατρού Κωνσταντίνου Γ.)

Τι πιο συνυφασμένο λοιπόν με το κτίριο και την ιστορία του, από  την στέγαση σε αυτό Μουσείου της Ελληνικής Ιατρικής; Για το λόγο αυτό πριν 32 χρόνια υγειονομικοί Αξιωματικοί, με επίλεκτα μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας και της Ιατρικής, μαζί με απογόνους του Τράιμπερ, ίδρυσαν τον Σύλλογο “Φίλοι του Μουσείου της Ελληνικής Ιατρικής». Αγωνίστηκαν να  ιδρυθεί το Μουσείο.  Το Μουσείο για διάφορους λόγους δεν έγινε, και ο Σύλλογος “συμβιβάστηκε” με την ανάρτηση πλάκας που πληροφορούσε για την ιστορία του οικοδομήματος!

Την θλιβερή όμως συνέχεια της αρχικής προσπάθειας για την ίδρυση του Μουσείου της Ιατρικής, περιγράφει ο Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος. Η πλάκα του «συμβιβασμού» εθεάθη ριγμένη στο ρείθρο του πεζοδρομίου της Διον.Αρεοπαγίτου και σήμερα αγνοείται η τύχη της!

Το αρχικό κτίριο είχε η ριζικά ανακαίνισθει το 1899. Μετά από έναν αιώνα λειτουργίας, το 1930 παραχωρήθηκε στη χωροφυλακή και απετέλεσε, μεταξύ των άλλων, πεδίο αιματηρών συγκρούσεων κατά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 1944. Το 1977 περιήλθε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Σήμερα,  το κτίριο που σχεδίασε και κατασκεύασε το 1836 ο Βαυαρός Υπολοχαγός του Μηχανικού φον Βάϊλερ, μετά την περιπετειώδη ιστορική διαδρομή του, είναι λαμπρά αναπαλαιωμένο και διατηρημένο, μέρος του Μουσείου της Ακροπόλεως!

Η Επιστημονική Ένωση Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΥΕΔ)  παίρνοντας την σκυτάλη από παλιότερους Συναδέλφους προβάλει ξανά το άρθρο του Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου στην Καθημερινή 20/1/1991! Είναι ακόμη επίκαιρο και εξέφρασε τότε το αυτονόητο, την ίδρυση δηλαδή Μουσείου Ελληνικής Ιατρικής στο πρώτο οργανωμένο Νοσοκομείο της χώρας, προσπάθεια που πρέπει να αφορούσε το σύνολο του Ιατρικού Κόσμου της χώρας.  

Έγραφε τότε  ο Παπαδημητρακόπουλος τελειώνοντας το άρθρο του στην Καθημερινή “Και δεν είναι, επιτέλους, καιρός η ηγεσία των Υγειονομικών των Ενόπλων Δυνάμεων, οι εν ενεργεία και οι εν αποστρατεία συνάδελφοι, οι ιατρικοί σύλλογοι και οι επιστημονικές ενώσεις, οι πανεπιστημιακοί των Ιατρικών Σχολών (και άλλοι, και άλλοι…), να απαιτήσουν έναν στοιχειώδη σεβασμό της ιστορικής μνήμης (ήτοι του τρέχοντος ήθους) με τη δημιουργία στο Νοσοκομείο Μακρυγιάννη του Μουσείου της Ελληνικής Ιατρικής – πράγμα που από ετών έχουν πράξει οι ψυχροί κουτόφραγκοι με τα αντίστοιχα Στρατιωτικά Νοσοκομεία στη Γαλλία, το Βέλγιο και αλλαχού”

Με πολλή ικανοποίηση μάθαμε ότι ο νέος Δντης της ΔΥΓ/ΓΕΣ, Υποστράτηγος ΥΙ κ. Δημ. Κασσίμος είναι ενήμερος και διερευνά το όλο θέμα.


ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

ΑΡΘΡΟ ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20 ΙΑΝ 1991

Το πρώτο στρατιωτικό νοσοκομείου ανηγέρθη στους πρόποδες της Ακροπόλεως (στου Μακρυγιάννη, όπως επικράτησε να λέγεται) το 1836, σχεδιάστηκε από τον Βαυαρό υπολοχαγό τον μηχανικού Weiler, λειτούργησε ως νοσοκομείο επί έναν ακριβώς αιώνα και αποτέλεσε ένα εξαιρετικά λαμπρό οικοδόμημα των Αθηνών – γεγονός που μάλλον διέλαθε της προσοχής της ηγεσίας παλαιότερων εποχών… Η τύχη του, επί των ημερών μας, υπήρξε αυτόχρημα οικτρή, αφού περίπου εδηώθη ως σύνταγμα….. χωροφύλακῆς (στην οποία παρεδόθη το 1930, όταν αφαιρέθηκε αναιτίως από το υγειονομικό), μεταξελίχθη επ’ εσχάτων σε ένα άχαρο, αμήχανο και σαφώς άχρηστο μουσείο γύψινων ομοιωμάτων του Παρθενώνος, ενώ προηγουμένως (εννοείται) οι μεγαλοπρεπείς και πανύψηλοι θάλαμοι του απέκτησαν, διά της προσθήκης μιας χυδαίας και κακόγουστης ψευδοροφής, ὄψιν τυπικώς μικρομεσαίου νεοελληνικού μικρομάγαζου.

Σημείο αναφοράς.

Εν τούτοις, σε χρόνια όπου μπορούσαν να λειτουργήσουν μερικές αξίες του τόπου, το Στρατιωτικό Νοσοκομείο (όπως απλώς απεκαλείτο)  μνημονευόταν με έκδηλο θαυμασμό, και αποτελούσε ένα βασικό και συχνό σημείο αναφοράς. Στην ελληνική πεζογραφία είναι το Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Εδώ θα μνημονεύσω τρεις, μόνο, συγγραφείς, οι δύο από τους οποίους δεν είναι ευρύτερα ιδιαιτέρως γνωστοί.

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος (γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνος) εξέδωσε το 1839 το μυθιστόρημα «Ο Πολυπαθής», που σήμερα διεκδικεί τις δάφνες του πρώτου νεοελληνικού μυθιστορήματος. Στο αμέσως επόμενο βιβλίο του. «Ο Ζωγράφος” (1842) συναντάμε την πρώτη αναφορά για την ανέγερση «Ενός καλοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου”.

Πολύ μεταγενέστερα ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867 – 1911) στο βιβλίο του “Η κερένια κούκλα” (1911) – ένα από τα σπουδαιότερα νεοελληνικά μυθιστορήματα- περιγράφει το δρομολόγιο του ήρωός του με βάση το στρατιωτικό νοσοκομείο…

Εμμανουήλ. Λυκούδης

φθάνουμε, έτσι, στον εκ Ναυπλίου ανώτατον δικαστικό και πεζογράφο Εμμανουήλ Λυκούδη (1849 – 1925) και στο βιβλίο του “Διηγήματα” (1920). Δεν θα επιχειρήσω, εδώ, μια κριτική παρουσίαση των διηγημάτων του Λυκούδη – για τα οποία, άλλωστε, διατηρώ αρκετές επιφυλάξεις. Θα μνημονεύσω, απλῶς, χωρίς να συμμετέχω απολύτως στα ενθουσιώδη σχόλια, το θεωρούμενο ως κορυφαίο διήγημά του «Η Κωμόπολις  Φθειρία», θα εκφράσω τον ανεπιφύλακτο θαυμασμό μου για το αφήγημα «Ο πύργος του Οσκέλλου» και (πάνω απ’ όλα!) για το άκρως λιτό, βραχὺ καὶ μελαγχολικό «Υπό την αυτήν στέγην”, και θα περάσω, βιαστικά, στο διήγημα «Η ξένη του” 1854.

Η ξένη του 1854 * δεν είναι, παρά η επιδημία χολέρας που εκσπά στην Αθήνα της εποχής. Ο Λυκούδης με την ακρίβεια και την αυστηρότητα που τον διακρίνουν, συλλέγει  στοιχεία για την επιδημεία που ξεκλήρησε την πρωτεύουσα, βρίσκει επιζώντες και μας διασώζει (με μια μοναδική ενάργεια) την πορεία ενός φοβερού λοιμού, παραδίνοντας ένα κείμενο που μάλλον έχει περάσει απαρατήρητο

Θέματα

Και φθάνει στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο:

«Το τριπλό  του αριθμού τούτου βέβαια (γράφει) θα επλησίασαν τα θύματα, όταν συλλογισθή κανείς ότι εις τας 14 και 15 Νοεμβρίου (1854)  μόνο το στρατιωτικό νοσοκομείο έδωσε στον ασβέστη απάνω από διακόσια ανθρώπινα κορμιά…..”

…..Και αμέσως παρακάτω:

«Αλλά τι χαλασμός ήταν εκείνος στο στρατιωτικό νοσοκομείο! Τα κρεβάτια πυκνά κολλημένα για να χωρούν περισσότερους, οι σάλες, μόλις άφηναν λίγο τόπο για να διαβαίνουν οι ιατροί και οι νοσοκόμοι. Όλα ήσαν γεμάτα, εκοίτονταν και χάμω πολλοί απάνω στα βρώμικα απορρίμματα. Και οι τοίχοι σκεπασμένοι από στολές κρεμασμένες στολές που δεν θα ἐντυναν πλειά κανένα λεβέντικο κορμί, ανακατωμένες εκεί, του ιππικού των  ακροβολιστών,  του πεζικού, του πυροβολικού των επιλέκτων, ένα φρικτό παζάρι από ρούχα παρδαλά, θλιβερά αποφόρια, άφιλονείκητη ιδιοκτησία του θανάτου. Έτσι αυτό το νοσοκομείο, αληθινή κοιλάδα του κλαυθμώνος, ορμητικός σαν καταρράχτη, ο Χάρος, τα πλημμυρούσε με μανιωμένα κύματα, όπου έπαιρναν σβάρνα τα κρεβάτια γραμμή. Και εγίνονταν στην πλατειά σκάλα ένα ατέλειωτο φρικτό συναπάντημα, τα λείψανα που κατέβαζαν, και οι δυστυχισμένοι που τους ανέβαζαν εκεί, για να τους κατεβάσουν πάλι όπως τους πρώτους σε λίγες ώρες. Και εγλιστρούσαν οι νοσοκόμοι σ’ αυτό το ανεβοκατέβασμα και τους έφευγαν από τα χέρια τα κορμιά γιατί τα σκαλιά ήσαν σκεπασμένα από ένα μαυροπράσινο βούρκο δύο δάχτυλα παχύ, όπου πλημμυρούσε τα πατώματα και κατέβαινε τα σκαλιά αργοκίνητος. Έτσι ο κατακλυσμός του θανάτου εσώριαζε στοίβα στου νοσοκομείου την αυλή τα γυμνά λείψανα. Οι ζευγίται, ως έλεγον τότε τους ελάτας, δεν επρόφθαναν να κουβαλούν τα γυμνά λείψανα στο νεκροταφείο, και έμεναν εκεί στην αυλή νύκτες ολόκληρες…»

Διατηρητέο

Και ο χώρος αυτός, στην αυλή του οποίου έμεναν τα γυμνά λείψανα νύχτες ολόκληρες και όπου μόνον σε δύο ημέρες «έδωσαν στον ασβέστη απάνω από διακόσια ανθρώπινα κορμιά»   πέρασε (αντιστάσεως μη ούσης) στην κατοχή του υπουργείου Πολιτισμού, απέκτησε γελοίες ψευδοροφές, κατέστη δήθεν μουσείο εκμαγείων (και όχι Μουσείο Υγειονομικού, ἡ Ιατρικής), χωρίς να τοποθετηθεί (για τα προσχήματα, έστω και μια πινακίς πάνω από τα κοκκαλάκια εκείνουν που ετελεύτησαν ανώνυμοι μέσα στους λάκκους με τον ασβέστη – ενώ οι πάσης φύσεως στήλες της παραπολιτιστικής παραπληροφόρησης, έσπευσαν να αναλυθούν σε νέους αίνους ἀγνοίας, επ’ ευκαιρία της απονομής των βραβείων του διαγωνισμού για το νέο Μουσείο Ακροπόλεως. Και το υπουργείο Πολιτισμού, φιλοστόργως, απεύδει εκ των υστέρων να διατηρήσει ως διατηρητέο το προσφάτως αποκτηθέν εκεί οίκημα ενός καθ’ όλα αξιόλογου συνθέτη – τα κοκκαλάκια, όμως, των αφανών και ανωνύμων, που έδωσαν στον ασβέστη» κατά εκατοντάδες, επίσης εκεί, ποιος θα τα μνημονεύσει και ποιος θα τα σεβασθεί;

Μουσείο

Και δεν είναι, επιτέλους, καιρός η ηγεσία των Υγειονομικών των Ενόπλων Δυνάμεων, Οι εν ενεργεία και οι εν αποστρατεία συνάδελφοι, οι ιατρικοί σύλλογοι και οι επιστημονικές ενώσεις, οι πανεπιστημιακοί των Ιατρικών Σχολών (και άλλοι, και άλλοι…), να απαιτήσουν έναν στοιχειώδη σεβασμό της ιστορικής μνήμης (ήτοι του τρέχοντος ήθους) με τη δημιουργία στο Νοσοκομείο Μακρυγιάννη του Μουσείου της Ελληνικής Ιατρικής – πράγμα που από ετών έχουν πράξει οι ψυχροί κουτόφραγκοι με τα αντίστοιχα Στρατιωτικά Νοσοκομεία στη Γαλλία, το Βέλγιο και αλλαχού

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

* η Ξένη του 1854 (Η Μηχανή του Χρόνου)

Τον Μάιο του 1854 Άγγλοι και Γάλλοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια στον Πειραιά και τον κατέλαβαν. Σκοπός της επιδεικτικής ενέργειας ήταν να ξεκαθαρίσουν στο παλάτι ότι πρέπει να σταματήσουν τη δράση τους οι αντάρτες στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, που τις κατείχαν ακόμη οι Τούρκοι. Κατηγορούσαν ανοιχτά τον βασιλιά Όθωνα ότι υποδαύλιζε την εξέγερση στις υπόδουλες περιοχές. Ήταν η περίοδος του Κριμαϊκού πολέμου και η Ρωσική Αυτοκρατορία πολεμούσε εναντίον της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η παραμονή ξένων στρατευμάτων στον Πειραιά δεν έφερε μόνο πολιτική ταπείνωση και πίεση, αλλά και χολέρα. Μια φονική επιδημία που εξαπλώθηκε γρήγορα και στην Αθήνα. Τα πρώτα κρούσματα της ασθένειας εμφανίστηκαν στον Πειραιά τον Ιούνιο, σε μέλη του αγγλογαλλικού πληρώματος. Για τον λόγο αυτό, η συγκεκριμένη επιδημία ονομάστηκε «η Ξένη του 1854». Η επιδημία σταμάτησε τον Δεκέμβριο του 1854. Υπολογίζεται ότι συνολικά σε Αθήνα και Πειραιά έχασαν τη ζωή τους περίπου 3.000 άνθρωποι, τεράστιος αριθμός αν αναλογιστεί κάποιος ότι ο συνολικός πληθυσμός Αθήνας – Πειραιά ανέρχετο στις 10.000 . Ανάμεσά τους και οι Γεώργιος Γεννάδιος και Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, που ήταν ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρίας. (Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ)


2023.05.12 Σύγχρονες φωτογραφίες από τον Συνάδελφο Γιώργο Γιαννακό .

Άρθρο σε μορφή pdf αρχείου, εδώ

Επιμέλεια ανάρτησης : Τασιόπουλος Αργύρης, Υπτγος ε.α

Categories
2022 ΒΙΒΛΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ & ΤΕΧΝΕΣ, ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟ ΕΔ

Μεγάλος αριθμός Στρατιωτικών του Υγειονομικού των Ενόπλων Δυνάμεως έχουν να επιδείξουν σπουδαίο έργο και σε άλλους τομείς, εκτός του επιστημονικού, όπως τα γράμματα και τις τέχνες.  

Δείτε τους στην Ιστοσελίδα της Επιστημονικής ‘Ενωσης Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΥΕΔ) εδώ ή με click πάνω στην παρακάτω φωτογραφία.