Categories
2026 ΑΡΘΡΑ

OPEN LETTER TO EUROPEAN CITIZENS

Understanding the Essence of the Macedonia Name Dispute

A Historical and Cultural Retrospective

In an era where misinformation poses a global threat, protecting our shared European heritage is more critical than ever. This open letter addresses the ongoing challenges surrounding the Greece-North Macedonia relations following the Prespa Agreement 2018. It sheds light on persistent instances of historical forgery and cultural appropriation, including the unauthorized use of the Vergina Sun and the distribution of propaganda maps that undermine regional stability. We invite European citizens, policymakers, and academics to examine the facts, stand against revisionism, and defend the integrity of our common history.

Dear fellow citizens of the European Union,

In our common European family, understanding, mutual respect, and truth constitute the foundations of our coexistence. Often, issues concerning the Balkans seem complex or distant. One of these is the long-standing dispute between Greece and the state that is today named North Macedonia.

To understand why this issue touched the hearts of Greeks so deeply, one does not need to be a diplomat. One simply needs to see the facts clearly and plainly, starting with the Historical Reality.

Macedonia is not merely a geographical region; it is a pillar of ancient Greek history.

  • The Ancient Macedonians: Alexander the Great, Philip II, and the ancient Macedonians were a Greek tribe. They spoke the Greek language, believed in the gods of Olympus, and participated in the Olympic Games (in which participation was allowed only to Greeks).
  • The Arrival of the Slavs: The current inhabitants of North Macedonia are predominantly of Slavic descent. Slavic peoples migrated and settled in the wider Balkan region during the 6th and 7th centuries AD — namely, about a thousand years after the era of Alexander the Great.

The problem is not new, but it escalated after World War II.

  • Lenin’s Communist International (Comintern), and later Stalin, engineered the creation of a ‘United and Independent Macedonia and Thrace‘ in order to control the region, involving Greek Macedonia, today’s North Macedonia, and Bulgarian Macedonia (Pirin).
  • Within the framework of the unified Yugoslavia at the time, the region was named the ‘Republic of Macedonia’ for reasons of political expediency, aiming to secure Yugoslavia’s access to the Aegean Sea at the expense of the Greek state.
  • When the country gained its independence in 1991, it appropriated the name ‘Macedonia’ as its exclusive right.
  • NATO wanted the existence of the small state of North Macedonia in order to control the region and protect it from Moscow’s ambitions, thereby overlooking the forgery of History

A simple analogy: Imagine a neighboring country of France or Italy suddenly renaming itself “Gaul” or “Roman Empire”, changing its school textbooks to claim that Charlemagne or Julius Caesar were its own ancestors, and claiming their exclusive cultural heritage.

The Prespa Agreement (2018)

After decades of tensions, the Prespa Agreement was signed in 2018. Greece (at a state level), demonstrating a spirit of compromise and good neighborliness, accepted the name “North Macedonia” so that there would be a clear geographical distinction from the historical Greek region of Macedonia.

This agreement legally clarified that:

  • The language and culture of North Macedonia belong to the Slavic family and have no connection to the ancient Greek cultural heritage.

Bat

On May 12, 2024, Gordana Siljanovska-Davkova was sworn in as President of North Macedonia during a special parliamentary session. During her oath, she referred to the country simply as ‘Macedonia‘, sparking widespread backlash for violating the Prespa Agreement and prompting the Greek Ambassador to North Macedonia to walk out of the ceremony.”

Additionally, on Sunday, May 10, North Macedonia’s Prime Minister, Hristijan Mickoski, participated in a monument unveiling ceremony in Albania. Speaking in the community of Tuminec (Municipality of Pustec, Prespa region), an area inhabited by a Slav-Macedonian minority, he once again used the name ‘Macedonia’ to describe his country.

Irredentism and Territorial Claims

Beyond the theft of history, the greatest concern of Greek Citizens over all these years was irredentism — meaning the cultivation of the idea among the citizens of North Macedonia that current borders are temporary and that there is an “enslaved” homeland that must be liberated.

In the neighboring country, for decades, the nationalist narrative of a “United” or “Greater Macedonia” was developed at a state level (through school textbooks, state documents, and official events), which they have not abandoned even today.

  • The Propaganda Maps: Within the framework of this narrative, maps were widely circulated showing their state expanding southward, incorporating the entirety of Greek Macedonia, reaching as far as Mount Olympus, and including Thessaloniki as the “capital” of this supposed Greater Macedonia.
  • The Cultivation of Hatred: Generations of students and citizens in today’s North Macedonia grew up viewing these maps and learning that northern Greece is “under Greek occupation” and that they themselves are victims of a historical injustice.

For Greece, this practice was and is not a mere theory. It was a direct, official challenge to international borders and a threat to peace in the Balkans. No European state would accept seeing a neighbor printing maps that amputate half of its territory.

Note: The Prespa Agreement forced North Macedonia to change its Constitution, removing any irredentist reference and explicitly recognizing that the existing borders are definitive and inviolable. However, this deeply rooted propaganda explains why Greeks remain extremely suspicious and sensitive to any attempt to violate it.

Why does it concern all of us as Europeans?

The European Union is based on truth, respect for history, and good neighborly relations. The reaction of the Greeks was not a product of nationalism, but a need to protect historical identity from falsification.

When we recognize North Macedonia by its official, geographical name and respect historical distinctions, we protect our common European cultural heritage. Because the history of ancient Macedonia is not only Greek — it is the foundation of European civilization.

Sincerely, A European Citizen


ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ

Κατανοώντας την ουσία της διαμάχης για το όνομα της Μακεδονίας

Μια ιστορική και πολιτισμική αναδρομή.

​Αγαπητοί συμπολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Στην κοινή μας ευρωπαϊκή οικογένεια, η κατανόηση, ο αμοιβαίος σεβασμός και η αλήθεια αποτελούν τα θεμέλια της συνύπαρξής μας. Συχνά, ζητήματα που απασχολούν τα Βαλκάνια φαντάζουν περίπλοκα ή μακρινά. Ένα από αυτά είναι η μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ της Ελλάδας και του κράτους που σήμερα ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία.

Για να καταλάβει κανείς γιατί αυτό το ζήτημα άγγιξε τόσο βαθιά τις καρδιές των Ελλήνων, δεν χρειάζεται να είναι διπλωμάτης. Χρειάζεται απλώς να δει τα γεγονότα καθαρά και απλά και πρώτα την Ιστορική Πραγματικότητα.

Η Μακεδονία δεν είναι απλώς μια γεωγραφική περιοχή· είναι ένας πυλώνας της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.

Οι Αρχαίοι Μακεδόνες: Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Φίλιππος Β’ και οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν ελληνικό φύλο. Μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, πίστευαν στους θεούς του Ολύμπου και συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες (στους οποίους επιτρεπόταν η συμμετοχή μόνο σε Έλληνες).

Η Έλευση των Σλάβων: Οι σημερινοί κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας είναι στην πλειονότητά τους σλαβικής καταγωγής. Οι σλαβικοί λαοί μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων τον 6ο και 7ο αιώνα μ.Χ. — δηλαδή περίπου χίλια χρόνια μετά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, αλλά διογκώθηκε λίγο πριν και κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

  • Η Κομουνιστική Διεθνής (Communist International) του Λένιν και μετά ο Στάλιν προκειμένου να ελέγξουν την περιοχή μεθόδεσαν την δημιουργία της “Ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης” με συμμετοχή της Ελληνικής Μακεδονίας, της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας και της Βουλγαρικής Μακεδονίας (Πιρίν).
  • Στα πλαίσια της τότε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, η περιοχή ονομάστηκε «Δημοκρατία της Μακεδονίας» για πολιτικούς λόγους σκοπιμότητας, με σκοπό την έξοδο της Γιουγκοσλαβίας στην θάλασσα του Αγαίου πελάγους.
  • Όταν η χώρα απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991, ιδιοποιήθηκε το όνομα «Μακεδονία» ως αποκλειστικό της δικαίωμα.
  • Το ΝΑΤΟ ήθελε την ύπαρξη του μικρού κρατίδιου της Βόρειας Μακεδονίας, για να ελέγχει την περιοχή και να την προστατέψει από τις βλέψεις της Μόσχας, παραβλέποντας την παραχαραξη της Ιστορίας.

Μαζί με το όνομα, το νέο κράτος άρχισε να χρησιμοποιεί αρχαία ελληνικά σύμβολα (όπως τον Ήλιο της Βεργίνας στη σημαία του) και να χτίζει αγάλματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, παρουσιάζοντάς τον ως δικό του πρόγονο. Αυτό ονομάζεται πολιτισμική ιδιοποίηση και ιστορική παραχάραξη.

Μια απλή αναλογία: Φανταστείτε μια γειτονική χώρα της Γαλλίας ή της Ιταλίας να μετονομαζόταν ξαφνικά σε “Γαλατία” ή “Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία”, να άλλαζε τα σχολικά της βιβλία υποστηρίζοντας ότι ο Καρλομάγνος ή ο Ιούλιος Καίσαρας ήταν δικοί της πρόγονοι, και να διεκδικούσε την αποκλειστική πολιτιστική τους κληρονομιά.

Η Συμφωνία των Πρεσπών (2018)

Μετά από δεκαετίες εντάσεων, το 2018 υπογράφηκε η Συμφωνία των Πρεσπών. Η Ελλάδα (σε κρατικό επίπεδο), επιδεικνύοντας πνεύμα συμβιβασμού και καλής γειτονίας, αποδέχθηκε το όνομα «Βόρεια Μακεδονία», ώστε να υπάρχει σαφής γεωγραφικός διαχωρισμός από την ιστορική ελληνική περιφέρεια της Μακεδονίας.

Η συμφωνία αυτή ξεκαθάρισε νομικά ότι:

  • Η γλώσσα και ο πολιτισμός της Βόρειας Μακεδονίας ανήκουν στη σλαβική οικογένεια και δεν έχουν καμία σχέση με την αρχαία ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.

Η Συμφωνία των Πρεσπών, ουσιαστικά δεν έγινε αποδεκτή από τους Πολίτες και των δύο χωρών.

Ο Αλυτρωτισμός και οι Εδαφικές Διεκδικήσεις

Πέρα από την κλοπή της ιστορίας, η μεγαλύτερη ανησυχία των Ελληνων Πολιτών όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο αλυτρωτισμός — δηλαδή η καλλιέργεια της ιδέας στους πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας ότι τα σημερινά σύνορα είναι προσωρινά και ότι υπάρχει μια «σκλαβωμένη» πατρίδα που πρέπει να απελευθερωθεί.

Στη γειτονική χώρα, για δεκαετίες, αναπτύχθηκε σε κρατικό επίπεδο (μέσα από σχολικά βιβλία, κρατικά έγγραφα και επίσημες εκδηλώσεις) το εθνικιστικό αφήγημα της «Ηνωμένης» ή «Μεγάλης Μακεδονίας» που ακόμη και σήμερα δεν το έχουν εγκαταλείψει.

  • Οι Προπαγανδιστικοί Χάρτες: Στο πλαίσιο αυτού του αφηγήματος, κυκλοφορούσαν ευρέως χάρτες που εμφάνιζαν το κράτος τους να επεκτείνεται νότια, ενσωματώνοντας ολόκληρη την Ελληνική Μακεδονία, φτάνοντας μέχρι τον Όλυμπο και περιλαμβάνοντας τη Θεσσαλονίκη ως «πρωτεύουσα» αυτής της υποτιθέμενης Μεγάλης Μακεδονίας.
  • Η Καλλιέργεια Μίσους: Γενιές μαθητών και πολιτών στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία μεγάλωσαν βλέποντας αυτούς τους χάρτες και μαθαίνοντας ότι η βόρεια Ελλάδα είναι «υπό ελληνική κατοχή» και ότι οι ίδιοι είναι θύματα μιας ιστορικής αδικίας.

Για την Ελλάδα, αυτή η πρακτική δεν ήταν και είναι μια απλή θεωρία. Ήταν μια άμεση, επίσημη αμφισβήτηση των διεθνών συνόρων και μια απειλή για την ειρήνη στα Βαλκάνια. Κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν θα δεχόταν να βλέπει έναν γείτονά του να τυπώνει χάρτες που του ακρωτηριάζουν τη μισή επικράτεια.

Σημείωση: Η Συμφωνία των Πρεσπών ανάγκασε τη Βόρεια Μακεδονία να αλλάξει το Σύνταγμά της, αφαιρώντας κάθε αλυτρωτική αναφορά και αναγνωρίζοντας ρητά ότι τα υφιστάμενα σύνορα είναι οριστικά και απαραβίαστα. Ωστόσο, η βαθιά ριζωμένη αυτή προπαγάνδα εξηγεί γιατί οι Έλληνες παραμένουν εξαιρετικά καχύποπτοι και ευαίσθητοι σε κάθε προσπάθεια παραβίασης της.

Γιατί μας αφορά όλους ως Ευρωπαίους;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στην αλήθεια, τον σεβασμό της ιστορίας και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Η αντίδραση των Ελλήνων δεν ήταν προϊόν εθνικισμού, αλλά μια ανάγκη προστασίας της ιστορικής ταυτότητας από την παραποίηση.

Όταν αναγνωρίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με το επίσημο, γεωγραφικό της όνομα και σεβόμαστε τις ιστορικές διακριτικότητες, προστατεύουμε την κοινή ευρωπαϊκή μας πολιτιστική κληρονομιά. Γιατί η ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας δεν είναι μόνο ελληνική — είναι το θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Με εκτίμηση, Ένας Ευρωπαίος Πολίτης

Επιμέλεια : Αργύρης Τασιόπουλος και Αγγλικού Κειμένου Διώνη Σακή

Categories
2026 ΑΡΘΡΑ

Η ΠΟΛΗ ΕΑΛΩ..

«Η Πόλη εάλω…
μα η μνήμη δεν έπεσε ποτέ.

Στα τείχη που γκρεμίστηκαν,
στις καμπάνες που σίγησαν,
στην Αγιά Σοφιά που ακόμη ψιθυρίζει προσευχές,
ζει ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά.

Κοιμάται βαθιά στα σωθικά της Βασιλεύουσας,
περιμένοντας την ώρα που η Ρωμιοσύνη θα θυμηθεί ξανά το φως της.

29 Μαΐου 1453 —
η μέρα που έγινε θρύλος, μνήμη και πληγή μαζί.»

 

Η 29η Μαΐου 1453 δεν αποτελεί απλώς μια ημερομηνία στο χρονολόγιο της παγκόσμιας ιστορίας· για τον Ελληνισμό, είναι η στιγμή που ο χρόνος σταμάτησε και η πραγματικότητα έγινε τόσο δυσβάστακτη, που χρειάστηκε να επιστρατευτεί η μεταφυσική για να αντέξει η εθνική συνείδηση. Η πτώση της “Πόλης των Πόλεων” δημιούργησε ένα συλλογικό τραύμα, το οποίο οι Έλληνες αρνήθηκαν να αποδεχθούν ως οριστικό. Αυτή η άρνηση δεν ήταν μια απλή φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ένας μηχανισμός επιβίωσης. Μέσα από τους θρύλους, η ήττα μετατράπηκε σε μια προσωρινή “κοίμηση” και η ελπίδα για την ανάσταση του γένους ρίζωσε βαθιά στις επόμενες γενιές αναλλοίωτη μέχρι σήμερα.

Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς: Η Ελπίδα που Περιμένει

Ο πιο εμβληματικός μύθος είναι αναμφίβολα αυτός του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Καθώς οι ιστορικές πηγές της εποχής διίστανται για το πώς ακριβώς έπεσε ο τελευταίος αυτοκράτορας (αν και το πιθανότερο είναι να σκοτώθηκε μαχόμενος ως απλός στρατιώτης), η λαϊκή φαντασία έπλασε μια διαφορετική εκδοχή. Την ώρα που οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην Πόλη, ένας άγγελος Κυρίου άρπαξε τον βασιλιά, τον μαρμάρωσε και τον έκρυψε σε μια σπηλιά κοντά στη Χρυσόπορτα. Ο “Μαρμαρωμένος Βασιλιάς” θα παραμείνει εκεί μέχρι “να έρθει η ώρα”, να ξυπνήσει και να διώξει τους κατακτητές πίσω στην Κόκκινη Μηλιά. Είναι η απόλυτη άρνηση του θανάτου του ηγέτη και, κατ’ επέκταση, της ίδιας της αυτοκρατορίας.

Ο ιερέας της τελευταίας λειτουργίας.

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, την ώρα που οι Οθωμανοί μπήκαν στην Αγία Σοφία στις 29 Μαΐου 1453, τελούνταν η τελευταία Θεία Λειτουργία. Ο ιερέας βρισκόταν μπροστά στην Αγία Τράπεζα κρατώντας τα Τίμια Δώρα, ενώ ο κόσμος είχε καταφύγει μέσα στον ναό αναζητώντας σωτηρία. Όταν ακούστηκαν οι κραυγές πως «η Πόλη έπεσε», οι στρατιώτες όρμησαν στον ναό. Τότε —λέει ο θρύλος— άνοιξε θαυματουργικά ένας τοίχος κοντά στο Ιερό Βήμα και ο ιερέας πέρασε μέσα κρατώντας το Άγιο Δισκοπότηρο. Ο τοίχος έκλεισε πίσω του και εξαφανίστηκε. Η παράδοση συνεχίζει λέγοντας πως ο ιερέας δεν πέθανε· παραμένει «κρυμμένος» μέσα στην Αγία Σοφία και θα εμφανιστεί ξανά για να ολοκληρώσει τη διακοπείσα λειτουργία όταν η Αγία Σοφία ξαναγίνει χριστιανικός ναός. Ο θρύλος αυτός συνδέεται βαθιά με την ελπίδα της συνέχειας του Ελληνισμού, την ιδέα ότι «η πίστη δεν νικήθηκε» και τη λαϊκή ανάγκη να μετατραπεί η τραγωδία της Άλωσης σε υπόσχεση επιστροφής. Ιστορικά δεν υπάρχει τεκμηρίωση για το γεγονός· πρόκειται για μεταβυζαντινό θρύλο που διασώθηκε μέσα από προφορικές παραδόσεις, δημοτικά τραγούδια και αφηγήσεις της Ρωμιοσύνης. Ωστόσο, απέκτησε τεράστια συμβολική δύναμη στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων.

Η Αγία Τράπεζα και το “Πλοίο Φάντασμα”.

Ένας άλλος συγκλονιστικός θρύλος αφορά τα ιερά κειμήλια της Αγίας Σοφίας, με κεντρικό σημείο την Αγία Τράπεζα.  Λέγεται πως, για να μην πέσει στα χέρια των αλλοθρήσκων, η Αγία Τράπεζα φορτώθηκε σε ένα πλοίο. Στο δρόμο προς την Ιταλία, το πλοίο βυθίστηκε στα νερά του Μαρμαρά. Από τότε, στο σημείο εκείνο η θάλασσα είναι πάντα γαλήνια και αναδίδει μια θεσπέσια ευωδία, ανεξάρτητα από τον καιρό. Συμβολίζει ότι η ιερότητα δεν χάθηκε, απλώς “μετατόπισε” την παρουσία της σε ένα επίπεδο μη προσβάσιμο στον κατακτητή, περιμένοντας τη στιγμή της επιστροφής.

Η Εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας, τιμωρεί!

Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγίας Σοφίας, τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι. Όταν όμως οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη-γυναικωνίτη και ένας τούρκος αξιωματικός προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε θαύμα!  Τη στιγμή που ο τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός! Τη θέση του πήρε ένας άλλος τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι εκείνος είχε την ίδια τύχη…  Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν από το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο αλλά και σεβασμό εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθειά τους. 
Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξιό εξώστη της Αγίας Σοφίας… 

Το Μισοτηγανισμένο Ψάρι και η Αμφισβήτηση της Είδησης

Ο θρύλος του καλόγερου με τα ψάρια δείχνει την αρχική, σχεδόν παιδική, άρνηση να γίνει πιστευτή η είδηση της Άλωσης. Ένας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια δίπλα σε μια πηγή όταν του έφεραν την είδηση ότι η Πόλη έπεσε. Εκείνος απάντησε πως “μόνο αν τα ψάρια ζωντανέψουν και πέσουν στο νερό θα το πιστέψω”. Τα ψάρια ζωντάνεψαν, έπεσαν μισοτηγανισμένα στο νερό και σύμφωνα με την παράδοση, κολυμπούν ακόμα στην πηγή της Μονής του Βαλουκλή. Ο Συμβολισμός: Η πτώση της Πόλης θεωρήθηκε γεγονός “παρά φύσιν“, κάτι που ανατρέπει τους νόμους της λογικής και της δημιουργίας.

Η διατήρηση αυτών των αφηγήσεων από γενιά σε γενιά (τους τραγουδάει όμως στα παιδιά σαν παραμύθι η γιαγιά)  δεν ήταν αποτέλεσμα αμάθειας, αλλά ανάγκης για παρηγοριά στην Υποδούλωση. Στα 400 (ή περισσότερα) χρόνια σκλαβιάς, ο θρύλος ήταν το μόνο “κεφάλαιο” που δεν μπορούσε να φορολογήσει ή να δημεύσει ο κατακτητής. Οι μύθοι κράτησαν ζωντανό το όραμα της ελευθερίας. Αν ο Βασιλιάς δεν πέθανε, τότε ο πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ. Μέσω αυτών των ιστοριών, ο Έλληνας του 18ου αιώνα ένιωθε πως τίποτα δεν τελειωσε και θα υπάρξει συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκτατορίας. Οι θρύλοι μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι μορφωμένοι σύγχρονοι Έλληνες ενώ γνωρίζουν ότι είναι θρύλοι, παραμερίζουν την λογική, διατηρούν τους θρύλους στην ψυχή τους σαν ιερά κειμήλια των προγόνων τους.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης για τον ελληνικό λαό δεν ήταν το τέλος ενός κράτους, αλλά μια “αναστολή” της λειτουργίας του. Ακόμα και σήμερα, όταν αναφερόμαστε σε αυτούς τους μύθους, δεν μιλάμε απλώς για φολκλόρ. Μιλάμε για τη βαθιά επιθυμία ενός λαού να μην αποδεχθεί το “τετελεσμένο” και να πιστεύει πως, όσο υπάρχει η μνήμη, τίποτα δεν χάνεται οριστικά.

Όχι μόνο Μύθοι αλλά και τραγούδια εκφράζουν τον διαχρονικό πόνο του Ελληνικού Λαού για την άλωση της Πόλης

Το παλιό δημοτικό θρηνητικό τραγούδι για την Άλωση της Αγίας Σοφίας «Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη» σώζεται σε πολλές παραλλαγές. Οι πιο γνωστοί στίχοι είναι οι εξής:

«Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι.
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.

Ψάλλει ζερβά ο Βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης,
κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειώνταν οι κολώνες.

Φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:
“Πάψετε το Χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ Άγια,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει…”

Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
Σώπασε κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι…
”»

Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς – 1972

( Στίχοι Πυθαγόρας, Μουσική Απόστολος Καλδάρας)

Έστειλα δυο πουλιά στην κόκκινη μηλιά
Που λένε τα γραμμένα
Τo ‘να σκοτώθηκε τ’ άλλο λαβώθηκε
Δε γύρισε κανένα

Για τον μαρμαρωμένο βασιλιά
Ούτε φωνή ούτε λαλιά
Τον τραγουδάει όμωσ στα παιδιά
Σαν παραμύθι η γιαγιά

Έστειλα δυο πουλιά στην κόκκινη μηλιά
Που λένε τα γραμμένα
Το ‘να σκοτώθηκε τ’ άλλο λαβώθηκε
Δε γύρισε κανένα

Έστειλα δυο πουλιά στην κόκκινη μηλιά
Δυο πετροχελιδόνια
Μα κει εμμείνανε κι όνειρο γίνανε
Και δακρυσμένα χρόνια

Για τον μαρμαρωμένο βασιλιά
Ούτε φωνή ούτε λαλιά
Τον τραγουδάει όμως στα παιδιά
Σαν παραμύθι η γιαγιά.


Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
ΑΡΘΡΑ

Protected: ΤΑ 13 ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

This content is password protected. To view it please enter your password below:

Categories
ΑΡΘΡΑ

ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε αναρτήσεις σχετικές με την εξόντωση των Χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας υπάρχουν αναφορές στις Πορείες Θανάτου και στα Τάγματα Εργασίας, οι λέξεις που τις περιγράφουν είναι φτωχές μπρος στην φρικιαστική πραγματικότητα.

Θέμα του βιβλίου είναι ακριβώς οι πορείες, η ζωή στα τάγματα εργασίας (τα περιβόητα «αμελέ ταμπουρού») τα οποία συγκροτούσαν οι Τούρκοι από τους αλλοεθνείς στρατεύσιμους όταν άρχισαν οι πρώτοι διωγμοί μετά το 1914 και στα οποία μαρτύρησαν χιλιάδες άνθρωποι το 1922, ιδίως μετά την κατάρρευση του μετώπου και την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού.

Ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) «στρατολογήθηκε» στα τάγματα εργασίας και συγκαταλέγεται στους ελάχιστους που κατόρθωσαν να επιζήσουν. Κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, που αποδεκατίζουν το εξαθλιωμένο πλήθος των σκλάβων – αιχμαλώτων, με το μαρτύριο της δίψας και της πείνας πάντοτε παρόν, με τις επιδημίες να θερίζουν, με ατελείωτες εξαντλητικές οδοιπορίες, με βιασμούς, λεηλασίες και κάθε τύπου αγριότητες, οι στρατολογημένοι σπάζουν πέτρες, ανοίγουν δρόμους, επισκευάζουν γέφυρες, αποκαθιστούν τις καταστροφές που είχε προκαλέσει στο προσωρινά νικηφόρο πέρασμά του ο ελληνικός στρατός, με έκδηλη τη διάθεση των Τούρκων να εκδικηθούν.

Σ’ αυτή τη θλιβερή και ετοιμοθάνατη πομπή, που μετακινείται συνεχώς, ο άνθρωπος παύει να έχει προσωπικότητα, γίνεται ένας αριθμός χωρίς παρελθόν, χωρίς ιστορία και χωρίς μέλλον. Μετατρέπεται σε άθυρμα στα χέρια των αντιπάλων του, μια ύπαρξη χωρίς καμιά, κανενός είδους αξία, μέσα στη φρίκη, τον παραλογισμό και την παραφροσύνη του πολέμου. Η εφευρετικότητα που επιδεικνύουν στους τρόπους βασανισμού οι ανά τις εποχές νικητές απέναντι στους κατά καιρούς ηττημένους δεν αποτελεί προνόμιο και μοναδικότητα ενός και μόνου λαού, ούτε μπορεί να υπάρξει διαβάθμιση στις αγριότητες και στην ποικιλόμορφη έκφραση εκδικητικότητας και μίσους, όταν αποχαλινώνονται τα ανθρώπινα πάθη.

Το Βιβλίο έχει διαβαστεί ευρέως. Σήμερα αναδημοσιεύουμε μερικά αποσπάσματα, με σκοπό να υπενθυμίσουμε την ύπαρξη του Βιβλίου, κυρίως στην νεότερη γενιά και σαν απάντηση στους πάντα αθώους Τούρκους που ιστορικά ξεπέρασαν σε αγριότητα τις γενοκτονίες των Ναζί.

Είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο και στην Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της ΕΕΥΕΔ.

Μερικά αποσπάσματα από την 47η Έκδοσή του. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ”
Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.

Letter

Επιλογή για εκτέλεση.

ΣΣ. Κατά διαστήματα γίνεται το λεγόμενο “ξάφρισμα”. Επιλέγουν οι Τούρκοι μερικά άτομα από τις ομάδες αιχμαλώτων, τα απομακρύνουν από τους άλλους και με διάφορους τρόπους τα εξοντώνουν.

……. Πλησιάζει εκεί ο πρώτος αξιωματικός. Είναι αυτός ο ίδιος που μας χτυπούσε το πρωί. Ο αξιωματικός βλέπει με το φως και τραβά έναν δικό μας όξω απ’ τη γραμμή, στο πλάι. Τον κοιτάζει, γελά, ύστερα προχωρεί παρακάτω. Τραβά άλλον ένα.

—Κ’ εσύ, παλιόσκυλο! Λέει.

Άλλον ένα. Το φως, ο στρατιώτης με τη λάμπα, πλησιάζει ολοένα στο μέρος μας. Αυτό το φως λάμπει σα να έχει μια φοβερή υποχρέωση — έτσι, να πρέπει. Μια γρήγορη στιγμή αναρωτιέμαι αν διαλέγει μικρούς για μεγάλους. Μα βλέπω πως παίρνει ανακατωτά, απ’ όλα τα τσεσίτια. Στο μεταξύ το φως έφτασε. Είναι μπροστά μου. Αισθάνουμαι τα μικρά μου χρόνια απροφύλαχτα, έτσι στήθος με στήθος. Η ανάσα κόβεται. Το χέρι του αξιωματικού απλώνεται να με τραβήξει. Μα την ίδια ακριβώς στιγμή, μια τιποτένια στιγμή, τακ, ο αξιωματικός παραπάτησε απ’ το μεθύσι. Γελά. Κάνει προσπάθεια να ισορροπήσει, αλλά με την κίνηση τούτη η θέση του αλλάζει κατά δυο πόντους. Δυο τιποτένιοι πόντοι. Το χέρι του πέφτει ίσα πάνου στον καπετάνιο, δίπλα μου.

Ανασαίνω βαθιά. Α, εκεί βαθιά είναι μια σκληρή χαρά, μια τέτοια

σκληρή χαρά…

Letter

Οι Ιερείς

ΣΣ. Στο συγκλονιστικό αυτό απόσπασμα από το «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη περιγράφεται η άφιξη μιας ομάδας ηλικιωμένων ιερέων του Αϊβαλιού σε έναν χώρο κράτησης των Ελλήνων αιχμαλώτων κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στην συνέχεια με τα “ξαφρίσματα” εξοντώνονται όλοι.

……….ΚΟΝΤΑ μεσημέρι ακούσαμε πολύ βουητό. Η πόρτα της αποθήκης άνοιξε, και χύθηκε μέσα αλαλάζοντας το νέο πράμα. Στην αρχή τρομάξαμε, προσπαθούσαμε να μαντέψουμε τι να ‘ταν τα σχέδια τούτα. Ύστερα, γεμάτοι θαυμασμό, τους αναγνωρίσαμε. —Μωρέ! Μωρέ! Ήταν μια πηχτή μάζα από κοιλιές που πρόβαλαν στην αρχή, άλλες γυμνές στα φόρα, άλλες κρυμμένες πίσω απ’ τα λινά μακριά σώβρακα που ξεφτούσαν στα λασπωμένα ποδάρια. Ύστερα ήρθαν τα κεφάλια, μάτια, κοτσίδες, γένια, όλα μαλλιά κουβάρια σα να γύριζαν από καβγά.

—Μωρέ, οι παπάδες μας!

Ήταν καμιά τριανταριά, όλοι οι γέροντες του Αϊβαλιού. Σε λιγοστούς μονάχα κυμάτιζαν κάτι απομεινάρια από ράσα. Ένα δυο διατηρούσαν ακόμα στραβά, τσαλακωμένα απ’ τα χτυπήματα, τα καλυμμαύχια. Οι άλλοι ήταν ολόγυμνοι, με τις φανέλες και τα σώβρακα. Ρίχτηκαν χάμου και φώναζαν όλοι μαζί απ’ τους πόνους. Ύστερα, σπρωγμένοι από την πείνα, χύθηκαν στα παστά. Αρπούσαν τις σαρδέλες και τις κατέβαζαν μονοκόμματες με τα λέπια, πίναν κουβαδιές νερό, πάλι, πάλι.

Μονάχα δυο, έτσι που πέσαν, δε μετασάλεψαν, μια νέα, ήμερη, αχαμνή μορφή, κ’ ένας γέροντας πάνου από εβδομήντα χρονώ. Στέναζαν. Οι παπάδες είχαν κάμει τον ίδιο δρόμο μ’ έμας μια μέρα αργότερα. Τους ρωτούσαμε να μάθουμε νέα. Δεν προφτάξαν να μας πουν. Ήρθε το απόσπασμα. Μας σηκώνουν για δρόμο. Εμείς είχαμε συνεφέρει λίγο απ’ τον ύπνο της νύχτας και το ψωμί. Μα οι ιερωμένοι ήταν να τους κλαις. Προπάντων οι δυο δε θέλαν να σηκωθούν. Τους βιάσαν. Πέσαμε στο δρόμο. Αριστερά γυάλιζε η Ακρόπολη της Περγάμου — Άτταλος ο Γ’ διαζευχθείς την σύνευνον αυτού… Η πομπή σταμάτησε. Φασαρία. Οι στρατιώτες βλαστημούσαν, φώναζαν. Ο γεροπαπάς δεν ήθελε να προχωρήσει. Έπεσε. —Πιάστε τον δυο απ’ τα χέρια! διατάζει ο αρχηγός. Τον πιάσαμε δυο απ’ τις μασχάλες και προχωρήσαμε. Μα τα ποδάρια του έμεναν, σέρνουνταν. Σταματήσαμε πάλι. Ο λοχίας, έξω φρενών, έρχεται από πίσω. Με την μπούκα του τουφεκιού του φέρνει μια, δυο, τρεις στη μέση, να τον ζωντανέψει. Ξέφυγε απ’ τα χέρια μας, βάρυνε, έπεσε.

Οι στρατιώτες, είδαν κι απόειδαν, τον τράβηξαν στην άκρη του δρόμου, τον αμόλαραν μπρούμυτα κι άρχισαν να του κατεβάζουν απανωτές κοντακιές. Μήτε καν στέναζε. Μονάχα η γλώσσα του έγλειφε τη γης — να δοκιμάσει, στυφή είναι, πικρή είναι;

Απ’ το λόφο, αντίκρυ στον Άτταλο, λίγα μέτρα από μας, τα παιδάκια τα τουρκιά που παίζαν ροβόλησαν κατά τη σκηνή. Οι στρατιώτες αποτραβηχτήκαν για να ξεκινήσουμε. Τα παιδάκια άρχισαν όλα μαζί να πετροβολούν από σιμά το σώμα που ξεψυχούσε. Κάμποση ώρα ακούγαμε το βουβό χτύπο που έκαναν οι πέτρες όσο ολοένα στοιβάζουνταν. Τρεις φορές μου είχε δώσει, μικρόν, τη θεία μετάληψη. Φορούσα τα καλά μου.

Letter

Η Πορεία

…… Η νέα πόστα που μας παρέλαβε ήταν καβαλαραίοι. Είχαν μια λαμπρή ιδέα: Αφήσαμε τον ίσιο δρόμο, πέσαμε μες στα χωράφια. Αυτό ήταν μια αλύπητη δοκιμασία για τα γυμνά φουσκαλιασμένα ποδάρια μας. Οι βόλοι το χώμα ήταν ξεροί και ντούροι απ’ τον ήλιο. Δεν είχε βρέξει ακόμα. Κοιτάζαμε να τους ξεφύγουμε, γιατί δεν μπορείς μαζί τους να κρατήσεις ισορροπία ξυπόλυτος. Μα πέφταμε στην άλλη ευλογία, σε κάτι παλιάγκαθα που μας παλάβωναν.
—Δεν μπορώ! Δεν μπορώ πια!
Όλοι φώναζαν. Κι όμως όλοι τρέχαμε μη μείνουμε πίσω. Τρέμαμε πως όποιος μείνει τελευταίος θα τον σκοτώσουν. Ο ένας βιαζόταν να προσπεράσει τον άλλο, και τον άλλο — ένας παλαβός συναγωνισμός που πνιγόταν στα μουγκριχτά μας. Ξεκολλούσαμε, στα πεταχτά, τ’ αγκάθια απ’ τις πατούνες και τρέχαμε. Τρέχαν από πίσω μας κ’ οι στρατιώτες με τ’ άλογα, και μας χτυπούσαν με τα κοντάκια μη σταθούμε. Ήμαστε ένα κοπάδι σαν τ’ αναμαλλιασμένα ζα — τρέχουν στον κάμπο να σταλιάξουν κάπου γιατί μυρίστηκαν το μπουρίνι.

Letter

Οι Βιασμοί

ΣΣ. Οι βιασμοί ανδρών και γυναικών ήταν συχνοί. Ο Βενέζης περιγράφει βιασμούς γυναικών σε διάφορα σημεία του βιβλίου. Οι εικόνες είναι σοκαριστικές.

………Νυχτωθήκαμε στο Αγιασμάτ. Μας πήγαν σ’ ένα σκοτεινό χαμηλό χτίριο. Μόλις μπήκαμε μέσα μας χτύπησε μια μυρουδιά από κοπριά, από θειάφι κι αγιοσύνη. Καταλάβαμε πως πρόκειται για έναν οίκο του Υψίστου που χρησίμευε τώρα για στάβλος ή αποθήκη. Νεκρή ησυχία βασίλευε. Χύσαμε με τις χούφτες το θόρυβο που έβγαινε απ’ τα πικραμένα στόματά μας. Ύστερα ξαπλώσαμε πάνω στις πλάκες όπως βρεθήκαμε ο καθένας. Ο Αργύρης κοντά μου. Στο βάθος, προς το μέρος του Ιερού, πήγε η φαμίλια. Το καταλαβαίνω απ’ το παιδάκι που κλαίει. Θα φοβάται το πολύ σκοτάδι…..

ΣΣ Μπαίνουν στην Εκκλησία τρεις Τούρκοι στρατιώτες ψάχνοντας, γυναίκα, κρατώντας ένα κερί, για ικανοποιήσουν τις ορέξεις τους.

….. Το κερί έφταξε στον προορισμό του, στο Ιερό. Ακούμε μια στριγγιά γυναικεία κραυγή που ξεπετιέται από κει, στο βάθος, χαστουκίζει για ένα γρήγορο λεπτό τον πικρόν αγέρα. Ύστερα άλλη μια κραυγή. Μα τούτη σβήνει απότομα από κάποιο χέρι που βούλωσε το στόμα που φώναζε. Οι στρατιώτες, φαίνεται, νοιάζονταν να μη γίνει θόρυβος. Οι σύντροφοι σηκώνουνται σιωπηλά, με προφύλαξη, και κουνιούνται προς το Ιερό, να δουν. Σηκώνουμαι κ’ εγώ και πάω κοντά, τοίχο τοίχο, κρυμμένος στο μισοσκόταδο. Η γυναίκα βαστούσε τον άντρα της με τα δυο χέρια και δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το παιδάκι είναι ξαπλωμένο ανάμεσά τους. Δεν ξύπνησε ακόμα. Μια μπούκλα γεμάτη σκόνη έχει κολλήσει πάνω στο μέτωπο, πέφτει εκεί πλάι, στο κατεβασμένο βλέφαρο. Είναι τόσο ήμερο— μια μπούκλα. Θα ονειρευόταν.

Ο στρατιώτης τραβούσε τη γυναίκα, στην αρχή αδύνατα, ήθελε να είναι αβρός. Μα ολοένα δυνάμωνε, ολοένα, το τράβηγμα. Ανυπομονούσε. Τα μάτια του ήταν τεζαρισμένα απ’ την επιθυμία και, όπως η αντίσταση της γυναίκας συνεχιζόταν, μια γρήγορη λάμψη χίμηξε μέσα τους και τ’ άλειψε με φως.

—Γλιτώστε με!… Γλιτώστε με!…

Ο άντρας ακούει τη γυναίκα του. Έχει ένα χαμένο ύφος, η μιλιά είναι δεμένη μες στο στόμα του, αλυχτούσε να βγει. Δεν έβγαινε.

—Κ’ εσύ δε με σκοτώνεις! του φώναζε η γυναίκα με απελπισμένη οργή. Δε με σκοτώνεις!…

Συγκινημένος, χαμένος, κατορθώνει τέλος να ικετέψει τους στρατιώτες:

—Λυπηθείτε μας!… Λυπηθείτε μας!…

Ανασηκώθηκε λίγο προς τα μπρος, έκαμε μια προσπάθεια να κρατηθεί σ’ αυτή τη στάση της αδέξιας γονυκλισίας. Μια κλωτσιά στα πλευρά. Ο μεγάλος όγκος του έπεσε απότομα πίσω. Κ’ η γυναίκα έχασε την επαφή μαζί του. Έκαμε να πιαστεί κάπου, κι άρπαξε το ποδαράκι του παιδιού. Κι αυτό, που ξύπνησε, ξεφώνιζε μαζί της:

—Μητερούλα!… Μητερούλα!…

Ένα μικρό διάστημα τη σέρναν. Έσερνε και το παιδάκι μαζί της. Ύστερα το παράτησε. Βγήκαν απ’ το Ιερό. Σταμάτησαν κοντά στην είσοδο, πίσω από μια κολόνα. Ένας τους πήρε μια πλατιά σανιδένια τάβλα, που ήταν στην πόρτα, και την ακούμπησε στην κολόνα, να προφυλάξει το μέρος να μη βλέπουμε. Μα για το σκοπό τούτον η τάβλα ήταν μικρή, πιο μικρή απ’ το μπόι του ανθρώπου. Λίγα πράματα μονάχα κρύβουνταν.

—Εδώ μέσα!… Μπρος στα μάτια μας!… μουρμουρίζει ένας με φρίκη. Τα σκυλιά!

—Σουτ! κάνει κάποιος άλλος.

Κρυμμένοι μες στο σκοτάδι είχαμε κολλήσει τα μάτια εκεί. Οι καρδιές χτυπούσαν. Κοιτάζαμε με περιέργεια αδυσώπητη, σα λύσσα, μη μας φύγει και η ελάχιστη λεπτομέρεια. Ο ένας στρατιώτης πολεμούσε να ρίξει τη γυναίκα ανάσκελα χάμου. Δεν έπεφτε. Τότες την έπιασαν οι δυο απ’ τα χέρια κι ο τρίτος απ’ τα ποδάρια. Άφησαν πια κατά μέρος την αβρότητα. Τα χέρια τους, τα κορμιά τους δούλευαν με γρήγορες νευρικές κινήσεις, δεν άντεχαν πια. Την ξάπλωσαν ανάσκελα. Ο μεσαίος στρατιώτης βιαζόταν να τη λευτερώσει από ένα δυο ρούχα. Οι άλλοι την κρατούσαν με τα χέρια κολλημένα πάνου στο στήθος. Για μια τελευταία φορά πολέμησε να μαζέψει τις δυνάμεις της, ν’ αντισταθεί. Ξέφυγε, στριφογύρισε σα φίδι, ουρλιάζοντας:

—Σκοτώστε με! Σκοτώστε με!

Τη φέραν πάλι στα ίδια, ανάσκελα, με κολλημένα πάνω της τα τρία ζευγάρια χέρια. Μη έχοντας πια να κάμει τίποτα άλλο, έπιασε να χτυπά το κεφάλι της απανωτά, απελπισμένα, στις πλάκες. Ο βουβός κρότος νοιαζόταν να διατηρηθεί μια στιγμή μες στις φωνές της, που ολοένα αδυνάτιζαν. Τέλος μέρεψε οριστικά. Άκουγες μονάχα ένα σιγανό, κλαμένο μουρμουρητό, ένα παράπονο. Και πολύ αραιά, ένα δυο τελευταία χτυπήματα του κεφαλιού στις πλάκες — κάτι καθυστερημένα χειροκροτήματα μες στη λαχανιασμένη ανάσα του ζου, από πάνω της, που «εκφραζόταν».

Γύρισα τα μάτια. Δυo τρεις σύντροφοι είχαν μαζευτεί κοντά κοντά, ολόρθοι, και κάνανε ένα προπέτασμα γύρω στον άντρα της, να μη βλέπει. Είχε ζαρώσει εκεί, κουρελιασμένος, μισόγυμνος, συντριμμένος, έσκυβε πάνου στο παιδάκι του με τις μπούκλες που βέλαζε, το ‘σφιγγε.

—Πώς θα το βαστάξω;… Πώς θα το βαστάξω;… μουρμούριζε μες στα δάκρυά του. Ένας απ’ τους δικούς μας θέλησε να τον ησυχάσει.

—Σύντροφε, δεν είναι ντροπή. Όλοι μας μια μέρα μπορούμε να το βεβαιώσουμε πόσο ήταν αδύνατο να κάμεις εσύ τίποτα… Ο σιγανός ολολυγμός ερχόταν ολοένα πιο αδύνατος απ’ το άλλο το φτωχό μισολιποθυμισμένο πλάσμα εκεί. Περνούσε μες απ’ το προπέτασμα που κάναμε γύρω στον άντρα της, έφτανε σα λυρική νότα, ένας στίχος με σούρουπο, ένα «παρών».

—Δεν είναι ντροπή, σύντροφε…

Οι Βιασμοί συνεχίστηκαν κατά την διάρκεια της πορείας.

Οι στρατιώτες σαν απόφαγαν θέλαν και να «εκφραστούν». Τραβούσαν τις γυναίκες, κι αυτές κάνανε τη συνηθισμένη
αντίσταση. Ύστερα τις πήραν και χάθηκαν εκεί σιμά, μες στα μεγάλα κλήματα του αμπελιού. Μείναν μονάχα δυο, να μας φυλάγουν.

Οι στρατιώτες δεν άργησαν πολύ με τις γυναίκες. Ένας ένας άρχισαν να ‘ρχουνται. Τα ματόκλαδά τους πέφταν βαριά, περπατούσαν με αργές κινήσεις, σα λυρικοί ήρωες κινηματογράφου. Ύστερα ήρθαν κ’ οι γυναίκες. Το κορίτσι έσιαζε
λίγο τα στραπατσαρισμένα ρούχα του. Μα η άλλη, η μητέρα, τίποτα. Ήρθε ανάμεσά μας κοιτάζοντας ίσα, αδιάφορα. Στο στραγγισμένο πρόσωπο τα χείλια της σφιγμένα και ακίνητα. Σα να νοιάζουνταν να διατηρήσουν μες στα δόντια μια περήφανη αταραξία υποταγής — μη βγει και σκορπίσει.

Letter

Η Εκδίκηση

Σε λίγο ξεκινούμε. Οι χωριανές με τους φερετζέδες κάθουνται στο δρόμο και μας κοιτάζουν. Άλλες έρχουνται πιο σιμά και μας χτυπούν. Μια γριούλα, ένα ερείπιο, δε νοιάζεται να κρύψει το γερασμένο μούτρο της. Πάνω του βαραίνει η πίκρα, ένα πυκνό στρώμα. Δε βλέπει, μισότυφλη. Απλώνει τα μικρά χέρια που τρέμουν.

—Αμάν! παρακαλεί τους στρατιώτες. Δώστε μου έναν…

—Αλ, ανά (πάρε, μητέρα), λέει ο στρατιώτης στη γριούλα, και με σπρώχνει. Στέκουμαι. Ένα αδύνατο χεράκι. Χραπ. Μόλις το ξεχωρίζω. Σα να είναι σε όνειρο. Με χτυπά, να εκδικηθεί. Είναι αλαφριά, πολύ πολύ. Σα να με χαϊδεύει.

Letter

Ο Υπνος

ΣΣ. Στα Τάγματα εργασίας, τα βράδια συγκέντρωναν τους “δούλους” σε στάβλους, Ο αριθμός ήταν τόσο μεγάλος που δεν επέτρεπε κάποιον να κοιμηθεί ξαπλωμένος. Φυσικά και οι σωματικές ανάγκες γινόταν εκεί μέσα. Στην περίπτωση που παραθέτουμε παρακάτω, το βασανιστήριο κράτησε μερικές ημέρες μέχρι που οι Τούρκοι “ξάφρισαν” την ομάδα αυτήν, επιλέγοντας για εκτέλεση τους άρρωστους και τους ιερείς.

…… Σταθήκαμε στο Κίρκαγατς. Σταβλιστήκαμε σ’ ένα μεγάλο κελάρι μιας εκκλησίας. Είχε πριν άλογα. Τα βγάλαν και μπήκαμε εμείς. Ήταν στενό. Μόλις χωρούσαμε τόσοι νομάτοι να στεκόμαστε ολόρθοι, παστωμένοι. Σαν ήρθε η νύχτα λέγαμε πως θα μας παν πουθενά αλλού, για να μπορέσουμε να ξαπλώσουμε. Δε μας πήγαν. —Παιδιά, εδώ θα μείνουμε! Με τη φωνή τούτη που ακούστηκε, όλα τα κορμιά, ασυναίσθητα, αμολάραν να πέσουν καταγής, να προκάμουν ένα λιγοστό τόπο για ύπνο. Το κελάρι γέμισε φωνές. Ο ένας πατούσε τον άλλον, ο ένας έπεφτε πάνου στον άλλον — ήταν ολοσκότεινα.

—Το Θεό σου, τράγο!

—Κουνήσου, κερατά!

Με σκότωσες! Τη μεγαλύτερη ζημιά την κάναν οι παπάδες, που ήταν χοντροί κ’ είχαν κοιλιές. Όλοι αυτουνούς βλαστημούσαν. Τότες, πιεσμένα απ’ την ανάγκη, όλα τ’ αποκαμωμένα κορμιά στυλώθηκαν πάλι σιγά σιγά. Έμειναν ολόρθα. Σιγά σιγά σφάληξαν και τα βλέφαρα. Ο ύπνος ερχόταν — απ’ την κορφή. Χυνόταν στο αίμα. Σε λίγο όλη η ολόρθη παστωμένη μάζα ακινήτησε. Ήταν σαν τα πουλιά που σταλιάζουν. Πότε πότε ένα κοιμισμένο σώμα έπεφτε — μπουνάτσα, μια πέτρα έπεσε στη θάλασσα, ο μικρός σάλος θα χυθεί παντού. Έτσι όλη η κοιμισμένη μάζα δεχόταν τον αντίχτυπο. Ξυπνούσαμε και φωνάζαμε να σηκωθεί ο σύντροφος που έγειρε. Αυτό γινόταν πολλές φορές. Το πρωί όλα τα μάτια ήταν κόκκινα απ’ την αυπνία.

Μας βάλαν να παστρέψουμε τους δρόμους.

Αφήσανε στο κελάρι μονάχα εκείνους που είχαν πουντιάσει τη νύχτα της βροχής. Αυτοί δε δούλεψαν, γιατί ήταν άρρωστοι. Φάγαν μονάχα ξύλο — επειδή ήταν.

Στο δρόμο οι χωριανοί μαζεύουνταν, μας βλέπαν και μας φτύναν.

Όσο βράδιαζε τόσο η εξάντληση βάραινε.

—Για συλλογιστείτε τον ύπνο πάλι τη νύχτα!

Συλλογιστείτε τον ύπνο!

Και τη νύχτα αυτή όπως και την άλλη σταλιάξαμε έτσι: Ολόρθοι. Πες πως δεν κοιμηθήκαμε.

Οι άρρωστοί μας ήταν κι αυτοί να τους κλαις. Σα μαζευόμαστε, τη νύχτα, τους λέγαμε να σηκωθούν για να χωρέσουμε όλοι — τι να κάμουμε; Μονάχα τους δίναμε τόπο στον τοίχο ν’ ακουμπούν, να μην πέφτουν.

Αποπατούσαμε εκεί μέσα. Βρωμούσε να σκάσεις.

Letter

Τα Οστά

Ένα άρθρο των New York Times της 23ης Δεκεμβρίου 1924 έγραφε: Η Μασσαλία είναι ενθουσιασμένη από μια παράξενη ιστορία της άφιξης σε αυτό το λιμάνι ενός πλοίου που φέρει τη βρετανική σημαία και το όνομα Ζαν που μετέφερε ένα μυστηριώδες φορτίο 400 τόνων ανθρώπινων οστών που αποστέλλονται στους κατασκευαστές εκεί. Τα οστά λέγεται ότι φορτώθηκαν στα Μουδανιά της θάλασσας του Μαρμαρά και ότι είναι τα λείψανα των θυμάτων των σφαγών στη Μικρά Ασία. Ας δούμε ένα σχετικό απόσπασμα από το Βιβλίο του Ηλία Βενέζη

….. Ανέλπιστα, μια μέρα δε μας βγάλανε για δουλειά. —Τι τρέχει; Και την άλλη τα ίδια. Δεν μπορούμε να το ξηγήσουμε. Τέλος το μαθαίνουμε: Θα ‘ρχόταν μια επιτροπή, ένας Σπανιόλος λέει, Ντελλάρα τ’ όνομα, να μας δει πώς τα πάμε. —Αλήθεια, μωρέ παιδιά μου; Ταυριά δεν είναι που έχουνε κει κάτου στην πατρίδα του;

Ένα πρωί μας παίρνουν καμιά εξηνταριά σκλάβους για μια μικρή αγγαρεία. Είναι λίγο όξω απ’ τη Μαγνησά. Δίπλα στις ράγιες του σιδηρόδρομου τελειώνει μια μεγάλη χαράδρα, ανάμεσα στο Σίπυλο. Τη λεν «Κιρτίκ-ντερέ». Μες σ’ αυτή τη χαράδρα λογάριαζαν πως θα σκοτώθηκαν ίσαμε σαράντα χιλιάδες χριστιανοί απ’ τη Σμύρνη κι απ’ τη Μαγνησά, αρσενικοί και θηλυκοί. Τις πρώτες μέρες της καταστροφής.

«Κιρτίκ-ντερέ». Η χαράδρα, περιοχή Kırtık Deresi – Google Maps

Τα κορμιά λιώσανε το χειμώνα, και το νερό της χαράδρας που κατέβαινε από ψηλά έσπρωξε τα κουφάρια προς τα κάτω. Έτσι φτάξανε ίσαμε το δρόμο, στις ράγιες. Ο Ντελλάρα σα θα ‘ρχόταν θα φούμερνε ένα πούρο. Μες στο «βαγκόν-λι». Θα κοίταζε απ’ το παραθυράκι όξω και θ’ αποθαύμαζε το τοπίον. Εκεί, άξαφνα, μπορούσε να προσέξει τα κουφάρια. Κεραμιδαριό η έκσταση!

Λοιπόν η δουλειά μας όλη τη μέρα ήταν να σπρώξουμε τα κουφάρια, που ατάχτησαν, προς τα μέσα. Να μη φαίνουνται. Στην αρχή μας έκανε κακό να τα πιάνουμε με τα χέρια μας, αγκαλιές αγκαλιές, και να τα κουβαλούμε. Μα σε λίγες ώρες οι πρώτες εντυπώσεις είχαν περάσει. Οι σκλάβοι κάναν κι αστεία.

—Τι βαστάς; ρωτούσε ένας. Ο άλλος κοιτάζει την αγκαλιά του. Περπατά και μετρά:

—Δυo κεφάλια. Πέντε καλάμια. Έξι χτένια.

—Αρσενικοί, για θηλυκοί;

—Σαν αρσενικοί μοιάζουν.

—Δεν ψούνισες καλά, σύντροφε!

—Γιατί; Ο άλλος δείχνει θριαμβευτικά τη δική του αγκαλιά:

—Κοίτα δω! Μια λεκάνη, δυο λεκάνες, τρεις λεκάνες! Και μοιάζει όλο γυναικείο πράμα…

Σε κάμποσα καλάμια, κόκαλα χεριών, βρίσκαμε διατηρημένο ένα ψιλό σύρμα. Ο χριστιανός θα ‘ταν δεμένος με κάποιον άλλο — μα, με το κατρακύλισμα στη χαράδρα, αυτός ο σύντροφος σκελετός είχε ξεκόψει. Ένας όμως από μας στάθηκε τυχερός. Βρήκε τέσσερα κόκαλα χεριών δεμένα μαζί μαζί. Έτσι μαζί μαζί τα σήκωσε και τα κουβάλησε παραμέσα.

ΜΕΣΗΜΕΡΙ. Βαρεμένοι απ’ αυτό το πάνε έλα. Περπατούμε αργά, ναρκωμένοι απ’ τον φρέσκο ήλιο. Κ’ οι κουβέντες, τ’ άγαρμπα αστεία, έχουν σταματήσει. Κανένας δε βγάζει μιλιά. Μονάχα όταν ένας βρήκε ένα μικρό κρανίο το έδειξε στους αλλουνούς.

—Για δέστε, είπε Ήταν παιδάκι.

—Αλλάχ!… Αλλάχ!… μουρμουρίζει ταραγμένος ο μαφαζάς. Καθίσαμε να φάμε ψωμί. Κανείς δεν έχει όρεξη. Ένας λέει:

—Πόσω χρονώ να ‘ταν;

—Για το παιδάκι λες;

—Ναι. —Τι θα ‘ταν; Κάνα δυο χρονώ.

Νωρίς νωρίς το βράδυ είχαμε τελειώσει. Ο λοχίας πάει στη σιδηροδρομική γραμμή. Κοιτάζει από κει πάνου αν φαίνεται τίποτα στο άνοιγμα της χαράδρας. Δε φαινόταν. —Εν τάξει! Ένα δυο παίρνουν ενθύμια γι’ αυτή τη μέρα. Άλλος ένα σύρμα. Άλλος ένα μικρό κόκαλο.

—Τι κουράγιο είναι αυτό! διαμαρτύρεται ένας σύντροφος.

—Είναι για δείγμα! άπαντα τότες ένας απ’ αυτούς.

Σαν πέσαμε στο δρόμο να γυρίσουμε στο στρατόπεδο, ο νους μας δεν μπορούσε να φύγει απ’ τον τόπο που αφήσαμε. Η χαράδρα με τους σκελετούς βάραινε κυριαρχικά — κάτι κουνιόταν, μας παρακολουθούσε βήμα με βήμα. Σε μια πηγή σταθήκαμε. Πλύναμε τα χέρια μας, τα πρόσωπά μας. Σα ν’ αλαφρώσαμε.

—Τι θα γίνουν τόσα κόκαλα; αναρωτιέται μια στιγμή ένας. Ο Μίλτος τον κοιτάζει ήρεμα.

—Δεν ξέρεις τι γίνεται με τα κόκαλα;

—Όχι.

—Κοπριά, σύντροφε.

—Τι έκανε λέει;

—Κοπριά, σύντροφε.

Θα δεις μια μέρα που θα μοσκοπουληθούν. Θα δεις… Ήταν ταξιδεμένος ο Μίλτος. Ήξερε. Ω, βέβαια, έτσι θα γίνει: Απ’ το Σαουθάμπτον—κάποιο τέτοιο «μπτον»— θ’ αριβάρει μια μέρα ένας μπιχιμίχος. Θα σιάξει τα γυαλιά του, θα ξετάσει το πράμα: ποιότης έξτρα για χημικά λιπάσματα. «Πόσα τον τόνο;» «Τόσα.» «Ω, μα αλλού πήραμε τούρκικο πράμα, βουλγάρικο πράμα, ρούσικο πράμα τόσα!» «Μα τούτο δω είναι γνήσιο ελληνικό!» θα του αντιτάξει ο πλασιέ. «Αλήθεια γνήσιο;» «Αλήθεια.» «Ε, τότε ας πάει και το παλιάμπελο!»

Και ο μπιχιμίχος θα συγκατατεθεί σε τιμή ένα γρόσι μεγαλύτερη — επειδή τώρα πια θα ήταν στη μέση ο Περικλής και ο Ικτίνος.

ΣΣ Στο συγκεκριμένο απόσπασμα του βιβλίου «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη, η λέξη «μπιχιμίχος» χρησιμοποιείται σατιρικά και ειρωνικά για να περιγράψει έναν ξένο εμποράκο, πανούργο πραγματευτή. Από τα συμφραζόμενα φαίνεται ότι πρόκειται για έναν ξένο έμπορο από το εξωτερικό («από το Σαουθάμπτον») που έρχεται να αγοράσει ανθρώπινα κόκαλα για χημικά λιπάσματα — μια πολύ σκοτεινή και πικρή ειρωνεία του Βενέζη πάνω στην εξαθλίωση και την εμπορευματοποίηση του θανάτου. Η ειρωνεία του αποσπάσματος κορυφώνεται όταν ο «μπιχιμίχος» δέχεται να πληρώσει λίγο ακριβότερα επειδή το προϊόν είναι «γνήσιο ελληνικό» — δηλαδή ο Βενέζης σατιρίζει τη χρήση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς («Περικλής και Ικτίνος») ακόμη και για εμπορική εκμετάλλευση νεκρών ανθρώπων.

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2026 ΑΡΘΡΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ

OI ΠONTIOI ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ


ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ
ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

  • 2026.05.18
  • Λάμπρος Βαζαίος

Ήτανε η Πρωτομαγιά του 1975, που γνώρισα από πολύ κοντά τους Πόντιους! Υπηρετούσα τότε στο Κιλκίς. Η οικογένεια ενός πολύ συμπαθητικού αρρώστου μου ( τον είχα χειρουργήσει στο Νοσοκομείο της πόλης), μας κάλεσε να περάσουμε την Πρωτομαγιά σε περιοχή του δάσους του Μπέλες. Το πολύ όμορφο δάσος ήτανε μέχρι τότε απαγορευμένος τόπος από τις Αρχές και περισσότερο τελευταία με τους Απριλιανούς που μόλις είχαν φύγει(!) από την ζωή μας. Η περίφημη «μπάρα», το ξύλινο καδρόνι που απαγόρευε την πρόσβαση στην πανέμορφη κοιλάδα είχε επί τέλους καταργηθεί. Οι άνθρωποι από το Ν.Πετρίτσι και τα γύρω χωριά πανηγυρίζανε που μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ελεύθερα.

Τελευταίο κατόρθωμα των ανθρώπων της 21ης Απριλίου ήταν η κατασκευή κυνηγητικού περίπτερου για τον Παπαδόπουλο! Ήθελε ο αθεόφοβος να κυνηγά ήσυχος ζώα του δάσους
λές και δεν του φθάνανε οι άνθρωποι που κυνηγούσε με τους άλλους απερίγραπτους της «Εθνοσωτηρίου»!

Οι άνθρωποι που μας καλέσανε στην γιορτή ήταν Ποντιακές οικογένειες του Κιλκίς και του Ν.Πετριτσίου. Πρώτη έκπληξη η άφιξη του τραίνου από την Στουτγάρδη με τις οικογένειες των ανθρώπων που ζούσαν εκεί. Οι γιοι, οι θυγατέρες, τα παιδιά, τα εγγόνια, τα ανήψια και όλοι οι φίλοι με τραγούδια και αλαλαγμούς φθάσανε. Σταθμός δεν υπήρχε απλά το τραίνο σταματούσε σε απόσταση 100μ από το χωριό και ξεχυθήκανε από εκεί στην μικρή κοιλάδα. Είχε στηθεί μεγάλο τραπέζι, τα αρνιά στις σούβλες, το κρασί και όλα τα καλούδια της Ποντιακής φιλοξενίας μας περιμένανε. Ο καιρός θαυμάσιος και ο μικρός καταρράκτης με την όμορφη λιμνούλα του μας καλωσορίζανε χαρούμενα.

Η Αύρα με τον Κωστή 5 και 3 ετών αντίστοιχα(!) πρώτη φορά βλέπανε καταρράκτη και μια και δυο γδυθήκανε και βουτήξανε να κολυμπήσουν!

Η παρέα έμεινε έκπληκτη από το θάρρος των παιδιών που γεννηθήκανε και μεγαλώσανε στην πρωτεύουσα και όμως ήτανε σκληραγωγημένα. Οι μεγαλύτεροι τα καμαρώνανε και οι μανάδες μαζί με τις γιαγιάδες τα ψευτομαλώνανε να βγουν γρήγορα για να μην κρυώσουν. Τα τραγούδια και οι χοροί δεν σταματούσαν και οι μεγαλύτεροι δεν παύανε να λένε τις ιστορίες τους. Ήτανε οι αναμνήσεις από την Πατρίδα, οι αναμνήσεις του Ποντιακού Αγώνα, οι ιστορίες της προσφυγιάς.

Μιλάγανε για τότε που αγριεμένοι οι Λαζοί και οι Καρσλίτες με τα τουφέκια τους, τους δημογέροντες και τους παπάδες μπροστά, ξεμπαρκάρανε στην Θρακική Ακτή. Κουβαλούσαν τις εικόνες και όσα σώσανε από τις εκκλησιές και το βιός τους και μερικοί φέραν μαζί τα οστά των προγόνων να μην τα αφήσουν στον Τούρκο! Ριζώσανε με πείσμα στα μέρη που τους έβαλε η νικημένη και αναγκεμένη Πατρίδα. Γίνανε πολλά τότε αλλά το πείσμα και η εργατικότητα των Ποντίων νικήσανε και φτιάξανε καινούργια ζωή σε εκείνα τα χώματα.

Οι καινούργιες γενιές ακολουθούσαν όσο μπορούσαν τις παραδόσεις. Βλέπαμε τον «Γερμανολαζό» με την Μερσεντέ(!) και το τυρολέζικο καπελάκι να έρχεται με την Γερμανίδα γυναίκα και τα παιδιά στις διακοπές να βοηθήσουν στα καπνά! Ακούγαμε την Σουηδέζα που μάθαινε Ποντιακά για να συνεννοείται με την πεθερά της να απορεί γιατί δεν την καταλαβαίναμε!

Ο δακρυσμένος γέροντας πρόσφυγας μας έλεγε για το ταξίδι που έκανε στην Προύσσα για να προσκυνήσει και να αγκαλιάσει την μεγάλη πέτρα, έξω από το πατρικό του, που ανέβαιναν
για καβαλικέψουν τα άλογα τους ο Παππούς και ο Πατέρας του.
Ακούσαμε και μάθαμε πολλά, οι συγκινήσεις περισσέψανε, η φιλοξενία του Ποντιακού χώρου βασίλευε περήφανη και αγαπησιάρα.

Για όλους εμάς που πρώτη φορά βρεθήκαμε σε τέτοια γιορτή, εκείνη την Πρωτομαγιά ήταν μια από τις πολύτιμες θύμησες της ζωής, μάθημα πολιτισμού, παρακαταθήκη ελπίδας πως είμαστε οι Ρωμιοί καλή Γενιά και δεν μας φοβίζουν τα γυρίσματα της Μοίρας στις ζωές μας.

Οι απόψεις που εκφράζονται  στα άρθρα της Ιστοσελίδας μας  ανήκουν αποκλειστικά στον/στη συγγραφέα και δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις θέσεις ή τις απόψεις της συντακτικής επιτροπής ή της ιστοσελίδας συνολικά, εκτός και αν ρητά αναφέτεται ως συντάκτης η ΕΕΥΕΔ ή ΔΣ/ΕΕΥΕΔ.

Επιμέλεια ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
ΑΡΘΡΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Protected: ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ

This content is password protected. To view it please enter your password below:

Categories
ΑΡΘΡΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ …

Παραθέτουμε τις τελευταίες σελίδες (56-60) του πολύ παλιού Βιβλίου, του Μιχαήλ Ροδά (1884 – 1948), «Πώς η Γερμανία Κατέστρεψε τον Ελληνισμόν της Τουρκίας», Το βιβλίο εκδόθηκε το 1916 στη Μυτιλήνη, δηλαδή 6 χρόνια πρίν την Μικρασιατική Καταστροφή. Στην χρονολογία πρώτης έκδοσης έγκειται και η αξία του βιβλίου, μια που χρόνος και τα γεγονότα που ακολούθησαν (μέχρι σήμερα) επιβεβαιώνουν τον Συγγραφέα.

Ολόκληρο το Βιβλίο, στην αρχική του μορφή είναι προσβάσιμο στην Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της ΕΕΥΕΔ, εδώ.

Σελίδες 56-60

«Σκοπός της παρούσας μελέτης μου δεν ήταν να επεκταθώ στην πολιτική της Γερμανίας στα Βαλκάνια. Σε γενικές γραμμές όμως, θέλησα να τονίσω πόσο ολέθρια υπήρξε η γερμανική πολιτική για το ελεύθερο Ελληνικό Βασίλειο και πόσο κακή υπηρεσία του προσέφερε η συνεργασία της Γερμανίας με τους εχθρούς μας. Η καταστροφή του ελεύθερου Βασιλείου προετοιμάζεται από τους Βουλγάρους με τρόπο τραγικό, ενώ η καταστροφή του υπόδουλου Ελληνισμού ολοκληρώθηκε από τους ίδιους τους Γερμανούς.

Τετρακόσιες χιλιάδες Έλληνες κατέφυγαν στο ελεύθερο έδαφος και οι περισσότεροι ζουν από τον ιδρώτα και το αίμα του φτωχού φορολογούμενου λαού. Όσοι απέμειναν πίσω υποκύπτουν στη βία, ατιμάζονται, ληστεύονται και εξαναγκάζονται σε εξισλαμισμό κατά εκατοντάδες κάθε μέρα. Το Πατριαρχείο έγινε άσυλο για τους απειλούμενους Μητροπολίτες, όμως όλες οι έγγραφες διαμαρτυρίες και οι καταγγελίες του ρίχνονται στον κάλαθο των αχρήστων χωρίς καν να ανοιχτούν οι φάκελοι.

Σε όλη αυτή την αιματηρή και ληστρική περίοδο της νεοτουρκικής θηριωδίας, επενέβη έστω και μία φορά ο Γερμανός πρεσβευτής για να σταματήσει τις αγριότητές τους; Μήπως στις παρακλήσεις της ελληνικής κυβέρνησης να προστατευθούν οι απειλούμενοι πληθυσμοί μας δόθηκε έστω και μια τυπική ενθαρρυντική απάντηση ή συστήθηκαν ηπιότερα μέτρα στους Νεότουρκους; Ολόκληρη η παραλία, από τη θάλασσα του Μαρμαρά μέχρι την Αττάλεια, βάφτηκε με χριστιανικό, ελληνικό αίμα ανδρών και γυναικών. Οι Γερμανοί όχι μόνο δεν συνέστησαν ηπιότερα μέτρα και λιγότερη βία, αλλά αντίθετα επέπληξαν τους Τούρκους, επειδή σε κάποια σημεία —όπως για παράδειγμα στα Βρύουλλα και τα Μοσχονήσια— παρέμειναν Έλληνες χωρίς να τους πετάξουν στη θάλασσα ή να τους στείλουν να συναντήσουν τους υπόλοιπους εκδιωγμένους συμπατριώτες τους.

Μια ολόκληρη φυλή καταριέται και αναθεματίζει Γερμανούς και Τούρκους. Μέσα στην ψυχή μας έχει ριζώσει το μίσος για τη Γερμανία, ο πόθος για εκδίκηση πλημμυρίζει τα στήθη μας και τα παιδιά μας διδάσκονται ότι ένας υπήρξε ο εχθρός τους, περισσότερο και από τον Τούρκο: ο Γερμανός. Εναντίον του ακούγονται κατάρες και αναθέματα πρωί και βράδυ, την ώρα της προσευχής, από τετρακόσιες χιλιάδες ξεριζωμένους Έλληνες.

Για να επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί μας περί καταστροφής του Ελληνισμού από τη Γερμανία, ο πρώην Υπουργός Εσωτερικών, Εμμανουήλ Ρέπουλης, αποκάλυψε στην Πάτρα στις 17 Απριλίου 1916 όλες τις γερμανικές ραδιουργίες. Όσα διακήρυξε προς τον λαό της Πάτρας ο βενιζελικός πρώην υπουργός, τα θεωρούμε σπουδαία ντοκουμέντα και τα δημοσιεύουμε σε αυτή τη μελέτη με την ελπίδα ότι μια μέρα —τη μεγάλη μέρα της κρίσεως— θα χρησιμεύσουν στον ιστορικό του Έθνους. Εκείνος θα κρίνει με αμεροληψία και θα παραδώσει στην αιώνια καταδίκη όλους εκείνους που εργάστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για να μας εκδιώξουν από τα εδάφη μας στη Μικρά Ασία και τη Θράκη.

«Είπα προηγουμένως», λέει ο κ. Ρέπουλης στη διάλεξή του στην Πάτρα, «ότι η διαβεβαίωση που δόθηκε στην Κυβέρνηση των Φιλελευθέρων από τον Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών —ότι η Αγγλία δεν θα επέτρεπε στον τουρκικό στόλο να βγει από τα Δαρδανέλια για να επιτεθεί στην Ελλάδα— δεν είναι το μόνο δείγμα των καλών διαθέσεων της Αγγλίας προς εμάς. Το ζήτημα των νησιών πέρασε από πολλούς κινδύνους, από τους οποίους το έσωσε η μεγάλη πρόνοια και η διπλωματικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου, χάρη στη συνδρομή της Αγγλίας. Όταν συζητιόταν το ζήτημα των συνόρων της Ηπείρου στη Φλωρεντία, όπου και περικόπηκαν με το γνωστό πρωτόκολλο, ο κ. Βενιζέλος κατέφυγε στην αγγλική κυβέρνηση και ζήτησε να συνδυαστεί αυτό το θέμα με το εκκρεμές ζήτημα των νησιών. Διότι το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας ήταν δυσμενές για εμάς, καθώς εκεί επικρατούσαν οι επιθυμίες των δυνάμεων της τότε Τριπλής Συμμαχίας (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ιταλία). Αν το ζήτημα της Ηπείρου κανονιζόταν μόνο του και η λύση για τα νησιά ακολουθούσε μετά, κινδυνεύαμε να αντιμετωπίσουμε την αντίδραση της Τριπλής Συμμαχίας και στα νησιά. Η αγγλική κυβέρνηση ευτυχώς δέχθηκε την παράκληση του Πρωθυπουργού μας, ανέλαβε την πρωτοβουλία και πέτυχε τον συνδυασμό των δύο ζητημάτων. Έτσι, ζημιωθήκαμε μόνο στην Ήπειρο αλλά σώσαμε τα νησιά. (Χειροκροτήματα και ζητωκραυγές υπέρ της Αγγλίας).

Αλλά και αργότερα ζητήθηκε πάλι η βοήθεια της Αγγλίας για τα νησιά. Διότι, αν και μας παραχωρήθηκαν, η Τουρκία παρέμενε ανένδοτη. Η αγγλική κυβέρνηση δήλωσε τότε πρόθυμη να κάνει ακόμα και ναυτική επίδειξη εναντίον της Τουρκίας, υπό τον όρο όμως να συμμετάσχει και η Γερμανία. Η Γερμανία όμως αρνήθηκε. Και όταν συναντήθηκαν ο τότε Πρωθυπουργός της Γερμανίας και ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας στην Κέρκυρα, ο πρώτος δήλωσε ότι η Γερμανία μπορεί να κάνει μόνο “απλές συστάσεις” στην Τουρκία. Την ίδια στιγμή, ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, ο περιβόητος Βαγενχάιμ που βρισκόταν επίσης στην Κέρκυρα, έδωσε μια ακόμα πιο κυνική απάντηση: είπε ότι η τωρινή ρύθμιση για τα νησιά δεν είναι οριστική, “διότι”, είπε, “τα νησιά πρέπει να ανήκουν σε εκείνον στον οποίο ανήκει και η απέναντι ακτή της Μικράς Ασίας“.

Δεν γνωρίζω αν ο Γερμανός πρεσβευτής, λέγοντας αυτά, είχε στο μυαλό του τον σημερινό κυρίαρχο της Μικράς Ασίας ή κάποιον άλλον για το μέλλον. Όλα αυτά όμως μας διαφωτίζουν για την πολιτική που οφείλει να ακολουθήσει η Ελλάδα. Αν επέμεινα στην ιστορική αφήγηση των γεγονότων, το έκανα για να μπορέσει η Κοινή Γνώμη να κρίνει τον δρόμο που πρέπει να πάρει η χώρα, καθώς πρέπει να γνωρίζουμε τις διαθέσεις των Δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και τη θέση μας ανάμεσα στους δύο συνασπισμούς. Τα γεγονότα καθορίζουν αυτή τη θέση.

Ο Γερμανισμός, επιδιώκοντας τα μεγάλα του σχέδια, ποτέ δεν υπολόγισε την Ελλάδα ως σύμμαχο, ούτε θέλησε να στηριχθεί σε αυτήν, ούτε βρήκε κοινά συμφέροντα. Η εξωτερική πολιτική των κρατών δεν αλλάζει ξαφνικά, αλλά είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας καλλιέργειας κοινών συμφερόντων. Τα συμφέροντα της Ελλάδας ήταν πάντα ταυτισμένα με εκείνα των Προστατίδων Δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία), ενώ η γερμανική πολιτική στρεφόταν πάντα υπέρ άλλων κρατών στα Βαλκάνια. Δεν έχουμε δικαίωμα, λοιπόν, να κατηγορήσουμε τη γερμανική πολιτική, γιατί και αυτή τα δικά της συμφέροντα υπολογίζει. Όμως ο κύκλος των γερμανικών συμφερόντων συναντούσε πάντα την Ελλάδα ως εχθρό, και αυτό πρέπει να το ξέρουμε για να προστατεύσουμε τα δικά μας εθνικά συμφέροντα. Δικαίωμα να επικρίνουμε αυτή την πολιτική έχουμε μόνο όταν η δράση της ξεπερνά τα όρια του πολιτισμού, του χριστιανισμού και του ανθρωπισμού.

Δυστυχώς, υπήρξαν τέτοιες συμπεριφορές από Γερμανούς. Ο ίδιος ο αρχηγός της γερμανικής αποστολής στην Τουρκία, ο Λίμαν φον Σάντερς, περιοδεύοντας στη Μικρά Ασία και βλέποντας τη δύναμη του ελληνικού στοιχείου, δεν δίστασε να πει στις τουρκικές αρχές παρουσία Έλληνα Επισκόπου: “Αυτούς εδώ, γιατί τους φυλάτε;”. Βλέποντας μάλιστα τους ελληνικούς ναούς και τα σχολεία, είπε δείχνοντάς τα στους Τούρκους: “Όσο αφήνετε αυτά εδώ, εσείς θα είστε οι δούλοι των Ελλήνων!”. Αυτά είναι επίσημα επιβεβαιωμένα γεγονότα.

Ενώ έχουμε τέτοιες ενδείξεις για τις γερμανικές προθέσεις στη Μικρά Ασία, ο γερμανικός τύπος και οι συγγραφείς τους διακηρύσσουν ότι το Βαλκανικό ζήτημα δεν λύθηκε με τους πολέμους, αλλά θα λυθεί μετά από νέους αγώνες, όπου η Βουλγαρία θα έχει σύμμαχο την Τουρκία. Και αυτές οι ιδέες δεν εκφράζονταν ανεύθυνα. Ο ίδιος ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη είχε πει σε ξένους διπλωμάτες ότι “η συνθήκη του Βουκουρεστίου πρέπει να αναθεωρηθεί ως άδικη, γιατί επιβλήθηκε από την απληστία των συμμάχων Βαλκανικών κρατών εις βάρος της Βουλγαρίας”.

Αυτές ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ευρωπαϊκός Πόλεμος βρήκε την Ελλάδα ανάμεσα στους δύο συνασπισμούς. Είδατε ποιες ήταν οι διαθέσεις και οι πράξεις των δυνάμεων της Συνεννοήσεως (Αντάντ) στο ζήτημα των νησιών και του Μακεδονικού, και ποιες οι διαθέσεις του Αυστρο-Γερμανικού συνδέσμου. Ποια δύναμη θα μπορέσει πια να διορθώσει τα μεγάλα σφάλματα;

Το απέραντο νεκροταφείο του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και της Θράκης μας προκαλεί θλίψη και μας κάνει να απελπιζόμαστε για το μέλλον της φυλής μας. Κι όμως, τα απογεύματα, όταν κουρασμένοι επιστρέφουμε από τη δουλειά και αντικρίζουμε τα κόκκινα βουνά της Ανατολής λουσμένα στο ηλιοβασίλεμα, ο νους μας πετάει εκεί. Η καρδιά μας σκιρτά, η ελπίδα της επιστροφής γεμίζει τα μάτια μας δάκρυα και σιγοτραγουδάμε:

Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι…

Μυτιλήνη 1916.»

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

  1. ΜΙχαήλ Ροδάς

Γεννήθηκε το 1884 στην Αράχωβα Αιγίου, ήταν τυπογράφος, δημοσιογράφος, αρθρογράφος, κριτικός θεάτρικων έργων αλλά και ιστορικός Συγγραφέας.

Ο Ροδάς λόγω της δημοσιογραφικής του ιδιότητας αλλά και λόγω της τοποθέτησής του ως Διευθυντής στο Γραφείο Τύπου και Λογοκρισίας της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης έζησε από κοντά τα γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα οποία και κατέγραφε στις ανταποκρίσεις του στον Τύπο της εποχής. Πολύτιμος αρωγός στη μελέτη της προσωπικότητας του Μιχαήλ Ροδά αποτελεί η συγγραφική του παρακαταθήκη, όπως αυτή αποτυπώνεται κυρίως στα βιβλία του: «Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία 1918 – 1922», «Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας» και «Πώς βλέπω την Ελλάδα».

Πώς χαρακτηρίζεται σαν Ιστορικός Συγγραφέας :

Αμερόληπτος, αντικειμενικός, άκραία απόλυτος, ξέρει να εκτιμά, να αποτιμά και να επιτιμά, όχι αντιπάλους, “αλλά πρόσωπα φιλικά προς αυτόν, ακόμη και τον Ελληνικό Στρατό, όταν παρεκτρεπόταν από την γραμμή του ηθικού χρέους. Να επιτιμά και κάποιους Μικρασιάτες χρυσοκανθάρους, που ενώ ο Ελληνικός Στρατός έχυνε το αίμα του, αυτοί γέμιζαν κρουνηδόν τα χρηματοκιβώτιά τους. Εξετάζει με ακρίβεια και με σπάνια για την εποχή του ντοκουμέντα, όχι μόνο το “τί πταίει”, αλλά και το “τίς πταίει”. Δεν χαρίζεται σε κανένα ‘σύμμαχο’: πρώτος αυτός αποκάλυψε ότι ο συντελεστής ήττας ήταν “η προβοκατορική πολιτική των Ιταλών”.

Μας λέγει ο ίδιος  : ………… Αν είμαι ευχάριστος ή πικρός και δυσάρεστος σε πρόσωπα και πράγματα, μού είναι αδιάφορο. Τα δίκαια θα ιστορήσω…”

2. Εμμανουήλ Ρέπουλης

Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης (1863–1924) ήταν μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής και ο εξ απορρήτων συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η αναφορά του στο κείμενο δεν είναι τυχαία, καθώς θεωρούνταν η «φωνή» και ο «εγκέφαλος» της βενιζελικής παράταξης. Ο Ρέπουλης ήταν ο στενότερος σύμβουλος του Βενιζέλου. Λέγεται ότι ο Βενιζέλος δεν έπαιρνε σοβαρή απόφαση χωρίς να τον συμβουλευτεί. Υπηρέτησε ως Υπουργός Εσωτερικών και αργότερα ως Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης. Ήταν αυτός που οργάνωσε τη δημόσια διοίκηση στα νέα εδάφη (Μακεδονία, Ήπειρος, Νησιά) μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Η Διάλεξη στην Πάτρα (17 Απριλίου 1916)

Η ομιλία που αναφέρει το κείμενό είναι ιστορική. Έγινε μέσα στην καρδιά του Εθνικού Διχασμού. Ο Ρέπουλης πήγε στην Πάτρα για να εξηγήσει στον λαό γιατί η Ελλάδα έπρεπε να εγκαταλείψει την ουδετερότητα και να πολεμήσει στο πλευρό των Άγγλων και των Γάλλων. Σε αυτή την ομιλία αποκάλυψε τα παρασκήνια των διπλωματικών πιέσεων, όπως αυτά που συνέβησαν στην Κέρκυρα με τον Βαγενχάιμ. Στόχος του ήταν να αποδείξει ότι η «φιλία» του Κάιζερ προς τον Βασιλιά Κωνσταντίνο ήταν προσχηματική και ότι η Γερμανία είχε ήδη «πουλήσει» την Ελλάδα στους Τούρκους και τους Βουλγάρους.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος (αριστερά) μαζί με τον κάιζερ Γουλιέλμο Β΄ (δεξιά) σε γυμνάσια του γερμανικού στρατού το 1913. Πηγή εικόνας: gettyimages.ca, Δικαιώματα χρήσης: Haeckel collection/ullstein bild via Getty Images

Ο Ρέπουλης ήταν δεινός ρήτορας και δημοσιογράφος. Το κείμενο που διαβάσατε χρησιμοποιεί το κύρος του για να δώσει βαρύτητα στις καταγγελίες. Όταν ο Ρέπουλης έλεγε ότι «οι Γερμανοί μας θεωρούν εμπόδιο στην Ανατολή», ο κόσμος της εποχής τον πίστευε γιατί ήξερε ότι είχε πρόσβαση στα απόρρητα τηλεγραφήματα του Υπουργείου Εξωτερικών.

Ως Υπουργός Εσωτερικών, ο Ρέπουλης διαχειρίστηκε το τεράστιο κύμα των 400.000 προσφύγων του «Πρώτου Διωγμού» (1914). Είχε ιδία άποψη για τις θηριωδίες των Νεοτούρκων και τη γερμανική ανοχή, γεγονός που εξηγεί το πάθος με το οποίο περιγράφονται αυτά τα γεγονότα στο βιβλίο σας.

3. Ο «Πρώτος Διωγμός» (1914)

Αποτελεί το προοίμιο της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής. Συχνά επισκιάζεται από τη μεγάλη καταστροφή του 1922, όμως ήταν μια οργανωμένη και συστηματική επιχείρηση εθνοκάθαρσης που ξεκίνησε πριν καν την επίσημη έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), οι Νεότουρκοι (Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος») κυριεύτηκαν από τον φόβο ότι θα έχαναν και τη Μικρά Ασία, όπως έχασαν τη Μακεδονία. Θεωρούσαν τους Έλληνες (και τους Αρμένιους) ως «εσωτερικό εχθρό» και «πέμπτη φάλαγγα» της Ελλάδας και της Αντάντ.

Οι Γερμανοί σύμβουλοι, με επικεφαλής τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Ο Σάντερς υποστήριζε ότι η παραλιακή ζώνη της Μικράς Ασίας (απέναντι από τα ελληνικά νησιά) έπρεπε να «εκκαθαριστεί» από το ελληνικό στοιχείο για λόγους στρατιωτικής ασφαλείας, ώστε να μην μπορούν οι Έλληνες να βοηθήσουν μια πιθανή απόβαση των Συμμάχων.

Η «Λευκή Γενοκτονία» Ο διωγμός δεν ξεκίνησε με γενικευμένες σφαγές, αλλά με μεθόδους που αποσκοπούσαν στον οικονομικό και ψυχολογικό εκμηδενισμό:

Ο Σάντερς υποστήριζε ότι η παραλιακή ζώνη της Μικράς Ασίας (απέναντι από τα ελληνικά νησιά) έπρεπε να «εκκαθαριστεί» από το ελληνικό στοιχείο για λόγους στρατιωτικής ασφαλείας, ώστε να μην μπορούν οι Έλληνες να βοηθήσουν μια πιθανή απόβαση των Συμμάχων.

Ο διωγμός δεν ξεκίνησε με γενικευμένες σφαγές, αλλά με μεθόδους που αποσκοπούσαν στον οικονομικό και ψυχολογικό εκμηδενισμό:

  • Εμπορικό Μποϊκοτάζ: Οι Μουσουλμάνοι διατάχθηκαν να μην ψωνίζουν από ελληνικά μαγαζιά.
  • Βίαιος Εκτοπισμός: Ολόκληρα χωριά έπαιρναν διαταγή να φύγουν μέσα σε λίγες ώρες.
  • Τάγματα Εργασίας (Amele Taburları): Οι άνδρες άνω των 18 ετών στρατολογούνταν βίαια, όχι για να πολεμήσουν, αλλά για να εργαστούν σε καταναγκαστικά έργα (λατομεία, δρόμους) στο εσωτερικό της Ανατολίας, όπου οι περισσότεροι πέθαιναν από τις κακουχίες και την πείνα.
  • Εγκατάσταση Μουχατζίρηδων: Στα σπίτια των Ελλήνων που εκδιώκονταν, οι τουρκικές αρχές εγκαθιστούσαν αμέσως Μουσουλμάνους πρόσφυγες από τα Βαλκάνια.
  • Αλλά δεν μπορούσαν να λείπουν και οι ακρώτητες με ηθικούς αυτουργούς τους Γερμανούς όπως η Σφαγή της Φώκαιας.

Η πιο άγρια στιγμή του Πρώτου Διωγμού ήταν η Σφαγή της Φώκαιας τον Ιούνιο 1914. Άτακτες ομάδες (Τσέτες) επιτέθηκαν στην πόλη, λεηλάτησαν, σκότωσαν και ανάγκασαν χιλιάδες ανθρώπους να επιβιβαστούν σε βάρκες για να σωθούν προς τη Χίο και τη Μυτιλήνη. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Φελίξ Σαρτιώ, που βρισκόταν εκεί, κατέγραψε τα γεγονότα και έσωσε πολλούς Έλληνες υψώνοντας τη γαλλική σημαία.Το Αποτέλεσμα, Περίπου 150.000 έως 200.000 ή 400.000 κατ’ άλλους, Έλληνες από την Ανατολική Θράκη και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Ελλάδα το 1914. Πολλοί από αυτούς κατέληξαν στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο), ζώντας σε άθλιες συνθήκες,

Categories
2026 ΑΡΘΡΑ

Η ΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ

Το ΔΣ/ΕΕΥΕΔ έγινε αποδέκτης των εντυπώσεων και των θερμών σχολίων Μελών μας που παρακολούθησαν την Παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα.

Εκφράζουμε τα θερμά συγχαρητήρια προς την Διοίκηση, τους Μαθητές και Μαθήτριες της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ) για την άψογη και άκρως τιμητική συμμετοχή τους στην παρέλαση τής 25ης Μαρτίου στην Αθήνα.

Η υποδειγματική πειθαρχία, η άψογη παράταξη και η υψηλού επιπέδου παρουσία των Μαθητών και Μαθητριών ανέδειξαν, με τον πλέον εμφατικό τρόπο, το κύρος και την υψηλή εκπαίδευση της ΣΣΑΣ. Η συνολική εικόνα αποτέλεσε ζωντανή απόδειξη όχι μόνο τής άρτιας επιστημονικής αλλά και τής στρατιωτικής εκπαίδευσης, της αφοσίωσης στο καθήκον και του υψηλού φρονήματος που διακρίνει τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων

Αποτελούν παράδειγμα ήθους και αφοσίωσης, εμπνέοντας εμπιστοσύνη και αισιοδοξία για το μέλλον σε όλους τους Έλληνες.

Όλοι εμείς οι εν ενεργεία και αποστρατεία απόφοιτοι τής ΣΙΣ-ΣΣΑΣ αισθανθήκαμε υπερήφανοι.

Συγχαρητήρια σε όλους!

ΔΣ/ΕΕΥΕΔ

Categories
ΑΡΘΡΑ

Παράδοση – Παραλαβή Καθηκόντων Διοικητή του K.A.I

Την Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026, πραγματοποιήθηκε, στο Αμφιθέατρο «Υποπτεράρχου (ΥΝ) Ευαγγελίας Ανδρεαδάκη» του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας (251ΓΝΑ), παρουσία του Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ), Αντιπτέραρχου (Ι) Βασίλειου Μπρούμα, ως εκπροσώπου του Αρχηγού ΓΕΑ, Αντιπτέραρχου (Ι) Δημοσθένη Γρηγοριάδη, η τελετή παράδοσης – παραλαβής της Διοίκησης του Κέντρου Αεροπορικής Ιατρικής (Κ.Α.Ι), από τον Ταξίαρχο (ΥΙ) Νικόλαο Σαρίδη στον Σμήναρχο (ΥΙ) Γεώργιο Παλαιοκαστρίτη.

Στην τελετή παραβρέθηκαν ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, Υποπτέραρχος (ΥΙ) Κωσταντίνος Σιαφάκας, ο  Διευθυντής της Διεύθυνσης Υγειονομικού του ΓΕΑ, Ταξίαρχος (ΥΙ) Ιωάννης Καπίρης, ο  Διοικητής του 251, Ταξίαρχος (ΥΙ) Αντώνιος Χειμώνας , διατελέσαντες Διοικητές του Κ.Α.Ι, Απόστρατοι Αξιωματικοί της ΠΑ, καθώς και το στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό του Κέντρου.

Το Κέντρο Αεροπορικής Ιατρικής (Κ.Α.Ι.) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της Πολεμική Αεροπορία, με αποστολή τη διασφάλιση της υγείας και της επιχειρησιακής ικανότητας των ιπταμένων. Ιδρύθηκε το 1956 και λειτουργεί στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας στην Αθήνα, αποτελώντας το κεντρικό σημείο ελέγχου της αεροπορικής καταλληλότητας στην Ελλάδα.

Κύρια αποστολή του Κ.Α.Ι. είναι η διενέργεια εξειδικευμένων ιατρικών εξετάσεων για πιλότους, πληρώματα αεροσκαφών και υποψήφιους ιπταμένους. Μέσα από αυστηρά πρωτόκολλα, αξιολογείται όχι μόνο η σωματική αλλά και η ψυχολογική κατάσταση των εξεταζομένων, καθώς ακόμη και μικρές αποκλίσεις μπορεί να επηρεάσουν την ασφάλεια μιας πτήσης.

Παράλληλα, το Κέντρο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση και την έρευνα στον τομέα της αεροπορικής ιατρικής. Εκπαιδεύει εξειδικευμένο προσωπικό σε θέματα όπως η υποξία, η κόπωση και ο αποπροσανατολισμός, ενώ συμμετέχει σε μελέτες που αφορούν τις επιπτώσεις του περιβάλλοντος πτήσης στον ανθρώπινο οργανισμό.

Με σύγχρονο εξοπλισμό και υψηλού επιπέδου επιστημονικό προσωπικό, το Κ.Α.Ι. αποτελεί βασικό πυλώνα για την ασφάλεια των πτήσεων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην επιχειρησιακή ετοιμότητα και την αξιοπιστία της ελληνικής αεροπορίας.

Categories
ΑΡΘΡΑ

ΘΕΣΜΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

  • 2026.03.26
  • Υπτγος (ΥΚ) ε.α Αργύρης Τασιόπουλος
  • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Όταν ο νέος Αξιωματικός εντάσσεται σε ένα Θεσμό ή σε Υπηρεσία των ΕΔ που λειτουργεί με επιτυχία, όταν βλέπει την οργάνωση, τις υποδομές, τον εξοπλισμό, την επάνδρωση με εξειδικευμένους Συναδέλφους, σπάνια αναρωτιέται πως έγιναν όλα αυτά. Ακόμη και αν ενδιαφερθεί να μάθει, είναι δύσκολο να προσεγγίσει σε βάθος το όλο Θεσμό. Αλλά ακόμη και αν έλθει κάποιος να ερευνήσει ιστορικά ίσως μπορεί να βρει τα περισσότερα στοιχεία, δεν θα βρει ποτέ το “άρωμα της εποχής” αυτό μοιραία θα χαθεί μαζί με τους πρωταγωνιστές της οργάνωσης του θεσμού. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στον Θεσμό των Στρατιωτικά Εργαζόμενων Σκύλων (ΣΕΣ).

Πριν λίγες ημέρες ο Ταξίαρχος (ΥΚ) ε.α Κωνσταντίνος Τερψίδης μου αφιέρωσε το Βιβλίο του με τίτλο :

ΧΡΟΝΙΚΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

Ο Συγγραφέας ήταν από τους πρωτεργάτες και η ψυχή της οργάνωσης του θεσμού. Με το Βιβλίο του με έφερε πίσω 28 χρόνια, όταν σαν Διοικητής του Γ’ Κτηνιατρικού Νοσοκομείου πάλευα και εγώ από το δικό μου μετερίζι να υποστηρίξω το έργο του Συγγραφέα, να πείσω για τα αυτονόητα, να προσπεράσω τους πάντα υπάρχοντες αρνητές της προόδου.

Ξεφυλλίζοντας το Βιβλίο και μέσα από τα γραφόμενα ήλθαν στην μνήμη μου χαρακτηριστικές στιγμές και εικόνες όπως :

Η Διαταγή του Διευθυντού Κτηνιατρικού Ταξιάρχου Απόστολου Ράντσιου “Τα κτίρια εκτροφής των Σκύλων όταν ξαναέρθω στην Μονάδα να έχουν στρίψει”. Τα κτίρια ήταν στην φάση προχωρημένων χωματουργικών εργασιών με τον προσανατολισμό όπως των υπαρχόντων κτιρίων στο Στρατόπεδο, γεγονός που θα άφηνε τα κλουβιά των σκύλων της μιας πλευράς εκτεθειμένα στον βαρδάρη. Τα κτίρια έστριψαν

Ο αγώνας να γίνει ως Κλινική Σκύλων ένα νέο κτίριο μια που προβλεπόταν η χρήση ως Κλινικής ένα άθλιο τολ με λαμαρίνες. Η νέα Κλινική έγινε

Ο αγώνας να καθορισθούν τα κελιά των σκύλων με υδροφόρες μέχρι που έγινε μια γεώτρηση και φυσικά δεν έγινε μόνη της.

Η σκηνή όπου αξιολογητές των Σκύλων της Πολεμικής Αεροπορίας απέρριπταν τα σκυλιά ουσιαστικά χωρίς λόγο. Όταν ρώτησα σε συγκεκριμένη περίπτωση “γιατί έκοψες αυτόν τον σκύλο” η απάντηση ήταν “γιατί φοβήθηκε” τον αυτόματο πωλητή” Ήταν πωλητής της Coca Cola με τα εντυπωσιακά κόκκινα χρώματα και το χαρακτηριστικό βουητό. Αξιολόγηση ερασιτεχνική αλλά δημιούργησε την εντύπωση κάποιοι ήθελαν την αποτυχία του Θεσμού, ίσως για να συνεχίσουν την προμήθεια σκύλων από την Γερμανία. Σαν “Ενιαίος Θεσμός, αγεφύρωτες διαφωνίες” παρουσιάζει το όλο θέμα των Αξιολογήσεων ο Συγγραφέας.

Αγώνας να πεισθεί η Ηγεσία για την απεμπλοκή από την συνεργασία με την Πολεμική Αεροπορία.

Η υπερηφάνεια των Εκπαιδευτών που με καλούσαν ως Διοικητή στην εκτροφή να μου δείξουν την πρόοδό τους.

Οι προσπάθεια αξιολόγησης των Ελληνικών Ποιμενικών ως Στρατιωτικών Σκύλων.

Όλα τα παραπάνω και πάρα πολλές λεπτομέρειες σχετικές με :

  • Διαδικασίες προμήθειας εκτός της Αναπαραγωγής
  • Εκδόσεις Τεχνικών Εγχειριδίων και Οδηγιών
  • Ασκήσεις,
  • Σχολεία
  • Ένταξη της φυλής Malinois στον Θεσμό
  • Συνεργασία με ΑΠΘ
  • Ερευνητικές εργασίες.

ξετυλίγονται μέσα από την ανάγνωση του Βιβλίου. Ο αναγνώστης έχει στα χέρια του ένα Βιβλίο με τεκμηριωμένα στοιχεία, όμορφα δομημένη ύλη, που παρουσιάζει την όλη η προσπάθεια να οργανωθεί σωστά ο θεσμός. Τίποτα δεν ήταν εύκολο τίποτα δεν έγινε ξεκούραστα. Βλέπει τελικά ο αναγνώστης πως ο θεσμός πέτυχε και πως έτυχε αναγνώρισης όχι μόνο από τις Μονάδες που χρησιμοποιούσαν ΣΕΣ αλλά και από χώρες του ΝΑΤΟ.

Ευχαριστώ τον κ. Τερψίδη διότι όταν αγωνιζόταν για την οργάνωση του Θεσμού, μετά από την ενημέρωση μου, προχωρούσε με αξιοθαύμαστη πρωτοβουλία, ταχύτητα και παρουσίαζε αποτελέσματα. Σαν Διοικητής του Γ’ΚΝΟ και ταυτόχρονα μοναδικός Χημικός του Εργαστηρίου για μερικά χρόνια, δεν είχα τον χρόνο να ασχοληθώ αποκλειστικά με τον Θεσμό.

Τελικά τον ευχαριστώ που με το τόσο καλογραμμένο Βιβλίο του διέσωσε το ιστορικό οργάνωσης και λειτουργίας του Θεσμού.

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα με το οποίο ο Συγγραφέας κλείνει το Βιβλίο του :

Η παρούσα καταγραφή του χρονικού της οργάνωσης και λειτουργίας του θεσμού των ΣΕΣ, επιβεβαιώνει εκείνους που είχαν τη διορατικότητα να δουν τη δυναμική της εξέλιξης του Κτηνιατρικού, όταν άλλοι σιωπούσαν ή παρέμεναν κρυπτόμενοι στην ασφάλεια της αδράνειάς τους. Η επιβεβαίωση της αξίας των ΣΕΣ και του πολυετούς έργου με αυτούς, περιγράφεται στα λόγια του Αμερικανού Στρατηγού David Howell Petraeus, αρχηγού των ΕΔ των ΗΠΑ στους πολέμους του Ιράκ και Αφγανιστάν, όταν ζητήθηκε η άποψή του για τους σκύλους εργασίας του Αμερικανικού στρατού: «Οι ικανότητες που διαθέτουν τα στρατιωτικά σκυλιά στη μάχη δεν μπορούν να αναπαραχθούν από τον άνθρωπο ή τις μηχανές. Από κάθε άποψη αξιολόγησης, η απόδοσή τους ξεπερνά κάθε άλλο μέσο που διαθέτουμε. Ο στρατός μας θα ήταν αμελής αν δεν επενδύαμε περισσότερο σε αυτόν τον απίστευτα πολύτιμο πόρο».

Παραμένει ακόμα η απορία μου, εάν αυτές οι απόψεις μπορούν να γίνουν κατανοητές ώστε να γίνουν πεποίθηση από πολλά στελέχη της Στρατιωτικής Υπηρεσίας. Εύχομαι από καρδιάς, όταν το κατανοήσουν, τα στελέχη αυτά να προχωρήσουν πολύ πιο μακριά από εκείνους που υπηρετούν την αναγκαιότητα ενός πρόσκαιρου φαίνεσθαι αποτυπώνοντας την εικόνα τους σε μερικές φωτογραφίες και απονέμοντας αναμνηστικά σύμβολα !

και μερικές φωτογραφίες από το Βιβλίο

Categories
2026 ΑΡΘΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ

ΨΕΥΔΑΓΓΕΛΙΕΣ

       Αγαπητοί φίλοι  (13/3/2026)

      Το «Athens Alitheia Forum», συγκέντρωσε αυτές τις μέρες το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης (όπως θα έλεγαν παλαιάς κοπής εφημεριδογράφοι!). Αξίζει νομίζω όμως  διευκρίνηση στον τίτλο*. Το ei στα Αγγλικά δεν λειτουργεί ως δίφθογγο (ι) και θα ήταν καλλίτερα (μάλλον) να γραφόταν η λέξη «Αlithia» με αυτόν τον τρόπο!*

*’Ηταν απαραίτητο να είναι ο τίτλος στα Αγγλικά;

     Με την προδημοσίευση των «Ψευδαγγελιών» από τα «Ερανείσματα» προσπαθώ να υπενθυμίσω ότι πριν λίγες μέρες, με πολύ επίσημες εκδηλώσεις γιορτάστηκε η «Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας»!

     Είναι διαπιστωμένα δύσκολη πλέον η «συνοίκηση» της Γλώσσας μας με τα ξένα  στοιχεία που έχουν εισβάλλει.

     Μιλώντας για τις «Αμερικανιές» που έχουν κατακλύσει την καθημερινότητα, θα ήθελα να δικαιώσω  όσους ακόμη μπορούν να ανησυχούν και να προβληματίζονται!

     Είναι ιστορικά, κοινωνιολογικά, ακόμη και «πατριωτικά» λάθος να μην ακολουθούμε, να μην λειτουργούμε, όσο είναι δυνατό, με όσα άφησαν παρακαταθήκη οι παλαιότεροι άνθρωποι των γραμμάτων. Πολλοί από αυτούς υπήρξαν διακεκριμένοι επιστήμονες στο  εξωτερικό. Ενώ δίδασκαν και λειτουργούσαν άψογα στην γλώσσα της χώρας που ζούσαν, δεν μετέφεραν λέξεις, ακόμη και ορολογία  στις Ελληνικές τους δραστηριότητες. Αντιθέτως εξελληνίζανε λέξεις και όρους. Σημαντική σειρά συμπαθητικών δευτερόκλιτων νεολογισμών χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα! Όσο για το Λατινικό Αλφάβητο που κυριαρχεί στις επιγραφές και δυστυχώς στις περισσότερες εφαρμογές της ηλεκτρονικής πραγματικότητας, θα θυμίσω όσα λέγαμε παλιότερα για τα «Φραγκολεβαντίνικα» και τα «Φραγκοχιώτικα»! Φαίνεται πως τα ξεχάσαμε όλα! Κάποτε άκουγα ότι πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για την γλώσσα, την Ιστορία   και τον Πολιτισμό μας

    Ας το σκεφθούμε!

    Λ. Βαζαίος

*Οι ψευδαγγελίες ( FAKE NEWS!)

Τα fake news είναι πλέον «απλά Ελληνικά»(!) και έχουν μπει θριαμβευτικά στο λεξιλόγιο με τις Αμερικανιές στην καθημερινότητα την προφορική, την γραπτή και βέβαια την επίσημη! Πιο ‘κει όμως με το μοχθηρό γελάκι και το πονηρό ματάκι τους περιμένανε οι ψευδαγγελίες.! Χρησιμοποιηθήκανε (και από εκεί μάθαμε τον όρο) συστηματικά πρώτη φορά στην Ιστορία από τον Ξενοφώντα, τότε με τους «Μυρίους»! Ήταν οι Έλληνες, που πολέμησαν στο πλευρό του Κύρου και μετά το κακό τέλος του πολέμου, περπάτησαν διασχίζοντας αγριεμένοι όλη την Ανατολία, πολεμώντας με όλους (μαλώνοντας (!) κυρίως με τους Καρδούχους, τους σημερινούς Κούρδους). Διασχίσανε απίστευτες αποστάσεις μέχρι να φωνάξουν «Θάλαττα-Θάλαττα», βλέποντας επί τέλους τον Εύξεινο Πόντο, την Μαύρη Θάλασσα! Με ψευδαγγελίες ο Ξενοφών κρατούσε το ηθικό τους και μπέρδευε τους εχθρούς. Οι μάλλον απολίτιστοι Καρδούχοι ήταν, όπως όλοι οι καθυστερημένοι ιστορικά λαοί, εύκολη «λεία» για τους ατσίδες προπαγανδιστές του Ξενοφώντα!

Ο Γ.Πλειός προτείνει να μιλάμε για «Παραποιημένες ειδήσεις»

«Η κόκκινη ρέγγα» εκτροχιάζει τις συζητήσεις. Είναι κάτι που κάνουν οι εκπαιδευτές σκύλων αναζήτησης για να τους αποπροσανατολίζουν την όσφρηση. Πράγματι το ψαρικό αυτό έχει ιδιαίτερα έντονη μυρωδιά και τρελαίνει τα λαγωνικά διώχνοντας τα σε άλλη κατεύθυνση. Έτσι λειτουργούν οι εκπαιδευμένοι «διακοψίες» και οι προβοκάτορες των δημόσιων συζητήσεων. Πετούν ένα χτυπητό αλλά άσχετο θέμα που λειτουργεί σαν την κόκκινη ρέγκα και αποπροσανατολίζουν την ανταλλαγή απόψεων και επιχειρημάτων. Είναι τελικά «τέχνη» η επικοινωνιακή αντιμετώπιση της αλήθειας και της πραγματικότητας. Η σχολή Γκαίμπελς μάλλον δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί και να παράγει «ικανά» στελέχη για την εξουσία, είτε αυτήν που υπάρχει και κυβερνά, είτε αυτήν που διεκδικείται, σχεδόν (!) αποκλειστικά από «φιλόδοξους» οικονομικούς μεγιστάνες!

*Aπό τα «ΕΡΑΝΕΙΣΜΑΤΑ και FRAGMENTA». (υπό δημοσίευσιν)

Οι απόψεις που εκφράζονται  στα άρθρα της Ιστοσελίδας μας  ανήκουν αποκλειστικά στον/στη συγγραφέα και δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις θέσεις ή τις απόψεις της συντακτικής επιτροπής ή της ιστοσελίδας συνολικά, εκτός και αν ρητά αναφέτεται ως συντάκτης η ΕΕΥΕΔ ή ΔΣ/ΕΕΥΕΔ.

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
2026 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΑΡΘΡΑ

ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ 2026

ΔΣ/ΕΕΥΕΔ .

Σύμφωνα με τα άρθρα 16 & 9.2 του καταστατικού της Επιστημονικής Ένωσης Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΥΕΔ), οι τακτικές Γενικές Συνελεύσεις συνέρχονται άπαξ του έτους και εντός του πρώτου διμήνου, κατόπιν προσκλήσεως του Δ.Σ. Εγκρίνεται ή όχι ο διοικητικός και οικονομικός απολογισμός του προηγουμένου έτους, ελέγχεται και εγκρίνεται η έκθεσις της εξελεγκτικής επιτροπής σχετικώς προς την διαχείρισιν της ΕΕΥΕΔ.

Το Σάββατο 7 Μαρτίου 2026, συνήλθε η Γενική Συνέλευση (Γ.Σ) της ΕΕΥΕΔ. Την Γενική Συνέλευση διηύθυνε ο Αντιπρόεδρος αυτής, Αντιστράτηγος (ΥΙ), ε.α κ. Ιορδάνης Αθανασιάδης. Η Γ.Σ άρχισε με την ανάγνωση επιστολής του Προέδρου της ΕΕΥΕΔ Δρ. Νίκου Παπαγιαννόπουλου που για λογους υγείας δεν μπόρεσε να παραστεί. Η επιστολή παρατίθεται στο τέλος της παρούσης ανάρτησης.

Ακολούθησε η παρουσίαση των πεπραγμένων της ΕΕΥΕΔ κατά το 2025.

Δράσεις ΕΕΥΕΔ το 2025

Επισκέψεις ΔΣ

  • Επίσκεψη στον Υφυπουργό Μακεδονίας/Θράκης κ. Κων. Γκιουλέκα. την 2 Απριλίου 2025. Συζητήθηκαν τρέχοντα θέματα κοινού ενδιαφέροντος όπως τα επίκαιρα θέματα του Υγειονομικού των Ενόπλων Δυνάμεων, εν όψει της ψήφισης του νέου Νόμου, θεματα του 424ΓΣΝΕ, τις αποσπάσεις των Στρατιωτικών Ιατρών σε Νοσοκομεία του ΕΣΥ της Β. Ελλάδος κτλ. Σχετική ανάρτηση εδώ.
  • Επίσκεψη στον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης κ. Στέλιο Αγγελούδη (απόφοιτος ΣΣΑΣ). Συζητήθηκαν μεταξύ άλλων η συμβολή του Δήμου στον εορτασμό των 100 ετών από την ίδρυση της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής. Περισσότερα εδω

Παράστασεις σε Ορκωμοσίες ΣΣΑΣ, στις παραλαβές παραδόσεις Διοικήσεων – Διευθύνσεων ΣΣΑΣ & 424 ΓΣΝΕ

Παρεμβάσεις

Στην διαβούλευση του Σχεδίου Νόμου “Ρύθμιση υγειονομικών θεμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων και λοιπές διατάξεις” η ΕΕΥΕΔ συμμετείχε με προτάσεις μέσω της ηλεκτρονικής διαβούλευσης, αφού έλαβε υπόψιν τις εισηγήσεις πρώην Διευθυντών του 424 ΓΣΝΕ και εν ενεργεία ή εν αποστρατεία Συναδέλφων σε ειδική σύσκεψη που συνεκάλεσε.

Η ΕΕΥΕΔ ως Επιστημονική Ένωση απέφυγε να να εμπλακεί σε πολιτική αντιπαράθεση και συμμετείχε στην Διαβούλευση σχεδίου νόμου με βασικό κριτήριο την εύρυθμο λειτουργία του Υγειονομικού των ΕΔ. Οι εισηγήσεις που κατατεθήκαν στην ανοιχτή διαβούλευση ηλεκτρονικά είναι εδώ

Όταν το  Σχέδιο Νόμου “Ρύθμιση υγειονομικών θεμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων και λοιπές διατάξεις” του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας παραπέμφθηκε στην Διαρκή Επιτροπή Εθνικής ‘Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, την ΕΕΥΕΔ εκπροσώπησε το Επίτιμο Μέλος της, ο Αντιπτέραρχος (ΥΙ) ε.α κ. Χρήστος Γρηγορέας, ο οποίος ως γνωστόν έχει διατελέσει και Διευθυντής 251 ΓΝΑ και Διευθυντής ΔΥΓ/ΓΕΕΘΑ. Σχετική Ανάρτηση με Βίντεο εδώ.

Ταυτόχρονα φιλοξένησε στην Ιστοσελίδα της, τίς απόψεις Συναδέλφων για το Σχέδιο Νόμου, ανεξάρτητες αναρτήσεις τρίτων σχετικές με τις διαφαινόμενες αλλαγές στην δομή του Υγειονομικού των ΕΔ και αντιδράσεις σε δηλώσεις του ΥΠΕΘΑ που έθιγαν την επιστημονικότητα του Υγειονομικού των ΕΔ. Τις αναρτήσεις μπορείτε να τις δείτε συγκεντρωτικά εδώ

Συνέδρια και Ημερίδες.

  • 8 Μαρτίου 2025 . Το Ρευματολογικό Τμήμα του 424 ΓΣΝΕ, σε συνεργασία με την Επιστημονική Ένωση Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΥΕΔ), διοργανώσε την 8η Ημερίδα. Θέμα της Ημερίδας “ Ο πόνος στα Ρευματικά Νοσήματα” . Σχετική ανάρτηση εδώ
  • 12-14 Σεπ.2025 πραγματοποιήθηκε το 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο με θέμα “Προβλήματα Εσωτερικής Παθολογίας σε Διαβητικούς Ασθενείς. Το Συνέδριο συνοργάνωσαν  η Β΄Παθολογική Κλινική 424 Γ.Σ.Ν.Ε. και η Επιστημονική Ένωση Υγειονομικών  Ενόπλων Δυνάμεων. Σχετική ανάρτηση εδώ
  • 10-11 Οκτ.2025 πραγματοποιήθηκε η 6η Διημερίδα Λιπιδίων και Αθηροσκλήρωσης – Η Λερναία Ύδρα του Καρδιαγγειακού Κινδύνου. Συνδιοργάνωση Ιατρείο Λιπιδίων και Αθηροσκλήρωσης 424 ΓΣΝΕ.
  • 14-15 Νοεμβρίου 2025, Διημερίδα της Διακλαδικής Καρδιοχειρουργικής Κλινικής των Ενόπλων Δυνάμεων, στο Αμφιθέατρο του 401 ΓΣΝΑ. Ο Πρόεδρος της ΕΕΥΕΔ κ. Νίκος Παπαγιαννόπουλος εκπροσώπησε την ΕΕΥΕΔ. Συμμετείχε στο Προεδρείο και ως Σχολιαστής της εναρκτήριας ομιλίας “Ο Στρατιωτικός Ιατρός το 2025” από τον Αντιπλοίαρχο κ. Α. Μίλκα. Παρόν ο ΥΦΕΘΑ κ. Δαβάκης. Σχετική ανάρτηση εδώ

Κοινωνικές και άλλες δραστηριότητες

  • Κοπή Βασιλόπιτας – Χοροεσπερίδα την 25 Ιαν. 2025. Δείτε στην σχετική ανάρτηση εδώ
  • Το ετήσιο Μνημόσυνο για την ανάπαυση των ψυχών των αποδημησάντων εις Κύριον Συναδέλφων μας, Αξιωματικών Υγειονομικού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, το Σάββατο 15 Μαρτίου 2025 στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου της ΣΣΑΣ. Δειτε την σχετική ανάρτηση εδώ
  • Ημερήσια ξενάγηση στις αρχαιότητες στο Σταθμό του Μετρό “Βενιζέλου” με ξεναγό την κ. Ευγενία Κουκουρα και στην συνέχεια στο Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης, στην έκθεση Κειμηλίων για το 1821 με ξεναγό τον Υφυπουργό κ. Κωνσταντίνο Π. Γκιουλέκα. Δείτε την σχετική ανάρτηση εδώ
  • Εκδρομή στην Σικελία 13-20 /6/2025, στην σχετική μας ανάρτηση δείτε το πλήρες οδοιπορικό στην Σικελία εδώ

Ιστοσελίδα της ΕΕΥΕΔ

Με αφορμή συνεχόμενες κακόβουλες κυβερνο – επιθέσεις στην Ιστοσελίδα, το 2024 το ΔΣ/ΕΕΥΕΔ προχώρησε στην δημιουργία νέας ιστοσελίδας με το ίδιο όνομα (eeyed.gr) μεταφέροντας σε αυτήν και το πολύτιμο περιεχόμενο των προηγουμένων ετών.

Η Νέα Ιστοσελίδα λειτούργησε το 2025. Παράλληλα λόγω χαμηλού κόστους διατηρήθηκε και η παλιά Ιστοσελίδα με το όνομα eeyed-old.gr

Η συνεχόμενη σταθερή αυξητική τάση της αναγνωσιμότητας διατηρήθηκε και το 2025 συγκεκριμένα ανά έτος χρήστες :

  • 2020 – 1.237
  • 2021 – 10.148
  • 2022 – 13.308
  • 2023 – 15.314
  • 2024 – 22.817
  • 2025 – 27.388

Περισσότερες λεπτομέρειες όπως αναγνωσιμότητα ανά μήνα, αναγνωσιμότητα εκτός Ελλάδος στην σχετική Υποσελίδα εδώ

Οικονομικός Απολογισμός

Δεν θα δημοσιοποιήσουμε τα οικονομικά στοιχεία της ΕΕΥΕΔ στο διαδίκτυο. Είναι όμως διαθέσιμα σε όποιο Μέλος μας τα ζητήσει. Σε γενικές γραμμές :

Πραγματοποιήθηκαν ΕΣΟΔΑ από τις εισφορές Μελών, από Συνέδρια και Ημερίδες και ΕΞΟΔΑ που αφορούν την λειτουργία της ΕΕΥΕΔ (Κατασκευή – συντήρηση Ιστοσελίδας, αμοιβή Λογιστού, Δωρεά προς ΣΣΑΣ, Μνημόσυνο, Στέφανα κτλ.). Η διαφορά Εσόδων – Εξόδων ήταν θετική και ανήλθε στα 3.003 €.

Ο Οικονομικός απολογισμός ελέγχθηκε από την Εξελεγκτική Επιτροπή, βρέθηκε σύνομος και συντάθηκε η σχετική έκθεση

Προτάσεις

Προτάθηκε ως ημερομηνία αρχαιρεσιών της ΕΕΥΕΔ για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου το Σάββατο 28/11/2026.

Η Γενική Συνέλευση ενέκρινε για το Έτος 2025

  • Τις Δράσεις – Πεπραγμένα
  • Τον Οικονομικό Απολογισμό
  • Την Έκθεση της Εξελεγκτικής Επιτροπής και
  • Την 28/11/2026 ως ημερομηνία πραγματοποίησης των Αρχαιρεσιών της ΕΕΥΕΔ.

Επιστολή Προέδρου ΕΕΥΕΔ προς τα Μέλη της Γενικής Συνέλευσης,

Αγαπητοί Συνάδελφοι, Μέλη και Φίλοι της ΕΕΥΕΔ

Δυστυχώς, ξαφνικό θέμα υγείας δεν μού επιτρέπει να είμαι παρών σε αυτή την σημαντική στιγμή για την ΕΕΥΕΔ.

Δόξα τω Θεώ, είμαι καλύτερα.

Ένοιωσα μεγάλη συγκίνηση και ανακούφιση από το ενδιαφέρουν των εν ενεργεία Συναδέλφων τού 424 ΓΣΝΕ, που με νοσήλευσαν “αδελφικό ενδιαφέρον”.

Ευχαριστώ τους Χειρουργούς, Γεν. Αρχιάτρους κκ. Φωτιάδη Παναγιώτη και Ιωαννίδη Κων/νο καθώς και ο όλους τους Συνεργάτες τους. Ευχαριστώ τους συναδέλφους Νοσηλευτές για την φροντίδα και την αγάπη τους και φυσικά την Διεύθυνση του Νοσοκομείου.

Τέλος ευχαριστώ τα Μέλη του ΔΣ/ΕΕΥΕΔ για την αγάπη και την ειλικρινή συμπαράσταση καθώς και όλους εσάς για τις ευχές και το ενδιαφέρον σας.

Σε μία δύσκολη φάση της ζωής μου που πέρασα αυτές τις μέρες, ευχαριστώ τον Θεό που υπήρξα Στρατιωτικός Γιατρός και έζησα την χαρά τής φροντίδας και τής αγάπης των Συναδέλφων μου.

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΕΡΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΑΣ, ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΤΩΝ ΕΔ

Ο εκλεκτός Αντιπρόεδρος της ΕΕΥΕΔ, Αντιστράτηγος (ΥΓ) κ. Ιορδάνης Αθανασιάδης θα σας παρουσιάσει τα πεπραγμένα του 2025 όπως προβλέπεται.

Θα σας προτείνει για έγκριση επίσης την ημέρα των νέων αρχαιρεσιών της ΕΕΥΕΔ με τη λήξη της δεύτερης θητείας του παρόντος ΔΣ, στις οποίες δεν θα συμμετάσχω.

Τούς λόγους θα σας παρουσιάσω σε έγγραφη έκθεση κατά την παρουσίαση τών Πεπραγμένων του 2026.

Αγαπητοί Συνάδελφοι, το τρέχον έτος είναι πολύ σημαντικό για την ΕΕΥΕΔ. Συμπίπτει με τα 100 Χρόνια από την ίδρυση της Σ.Ι.Σ, καθώς και με το 30ο Ιατρικό Συνέδριο Ενόπλων Δυνάμεων στο οποίο συμμετέχουμε κατά παράδοση δυναμικά με τέσσερις (4) στρογγυλές τράπεζες, τέσσερις (4) διαλέξεις και βραβεύσεις εργασιών.

Σας καλώ να είστε δίπλα στην ΕΕΥΕΔ και σας ευχαριστώ .

Dr. N Παπαγιαννόπουλος

Πρόεδρος ΔΣ/ΕΕΥΕΔ

Categories
ΑΡΘΡΑ

ΒΑΡΔΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΣΠΟΡΚΑ

Ο «Βαρδιάνος στα σπόρκα» (1893) είναι γραμμένο με αφορμή την επιδημία χολέρας του 1865, το έργο προσφέρει μια συγκλονιστική περιγραφή των Λοιμοκαθαρτηρίων (Λαζαρέτων), των δομών καραντίνας και της ψυχολογίας της μάζας απέναντι στο μίασμα. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με ζωντανό τρόπο, τη ναυτική ζωή των νησιωτών, τα ήθη της Σκιάθου, τον φόβο των ανθρώπων μπροστά στις επιδημίες, την αυστηρότητα των υγειονομικών μέτρων της εποχής.

Ο Παπαδιαμάντης, που μεγάλωσε σε ναυτική κοινωνία και άκουγε συχνά τέτοιες ιστορίες, ίσως είχε δει και ο ίδιος πλοία σε καραντίνα όταν ήταν παιδί. Φαίνεται ότι, πήρε το βασικό συναίσθημα της μητρικής αγωνίας από πραγματικές αφηγήσεις  και το το μετέτρεψε σε λογοτεχνική πλοκή. Δημιούργησε τη μορφή της Σκεύως, η οποία πηγαίνει ακόμη πιο μακριά, μεταμφιέζεται σε βαρδιάνο. Έτσι ένα πραγματικό περιστατικό, πιθανόν έγινε ο πυρήνας της φανταστικής ιστορίας. Η μέθοδος αυτή είναι χαρακτηριστική του συγγραφέα, αντλεί θέματα από την προφορική παράδοση των νησιών, βασίζει την αφήγηση σε αληθινά ή αληθοφανή γεγονότα, χρησιμοποίησε πραγματικά τοπωνύμια, πραγματικές περιγραφές της υγειονομικής οργάνωσης και ναυτικές πρακτικές. Γι’ αυτό το έργο φαίνεται τόσο ρεαλιστικό και ζωντανό που ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διαβάζει ιστορικό αφήγημα.

Το νησάκι Τσουγριά της Σκιάθου όπου διαδραματίζεται το διήγημα

Μια Σύνοψη του Έργου.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Σκιάθο, πατρίδα του συγγραφέα, στα μέσα του 19ου αιώνα. Την εποχή εκείνη εμφανίζεται επιδημία χολέρας στην Ανατολή και υπάρχει φόβος ότι μπορεί να μεταφερθεί στα ελληνικά νησιά μέσω των πλοίων. Για τον λόγο αυτό δημιουργούνται υγειονομικοί σταθμοί καραντίνας. Τα πλοία που θεωρούνται ύποπτα για μόλυνση δεν επιτρέπεται να μπουν στο λιμάνι αλλά αγκυροβολούν μακριά από την ακτή, σε απομονωμένο χώρο που οι ντόπιοι αποκαλούν «σπόρκα» (μολυσμένα). Εκεί τοποθετείται ένας φύλακας – ο βαρδιάνος – που επιβλέπει τα πλοία και επιβάλλει την καραντίνα.  Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι μια δυναμική γυναίκα της Σκιάθου, η Σκεύω. Είναι μητέρα ναυτικών και γυναίκα θαρραλέα, αποφασιστική και γεμάτη αγάπη για τα παιδιά της. Ο γιος της είναι ναυτικός σε πλοίο που επιστρέφει από την Ανατολή. Όταν φτάνει η είδηση ότι το πλοίο θεωρείται ύποπτο για πανώλη, το καράβι τίθεται σε καραντίνα στα «σπόρκα», μακριά από το νησί. Η Σκεύω αγωνιά για τον γιο της. Δεν μπορεί να τον πλησιάσει ούτε να μάθει νέα του, επειδή οι υγειονομικοί κανόνες απαγορεύουν κάθε επαφή.

Η μητρική αγωνία την οδηγεί σε ένα τολμηρό σχέδιο. Μαθαίνει ότι χρειάζεται φύλακας για να επιτηρεί τα πλοία της καραντίνας  Η Σκεύω αποφασίζει να μεταμφιεστεί σε άνδρα και να παρουσιαστεί ως βαρδιάνος. Φορά ανδρικά ρούχα και προσποιείται ότι είναι ναυτικός, ώστε να προσληφθεί για την υπηρεσία. Το σχέδιο πετυχαίνει: διορίζεται φύλακας των «σπόρκων». Έτσι αποκτά πρόσβαση στο πλοίο όπου βρίσκεται ο γιος της.

Η Σκεύω εγκαθίσταται στο απομονωμένο σημείο όπου αγκυροβολούν τα πλοία της καραντίνας. Η ζωή εκεί είναι σκληρή, υπάρχει συνεχής φόβος για την ασθένεια, η απομόνωση, η δυσπιστία των κατοίκων και δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Η Σκεύω όμως υπομένει τα πάντα για χάρη του παιδιού της.

Η μεταμφίεση όμως δεν μπορεί να κρατήσει, διαισθάνεται ότι ο Γιατρός των Σπόρκων είχε καταλάβει την πλαστοπροσωπία και έγκαιρα του αποκαλύπτει την αλήθεια . Κατά τη διάρκεια της καραντίνας η Σκεύω κατορθώνει να βοηθήσει τον γιο . Παρά την παράβαση των κανόνων, οι γύρω της δεν την αντιμετωπίζουν με αυστηρότητα. Η πράξη της θεωρείται συγκινητική απόδειξη μητρικής αγάπης.  Η καραντίνα τελικά λήγει και τα πλοία επιτρέπεται να επιστρέψουν στο λιμάνι. Η οικογένεια επανενώνεται και η Σκεύω επιστρέφει στην κανονική της ζωή, έχοντας αποδείξει την αυτοθυσία και τη δύναμη της μητρικής αγάπης.

Το διήγημα είμαι εκτενές, 63 σελίδες. Είναι αδύνατο να παρουσιασθεί στα πλαίσια της ανάρτησής μας. Θα σας παρουσιάσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα. Ολόκληρο το διήγημα ευρίσκεται στην  ηλεκτρονική βιβλιοθήκη της ΕΕΥΕΔ εδώ.

Αποσπάσματα

Τα μέτρα της Κυβέρνησης και η συμπεριφορά των ανθρώπων.

Ἐναντίον τῆς χολέρας τοῦ 1865 διετάχθησαν ἐν Ἑλλάδι μακραὶ καὶ αὐστηραὶ καθάρσεις. Τότε τὰ νεόκτιστα λοιμοκαθαρτήρια τοῦ τόπου δὲν ἤρκεσαν πλέον καὶ δὲν ἐκρίθησαν κατάλληλα διὰ τὸν σκοπὸν τῶν καθάρσεων, καὶ διετάχθη πρὸς τοῖς ἄλλοις νὰ συσταθῇ ἔκτακτον λοιμοκαθαρτήριον ἐπὶ τῆς ἐρημονήσου Τσουγκριᾶ. Τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Αὐγούστου εἶχαν καταπλεύσει ὀλίγα πλοῖα. Μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἀριθμὸς τῶν κατάπλων ἐδιπλασιάσθη. 

Ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης, ὅστις εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τῶν παραπηγμάτων, εἶχεν ἀρχίσει μετὰ ζήλου τὴν ἐργασίαν του. Εἶχε συναινέσει χάριν τῆς ἐργασίας, νὰ «σπορκαρισθῇ»* ἑκουσίως, ἤτοι νὰ συγκοινωνήσῃ ἐξ ἀνάγκης μὲ τοὺς ἐν καθάρσει καὶ μετάσχῃ καὶ αὐτὸς τῆς καθάρσεως. Εἰς τὴν ἀπόφασίν του ταύτην τὸν ἠκολούθησαν φιλοτίμως τέσσαρες ἐκ τῶν συναδέλφων του τεκτόνων ἐργαζόμενοι ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης ἐκάρφωνε μικρὰν δοκὸν ἐδῶ, μίαν σανίδα ἐκεῖ, καὶ εἶτα ἔτρεχε παρέκει. Ἤρχιζεν ἓν παράπηγμα, ἐκάρφωνε τρεῖς σανίδας διὰ τοῖχον, δύο πέταυρα διὰ στέγην, εἶτα τὸ ἄφηνεν ἀτελές, καὶ ἤρχιζεν ἄλλο παράπηγμα. 

Μέσα εἰς τὴν ἐρημόνησον, ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης ἐφιλοτιμεῖτο νὰ κατασκευάσῃ πολλὰ παραπήγματα εἰς μίαν ἡμέραν καὶ κατεσκεύασε ἐντὸς δύο ἑβδομάδων πλεῖστα ἡμιτελῆ. Πέταυρον μισοκαρφωμένον, ἀποσπώμενον τὴν νύκτα, ἀπὸ τὸ φύσημα τῆς αὔρας, ἔπιπτεν εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς μισοκοιμισμένης γυναικὸς καὶ τοῦ πιπιλίζοντος τὴν θηλήν της βρέφους εἰς τὸ πλευρόν της.

Δὲν λέγομεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἦσαν ἐκτάκτως κακοί. Ἀλλοῦ ἴσως εἶναι χειρότεροι. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον κακὸν ὀφείλεται ἀναντιρρήτως εἰς τὴν ἀνικανότητα τῆς ἑλληνικῆς διοικήσεως. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χώρα αὕτη ἠλευθερώθη ἐπίτηδες διὰ ν᾽ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἱκανὴ πρὸς αὐτοδιοίκησιν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, ἀληθεύει ὅτι, εἰς τὴν ἐρημόνησον, τὴν χρησιμεύουσαν ὡς αὐτοσχέδιον λοιμοκαθαρτήριον, τὸ κρέας ἐπωλεῖτο ὑπὸ ἐλαστικῆς συνειδήσεως κερδοσκόπων ἀντὶ τριῶν δραχμῶν κατ᾽ ὀκάν, ὁ ἄρτος ἀντὶ ὀγδοήκοντα λεπτῶν καὶ ὁ οἶνος ἀντὶ δραχμῆς. Ὅσον διὰ τὸ νερόν, ἐπειδὴ τὸ μόνον πηγάδιον τὸ ὑπάρχον ἐπὶ τῆς ἐρημονήσου ταχέως ἐστείρευσε, κατήντησε νὰ πωληθῇ πρὸς δύο δραχμὰς ἡ στάμνα.

Φυσικά, ἡ μεγάλη πληθὺς τῶν ὑπὸ κάθαρσιν ταξιδιωτῶν ἦσαν ἄνθρωποι πτωχοί. Ὀλίγοι μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν εὔποροι. Οἱ κερδοσκόποι ἀπέθετον τὰ ἐμπορεύματά των εἰς τὴν ἄκραν τῆς ἀπωτάτης ἀκτῆς τῆς ἐρημονήσου, ἐλάμβανον τὰ λεπτά των καὶ ἔφευγον. Ἡ χολέρα δυνατὸν νὰ κολλᾷ εἰς κάθε πρᾶγμα, ἀλλ᾽ εἰς τὰ χρήματα ὄχι.

Ἐλέχθη ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων, τῶν παρασταθέντων τότε ὡς θυμάτων τῆς χολέρας, ἀπέθανον πραγματικῶς ἐκ πείνης. Ἴσως νὰ μὴν ὑπῆρξεν ὅλως χολέρα. Ἀλλ᾽ ὑπῆρξε τύφλωσις καὶ ἀθλιότης καὶ συμφορὰ ἀνήκουστος. Οἱ ἄνθρωποι, ὅλοι πάσχοντες, ἐσκληρύνοντο κατ᾽ ἀλλήλων, εἰς ἐπίμετρον, καὶ καθίστων τὴν δεινοπάθειαν ἀπείρως μεγαλυτέραν. Οἱ εὔποροι ἐκ τῶν καθαριζομένων ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν πτωχῶν, καὶ ἐμέμφοντο αὐτοὺς ὡς παραιτίους τῆς δυστυχίας δι᾽ αὐτῆς τῆς παρουσίας των. Οἱ πτωχοὶ ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν εὐπόρων, καὶ τοὺς ᾐτιῶντο ὡς προκαλοῦντας τὴν ἀκρίβειαν τῶν τροφίμων διὰ τῆς εὐπορίας των. Ὅλοι ὁμοῦ οἱ ὑπὸ κάθαρσιν ταξιδιῶται ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν κατοίκων τῆς πολίχνης, καὶ τοὺς κατηγόρουν ἐπὶ ἀσυνειδήτῳ αἰσχροκερδείᾳ καὶ σκληρότητι, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς ἦτο ὅτι δέκα μόνον ἄνθρωποι ἐκ τῆς ἐμπορικῆς καὶ τυχοδιωκτικῆς τάξεως, ἥτις πουθενὰ δὲν λείπει, ἦσαν οἱ αἰσχροκερδεῖς καὶ οἱ σκληροὶ ἐκμεταλλευταὶ τῆς δυστυχίας. Οἱ κάτοικοι τῆς πολίχνης ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν ταξιδιωτῶν, καὶ ἐμίσουν αὐτούς, διότι εἶχον ἔλθει νὰ τοὺς φέρωσι τὴν χολέραν. Κακὴ ὑποψία, δυσπιστία καὶ ἰδιοτέλεια χωροῦσα μέχρις ἀπανθρωπίας, ἐβασίλευε πανταχοῦ. Ὅλα ταῦτα ἦσαν εἰς τὸ βάθος καὶ ὁ φόβος τῆς χολέρας ἦτο εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χολέρα ἦτο μόνον πρόφασις, καὶ ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἀνθρώπων ἦτο ἡ ἀλήθεια. Τὸ δαιμόνιον τοῦ φόβου εἶχεν εὕρει ἑπτὰ ἄλλα δαιμόνια πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἶχε λάβει κατοχὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἀνθρώπων. (Σελ.21)

Ο χειρισμός των νεκρών :

Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ―ἡ δωδεκάδα, ὡς ἔλεγον αἱ γυναῖκες― εἶχε ψηφίσει συνδρομὴν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου δι᾽ ὑγιεινὰ μέτρα, καὶ εἶχε συστήσει περισσοτέραν καθαριότητα εἰς τοὺς κατοίκους. Ὁ δήμαρχος τὴν προτεραίαν εἶχε κηρύξει ἐπιχόλερον τὴν νῆσον Μεγάλον Τσουγκριᾶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον καταπλεύσει χθὲς δύο ἢ τρία τρεχαντήρια καὶ βρατσέραι ἐξ ἐπιχολέρων μερῶν. Τὰ πλοῖα ταῦτα ἦσαν ἀραγμένα ἐντὸς τοῦ ὅρμου τοῦ Ἁγίου Φλώρου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦσαν ὁρατὰ ἀπὸ τῆς πολίχνης.

Σήμερον δὲ τὸ πρωί ―τὴν νύκτα, πρὸς τὰ ἐξημερώματα―, εἶχε φθάσει μέγα πλοῖον, καράβι, ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου, ὡς φαίνεται, ἔκαμνε μεγάλην φθορὰν ἡ χολέρα, καὶ εἶχεν ἀράξει δίπλα εἰς τὸν Μεγάλον Τσουγκριᾶν, πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος, ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο ἀδελφὰ νησάκια. Τὸ πλοῖον τοῦτο ἦτο πλῆρες ἐπιβατῶν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἦσαν χολεριῶντες. Κατὰ τὸν διάπλουν εἶχον ἀποθάνει δύο τρεῖς, καὶ τὸ πλήρωμα ἠναγκάσθη νὰ ρίψῃ τοὺς νεκροὺς εἰς τὴν θάλασσαν. Ἀλλ᾽ εἷς τῶν τεθνεώτων, προσέθετον ἐπὶ τὸ θαυμασιώτερον αἱ γυναῖκες, τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν τὸν εἶχον ρίψει εἰς τὴν θάλασσαν, ἐνῷ διεπέρα τὸ κενὸν ἐζωντάνευσε, καὶ κατηράσθη τοὺς ναύτας «ἀπὸ τὴ χολέρα νὰ μὴ γλυτώσουν». Τοῦτο δέ, διότι τοὺς κακοφαίνεται τοὺς νεκροὺς νὰ τοὺς ρίπτωσιν εἰς τὸ κῦμα. Ὁ καλὸς Χριστιανὸς πρέπει νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα, καὶ τὸ χῶμα ν᾽ ἁγιασθῇ μὲ λάδι καὶ μὲ νερόν. Ὁ ἱερεὺς πρέπει νὰ τοῦ εἴπῃ: «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ», καὶ νὰ θέσῃ ἐπὶ τοῦ προσκεφαλαίου κεραμίδι, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει χαράξει τὸν Σταυρὸν μὲ τὸ ΙΣ.ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ, διὰ νὰ λυώσῃ τὸ κορμί του, καὶ τὰ κόκκαλά του νὰ περιμένουν τὴν κοινὴν ἀνάστασιν.

Τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν εἶχον ἀπολύσει τὸν χολεριῶντα ἀπὸ τὰς χεῖράς των, οἱ σύντροφοι τοῦ καραβιοῦ, ἐνόησαν κάπως ὅτι ὁ νεκρὸς εἶχε ζωντανεύσει, ἀλλὰ δὲν ἦτο πλέον καιρὸς νὰ τὸν κρατήσωσι. Καθὼς ἦτον, μὲ σιδηροῦν βάρος κρεμάμενον ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ, μόλις ἤγγισε τὸ κῦμα, καὶ πάραυτα ἐπῆγεν εἰς τὸν πάτον. Ἤκουσαν τὴν ἀπαισίαν κραυγήν του, καὶ συγχρόνως ἔγινεν ἄφαντος. Ὁ ἄτυχος, εἶχεν ἀποθάνει δύο θανάτους, τὸν ἕνα ἀπὸ τὴν χολέραν, τὸν ἄλλον ἀπὸ τὴν ἄθεσμον ταφήν. Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ὅτι τώρα ὑπέκειντο καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀρὰν νὰ γευθῶσι δὶς τὸν θάνατον, κινδυνεύοντες ν᾽ ἀποθάνωσι προώρως ἀπὸ τὸν φόβον, πρὶν ἀποθάνωσιν ὁριστικῶς ἀπὸ τὴν χολέραν. (σελ. 7)

Η γριά Σκευώ :

….. Οὕτω ἐκήρυττε καὶ οὕτω ἐλάμβανε τὸ θάρρος νὰ συμβουλεύῃ τὰς νεωτέρας ἡ γραῖα Σκεύω. Ἀλλ᾽ ἐκεῖναι, αἱ περισσότεραι ἐξ αὐτῶν, αἱ ἀνοητότεραι, τὴν ἐπεριγέλων. Καὶ τὰ παιδία ἀκόμη, οἱ κλῆρες* αὐτοῦ τοῦ καιροῦ, ἡ νέα πλάσις, τὴν ἐμυκτήριζον, καὶ τῆς ἐφώναζαν: «Σκεύω Σαβουρόκοφα! Σκεύω Σαβουρόκοφα!»

Σαβουρόκοφα ἦτο τὸ παρωνύμιον μὲ τὸ ὁποῖον τὴν εἶχε προικίσει ἡ ἀδυσώπητος κακολογία τῆς γειτονιᾶς. ᾿Επειδὴ ἦτο κάπως κοντὴ καὶ στρογγύλη τὸ σῶμα, τὴν ἐπαρωμοίασαν μὲ τοὺς χονδροὺς κοφίνους, δι᾽ ὧν εἰσκομίζεται ἡ σαβούρα εἰς τὰ ἀμπάρια τῶν ἀρτίως ἐκφορτωθέντων πλοίων. Ἀλλ᾽ αὐτή, ὡς ἡ καρίνα φέρει τὰ στραβόξυλα εἰς τὸν ἀρσανὰν τοῦ γερο-Μαθινοῦ, ἔφερεν ἐν ὑπομονῇ τὰς ἰδιοτροπίας, τοὺς χλευασμοὺς καὶ τοὺς ὀνειδισμοὺς ὅλων. Καὶ δὲν ἀπέκαμνε νὰ νουθετῇ καὶ νὰ συμβουλεύῃ εἰς τὸ καλόν. Ἐφρόνει ὅτι ἦτο καιρὸς πλέον νὰ ἔλθῃ μετάνοια. Ἀρκετὰ δεινὰ εἶχον ἔλθει εἰς τὸν κόσμον καὶ περισσότερα ἀκόμη ἠπείλουν νὰ ἐνσκήψωσιν. Ἡ ἀρρώστια δὲν ἦτο τὸ ἐλάχιστον ἐξ αὐτῶν. Καὶ ἡ ἀρρώστια ἠπείλει ἤδη πανταχόθεν νὰ εἰσβάλῃ. (σελ 4)

Προσωρινὸ έκτακτον λαζαρέτο:

Καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ πρωὶ ἐπεθύμει νὰ εὕρῃ ἄνθρωπον διὰ νὰ διηγηθῇ ὅ,τι ἤξευρε, καὶ δὲν εἶχεν εὕρει κανένα, διότι οἱ «δικοί του ἦσαν ὅλοι ντουβάρια», ἔλεγεν, ἐννοῶν τοὺς συναδέλφους του ἀχθοφόρους, ἤρχισεν εὐθὺς νὰ διηγῆται, χαρτὶ καὶ καλαμάρι, εἰς τὴν θεια-Γερακίναν, ὅσα ἐγνώριζε, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀκριβῆ. Ἐπειδὴ ἡ χολέρα ἐθέριζε κόσμον εἰς τὰ μέρη τῆς Τουρκιᾶς, ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε διατάξει νὰ γίνεται αὐστηροτάτη ἡ καραντίνα. Ἐκτὸς τοῦ ὑπάρχοντος λαζαρέτου εἰς τὴν νῆσον, διετάχθη νὰ γίνῃ προσωρινὸν ἔκτακτον λαζαρέτον ἡ ἐρημόνησος Τσουγκριᾶς, ἀνατολικομεσημβρινῶς κειμένη, παρὰ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος. Τὸ ἔκτακτον τοῦτο λαζαρέτον ὠνόμαζόν τινες λοιμοκομεῖον, ἐνῷ τὸ ἄλλο, τὸ σύνηθες, ἦτο λοιμοκαθαρτήριον. Εἰς τὸ λοιμοκομεῖον θὰ ἔμενον τὰ πλοῖα καὶ οἱ ἐπιβάται εἰκοσιμίαν ἡμέρας, εἰς τὸ λοιμοκαθαρτήριον ἄλλας ἕνδεκα. Τὸ ὅλον τριανταδύο ἡμέρας καραντίνα Ἕως τώρα εἶχον φθάσει δύο τρία μεγάλα πλοῖα καὶ πέντε ἢ ἓξ μικρά, εἰς τὸν Τσουγκριᾶν. Ἐπεριμένοντο ὅμως καὶ ἄλλα, καὶ ἄλλα… Ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς ἐρημονήσου Τσουγκριᾶ ὀλίγιστα ὑπῆρχον καταλύματα, δύο ἢ τρία κελλία πρὸς χρῆσιν τῶν καλογήρων ―διότι ἡ νῆσος ἦτο ἀφιέρωμα εἰς τὴν Παναγίαν (ἦτο κτῆμα τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ)― καὶ ἐπειδὴ θὰ ἐχρειάζοντο ὑπόστεγα διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιβατῶν, ὅσοι ἦτο πιθανὸν νὰ ἔλθωσι, καὶ ἐπειδὴ ἐμέσαζεν ἤδη ὁ Αὔγουστος καὶ ἐπλησίαζαν τὰ πρωτοβρόχια, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις διέταξε κατεπειγόντως νὰ κατασκευασθῶσι παραπήγματα ἐπὶ τῆς μικρᾶς νήσου, διὰ νὰ εὕρωσι στέγην ὅσοι θὰ ἤρχοντο δυστυχεῖς ἀπὸ τὰ χολεριασμένα μέρη, φεύγοντες τὴν φοβερὰν νόσον. Αἱ ἀρχαὶ ἔβγαλαν σήμερον εἰς τὴν δημοπρασίαν τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ διὰ τὰ παραπήγματα, καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν παραπηγμάτων αὐτῶν. Εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ, ἐπροτιμήθη διὰ τόσες χιλιάδες κομμάτια, πρὸς τόσα τὸ κομμάτι, ὁ καπετὰν Κωσταντὴς ὁ Καβαρδίνας, ἀπὸ τὸ Λιτόχωρον. Τὴν κατασκευὴν τῶν παραπηγμάτων τὴν ἐπῆρε, διὰ 7,812 δραχμάς, ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης, ὁ ἀρχιτέκτων. Αὐτὰ συνέβησαν σήμερον. (σελ 15)

Η Σκεύω έχει μάθει ότι θα έλθει και ο γιος της, στην θυμισή της έρχονται σκηνές από προηγούμενη επιδημιά, που και ο συζυγός της ήταν σε καραντίνα : 

 ……. καὶ τότε ἡ Σκεύω, μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες, καπετάνισσες ἢ ἄλλες ὁποὺ εἶχαν τοὺς ἄνδρας των ἢ τοὺς συζύγους των εἰς τὴν καραντίναν, ἔτρεχε κάθε βράδυ εἰς τὴν καραντίναν, καὶ ὅλαι εἶχαν τὰ κοφινάκια των γεμᾶτα. Καὶ ἦτο ἡ μόνη φορὰ ὁποὺ ἤρχοντο τὰ καλάθια γεμᾶτα ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀντὶ νὰ γυρίζουν γεμᾶτα ἀπὸ τὴν ἐξοχήν. Ἡ Σκεύω εἶχεν ἕνα καλαθάκι λεπτόν, μικρόν, ψιλολογιὰ* καμωμένο, μὲ λεπτοτάτας βέργας ἁγιοκλήματος καὶ μὲ στιλπνοτάτας σχίζας λείου καλάμου, ἀριστούργημα καλαθοποιΐας, ὁποῖα μόνον εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην κατασκευάζονται. Τὸ ἔφερε κάθε βράδυ γεμᾶτον ἀπὸ τυρόπιττες, ἀπὸ αὐγά, καὶ ἀπὸ μοσχᾶτα σταφύλια ― διότι ἦτο Αὔγουστος καθὼς τώρα. Τὰ σταφύλια ἐκομίζοντο εἰς τὰ Λαζαρέτα, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ ἰατροῦ, ὅστις δὲν ἤξευρε τί ἔλεγε. Νὰ εἶναι κλεισμένοι οἱ ἄνθρωποι, φυλακωμένοι μέσα εἰς τὰ πλοῖα, ἐπὶ ἑβδομάδας, Αὔγουστον μῆνα, καὶ νὰ μὴν ἔχουν σταφυλάκι νὰ βρέξουν τὸ στόμα των! Καὶ ποῦ τὸ ηὗρε γραμμένο; Λέει πουθενά, στὸ γιατροσόφι μέσα, ὅτι πρέπει νὰ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ἕνα κακὸ διὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὸ ἄλλο; ― Καὶ ἔφθαναν κάθε βράδυ, βασίλευμα ἡλίου, αἱ γυναῖκες, πέρα στὰ Λαζαρέτα, ἀντικρὺ τοῦ χωρίου, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης καὶ τοῦ ναυπηγείου, σιμὰ εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον. Καὶ ἄδειαζαν τὰ καλαθάκια τους ἐπάνω εἰς ἕνα χαμηλὸν βράχον, εἰς τὴν ἀκρογιαλιά, καὶ ἔβγαιναν οἱ βάρκες ἀπὸ τὰ καΐκια ὁποὺ ἦσαν εἰς τὴν καραντίνα, καὶ ἔπαιρναν τὲς τυρόπιττες, τὰ αὐγά, τὰ μποκάλια μὲ τὸ βαθὺ ξανθὸν μοσχᾶτον, τὰ φλωροκίτρινα μοσχᾶτα σταφύλια, τὰ γλυκὰ μεγάλα καλαμόσυκα καὶ τὰ χνοώδη ὡς παρειὰς παρθένου εὔχυμα ροδάκινα. Καὶ οἱ ναῦται ἀπεχαιρέτιζον τὲς γυναῖκες κράζοντες «Καλὴ νύχτα!» Καὶ αἱ γυναῖκες ἀπήντων μακρόθεν «Καλὴ νύχτα! καλὴ νύχτα σας! καλὸ πράτιγο*!» Καὶ ἡ κάθε μία εἰς τὸν ἄνδρα της ἔλεγε: «Καλὴ νύκτα καλέ μου! νοικοκύρη μου! σταυραϊτέ μου!»

….. πρακτική που δεν μπορεί να επαναλάβει στην τωρινή επιδημία για τον γιό της.

Ἡ γραῖα Σκεύω διετήρει, μία ἐκ τῶν ὀλίγων πράγματι εὐαισθήτων γυναικῶν, τὰς ἀναμνήσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἀκροθιγῶς ὑπῃνίχθημεν ἐν τῷ προηγουμένῳ κεφαλαίῳ, καὶ δὲν τῆς ἐκαλοφάνη, εἴπομεν, ὅταν ἔμαθεν ὅτι ὁ υἱός της θὰ διέτριβεν εἴκοσι μίαν ἡμέρας μέσα εἰς τὸν Τσουγκριᾶν, καὶ ἄλλας ἕνδεκα εἰς τὰ νέα λαζαρέτα. Δὲν θὰ ἠδύνατο πλέον νὰ γεμίζῃ τὸ εὔπλεκτον κομψὸν καλαθάκι της μὲ οἰκιακὰ δῶρα διὰ τὸν υἱόν της, ὅπως τὸ ἐγέμιζε τὸ πάλαι διὰ τὸν σύζυγόν της. Δὲν θὰ ἠδύνατο τὸ βράδυ-βράδυ, ὅταν θὰ ἐχαμήλωνεν ὁ ἥλιος ἕως τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, νὰ σηκωθῇ νὰ πάρῃ γεμᾶτον τὸ καλαθάκι της, καὶ νὰ ὑπάγῃ, τὸ γιαλὸ-γιαλό, τὴν ἄμμο-ἄμμο πέραν εἰς τὸν μέγαν ἀρσανὰν τῆς πόλεως, σιμὰ εἰς τὴν λίμνην, ἀντικρὺ εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, διὰ νὰ φέρῃ τὸ καλαθάκι της εἰς τὸν υἱόν της. Τώρα θὰ ἐχρειάζετο νὰ κάμῃ φτερά, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Τσουγκριᾶν, εἰς τὴν νῆσον τῆς Εὐαγγελίστρας, πρὸς τὸ πέλαγος, διὰ νὰ φέρῃ τὸ καλαθάκι της εἰς τὸν υἱόν της.

Η Σκεύω μεταμφιέζεται σε “Βαρδιάνο” – φύλακα, για να έχει προσβαση στον γιό της.

Προσηυχήθη ἐπὶ μακρὸν διὰ τὸ παιδί της ― διότι φεῦ! δὲν ἀμφέβαλλεν ὅτι ἡ κλήρα* τῆς εἶχεν εἴπει τὴν ἀλήθειαν, καὶ οὐδ᾽ ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἐπιβεβαίωσιν τῆς εἰδήσεως.
Ἔμεινεν ἐπὶ ὥρας γονατιστή, καὶ ὅταν ἐπῆλθεν ὁ κάματος, καὶ ἐξηπλώθη αὐθορμήτως ἐπὶ τοῦ μικροῦ ἐστρωμένου χαμηλοῦ σοφᾶ* της, τότε συνέλαβε μίαν ἀπόφασιν καὶ εἶπε μεγαλοφώνως: «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα θὰ πάω. Βαρδιάνος στὰ σπόρκα!» (Σελ. 23)

Τὴν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὁ Ἀλέξης τὸ Παποράκι εἰς τὸ τελευταῖον ταξίδιόν του εἶχε φέρει διὰ τῆς λέμβου του κ᾽ ἕνα νεωστὶ διορισθέντα «βαρδιάνον» (ΣΣ. την Σκέυω με το όνομα Σταμάτης Γυρατσίνης ἢ Καρδαράκης, όνομα αποθανόντος ναυτικού). Ἕκαστον πλοῖον τιθέμενον ὑπὸ κάθαρσιν ἦτο ὑπόχρεων νὰ προσλάβῃ ἕνα βαρδιάνον, ἤτοι φύλακα. Ἐὰν τὸ πλοῖον ἦτο μεγαλύτερον, ἔπαιρνε καὶ δύο τοιούτους φύλακας. Οἱ βαρδιάνοι οὗτοι ἦσαν γηραιοὶ ναῦται ἢ ἄλλοι ἄνθρωποι τοῦ τόπου πτωχοί, οἵτινες, χάριν μικροῦ μισθοῦ, ἐδέχοντο νὰ «σπορκαρισθοῦν», ἤτοι νὰ τεθῶσιν ὑπὸ κάθαρσιν, ὅπως ἐπιβλέπωσι τὴν ἀκριβῆ τήρησιν τῆς καθάρσεως ἐπὶ τῶν πλοίων. Ὁ πλοίαρχος τοῦ καθαριζομένου πλοίου ἦτο ὑπόχρεως νὰ δίδῃ αὐτοῖς μισθὸν καὶ τροφήν. Πλείονας τῶν πενῆντα τοιούτους βαρδιάνους εἶχον κουβαλήσει ἤδη ὁ Ἀλέξης τὸ Παποράκι καὶ οἱ ἄλλοι βαρκάρηδες. Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον εἶχε φέρει σήμερον ὁ Ἀλέξης ἦτο μικρόσωμος καὶ στρογγύλος τὸν κορμόν, καὶ σπανός. Ἐφόρει πλατεῖαν βράκαν, καὶ ἐπὶ τῆς βράκας μέγα ταμπάρον, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει, ὡς ἔλεγε, διὰ νὰ μὴ κρυώνῃ τὴν νύκτα εἰς τὴν κουβέρταν* τοῦ καραβιοῦ, ὅπου θὰ ἐκοιμᾶτο, καὶ ἦτο ζαρωμένος τὸ πρόσωπον.

Τὴν ἑσπέραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ἥτις ἦτο ἡ 17 Αὐγούστου, βραχύσωμον γερόντιον παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ κὺρ ὑγειονόμου, τοῦ ἐπιστάτου τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, καὶ τοῦ λιμενάρχου οἵτινες εἶχον συνέλθει εἰς συμβούλιον ἐν τῷ λιμεναρχείῳ. Εἰς τὸν προθάλαμον εὑρίσκοντο πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι γηραιοί, πρῴην ναῦται, οἵτινες ἐπερίμεναν νὰ μάθωσιν ἂν ἔγινε δεκτὴ ἡ προσφορά των.

Ὁ ὑγειονόμος ἦτο ἀγαθὸς γέρων, ὑπερεβδομηκοντούτης, πρῴην συνταξιοῦχος, καὶ τώρα εἶχεν ἐπανέλθει ἐκτάκτως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἕνεκα τῆς περιστάσεως. Τὰ χωριστὰ ὑγειονομεῖα εἶχον καταργηθῆ χάριν οἰκονομίας, σχεδὸν πανταχοῦ τοῦ Κράτους, συγχωνευθέντα ἀλλαχοῦ μὲ τὰς λιμενικὰς καὶ ἀλλαχοῦ μὲ τὰς τελωνειακὰς ἀρχάς. Ἕνεκα τῆς χολέρας, οὐ μόνον διωρίσθη ἐπιστάτης τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, ἀλλ᾽ ἀνεσυστήθη καὶ τὸ ὑγειονομεῖον τοῦ τόπου, καὶ διωρίσθη ἔκτακτος ὑγειονόμος, ἄλλος παρὰ τὸν ὑγειονομικὸν ἰατρόν, ὁ τέως συνταξιοῦχος, λαμβάνων τὴν σύνταξίν του καὶ μικρὸν ἐπιμίσθιον. (Σελ. 28)

Ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ πρὶν ἀκόμη, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυβερνήτου, εἶχε διατελέσει ὁ ἴδιος ὑγειονόμος εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ἐντελῶς ἀμετάθετος σχεδόν, ἐπὶ τριακονταετίαν. Ἐγνώριζεν ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς πολίχνης, καὶ μάλιστα τοὺς ὁμήλικας μὲ αὐτόν· μόνον ὅτι δὲν ἐνθυμεῖτο πλέον τίνες ἔζων ἀκόμη καὶ τίνες εἶχον ἀποθάνει. Ἦσαν ὅλοι ὑποψήφιοι φύλακες τῶν ὑπὸ κάθαρσιν πλοίων, βαρδιάνοι. Δὲν ἐβράδυναν δὲ νὰ μάθωσιν ὅτι ἦσαν δεκτοί….. Ἐκαλεῖτο, καθὼς ἐγράφη εἰς τὰ βιβλία τοῦ ὑγειονομείου, μπαρμπα-Σταμάτης Γυρατσίνης. (σελ. 22 & 27).

Η Βάρκα που μεταφέρει την Σκεύω, πλησιάζει στα νησάκι στα Σπόρκα. Μεσα από τα λογια της Σκεύως, σε λίγες γραμμές μας  ο Παπαδιαμέντης “ποιητικά φωτογραφίζει” την σκηνή με τα πλεούμενα σε καραντίνα.

Ἀριστερόθεν, κατά μῆκος τῆς ἀκτῆς, ἦσαν ἀραδιασμένα εἰκοσιπέντε ἢ τριάντα μικροκάικα διαφόρου σκαριοῦ καὶ ἀρματωσιᾶς· γολετιά, βρατσέρες, τρεχαντήρια, κότερα, τσερνίκια, τράτες, σκαμπαβίες καὶ βάρκες. Ἡ Σκεύω τὰ εἶδε, καὶ τῆς ἐφάνησαν πολλά, ἀμέτρητα, παραπάνω ἀπὸ πεντακόσια. Ἡ σελήνη ἀρτίως ἀνατείλασα ἐμοίραζε τὸ φῶς της μεταξὺ τῆς ὑψηλοτέρας συνδένδρου κορυφῆς τῆς ἐρημονήσου καὶ τοῦ φωσφορίζοντος καὶ φλοισβίζοντος ἀπὸ τὴν ἐλαφρὰν αὔραν κύματος, ἔρριπτεν ἀφθόνους τὰς ἀκτῖνάς της ἐπὶ τῶν στιλβόντων ἐξαρτίων τῶν μεγάλων πλοίων, καὶ ἄφηνεν εἰς τὴν σκιάν, ὑπὸ τὴν σκοτεινὴν ἀκτήν, τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν μικρῶν πλοίων. Φῶτά τινα ἔλαμπον τῇδε κἀκεῖσε ἐπὶ τῶν πλοίων. Ἠρεμία καὶ σιωπή, ἐκτὸς ἀραιῶν τινων φωνῶν, ἐπεκράτει ἐπὶ τῶν πλοίων, συγκεχυμένη δὲ βοὴ ἠγείρετο ἀπὸ τοῦ ἐδάφους τῆς μικρᾶς νήσου. (Σελ.30)

Με την αποβίβασή, έπρεπε πρώτα να την εξετάσει ο Σταθμάρχης.

Ὁ σταθμάρχης δὲν ἐσκοτίζετο νὰ ἴδῃ καὶ ἐξετάσῃ ὁ ἴδιος τὸν βαρδιάνον. Αὐτὸ δὲν ἦτο ἰδική του δουλειά, ἦτο τοῦ ἰατροῦ. Τί ἀνάγκην εἶχεν αὐτὸς νὰ ἐξετάζῃ γέρους καὶ πτωχοὺς ἀνθρώπους; Ὁ ἰατρὸς ἦτο πράγματι ἡ ἀνωτέρα ἀρχή, μέσα εἰς τὴν νῆσον. Συνεννοεῖτο ἀπ᾽ εὐθείας μὲ ὅλας τὰς ἀρχὰς ἔξω, καὶ συχνὰ ἔγραφε καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκτραγῳδῶν τὴν κατάστασιν. Ὁ σταθμάρχης ἐγέλασε τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διότι τοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἑπομένη σκέψις, διὰ τὰ συμβαίνοντα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐφαίνοντο ὡς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἰατρικῆς ἐπιθεωρήσεως: «Νὰ σὲ ἐπιθεωρῇ ὁ γιατρὸς ὄχι γιὰ νὰ πάρῃς πράτιγο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μβῇς καραντίνα… εἶναι σὰν νὰ σὲ δοκιμάζῃ ἂν εἶσαι καλὸς γιὰ νὰ χολεριασθῇς!» (σελ. 32)

Η Σκέυω όμως έιχε να ξεπεράσει ακόμη ένα εμπόδιο και αυτό ήταν ο Γιατρός στα Σπόρκα (Βίλελμ Βουντ). Μπορεί  να ξεγέλασε τον υγειονόμο με τα κενά μνήμης, αλλά ο Γιατρός στα Σπόρκα δεν ξεγελάστηκε.

Λαβὼν ὁ ἰατρὸς τὸν φάκελον, τὸν ὁποῖον ἔτεινεν αὐτῷ ὁ Γιάννης ὁ Μπρίκος, τὸν ἤνοιξε καὶ ἀνέγνωσε τὸ ἐν αὐτῷ ἔγγραφον. Τὸ ἔγγραφον ἦτο οἱονεὶ διορισμὸς καὶ πιστοποιητικὸν ταυτότητος τοῦ ἀποστελλομένου δι᾽ ἓν τῶν ἐπιχολέρων πλοίων φύλακος, τὸν ὁποῖον ὁ ὑγειονόμος ἐπέμενε νὰ ὀνομάζῃ Σταμάτην Γυρατσίνην. Τοῦ ἐφαίνετο λοιπόν, ἦτο βέβαιος μάλιστα, ὅτι ὁ ὡς ἕβδομος ἀναφερόμενος ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ φίλου του, τοῦ ὑγειονόμου, ἦτο ἀποθαμένος πρὸ πολλοῦ. Συνήθειαν δὲν εἶχε βεβαίως ὁ ἰατρὸς νὰ προπέμπῃ τοὺς νεκροὺς εἰς τὰς κηδείας. Ἀλλ᾽ εἶχε συνήθειαν νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ νεκροσκοπίας «ἐνταφιαστήρια», καὶ δι᾽ ἐκείνους τῶν νεκρῶν τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐπισκεφθῆ μέχρι τῶν ἐσχάτων στιγμῶν των, καὶ δι᾿ ἐκείνους τοὺς ὁποίους οὐδόλως εἶχεν ἐπισκεφθῆ. Αὐτὸν δὲ τὸν Σταμάτιον Γυρατσίνην ἐνθυμεῖτο πολὺ καλὰ ὅτι τὸν εἶχεν ἐπισκεφθῆ πολλάκις, ὅτι εἶχεν ἀποθάνει στὰ χέρια του, καὶ ὅτι εἶχεν ἐκδώσει πιστοποιητικὸν θανάτου.

Ὁ ἰατρὸς ἔκαμε ζωηρὸν κίνημα δυσφορίας, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐξέφυγε τὰς χεῖρας.

― Νὰ πάρῃ ὁ ντιάολος! εἶπε· καὶ ποιὸς εἶν᾿ αὐτὸς ὁ Σταμάτης Γκυρατσίνης;… Φέρε τον ἐντῶ.

Ὁ Γιάννης ἐστράφη πρὸς τὸν ὄπισθέν του ἱστάμενον σύντροφόν του καὶ τὸν ἔδειξε:

― Νά τος! εἶπε.

Ὁ ἰατρὸς ἐμειδίασεν, ἐκάγχασεν, ἐκάπνισε θορυβωδῶς τὸ τσιμπούκι του, ἐπλατάγισε τὰ χείλη, ἀπέπνευσε μεγάλην ἕλικα καπνοῦ ἀπὸ τὸ στόμα, καὶ εἶπε:

―Ἔλα ντῶ! ποιὸς εἶσαι;

Ἡ θεια-Σκεύω ἐπλησίασε τρέμουσα.

―Ἐγὼ εἶμαι, γιατρέ, εἶπε.

― Καὶ εἶσαι τοῦ λόγκου σου, ὁ Σταμάτης Γκυρατσίνης;

Ἡ θεια-Σκεύω ἔκαμε διφορούμενον νεῦμα· κάτι τι τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐκληφθῇ ὡς ναὶ καὶ ὡς ὄχι.

Ὁ ἰατρὸς ὕψωσε τὸ κηρίον τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἔβαλε τὰ γυαλιά του, τὰ ὁποῖα ἐκρέμαντο δι᾽ ἱμάντος ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ του, κ᾽ ἐκοίταξε τὸ μυστηριῶδες ἄτομον.

―Ἔλα σιμότερα, εἶπε.

Μὲ ἀποφασιστικότητα τιμῶσαν αὐτὴν μεγάλως, ἡ θεια-Σκεύω δὲν ἔδωκε καιρὸν εἰς τὸν ἰατρὸν νὰ τελειώσῃ τὴν ἐπιθεώρησίν του, ἀλλὰ κύψασα πρὸς τὸ οὖς του τοῦ εἶπε:

―Ἐγὼ εἶμαι ἡ Σκεύω, ἡ Γιαλινίτσα… ποὺ μὲ λένε κάποτε καὶ Σαβουρόκοφα.

Ὁ ἰατρὸς ἀνετινάχθη ὅλος ἐπὶ τοῦ στελέχους ἐφ᾽ οὗ ἐκάθητο καὶ ἐκάγχασε θορυβωδῶς.

― Χά, χὰ χά!…χὰ χὰ χά! Νὰ πάρῃ ὁ ντιάολος… ἐκεῖνο τὸ ὑγκειονόμο τὸ στραβούλιακα… ποὺ εἶναι καὶ φίλος μου!… χὰ χὰ χά! Καὶ ντὲν ηὗρε ἄλλο ὄνομα νὰ σοῦ ντώσῃ, ἑνὸς ζωντανοῦ, μόνον σοῦ ἔντωσε τὸ ὄνομα τοῦ πεταμένου… χὰ χὰ χά!

Εἶτα ἐπέφερε:

―Ἀν-καλὰ τί λέω ἐγκώ;… τὸ ὄνομα τοῦ ζωντανοῦ εἶναι κάποιου… τὸ ὄνομα τοῦ πεταμένου ντὲν ἔχει ἰντιοκτήτη, εἶναι ἔρμο… Ἔξυπνος ἐφάνη ὁ στραβούλιακας ποὺ σοῦ ἔντωκε τὸ ὄνομα τοῦ πεταμένου. (σελ 36-37)

Καὶ ὁ ἰατρὸς ἐξηκολούθει νὰ ροφᾷ μεγάλας εἰσπνοὰς καπνοῦ, νὰ ἐκπέμπῃ πυκνὰ νέφη περὶ τοὺς παχεῖς καστανοὺς μύστακάς του, νὰ ἀκτινοβολῇ ἀπὸ εὐθυμίαν καὶ ν᾽ ἀκροᾶται.

―Ἐγὼ ἤμουν σὰν παλαβή, σὰν τὸ ἔμαθα, ποὺ μοῦ τὸ ἐφώναξε μιὰ κλήρα προχτὲς τὸ βράδυ, ἀπὸ μιὰ βάρκα μέσα, πὼς ὁ γυιός μου εἶναι ἄρρωστος ἀπὸ χολέρα.

―Ἄ!… λοιπόν;

―Ἐγὼ ἐγονάτισα μπροστὰ στὰ κονίσματα, κ᾽ ἐπαρακάλεσα τὴν Παναγίτσα μου, μιὰ μικρὴ Παναγίτσα ἀσημωμένη ποὺ ἔχω, νὰ μὲ λυπηθῇ καὶ νὰ μοῦ στείλῃ καλὰ μαντᾶτα ἀπὸ τὸ Σταῦρο ἢ νὰ μὲ φωτίσῃ τί νὰ κάμω…

― Ὕστερα;

―Ἐμένα ἡ Μεγαλόχαρη καλὰ μαντᾶτα δὲν ηὐδόκησε νὰ μοῦ στείλῃ, γιατὶ ἤμουν ἁμαρτωλή, ἔξω ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ σ᾽ ἐφώτισε νὰ μοῦ δώσῃς, γιατρέ μου… μονάχα μ᾽ ἐφώτισε, σὰν ἦτον πολὺ δύσκολο νὰ μὲ πάρουν οἱ βαρκάρηδες νὰ μὲ φέρουν, ὅπως ἤμουν μὲ τὴ γυναίκεια φορεσιά μου, στὸ νησὶ μέσα γιὰ νὰ βρῶ τὸ γυιό μου, μ᾽ ἐφώτισε νὰ φορέσω ἀντρίκεια καὶ νὰ πάω βαρδιάνος στὰ σπόρκα.

Ὁ ἰατρὸς ἀνεκάγχασε θορυβωδῶς.

―Ἄ! χὰ χὰ χά! ντιάολο! παράξενο! βαρντιάνος στὰ σπόρκα! Ἄ! ντιάολο! Καὶ τὸ στραβούλιακα τὸ ὑγκειονόμο;… (σελ. 38)

Τελικά ο Γιατρός την αποδέχεται.  Την ενημερώνει ότι ο γιος της έχει ξεφύγει τον κίνδυνο. Αυτή φορά πλεον τα κανονικά της ρουχα. Την βοηθά να φέρει τον γιό της στην ακτή. Βρίσκουν καταφύγιο στο κελί  ενός ασκητή ο οποιος μην αντέχοντας την πολυκοσμία φεύγει για το βουνό και της παραχωρεί το κελί του. Ο γιατρός επισκεπτεται καθε μέρα τον γιό της.

Η Αγωνία

Ἡ Σκεύω ἔβλεπε πρὸς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν σειρὰν τῶν μεγάλων πλοίων, τῶν ὁποίων εἶχεν αὐξήσει ὁ ἀριθμός. Ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν εἶχον ἔλθει περισσότερα ἀπὸ δώδεκα κομμάτια καράβια, καὶ ὄχι ὀλίγα μικροκάικα. Ἡ γραῖα ἔβλεπε μετὰ τρόμου τὸ πλῆθος τοῦτο τῶν πλοίων καὶ τῶν ἐπιβατῶν. Ἐνθυμεῖτο τὸν δημώδη λόγον περὶ τῶν μελλόντων νὰ συμβῶσιν εἰς τὴν Συντέλειαν τοῦ κόσμου, ὅταν οἱ ζῶντες θὰ κράξωσι πρὸς τοὺς νεκρούς: «Ἐβγᾶτε σεῖς οἱ πεθαμένοι, νὰ ἐμβοῦμε ἡμεῖς οἱ ζωντανοί!» Καὶ ἐφοβεῖτο μὴ ἡ πρόρρησις ἐπαληθεύσῃ προχείρως καὶ παραδειγματικῶς εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ἥτις ἦτο βεβαίως μία ἐκ τῶν προεικονίσεων τῆς Συντελείας. Ἐτρόμαζε μήπως ἀπὸ τὰ τόσα κομμάτια καράβια ἐξέλθωσιν αἰφνιδίως οἱ τόσοι ἄρρωστοι, ὅσοι ἐλέγετο ὅτι ὑπῆρχον ἐπ᾽ αὐτῶν, καὶ φωνάξωσι πρὸς τοὺς κατέχοντας τὰς προχείρους σκηνάς, τὰ ἡμιτελῆ παραπήγματα καὶ τὰ ὀλίγα εὐτελῆ κελλία, ἀσθενεῖς ἢ νοσοκόμους, ὑγιεῖς ἢ πάσχοντας, ζῶντας ἢ νεκρούς: «Καιρὸς νὰ φύγητε σεῖς, διὰ νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς».

Οι Αντιδράσεις

……. Δὲν εἶχον παραλείψει νὰ συμβουλευθῶσι τὸν ἰατρὸν Βίλελμ Βοὺντ οἱ πρωταίτιοι τοῦ κινήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸν εἶχον συμβουλευθῆ ὄχι μὲ πεποίθησιν, ἀλλ᾽ ἁπλῶς διὰ τὸν τύπον, καὶ διὰ νὰ δύνανται νὰ λέγωσιν ἀργότερα, κατὰ τὴν παιδαριώδη ἀπολογητικὴν μέθοδον τοῦ ψευδομανοῦς ὄχλου, «ἐρωτήσαμε καὶ τὸ γιατρό». Ὁ κ. Βούντ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τοὺς ἀπέτρεψεν αὐστηρῶς νὰ μὴ τολμήσωσι καὶ τὸ κάμωσι, καὶ ὑπεσχέθη νὰ προσπαθήσῃ παντὶ σθένει ὅπως γίνῃ τακτικώτερος εἰς τὸ μέλλον ὁ ἐπισιτισμὸς καὶ ἡ ἄλλη ὑπηρεσία εἰς τὸν τόπον τῶν καθάρσεων. Αὐτὸς καὶ ἕως τότε δὲν ἔπαυσε νὰ φροντίζῃ καὶ νὰ γίνεται κακὸς μὲ ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς νήσου, κατακραυγάζων καὶ ἐλέγχων τὰ κακῶς γινόμενα, ἀλλ᾽ ἔπταιεν ἡ κακὴ διοίκησις.

Οἱ αὐτουργοὶ τοῦ κινήματος ἦσαν εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ἄνθρωποι ἐκ τῶν πρώτων ἐλθόντων εἰς τὴν καραντίναν. Οὗτοι εἶχον διατρίψει ἤδη τρεῖς ἑβδομάδας εἰς τὸ ἔκτακτον λοιμοκαθαρτήριον. Ὑπῆρχον πράγματι πολλὰ καὶ ἀφόρητα δεινά. Ἡ κακὴ κατασκευὴ τῶν παραπηγμάτων, ἡ βραδύτης, ἡ ἀκρίβεια, καὶ ἡ κακὴ ποιότης τῶν τροφίμων, ὁ φόβος, ὁ συνωθισμὸς καὶ ἡ πνιγμονή, ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν καπήλων καὶ μικρεμπόρων, ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ, καὶ εἰς ἐπίμετρον τὰ πρωτοβρόχια τοῦ φθινοπώρου, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρχίσει ραγδαῖα, καὶ τὰ πρῶτα ψύχη τοῦ πνεύσαντος εὐθὺς ὕστερον πρώτου βορρᾶ. Τὸ πλῆθος τῶν καθαριζομένων ἔπασχεν, ἐστέναζε καὶ ἐπνίγετο. Ὄχι ὀλίγους εἶχε θερίσει ἤδη ὁ Χάρος, τῇ βοηθείᾳ τῆς νόσου, τοῦ φόβου, τῶν στερήσεων, τῆς κακοπαθείας, καὶ ἄλλων θανασίμων ἐπικούρων.

Τὴν ἰδίαν ἑσπέραν, οἱ συνωμόται ἔλαβον ἐννέα ἢ δέκα λέμβους, ἐπέβησαν ἐπ᾽ αὐτῶν ἄνδρες περὶ τοὺς ἑκατὸν εἴκοσιν, ἐπλατάγισαν μετὰ θορύβου τὰς κώπας πλήττοντες διὰ κραυγῶν τὰς ἠχούς, ἔπλευσαν ἀνοικτὰ πρὸς δυσμάς, διὰ νὰ εἶναι ἐκτὸς βολῆς ἀπὸ τῶν ὅπλων τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος τοῦ σταθμεύοντος παρὰ τὸν Ἅγιον Φλῶρον καὶ εἶτα ἔβαλαν πλώρην εἰς τὲς Πλάκες, κατὰ τὸ ἀπόκεντρον δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως.

ΣΣ. Οι κάτοικοι φοβούμενοι να μην τους μεταδόσουν την χολέρα, τους υποδέχτηκαν με καταγισμό από πέτρες και ακούστηκαν και μερικού πυροβολισμοί χωρίς όμως να υπάρξουν τραυματισμοί.  Ο Δήμαρχος μίλησε στον επικεφαλή της “απόβασης”

Τώρα εἶναι δίκιο Θεοῦ νὰ πατήσετε νύχτα στὸ χωριό μας, νὰ μᾶς δώσετε μεγάλο φόβο, τὸ φόβο ποὺ μπορεῖ νὰ γεννήσῃ τὴ χολέρα καὶ χωρὶς νὰ εἶναι χολέρα; Εἴτε τελείωσεν ἡ καραντίνα σας εἴτε ὄχι, πρέπει νὰ λάβετε ὑπομονή, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ λέγει ναὶ καὶ ὄχι, καὶ μεῖς καλὰ-καλὰ δὲ ξέρουμε ἂν ἦρθε ὁ καιρὸς γιὰ νὰ πάρετε πράτιγο. Γυρίστε ὄμορφα-ὄμορφα καὶ ἥσυχα-ἥσυχα στὸ νησὶ μέσα κ᾽ ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι τὸ πρωί, σὰ ξημερώσῃ, νὰ πάρω τέσσερες βάρκες νὰ τὲς γεμίσω ψωμὶ καὶ κρέατα καὶ ρύζια καὶ νερὸ καὶ ρώμι καὶ κρασί, ὅλα δωρεά, ὅλα προσφορὲς ἀπὸ μέρους τοῦ φτωχοῦ λαοῦ, ποὺ θὰ σᾶς τὰ δώσῃ ἀπὸ τὸ ὑστέρημά του…

Η απόβαση απετράπει.

Η Σκεύω γινεται κοινωνός ανθρώπινων δραμάτων. 

Κλαίουσα παιδίσκη, ἄγουσα τρία κλαίοντα παιδία εἰς τὴν τραχεῖαν καὶ σκολιὰν ὁδόν, εἰς τὸν κοπιώδη ἀνήφορον τοῦ κόσμου.

Χθὲς ἀκόμη πόσον εἶχε λαχταρίσει ἡ καρδιά της! Εἰς τὴν πλησιεστέραν σκηνὴν εἶχε κατοικήσει μία οἰκογένεια ἐκ μητρὸς καὶ τεσσάρων τέκνων, τῆς ὁποίας ὁ πατὴρ εἶχεν ἀποθάνει εἰς τὸν Γαλατᾶν πρό τινων ἑβδομάδων, θῦμα τῆς νόσου. Ἡ χήρα περιμένουσα ἀρρώστησε, καὶ ἀρρωστήσασα ἐμαράνθη. Καὶ ἠγάπησε μᾶλλον τὸν σύζυγόν της ἢ τὰ τέκνα της. Καὶ ἀπῆλθε νὰ τὸν συναντήσῃ ἐκεῖ ὅπου οἱ προτρέξαντες περιμένουν τοὺς ὑστερήσαντας συμπλωτῆρας. Καὶ τώρα ἐκοιμήθη τὸν ἄλυπον ὕπνον, ἔρημος καὶ ἄφιλος εἰς ξένην ὄχθην, ἀφήσασα ξένα ἐν μέσῳ ξένων τὰ τέκνα της. Καὶ τώρα ἡ μικρὰ κόρη, ἡ ὀκταέτις Ὀλυμπία, προσπαθεῖ νὰ γίνῃ ὡς μήτηρ εἰς τὰ τρία μικρότερα ἀδελφάκια της, εἰς τὸν πενταετῆ Γιῶργον, τὴν τετραετῆ Ἄνναν, καὶ τὸν διετῆ Κωστήν. Χελιδὼν ἥτις ἀσκεῖται διὰ νὰ μάθῃ νὰ ἐκτελῇ ἔργα πελαργοῦ. Ἀσθενὲς νεόφυτον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ φουντώσῃ ταχέως, διὰ νὰ σκιάσῃ κόσμον ὑπὸ τοὺς κλῶνάς του. Νεοσσὶς ἥτις διὰ μιᾶς εὑρέθη κλῶσσα, χωρὶς νὰ κλωσσάσῃ*, χωρὶς νὰ ἐπῳάσῃ καὶ χωρὶς νὰ ἐκκολάψῃ, καὶ ὀφείλει νὰ σκεπάζῃ τοὺς νεοσσοὺς ὑπὸ τὰς πτέρυγάς της. Παιδίον αὐτή, ὁδηγοῦσα μὲ τὴν χεῖρα δύο ἄλλα παιδία, καὶ κρατοῦσα τρίτον παιδίον εἰς τὴν ἀγκάλην της. Κλαίουσα παιδίσκη, ἄγουσα τρία κλαίοντα παιδία εἰς τὴν τραχεῖαν καὶ σκολιὰν ὁδόν, εἰς τὸν κοπιώδη ἀνήφορον τοῦ κόσμου. Αὐτὸ ἦτο τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ τὴν προτεραίαν ἡ Σκεύω. (Σελ. 50)

Ο Γιατρός.

Ο ἰατρὸς ἐνήργει ὡς ἀνωτέρα ἀρχὴ ἐντὸς τοῦ προσωρινοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, καὶ πρὸς αὐτὸν ὡδηγεῖτο πᾶς νεωστὶ ἐρχόμενος, εἴτε ταξιδιώτης ἦτο ἀπὸ τὰ μακρινὰ χολεριασμένα μέρη, εἴτε ἐργολάβος καὶ ἔμπορος ἐρχόμενος ἐκ τῆς νήσου διὰ νὰ πωλήσῃ τὴν τέχνην του, εἴτε «βαρδιάνος γιὰ τὰ σπόρκα», φύλαξ διὰ τὰ ἐπιχόλερα πλοῖα στρατολογούμενος ὑπὸ τῆς ὑγειονομικῆς ἀρχῆς. Ὁ ἰατρός, πρεσβύτης, ὑπερβὰς τὸ πεντηκοστὸν ἔτος εἶχε σπορκαρισθῆ ἀκουσίως ἐλθὼν τὰς πρώτας ἡμέρας διὰ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τοὺς ἐπιβάτας, καὶ μὴ προφθάσας νὰ ἐξέλθῃ ἐγκαίρως ἐκ τῆς ἐρημονήσου, ἥτις ἐκηρύχθη ἐπιχόλερος ἐν τῷ μεταξύ. Ἐκ Γερμανίας καταγόμενος, εἶχε κατέλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Ἀπὸ τοῦ 1845 εἶχεν ἀποκατασταθῆ εἰς τὴν νῆσον, εἶχε προσφέρει τὰς ἐκδουλεύσεις του εἰς τὴν χολέραν τοῦ 1848, καὶ δὲν εἶχε παύσει ἔκτοτε ν᾽ ἀναφαίνεται παντοῦ ὅπου ἦτο χολέρα καὶ καραντίνα. Οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, γνωρίζοντες τὴν ἱκανότητά του, τὸν ἀπέσπων πολλάκις ἐκ τῆς νήσου καὶ τὸν ἔστελλον ἐπὶ ἁδρῷ μισθῷ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα τῶν καθάρσεων ἐν Ἑλλάδι. (Σελ. 32).

Σημείωση : Ο γιατρός που επιβλέπει την καραντίνα  (Βίλελμ Βουντ) παρουσιάζεται ως μέρος του υγειονομικού μηχανισμού της εποχής. Το πρόσωπο αυτό δεν είναι γνωστό ότι αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο ιστορικό άτομο. Οι μελετητές θεωρούν ότι είναι κυρίως λογοτεχνικός χαρακτήρας, αν και βασίζεται σε πραγματικό θεσμό. Τον 19ο αιώνα στα ελληνικά λιμάνια υπήρχαν υγειονομικοί γιατροί λιμανιού, λοιμοκαθαρτήρια (λαζαρέτα), επιτροπές καραντίνας. Οι γιατροί αυτοί είχαν την ευθύνη να να εξετάζουν πληρώματα πλοίων, να αποφασίζουν καραντίνα και να επιβλέπουν τα «σπόρκα» (τα ύποπτα για μόλυνση πλοία).

Ο Ασκητής – Πατερ Νικόδημος

Το νησάκι “Σαγκριά” ήταν αφιερωμένο στην Μεγαλόχαρη. Εκεί υπήρχε το Μετόχι του Ιερού κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, με έξη κελιά. Τα πέντε κελιά επιτάχτηκαν για τις ανάγκες νοσηλείας των Σπόρκων. 

Πρὸς τὰ ἐξημερώματα ὁ πάτερ Νικόδημος ὁ Μανασσὴς κατέβη ὡς συνήθως ἀπὸ τὸ κελλίον του, διὰ νὰ ψάλῃ τὸν ὄρθρον, διὰ τοῦ κομβοσχοινίου καὶ τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», εἰς τὸ μικρὸν ἰσόγειον χώρισμα τὸ χρησιμεῦον ὡς εὐκτήριος οἶκος. Ὅλην τὴν νύκτα ὁ γέρων μοναχὸς δὲν εἶχε κλείσει τὸ ὄμμα. Ἀφ᾽ ὅτου ἔχασε τὴν ἡσυχίαν του καὶ τὴν προσφιλῆ μοναξίαν του, δὲν εἶχε πλέον ὕπνον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του οὐδὲ εἰς τὰ βλέφαρά του νυσταγμόν. Ὅ,τι διὰ τοὺς ἄλλους ἦτο ἀποκλεισμὸς καὶ ἀνία ἀφόρητος, δι᾽ αὐτὸν ἦτο πολυθόρυβος συναγελασμὸς ἀνθρώπων καὶ τύρβη τοῦ κόσμου. Ἐκλείετο ἀπὸ ἐνωρὶς εἰς τὸν μικρὸν θαλαμίσκον του, τὸ μόνον ἐκ τῶν πέντε κελλίων τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχαν ἀφήσει, καὶ αφοῦ ἔλεγε τὸ ἀπόδειπνον, μάτην ἐκάλει τὸν ὕπνον νὰ κατέλθῃ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του.(σελ. 40).

Τὸν εἶχεν (η γάτα του πατερ Νικόδημου)  ἰδεῖ, τὸν εἶχεν ἀναγνωρίσει καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν. Ἄλλοτε, ὅταν ἤρχοντο ἀραιοὶ ξένοι ἐπάνω εἰς τὸ νησί, ἠγρίευε πρὸς αὐτούς, δὲν ἦτο χειροήθης εἰς κανένα, ἀλλὰ δὲν ἐθύμωνε διὰ τοῦτο μὲ τὸν προσφιλῆ της κύριον. Ἐξηκολούθει νὰ εἶναι φίλη εὐσταθὴς καὶ τιθασὴ πρὸς αὐτόν. Ἀπὸ ἑβδομάδος, ἅμα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται πλοῖα, καὶ ν᾽ ἀποβιβάζηται ἀσυνήθης πληθὺς εἰς τὴν νῆσον, ἠγρίευσεν, ἐθύμωσεν, ἔπαυσε νὰ εἶναι χειροήθης εἰς τὸν κύριόν της, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἔφυγεν ὑψηλά, εἰς τοὺς λόφους καὶ ἐχώθη εἰς τὸ δάσος. Ἔκτοτε δὲν ἐπαρουσιάσθη πλέον εἰς τὸν κύριόν της. Ἐφαίνετο διαμαρτυρομένη ἐναντίον του διατί νὰ δεχθῇ τόσον κόσμον ἐπάνω εἰς τὸ βασίλειόν των, εἰς τὴν περιοχήν των, εἰς τὸ κτῆμά των.

Πέρα από την γάτα, συντροφιά του ήταν και δύο όρνιθες τις ειχε δόσει ονάματα,   Πιτσινή και η Κοστσιμή. Η μια κλάπηκε και φαγώθηκε από τους ξένους.

Ὁ πάτερ Νικόδημος ἐστέναξε, κ᾽ ἐπλησίασεν εἰς τὸ πηγάδιον, καὶ ἤντλησε νερόν, διὰ νὰ νιφθῇ. Ἐνῷ ἐνίπτετο, παρέκει ὀλίγον, ὑπό τινα καλαμωτήν, ἀποτελοῦσαν δευτέραν σκιάδα ἐγγὺς τῆς πρώτης, ἠκούσθη ὁ κλωγμὸς μιᾶς ὄρνιθος.

―Ἄ! Πιτσινή μου! Πιτσινή μου! ἐστέναξεν ὁ πάτερ Νικόδημος, ἐσὺ εἶσαι;

Νέος κλωγμὸς ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπιφώνησιν τοῦ γηραιοῦ μοναχοῦ.

― Συλλογίζομαι νύκτα καὶ μέρα, ἤρχισε νὰ μονολογῇ ὁ πάτερ Νικόδημος, πῶς νὰ κάμω γιὰ νὰ τὴν γλυτώσω, μὴν πάθῃ κι αὐτὴ ὅ,τι ἔπαθεν ἡ ἄτυχη ἡ Κοτσινή. Ἄχ, Κοτσινή, Κοτσινή!

Ἡ Κοτσινὴ ἦτο ἡ ἄλλη προσφιλής του ὄρνις τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχαν «φαρμακώσει» πρὸ δύο ἡμερῶν οἱ ἐλθόντες ξένοι. Καὶ τὰς δύο, τὴν Πιτσινὴ καὶ τὴν Κοτσινή, τοῦ τὰς εἶχεν ἐμπιστευθῆ ὡς πολύτιμον παρακαταθήκην ὁ πάτερ Σισώης, ὁ δάσκαλος, ἀπὸ τὸ ἱερὸν κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Το Τέλος

Τὴν ἐπαύριον ἔδωκε τὴν ἄδειαν ὁ ἰατρὸς νὰ ἐξέλθῃ ὁ υἱὸς τῆς Σκεύως, ὅστις εἶχε δυναμώσει ἀρκετά. Τὴν τρίτην ἡμέραν, αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ του ἀνέβησαν εἰς τὸν λόφον, διὰ ν᾽ ἀποχαιρετίσωσι τὸν πάτερ Νικόδημον, καθόσον ἡτοιμάζοντο νὰ τύχωσιν ἐλευθέρας κοινωνίας.

Ἅμα εἶδεν ὁ Νικόδημος τὴν Σκεύω καὶ τὸν υἱόν της, ἐσηκώθη νὰ τοὺς ὑποδεχθῇ. Μὲ δύο παλαιὰ ράσα του, μὲ μίαν βελέντζαν καὶ μὲ μίαν κάπαν ἐσχημάτισε πρόσκαιρον σκηνήν, προσδέσας τὰ ἄκρα τῶν ὀθονῶν εἰς τοὺς χθαμαλωτέρους κλῶνας τοῦ πεύκου, καὶ ὑποστρώσας τρίτον ράσον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἔβαλε τὸν ἐν ἀναρρώσει ἀσθενῆ νὰ καθίσῃ, διὰ νὰ μὴ τὸν βλάψῃ ἡ δρόσος καὶ ὑγρασία τῶν δένδρων. Εἶτα καλέσας τὸν Ἀγκόρτζαν, τὸν διέταξε νὰ σφάξῃ τὸ μόνον κατσικάκι, τὸ ὁποῖον τοὺς εἶχε μείνει, διὰ νὰ φιλεύσουν τοὺς ἐπισκέπτας.

Ὁ Ἀγκόρτζας δὲν δυσηρεστήθη πολύ. Ἀφοῦ τόσα καὶ τόσα ἐρίφια τοῦ τὰ εἶχαν φάγει ἄνθρωποι ἄγνωστοι καὶ ξένοι, παρήγορον θὰ ἦτο νὰ ξεκοκκαλίσῃ καὶ αὐτὸς ἓν καλοψημένον καὶ ροδοκοκκινισμένον μηρίον ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτάς του, ἀπὸ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν του.

Μετ᾽ ὀλίγον ἦλθε καὶ ὁ ἰατρὸς κ. Βίλελμ Βούντ. Ἔφθασεν ἀκριβῶς τὴν ὥραν ποὺ ἦτο ἕτοιμον τὸ κοκορέτσι. Διότι ὁ Ἀγκόρτζας εἰς ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας εἶχε θυσιάσει τὸ μικρὸν ἐρίφιον, τὸ εἶχε γδάρει καὶ ξεκοιλιάσει, τὸ εἶχε περάσει εἰς τὴν σούβλαν καὶ εἶχεν ἀνάψει πῦρ.

Ὅταν ἐκομίσθη ἡ σούβλα μὲ τὸ κοκορέτσι, ὁ ἰατρὸς ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην του παγούριον μὲ ρούμι καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν πάτερ Νικόδημον νὰ εὐλογήσῃ, ἔπιε καὶ αὐτός, κατέπιε μικρὰν δόσιν καὶ ἡ Σκεύω καὶ ὁ υἱός της, καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἐδόθη εἰς τὸν Ἀγκόρτζαν.

― Τὰ μᾶς παίξῃς τὴν γκάιντα σήμερα, εἶπεν ὁ ἰατρός· γι᾽ αὐτὸ ἦρτα.

Ἐσηκώθη, (ο Ἀγκόρτζας) ἐπήδησεν ὡς ἀγρίμιον ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, καὶ μετ᾽ ὀλίγα πηδήματα εὑρέθη εἰς ἀπόστασιν πολλῶν βημάτων, εἰς τὸ χαμηλότερον ὑπήνεμον μέρος, ὄπισθεν τῶν ὑψηλῶν θάμνων ὅπου ἦτο ἡ μάνδρα.

Μετ᾽ ὀλίγας στιγμὰς ἠκούσθησαν σπαρακτικοὶ οἱ τραχεῖς φθόγγοι τῆς γκάιδας πλήττοντες τὰς εἰρηνικὰς ἠχούς, βωβαίνοντες τὸ μελῳδικὸν σύριγμα τῆς αὔρας, τῆς φυσώσης τοὺς κλῶνας τοῦ μεγάλου πεύκου.

Τὴν ἐπιοῦσαν ἀπῆλθον ἐκ τῆς μικρᾶς νήσου ὁ ἰατρὸς Βίλελμ Βούντ, ἡ Σκεύω καὶ ὁ υἱός της. Μετὰ μίαν δ᾽ ἑβδομάδα τὰ τελευταῖα καθαρισθέντα πλοῖα ἀπέπλευσαν ἐκ τῆς νήσου, καὶ ὁ πάτερ Νικόδημος ἐπανεῦρε τὴν προσφιλῆ μοναξίαν του.

Από το Βιβλίο του Στρατιωτικου Ιατρού Γιώργου Δαλαμάνγκα – Καρδιολογου , “ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΠΑΝΔΗΜΙΕΣ (ΚΑΙ ΕΠΙΔΗΜΙΕΣ)”

Η χολέρα οφείλεται στο δονάκιο της χολέρας και ήταν γνωστή και στην εποχή του Ιπποκράτη. Στα νεότερα χρόνια για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε περιορισμένη στο δέλτα του Γάγγη στην Ινδία, από όπου το 1817 έμποροι ταξιδιώτες την μετέφεραν στη Βιρμανία και τη Σρι Λάνκα. Η Ευρώπη χτυπήθηκε από τη Χολέρα για πρώτη φορά το 1830. Είχε ταξιδέψει από τη Ρωσία, (όπου είχαν πεθάνει 1 εκατ. άνθρωποι) και χάρη στην μεγάλη εμβέλεια της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μεταδόθηκε στην Ινδονία, την Αφρική, την Ινδονησία, την Κίνα την Ιαπωνία, την Ευρώπη και την Αμερική. Είχε αφήσει χιλιάδες θύματα. Τότε ήταν που η πανδημία αυτή της χολέρας ονομάστηκε Ασιατική χολέρα και ήταν η πρώτη από τις επτά κυριότερες πανδημίες με τις οποίες εμφανίστηκε η χολέρα στα επόμενα 150 χρόνια. Στη διάρκεια αυτή, η πανδημία προκάλεσε συνολικά 1,1 εκατ. θανάτους, αλλά δεν εξαλείφθηκε ποτέ, παρότι βρέθηκαν φάρμακα και αναπτύχθηκαν εμβόλια. Η χολέρα παραμένει και σήμερα παγκόσμια απειλή και δείκτης ανισότητας των κοινωνιών, αφού συνεχίζει να ενδημεί στις υποανάπτυκτες χώρες, όπου φέρνει 1,3 έως 4 εκ. κρούσματα το χρόνο και 21.000 έως 143.000 θανάτους παγκοσμίως.

Επισκέφτηκε και τη χώρα μας, το 1853-54 με τη λεγόμενη χολέρα του Πειραιά. Προήλθε από τα γαλλικά και αγγλικά στρατεύματα, που πολιορκούσαν τον Πειραιά με σκοπό να αποτρέψουν τη χώρα μας να συμμετάσχει στον πόλεμο της Κριμαίας. Ο λογοτέχνης Εμμανουήλ Λυκούδης σε διήγημά του την αποκάλεσε «Η Ξένη του 1854».

Τον επόμενο χρόνο ο άγγλος γιατρός Τζον Σνόου εντόπισε την πηγή της νόσου του Λονδίνου στα νερά μιας βρύσης στην περιοχή του Σόχο, την οποία τροφοδοτούσε με μολυσμένο νερό ένας αγωγός της χολερόπληκτης πόλης. Όσοι κάτοικοι υδρεύονταν από αυτή τη βρύση αρρώσταιναν από χολέρα σε μεγάλο ποσοστό. Επαληθεύτηκε έτσι η άποψή του, ότι η νόσος δεν μεταδίδεται από τον αέρα αλλά από το βρώμικο νερό. Το 2015, με αφορμή την ανάπλαση της περιοχής, στήθηκε εκεί κρούνος με το όνομα του Τζον Σνόου. Η 5η πανδημία της χολέρας διήρκεσε από το 1881 έως το 1890 και η 6η πανδημία της χολέρας (1899-1923) είχε 1,5 εκατ. θανάτους. Ο ήρωας της νουβέλας «Θάνατος στη Βενετία»¹³, του Τόμας Μαν, πέθανε από χολέρα στην Βενετία. Το θέμα της νουβέλας γύρισε σε κινηματογραφικό έργο το 1971 από τον Luchino Visconti.

Ιιστότοπος της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών, ελεύθερη πρόσβαση και περιήγηση. :  εδώ
 

Categories
2026 ΑΡΘΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ

Η “ΞΕΝΗ” ΤΟΥ 1854

2026.03.10

Η «Ξένη» του 1854 αποτελεί έναν από τους πιο δραματικούς χαρακτηρισμούς που δόθηκαν από τον λαό στην μεγάλη επιδημία χολέρας που έπληξε την Ελλάδα στα χρόνια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853–1856). Η ονομασία «Ξένη» υποδήλωνε ότι η ασθένεια δεν θεωρούνταν γηγενής, αλλά εισαγόμενη συμφορά, που ήρθε από το εξωτερικό μαζί με στρατεύματα και πλοία.

Την περίοδο εκείνη η Ελλάδα βρισκόταν υπό έντονη πολιτική και στρατιωτική πίεση. Μετά την κατάληψη του Πειραιάς από αγγλογαλλικές δυνάμεις, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων του πολέμου, μεγάλος αριθμός στρατιωτών εγκαταστάθηκε στην περιοχή και στην Αθήνα. Μαζί με τις μετακινήσεις στρατευμάτων και πλοίων από τη Μασσαλία και άλλα μεσογειακά λιμάνια, η χολέρα εξαπλώθηκε γρήγορα στον ελληνικό χώρο.

Η επιδημία προκάλεσε ισχυρό κοινωνικό και ψυχολογικό σοκ. Οι άνθρωποι, ήδη ταλαιπωρημένοι από οικονομικές δυσκολίες, πολιτική αστάθεια και φυσικές καταστροφές, είδαν τη νόσο ως μια «ξένη» απειλή που ήρθε να προστεθεί στις συμφορές τους. Ο φόβος, οι θάνατοι και η αίσθηση ότι η ασθένεια είχε μεταφερθεί από τις δυνάμεις κατοχής ενίσχυσαν την ονομασία «Ξένη», η οποία έμεινε στη λαϊκή μνήμη ως σύμβολο της χολέρας του 1854.

Η επιδημία αυτή καταγράφεται σε χρονικά, εφημερίδες και λογοτεχνικά κείμενα της εποχής – όπως εκείνα του Εμμανουήλ Λυκούδη – όπου η χολέρα παρουσιάζεται σχεδόν προσωποποιημένη, μια σκοτεινή παρουσία που ήρθε από μακριά και έπληξε έναν ήδη δοκιμαζόμενο τόπο. Η “Ξένη” του Λυκούδη, έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για το Υγειονομικο των Ενόπλων Δυνάμεων, μια που ο Συγγραφέας  δίνει μια μοναδική περιγραφή του Α’ Στρατιωτικου Νοσοκομείου κατά την διάρκεια της επιδημίας.

Η Ξένη του 1854 σε μορφή pdf εδώ

Δυστυχισμένη θεοκατάρατη χρονιά. Ποιος θα λησμονήσει τι κακά έσυρε μαζί της; Είναι κάτι χρόνοι, όπου τραβούν οπίσω τους τα βάσανα, τις συμφορές, αλυσίδα βαριά, ατέλειωτη αλυσίδα που σέρνεται στα στήθια. Αφορία από έτη, καταστροφές από σεισμούς, ελπίδες ξεριζωμένες, η ληστεία να βράζει στην Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη. Να μπαίνουν οι ληστρικές συμμορίες μέσα στις πόλεις, στις Θήβες, στη Λιβαδειά, στα Μέγαρα, η ξένη Κατοχή υβριστική να πατά κατάστηθα τη χώρα, χωρίς ούτε καν να πνίξει τη μαύρη διχόνοια! Και όμως δεν ήσαν αρκετά αυτά· όχι. Πίσω ήταν το πλέον φαρμακερό ποτήρι.

Ήταν γραφτό να στήσει στον άμοιρο, στον πολυβασανισμένο τούτο τόπο, το μαύρο τσαντήρι της, στριγγλιάρα γύφτισσα, η πρασινοκίτρινη αμαζόνα του θανάτου, η Επιδημία.

Κρυφά κρυφά, για να κάμει πρώτη γνωριμία μαζί μας εταξίδεψε από τη Μασσαλία έως τη Μάλτα μαζί με το Μαυροκορδάτο, που ήρχετο από τη Γαλλία για να παραλάβει την Κυβέρνηση. Έτσι το έγραφαν τουλάχιστον του τέλους Ιουνίου του 1854 οι εφημερίδες.

«Ο κύριος Μαυροκορδάτος αναχωρήσας εκ Μασσαλίας ηναγκάσθη να μείνει εις Μελίτην, διότι εν τω μεταξύ απεβίωσαν εν τω ατμοπλοίω τρεις στρατιώται εκ χολέρας».

Αλλά το βαπόρι εκείνο δεν έφερε τη χολέρα στην Ελλάδα. Δεν ελευθεροκοινώνησε στη Σύρα που ήταν για να πιάσει. Πώς μας ήρθε λοιπόν η θεοκατάρατη Ξένη;

Πολλά λένε. Αλλά περισσότερο επιστεύθηκε πως μπήκε κρυφά επιβάτης και κρύφτηκε κάτω βαθιά, στο μπαλαούρο, μέσα σε μία καμαρωμένη φρεγάδα, χυτή, χαριτωμένη, που ήρχουνταν στον Πειραιά φορτωμένη στρατό για την Κριμαία.

Αχ! Έπρεπε στου κάβου Μαλιά τα κρεμαστά τα βράχια να εύρει μαύρη βαθιά καταβόθρα, τη μανιωμένη θάλασσα, τόσο βαθιά που να μην αποφανεί ούτε το πόμολο του μεσιανού της καταρτιού, για να μη γλιτώσει η Μαύρη Ξένη, για να μη φτάσει να φέρει σ’ αυτό το δύστυχο τον τόπο την ερήμωση.

Όμως αλλιώς ήταν γραφτό· γι’ αυτό ακίνδυνα εκαβατζάριζε τον κάβο Μαλιά, κι ανέβαινε περήφανα με ίσια την πλώρη για τον Πειραιά. Κι ανάσαιναν οι ανατολικές στεριές του Μωριά· και της έστελναν της άπιστης φρεγάδας σα γλυκοφίλημα τον ανασασμό τους, το γλυκό ελληνικό μαϊστραλάκι, όπου της φιλούσε τα ολόλευκα πανιά όλα απλωμένα στο φύσημά του, από τον κόντρα φλόκο ως τη μπούμα, από τον τρίγκο και τη μαΐστρα ως τους κούντρους. Τα δελφίνια έπαιζαν τρελά εμπρός στην πλώρη της κ’ οι γλάροι εφτερούγιζαν χαρωποί ανάμεσα στα ξάρτια της.

Περηφανεύονταν η εύμορφη φρεγάδα και έγερνε καμαρωμένη από τη δεξιά πλευρά. Τα νερά τα γαλαζοπράσινα, νωθρά, κοιμισμένα, ότι και τα ξύπναε η πλώρη της η χυτή· και παραμερούσαν με γλυκομουρμούρισμα σα ντροπαλά, ενώ εγλίστραε απάνω τους σα νεροφίδα η εύμορφη φρεγάδα.

Φαίνεται πως δεν άργησε πολύ να ρίξει άγκυρα στον Πειραιά. Γιατί στις 6 Ιουλίου εκολλούσαν στους τοίχους των Αθηνών χαρτιά και, αφού το τύμπανο εξεκούφαινε τον φοβισμένο κόσμο, ένας κήρυξ εδιάβαζε στα σταυροδρόμια:

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

«Το Υπουργείον των Εσωτερικών προς τους Νομάρχας του Κράτους. Σπεύδομεν με λύπην μας να σας κοινοποιήσωμεν, κύριε Νομάρχα, ότι εις τον Πειραιά από προχθές εφάνησάν τινα περιστατικά εμφαίνοντα χολέραν. Η Κυβέρνησις έλαβε τα συντονώτερα μέτρα κ.λπ.».

Αυτά τα τινά περιστατικά ήσαν καμιά τριανταριά θάνατοι την ημέρα εις τα νοσοκομεία και εις την πόλιν. Τα συντονώτερα μέτρα ήσαν ότι δεν είχαν την άδειαν να έλθουν από τον Πειραιά οικογένειες και κατοικήσουν εις τας Αθήνας, μπορούσαν όμως οι άνθρωποι να συγκοινωνούν ελεύθερα για τις δουλειές τους στις δύο πόλεις, φθάνει μόνον, όταν ανέβαιναν από τον Πειραιά, να τους κοίταζε στα μάτια ένας γιατρός που εστέκετο εκεί που είναι τώρα το γκάζι. Αλλ’ απ’ αυτή την ενόχληση είχαν απαλλαχθεί όλοι του στρατού της Κατοχής, γιατί γι’ αυτούς θα ήταν αυθάδεια ένα τέτοιο μέτρο. Αλλά και οικογένειες ήρχοντο ελεύθερα στις Αθήνες, όταν είχαν μαζί τους κανένα στρατιώτη ξένο. Και όμως με όλες αυτές τις ευκολίες άργησε να ανέβει στις Αθήνες η Ξένη. Λες και βαριότανε χορτάτη από τον τρύγο που έκανε στον Πειραιά.

Αλλά στο τέλος, αφού έως εις τας 20 Αυγούστου ερήμαξε τον Πειραιά, ελούφαξε και μόλις εις το τέλος Σεπτεμβρίου άρχισε να τρυγά εις τας Αθήνας τα πρώτα πριμαρόλια του θανάτου. Ένα εις τας 29 Σεπτεμβρίου εις την οδόν Λυσικράτους· άλλο εις τας 12 Οκτωβρίου εις την οδόν Νίκης και τρία ή τέσσερα εις το Γεράνι εις τας 16 Οκτωβρίου.

Έτσι πρώτα πρώτα χτυπούσε ανάργα, σκόρπια. Λες κ’ εδοκίμαζε τη δύναμή της. Έπειτα για μερικές ημέρες άφηνε να λησμονηθεί. Ήθελε να κάμει τον κόσμο να ξεθαρρέψει, όπως το θηρίο αφήνει λάσκο στο θύμά του να δοκιμάσει τη φυγή, για να το σπαράξει έπειτα σ’ ένα πήδημα με περισσότερη ευχαρίστηση.

Ο κόσμος εξεθάρρευε και εγύριζε η γαλήνη στα πρόσωπα και το χαμόγελο στο στόμα. Μα αυτή έβοσκε σαν την κρυμμένη τη φωτιά, ελούφαζε σαν την τίγρη πριν χυμήξει, ασέρνονταν κρυφοδάγκατη οχιά.

Εις τας 21 Οκτωβρίου ξέσπασε αχόρταγη. Παράλυσε τότε τις ψυχές ο κρύος φόβος και όσοι ημπορούσαν εζήτησαν σωτηρία στη φυγή.

Δεν ήταν φυγή πολέμου αυτή· δεν θα πατούσε τας Αθήνας ο εχθρός, ούτε ακούγονταν από μακριά κούφια, βουβή, του κανονιού η βροντή. Αλλά τον ένοιωθε χωρίς να τον βλέπει τον εχθρό ο άμοιρος ο κόσμος, παντοδύναμο σαν το θάνατο. Και έφευγαν. Η Ιερά οδός, η οδός των Πατησίων, της Κηφισιάς, του Μαραθώνος, κάθε δρόμος που έφερνε σ’ ένα χωριό της Αττικής ήτο γεμάτος από κάρα, αμάξια, φορτηγά ζώα, πεζούς, παντού μια ατέλειωτη αλυσίδα, που εσέρνονταν και σήκωνε παχύ, ουρανομήκη τον κουρνιαχτό. Κλάμα και θρήνος παντού· τα πράγματα ριμμένα άνω κάτω με την τρελλή βία του φόβου, σαν σε πυρκαϊά, μέσα στ’ αμάξια. Ό,τι πρόφθασε ο καθένας. Ώ, τα ελεεινά καραβάνια της συμφοράς!

Πολλοί δυστυχισμένοι, που δεν είχαν τις τριακόσες ή τετρακόσες δραχμές που είχε φθάσει το αγώγι ενός αμαξιού έως εις τα περίχωρα, έφευγαν φορτωμένοι ολίγα ρούχα στον ώμο, ένα καλάθι με ψωμί στο χέρι, κ’ οι γυναίκες έσερναν τα παιδιά. Ακολουθούσαν και κάτι αραχνιασμένοι γέροι και γρηές, ξεκλειδωμένες υπάρξεις, κουρέλια της ζωής, που δεν είχαν μεγάλες ελπίδες ότι θα τραβήξουν μακρυά. Αλλά η ζωή είναι φως. Αποχαιρετώντας τη ζωή ο Αΐας του ηλίου το φως αποχαιρετούσε, για τούτο είναι μεγάλη η αγάπη της ζωής στις φωτεινές τις χώρες, που τις σκεπάζει γαλάζιος, ηλιοχρύσωτος ουρανός.

Τριάντα χιλιάδες ψυχές είχαν τότε αι Αθήναι. Δεν έμειναν μέσα στην πόλι περισσότερες από οκτώ. Μακρυά, μακρυά από το φαρμάκι που ξερνάει ο ανασασμός της θεοκατάρατης της Ξένης.

Η Αρχή τα είχε χαμένα μέσα στις Αθήνας. Όλα τα γραφεία ερήμωσαν, όταν εφούντωσε το κακό. Υπουργοί έφευγαν και όσοι έμειναν δεν εύρισκαν υπάλληλο να εργασθούν. Δεν ημπόρεσε να τους κρατήση ούτε το παράδειγμα του αλησμονήτου βασιλέως Όθωνος, όπου πιστός στη θέση του εβοηθούσε, επαρηγόραε, ελεούσε και όπου τον ίδιο του μανδύα έβγαλε για να σκεπάσουν ένα δυστυχισμένο που ψυχομαχούσε στο δρόμο.

Και επάνω εις όλα τα κακά — ποιος θα το πιστέψη; — εβασίλευε από τότε πολυκέφαλο θεριό το ρουσφέτι. Ήταν αλήθεια αβάφτιστο τότε, αλλά ζωντανό, θεριωμένο, Δράκος όνομα και πράγμα. 

Σε τέτοιες φοβερές μέρες δύο διευθυνταί της Αστυνομίας διωρισμένοι από την ίδια Κυβέρνησιν ήλθαν στα χέρια μέσα στο γραφείο ποιός να κρατήση την αρχή. Εκείνος που ενίκησε έστειλε στη φυλακή τον άλλο.

Υπήρξαν, είν’ αλήθεια, ιατροί ήρωες, γεμάτοι αφοσίωσι, θάρρος, αφιλοκέρδεια. Ένας από αυτούς βοηθώντας τους δυστυχισμένους, χωρίς μισθό, χωρίς αμοιβή, ο Σταυρίδης, έδωσε και τη ζωή του την πολύτιμη. Το Ιατροσυνέδριο άνοιξε εράνους για να του εγείρουν μνημείον. Δεν το ηύρα όμως πουθενά στο νεκροταφείο. Έχει τόσο αδύνατο μνημονικό η Ευγνωμοσύνη!

Μα και θέσεις εφύτρωναν τότε πυκνές μέσα στη φουσκή της Επιδημίας. Μισθοί ιατρών, αστυνομικών, τακτικών, εκτάκτων, επικούρων και βοηθών των επικουρών. Μερικοί από αυτούς φοιτηταί πρωτοετείς. Αν η γλώσσα εβοηθούσε περισσότερο για να προμηθεύση ένα καινούργιο τίτλο, θα διώριζαν και άλλους που απάνω κάτω να έχουν το χρέος να συνδράμουν τους επικουρούς. Απ’ έξω δε άλλοι ιατροί να υβρίζουν τους διωρισμένους και να γίνεται ένα ελεεινό αλληλοφάγωμα, όπου ήταν κακούργημα σ’ εκείνες τις δύστυχες ημέρες.

Ο υπουργός των Εσωτερικών για να δώση τόπο τή οργή, αφού εσυμβουλεύθη και τον πρέσβυν της Αγγλίας, κοντά στους οκτώ πρώτους δημοτικούς ιατρούς, διορίζει άλλους οκτώ. Αλλά οι πρώτοι δεν δέχονται τους νέους, δεν εννοούν να συνεργασθούν μαζί τους.

Ανοίγει το Υπουργείο πίστωσι διακοσίων δραχμών σε κάθε φαρμακείο για τα γιατρικά της φτώχειας. Επειδή απαγορεύθη εις τους ιατρούς να στέλλουν τας συνταγάς μόνον εις τα ιδικά των φαρμακεία, μερικοί τις άφηναν ανυπόγραφες και οι δυστυχισμένοι που είχαν τους αρρώστους εγύριζαν με τη συνταγή στο χέρι όσο που να ευρεθή ο συνεννοημένος φαρμακοποιός, όπου εγνώριζε του ιατρού το γράψιμο ή το ιδιαίτερο σημάδι. Οι φαρμακοποιοί που είχαν φίλους ιατρούς ετελείωσαν την πίστωσι από την πρώτη μέρα. Τότε μερικοί ιατροί ή δεν έγραφαν καθόλου συνταγές ή τις έστελλαν στα ίδια φαρμακεία, για να αναγκάσουν την Αρχή να αυξήση την πίστωσι. Και άλλοι φαρμακοποιοί έδιναν γιατρικά μ’ αυτήν την ελπίδα, άλλοι όμως όχι. Μια δυστυχισμένη που είχε χάμου τρία παιδιά εγύριζε ολήμερα με το χαρτί του γιατρού στο χέρι, χωρίς να εκτελή τη συνταγή της.

Άχ! Αυτοί που δεν βρίσκουν σήμερα τίποτε γερό, τίποτε στη θέση του, όπου μας πετούν πάντοτε κατά πρόσωπο τον παληό καλό καιρό, με το να χωρίζη από τους καιρούς εκείνους τα μάτια της μνήμης των, όλο το μακρυνό διάστημα των περασμένων χρόνων, ομοιάζουν εκείνους όπου από μακρυά βλέπουν όλα τα βουνά ομαλά, ωραία, χρυσοπράσινα, ευκολοπάτητα· ούτε τις άγριες ρεματιές, ούτε τους απάτητους γκρεμνούς, ούτε τις καταβόθρες τις σκοτεινές βάζει ο νούς των. Ακόμη ολιγώτερο τα φίδια που σέρνονται στις πλαγιές των.

Σε πολλά σπίτια που λημέριαζε η επιδημία έσμιγαν τρεις τέσσερες ιατροί και επίκουροι και βοηθοί. Μαζί με τα άλλα δεινά ο κάθε ιατρός ακολουθούσε και δική του θεραπευτική και έτσι επάλευαν μαζί με τους ιατρούς, απάνω εις τα κορμιά των δυστυχισμένων, το όπιον και αι εντρίψεις και τα αντισπασμωδικά και το διττανθρακικόν νάτριον και τα εμετικά κάρυα, και το θεϊκόν οξύ και η θεϊκή στρυχνίνη και όσα άλλα δεν χωρεί του ανθρώπου ο λογισμός.

Άλλες πάλι οικογένειες εξεκληρίζαν χωρίς να ιδούν κανένα ιατρό. Αλλά η μόνη γι’ αυτούς ζημία ήταν ότι δεν απέθνησκαν σαν τους πρώτους στην αγκαλιά της Επιστήμης και σύμφωνα με τους ιερούς κανόνας της. Κατά τα άλλα ήταν το ίδιο. Κρούσμα εσήμαινε θάνατος. Και αν στους εκατό εζούσαν πέντε ή έξι, τούτο ήτο της τύχης όλως διόλου, και κανένα φάρμακο δεν εμπόρεσε να φανή γενικώς ωφέλιμον¹.

Του νοσοκόμου το ρουσφέτι πολύ ολίγοι είχαν τη φιλοδοξία να το ζητούν. Οι περισσότεροι ήσαν Γάλλοι του στρατού της Κατοχής, εις τους οποίους η ευγνωμοσύνη του Όθωνος εχάρισε από ένα πολύτιμο χρυσό ρολόγι, για ανάμνησι της ηρωικής φιλανθρωπίας των. Έγραψαν τότε ότι αυτά τα εχάρισε η Κυβέρνησις. Δεν ήταν αλήθεια. Το μνημονεύω, αν και μικρό πράγμα, γιατί είναι μία από τις αναρίθμητες αχτίνες που δείχνουν τη λάμψη της διαμαντένιας του καρδιάς.

Η εξουσία σε τέτοια θλιβερή περίστασι όχι μόνο δεν κατώρθωνε να επιβάλη διατίμησι στης πρώτης ανάγκης τα τρόφιμα, αλλ’ ούτε αυτό το ταχτικό άνοιγμα των μαγαζιών. Έτσι, κοντά στην άσπλαχνη αρρώστια, εθέρικε τη φτώχεια την άμοιρη και η πείνα. Γιατί όλοι εκερδοσκοπούσαν αλύπητα απάνω στη γενική δυστυχία. Φωτιά το ψωμί, το κρέας, το λάδι, το ρύζι· περισσότερο το ρύζι που το ζητούσαν όλοι για προληπτικό της μαύρης αρρώστιας.

Όσο ημπορούσε η Αρχή αγόραζε τρόφιμα και με το μέσο της Αστυνομίας τα πουλούσε στον κόσμο.

Αλλά τί να κάμη κι αυτή η ταλαίπωρη Αρχή, και πού να πρωτοπροφθάση μέσα σ’ αυτό το χαλασμό, όπου εξεκλείδωνε κάθε δεσμό, όπου εγκρέμιζε κάθε ιεραρχία; Πολλά γραφεία είχαν ερημώσει από τον πρώτο προϊστάμενο ως τον τελευταίο κλητήρα. Εις ένα Υπουργείο ο υπουργός δεν εύρισκε υπάλληλο να εργασθή.

Και όμως τόση ήτο τότε η κομματική λύσσα, όπου εφημερίδες της Αντιπολιτεύσεως από τις πρώτες του καιρού εκείνου, μόλις κατώρθωνε να εργασθή το τυπογραφείο τους, ετυπώνοντο με κατηγορίες κατά υπουργών, ότι είχαν συντροφιά με τους αρτοποιούς και τους κρεοπώλας να γδύνουν το βασανισμένο κόσμο και να κερδίζουν συντροφικά. Αυτά βέβαια σήμερα, δόξα νάχη ο Θεός, δεν θα εγράφοντο. Σήμερα οι βρισιές στον πολιτικό ανταγωνισμό ξεπετιούνται πλειό φουσκωμένες, πολύχρωμες σα σφαίρες από σαπουνάδα, αλλά σαν αυτές άβλαβες. Τότε όμως κάθε όπλο που μπορούσε να ρίξη κάτω τον αντίπαλο το επίστευαν νόμιμο και το μετεχειρίζοντο όλοι με ήσυχη καρδιά.

Αλλά και αυτά τα αιώνια σύντονα μέτρα που έλαβεν η Εξουσία στην αρχή της επιδημίας, πριν τους σκορπίση όλους ο φόβος, ήσαν τέτοια, ώστε να φυτεύουν στις καρδιές φρικτές εντυπώσεις, να παραλύουν κάθε θάρρος.

Έτσι πρώτα πρώτα ο κρύος Φόβος εξεκλείδωνε τη ζωή και άνοιγε πρόθυμα το δρόμο στο Θάνατο.

Την ημέρα ετσάκιζαν τα αδυνατισμένα νεύρα και εφούντωναν την τρομάρα εκείνες οι ατελείωτες τυμπανοκρουσίες σε κάθε διάβασμα διαταγής. Και όλες οι Αρχές έκαναν διαγωνισμό ποιά να γράψη περισσότερες· η μία πλειό φρόνιμη από την άλλη. Μιά απηγόρευε να ευρίσκωνται εις το δρόμο άνθρωποι ύστερα από τας οκτώ το βράδυ. Γιατί; Για να μή μπορούν να ζητήσουν βοήθεια ή για να μή εμποδίζουν στο δρόμο τους κλέφτες; Μία άλλη εμπόδιζε να πουληθή κάθε είδος χορταρικό, κάνοντας μονάχα χάρι στις ντομάτες. Και όλες είχαν μέσα τους γραμμένο είκοσι φορές το ολιγώτερο το όνομα της χολέρας.

Τη νύχτα πάλι εκείνα τα κόκκινα και μαβιά φαναράκια, που είχε κρεμάσει η Αστυνομία στις πόρτες των γιατρών, εσάλευαν στον αέρα και τρεμόσβηναν, τρομάρα στις λαφιασμένες ψυχές, σαν εκείνες τις μαβιές φλόγες που τρεμουλιάζουν καμμιά φορά τη νύχτα απάνω στα μνήματα και στους βάλτους.

Είχαν συστήσει και ένα νοσοκομείο των χολεριώντων με το όνομα του Αγίου Παντελεήμονος. Αλλά με όλη την ακούραστη αφοσίωση του διευθυντού του ο «Άγιος Παντελεήμων» καμμιά άλλη ελεημοσύνη από το Θάνατο δεν μπορούσε να δώση, ελεημοσύνη ανώφελη, φτηνή, που έτρεχε άφθονη στο δρόμο και σ’ εύρισκε μόνη της, χωρίς να έχης ανάγκην να την ζητήσης.

Είχε και κάτι ξυλοκρέβατα ελεεινά για να μαζεύουν τους προσβαλλομένους από τα σπίτια και από τους δρόμους.

Ώ Θεέ μου! Πόσοι έπεφταν κάτω με την ανατριχίλα της τρομάρας, σίγουρο πρόδρομο της χολέρας, μόνο με το να βλέπουν τους δυστυχισμένους, είτε στο πρώτο στάδιο, είτε στο ψυχομάχημα, ριγμένους στα ελεεινά εκείνα σταυρωτά ξύλα, να τους κουβαλούν ψηλά στον ώμο μεθυσμένοι, τινάζοντάς τους χωρίς πόνο, χωρίς λύπη.

Σκεπασμένοι με μαύρα μάλλινα ρούχα είχαν μόνο το πρόσωπο ξέσκεπο, σφραγισμένο, οι περισσότεροι, με εκείνη την αφιλονείκητη σφραγίδα του χολερικού θανάτου, με εκείνο το παράξενο μαβί χρώμα το ξέθωρο, που έμοιαζε και του λουλακιού και της μαραμμένης αγριοβιολέττας το χρώμα.

Ένας δυστυχισμένος, που είχε ακόμα μέσα του λίγη ζωή, είτε επήδησε από τρομάρα, είτε έπεσε από το ξυλοκρέβατο και εκυλίστηκε στο χώμα, σε ένα στενόδρομο του Ροδακιού. Ποιός θα το πιστέψη; Δεν έσκυψαν οι μεθυσμένοι να τον μαζέψουν, αλλά τον ετελείωσαν με κλωτσιές στην κοιλιά, σ’ αυτή του χολερικού θανάτου την εστία.

Εκείνοι που τα είδαν αυτά, όσο ζούν τα βλέπουν εμπρός τους όταν τα θυμούνται, με πάντα καινούργια την ανατριχίλα της ψυχής.

Το δρεπάνι της ακούραστης εργάτισσας του Θανάτου άρχισε να δουλεύη αλύπητα από τας 7 Νοεμβρίου. Αλλά η φρικτή καταστροφή, τόση όπου ανάλογα στο λίγο πληθυσμό που απόμεινε στις Αθήνας, σε καμμιά άλλη πόλι δεν έφερε ποτέ η χολέρα, εξέσπασε από τας δέκα του μηνός. Για πέντε ημέρες δεν ήταν πλειά επιδημία αυτή. Ήταν εξολοθρευμός· ολόκληρες γειτονιές στο ψυχομάχημα.

Τα δελτία παρουσιάζουν όλους τους θανάτους των ημερών εκείνων εις χιλίους. Και πότε είπαν αλήθεια τα δελτία; Μάλιστα σ’ εκείνη την κατάστασι και με τον τρόπο που εγίνετο η ταφή των νεκρών, ημπορούσαν, και αν ήθελαν, να πούν αλήθεια; — Το τριπλό του αριθμού τούτου βέβαια θα επλησίασαν τα θύματα, όταν συλλογισθή κανείς ότι εις τας 14 και 15 του Νοεμβρίου μόνο το Στρατιωτικό Νοσοκομείο έδωσε στον ασβέστη απάνω από διακόσια ανθρώπινα κορμιά.

Ένας γιατρός από κείνους όπου ήσαν εις την πρώτη γραμμή της μάχης με τον κρυφό εχθρό έγραφε κατόπιν: «Το τέταρτον τμήμα έγινε είς μέγας τάφος· κατά δεύτερον λόγον το πρώτον και το τρίτον. Φρίξον, ήλιε! Πτώματα εις τας οδούς· πτώματα εις εκάστην οικίαν. Πλησίον της νεκράς μητρός ψυχορραγεί η κόρη. Πολλαχού ολόκληροι οικογένειαι εκλείπουσιν. Ως επί το πολύ οι προσβαλλόμενοι ευρίσκονται αμέσως εις το τελευταίον πυρετώδες και ασφυκτικόν στάδιον, λήγον εις τον θάνατον, μετά 7-10 ώρας. Οι ιατροί υπερπηδώντες τα πτώματα κύπτουσιν, όπως παρατηρήσωσι τους εισέτι παρακειμένους επιζώντας. Πόσοι ερρίφθησαν εις τον τάφον πριν ψυχορραγήσωσι!».

Αλλά τί χαλασμός ήταν εκείνος εις το Στρατιωτικό Νοσοκομείο! (στου Μακρυγιάννη). Τα κρεβάτια πυκνά, κολλημένα για να χωρούν περισσότερους οι σάλες, μόλις άφηναν λίγο τόπο για να διαβαίνουν οι ιατροί και οι νοσοκόμοι. Όλα ήσαν γεμάτα, εκοίτονταν και χάμου πολλοί απάνω στα βρωμερά απορρίμματα. Και οι τοίχοι σκεπασμένοι από στολές κρεμασμένες· στολές που δε θα έντυναν πλειά κανένα λεβέντικο κορμί· ανακατωμένες εκεί, του ιππικού, των ακροβολιστών, του πεζικού, του πυροβολικού, των επιλέκτων, ένα φριχτό παζάρι από ρούχα παρδαλά, θλιβερά αποφόρια, αφιλονείκητη ιδιοκτησία του Θανάτου. Έτσι αυτό το νοσοκομείο, αληθινή κοιλάδα του κλαυθμώνος, ορμητικός σαν καταρράχτης ο Χάρος το πλημμυρούσε με μανιωμένα κύματα, όπου έπαιρναν σβάρνα τα κρεβάτια γραμμή. Και εγίνουνταν στην πλατειά σκάλα ένα ατελείωτο φρικτό συναπάντημα, τα λείψανα που κατέβαζαν και οι δυστυχισμένοι που τους ανέβαζαν εκεί, για να τους κατεβάσουν πάλι σαν τους πρώτους σε λίγες ώρες. Και εγλιστρούσαν οι νοσοκόμοι σ’ αυτό το ανεβοκατέβασμα και τους έφευγαν από τα χέρια τα κορμιά· γιατί τα σκαλιά ήσαν σκεπασμένα από ένα μαυροπράσινο βούρκο δύο δάχτυλα παχύ, όπου πλημμυρούσε τα πατώματα και κατέβαινε τα σκαλιά αργοκίνητος. Έτσι ο κατακλυσμός του Θανάτου εσώριαζε στοίβα στού νοσοκομείου την αυλή τα γυμνά λείψανα, όπως, στα πρώτα χρόνια της γης, στις βαθειές ρεματιές εσώριαζαν οι κατακλυσμοί τα πνιγμένα κορμιά.

Οι ζευγίται, ως έλεγαν τότε τους ελάτας, δεν επρόφθαναν να κουβαλούν τα γυμνά λείψανα στο νεκροταφείο, κ’ έμεναν εκεί στην αυλή νύχτες ολόκληρες.

Δεν ξέρω γιατί για σας, φτωχοί στρατιώτες, αισθάνομαι βαθύτερα της καρδιάς το σπαραγμό. Ίσως γιατί με στρατιωτικές παραδόσεις εξύπνησα στον κόσμο, ίσως γιατί στην αγωνία σας, μπουμπούκια της ζωής, που δεν σας ήταν γραφτό ν’ ανθίσετε, φτωχά παιδιά ξενιτεμένα, κανένα από σας δεν εστύλωσε η αγκαλιά της μάννας, του πατέρα, του αδελφού, κανείς από σας δεν είχε στην τελευταία στιγμή για παρηγοριά το δάκρυ τους, τα πονετικά τους τα λόγια.

Γεννήθηκε το 1849 στο Ναύπλιο. Πατέρας του ήταν ο Στυλιανός Λυκούδης, κερκυραίος από από παλιά βυζαντινή οικογένεια και μητέρα του η Μαρία Κυδωνάκη-Καλλέργη από την Κρήτη. Φοίτησε σε σχολεία στη Χαλκίδα και στον Πειραιά και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1872 αναγορεύτηκε διδάκτωρ. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο δικαστικό κλάδο και υπηρέτησε στην Ερμούπολη, στην Άμφισσα και στο εφετείο Αθηνών. Ήταν υποστηρικτής του Χαριλάου Τρικούπη. Το 1890 με πρόταση του πήρε μέρος στη σύνταξη του σερβικού εκλογικού συστήματος. Από το 1896 έως το 1905 ήταν νομικός σύμβουλος του κράτους και της Εθνικής Τράπεζας ως το τέλος της ζωής του. Μετά την παραίτηση του από το δημόσιο τομέα άσκησε τη δικηγορία ως το 1917. Συνεργάστηκε ως αρθρογράφος και επιφυλλιδογράφος με πολλά περιοδικά και εφημερίδες και πραγματοποίησε οικονομικές και νομικές μελέτες.

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος
 

Categories
ΑΡΘΡΑ

Μια Βραδιά Συνάντησης και Παράδοσης για την ΕΕΥΕΔ

  • 2026.01.31
  • ΕΥΕΕΔ

Το Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026, στο πάντα φιλόξενο περιβάλλον της Στρατιωτικής Λέσχης Φρουράς Θεσσαλονίκης, πραγματοποιήθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία η καθιερωμένη κοπή της Βασιλόπιτας και η ετήσια χοροεσπερίδα της Επιστημονικής Ένωσης Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΥΕΔ).

Η συμμετοχή των συναδέλφων, μελών και φίλων της Ένωσης ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ήταν η μαζικότερη προσέλευση των τελευταίων ετών, η οποία θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη αν δεν υπήρχαν οι περιορισμοί χωρητικότητας της Αίθουσας Τιμών.

Οι Στιγμές μας

Η εκδήλωση αυτή αποτελεί μια από τις σπάνιες ευκαιρίες όπου:

  • Παλιοί και νέοι συνάδελφοι ανταμώνουν και γνωρίζονται μεταξύ τους.
  • Αναβιώνουν αναμνήσεις από τα χρόνια της Σχολής και την κοινή πορεία σε Μονάδες και Νοσοκομεία.
  • Το «χθες» σμίγει με το «σήμερα», καθώς εν ενεργεία και εν αποστρατεία συνάδελφοι γίνονται ένα ενιαίο σύνολο — υπηρετώντας ακριβώς τον σκοπό και το πνεύμα της ΕΕΥΕΔ.

Η χαρά της συνάντησης ήταν διάχυτη σε όλους. Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την ευχή να παραμείνουμε υγιείς και να ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την επόμενη χρονιά.

Ο Πρόεδρος και τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκφράζουν τις θερμές τους ευχαριστίες

  • στην ορχήστρα της ΑΣΔΗΜ που συνόδευσε την εκδήλωση με Μουσική και τραγούδια και όλους όσους τίμησαν την εκδήλωση με την παρουσία τους.
  • στο προσωπικό της Στρατιωτικής Λέσχης Φρουράς Θεσσαλονίκης που υποστήριξε την εκδήλωση και
  • όλους, όσους τίμησαν την εκδήλωση με την παρουσία τους.

Φωτογραφικά Στιγμιότυπα

Πρώην και νυν Διευθυντές 424 ΓΣΝΕ
Τάξη 1969 και 1970
Πρώην Διοικητές ΣΣΑΣ
eeyed.png
Categories
ΑΡΘΡΑ

ALBERT SABIN (1906–1993)

2026.01.31

Ο άνθρωπος που “γλύκανε” την ιατρική

Ο Albert Sabin δεν νίκησε απλώς έναν ιό, νίκησε μαζί και την απληστία. Σε έναν κόσμο, που συχνά μετρά την επιτυχία με τα κέρδη, εκείνος επέλεξε να μετρήσει τη δική του με τα παιδικά χαμόγελα που δεν θα τα έσβηνε πλεον η πολιομυελίτιδα. Η άρνησή του να πατεντάρει το εμβόλιο παραμένει μια από τις πιο γενναιόδωρες πράξεις στην ιστορία της ανθρωπότητας, υπενθυμίζοντάς μας ότι η επιστήμη, στην πιο αγνή της μορφή, είναι ένα δώρο που ανήκει σε όλους.”

Η Ανακάλυψη

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η πολιομυελίτιδα ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε γονέα, προκαλώντας παράλυση σε χιλιάδες παιδιά. Ο Albert Sabin ανέπτυξε το από του στόματος εμβόλιο (OPV) χρησιμοποιώντας εξασθενημένους ιούς.

Πηγή : Health.web.gr

Η συμβολή του ήταν καθοριστική, λόγω της ευκολίας στη χρήση. Το εμβόλιο δινόταν πάνω σε έναν κύβο ζάχαρης ή σε σταγόνες, καθιστώντας τους μαζικούς εμβολιασμούς παιδιών απλούς, χωρίς την ανάγκη για σύριγγες και εξειδικευμένο προσωπικό. Σε αντίθεση με το ενέσιμο εμβόλιο, το εμβόλιο του Sabin παρείχε ανοσία στο έντερο, εμποδίζοντας την εξάπλωση του ιού στην κοινότητα. ΣΣ – Ο ιός ζει στο λαιμό και τα έντερα και μεταδίδεται μέσω της κοπρό-στοματικής οδού (νερό, τροφή, χέρια).

“Είναι το δώρο μου σε όλα τα παιδιά του κόσμου.”

Πριν από τον Sabin, οι επιστήμονες πίστευαν ότι ο ιός της πολιομυελίτιδας εισέρχεται στο σώμα μέσω του αναπνευστικού συστήματος. Ο Sabin, απέδειξε το 1939 ότι ο ιός αναπαράγεται πρώτα στο έντερο και μετά περνά στο αίμα και το νευρικό σύστημα. Αυτή η ανακάλυψη ήταν το κλειδί, αν σταματούσες τον ιό στο έντερο, σταματούσες και τη μετάδοση στην κοινότητα.

Όταν ο Sabin ήταν έτοιμος για δοκιμές μεγάλης κλίμακας, το εμβόλιο του Salk (το ενέσιμο) χρησιμοποιούνταν ήδη ευρέως στις ΗΠΑ. Ο Sabin, σε μια κίνηση που εξέπληξε τον κόσμο, συνεργάστηκε με Σοβιετικούς επιστήμονες στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου. Πάνω από 100 εκατομμύρια άνθρωποι στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη εμβολιάστηκαν πριν το εμβόλιό του εγκριθεί τελικά στις ΗΠΑ το 1961.

Ο Sabin αρνήθηκε να πατεντάρει το εμβόλιο. Παραχώρησε τα στελέχη του ιού δωρεάν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, δηλώνοντας πως η ανακάλυψή του ανήκει σε όλα τα παιδιά του κόσμου.

“Πολλοί επέμεναν ότι το έργο μου θα με έκανε εκατομμυριούχο, αλλά εμένα με ενδιέφερε να δω το εμβόλιο να φτάνει παντού, ακόμα και στα πιο φτωχά μέρη.”

Στις 24 Απριλίου 1960, διοργανώθηκε στο Σινσινάτι η πρώτη μαζική “Κυριακή του Sabin“. Χιλιάδες γονείς περίμεναν στις ουρές με τα παιδιά τους. Το εμβόλιο είχε μια ελαφρώς πικρή, αλμυρή γεύση, γι’ αυτό και το πρόσφεραν πάνω σε έναν κύβο ζάχαρης.

Μια απρόσμενη λεπτομέρεια: Το πασίγνωστο τραγούδι της ταινίας Mary Poppins (1964), “A Spoonful of Sugar Helps the Medicine Go Down”, εμπνεύστηκε από το εμβόλιο του Sabin! Ο στιχουργός Robert Sherman έγραψε τους στίχους όταν ο γιος του τού περιέγραψε πώς πήρε το εμβόλιο στο σχολείο πάνω σε ένα κομμάτι ζάχαρης.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Sabin υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό και ανέπτυξε εμβόλια για την ιαπωνική εγκεφαλίτιδα και τον δάγκειο πυρετό, σώζοντας χιλιάδες στρατιώτες και πολίτες στον Ειρηνικό.

Το Αποτύπωμά του σήμερα

Χάρη στη δική του επιμονή και τη στρατηγική του εμβολίου του, η πολιομυελίτιδα έχει σχεδόν εξαλειφθεί από τον πλανήτη, σώζοντας εκατομμύρια ανθρώπους από την αναπηρία.

Ο Albert Sabin δεν ήταν απλώς ένας ερευνητής που έφτιαξε ένα εμβόλιο· ήταν ένας οραματιστής που άλλαξε τον τρόπο που κατανοούμε τους ιούς.

A Spoonful of Sugar

(Στίχοι: Richard M. Sherman & Robert B. Sherman)

Chorus:

A spoonful of sugar helps the medicine go down The medicine go down, the medicine go down Just a spoonful of sugar helps the medicine go down In the most delightful way!

Verse 1:

In every job that must be done There is an element of fun You find the fun and snap! The job’s a game

And every task you undertake Becomes a piece of cake A lark! A spree! It’s very clear to see…

(Repeat Chorus)

Verse 2:

A robin feathering his nest Has very little time to rest While gathering his bits of twig and bow

Though quite intent in his pursuit He has a merry tune to toot He knows a song will move the job along…

Βασικά Στοιχεία Βιογραφικού:

  • Γέννηση: Γεννήθηκε ως Abram Saperstejn στις 26 Αυγούστου 1906 στο Białystok της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (σημερινή Πολωνία) και μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1921.
  • Εκπαίδευση: Έλαβε πτυχίο ιατρικής από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης το 1931, εκπαιδευόμενος στην παθολογία και την ιατρική έρευνα.
  • Ερευνητικό Έργο: Εργάστηκε στο Rockefeller Institute και αργότερα στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι (Children’s Hospital Research Foundation). Εκτός από την πολιομυελίτιδα, έκανε πρωτοποριακές έρευνες για τους ιούς ECHO, τον δάγκειο πυρετό, την τοξοπλάσμωση και τη σχέση ιών-καρκίνου.
  • Το Εμβόλιο Sabin: Σε αντίθεση με το εμβόλιο του Jonas Salk (νεκρός ιός/ένεση), ο Sabin ανέπτυξε ένα εμβόλιο με εξασθενημένο ζώντα ιό, το οποίο χορηγούνταν από το στόμα (oral vaccine), ήταν πιο εύκολο στη χρήση και παρείχε μακροχρόνια ανοσία.
  • Διακρίσεις: Του απονεμήθηκε το Εθνικό Μετάλλιο Επιστήμης (1970) και το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας (1986).
  • Θάνατος: Πέθανε στις 3 Μαρτίου 1993 στην Ουάσιγκτον και είναι θαμμένος στο Εθνικό Κοιμητήριο του Άρλινγκτον. 

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος

Categories
ΑΡΘΡΑ

ΗΜΕΡΕΣ ΝΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟΥ

2025.01.30

Το κίνημα και ο στασιασμός που εκδηλώθηκαν στις Ελληνικές στρατιωτικές μονάδες της Μέσης Ανατολής κατά τα έτη 1942–1944 αποτελούν ένα από τα πιο κρίσιμα και αποκαλυπτικά επεισόδια της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Πρόκειται για μια σύγκρουση που υπερέβη τα όρια της στρατιωτικής πειθαρχίας και ενσωμάτωσε βαθιές πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές αντιθέσεις, προαναγγέλλοντας σε μεγάλο βαθμό τον εμφύλιο διχασμό που θα ακολουθούσε την Απελευθέρωση.

Ο Ελληνικός Στρατός της εξορίας

Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα την άνοιξη του 1941, η Ελληνική Κυβέρνηση και τμήματα των Ενόπλων Δυνάμεων κατέφυγαν στη Μέση Ανατολή υπό τη βρετανική προστασία. Εκεί συγκροτήθηκαν εκ νέου ελληνικές μονάδες, κυρίως η 1η και η 2η Ελληνική Ταξιαρχία, καθώς και σχηματισμοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας. Ο Στρατός αυτός, αν και τυπικά ενταγμένος στο συμμαχικό στρατόπεδο, έφερε στο εσωτερικό του όλες τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας.

Η ανώτερη και ανώτατη ηγεσία αποτελούνταν κυρίως από αξιωματικούς με φιλοβασιλικό ή παλαιότερα βενιζελικό προσανατολισμό, ενώ η πλειονότητα των οπλιτών προερχόταν από λαϊκά στρώματα και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον –και συχνά με ενθουσιασμό– την ανάπτυξη της Εθνικής Αντίστασης στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Τα αίτια της κρίσης (1942–1943)

Κατά το 1942 αρχίζουν να διαφαίνονται έντονες εντάσεις στο εσωτερικό των ελληνικών μονάδων. Βασικό πολιτικό αίτιο υπήρξε η άρνηση της εξόριστης κυβέρνησης του Καΐρου να δεσμευτεί για το πολιτειακό ζήτημα και να αποσαφηνίσει τον ρόλο της μοναρχίας μετά την απελευθέρωση. Πολλοί στρατιώτες απαιτούσαν τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας και την αναγνώριση της Αντίστασης ως ισότιμου παράγοντα στον εθνικό αγώνα.

Παράλληλα, η κοινωνική και ιδεολογική πόλωση οδήγησε στη δημιουργία μυστικών οργανώσεων μέσα στον στρατό, όπως η Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση (ΑΣΟ) και η Αντιφασιστική Ναυτική Οργάνωση (ΑΝΟ). Οι οργανώσεις αυτές, αν και δεν ταυτίζονταν πλήρως οργανωτικά με το ΚΚΕ, επηρεάζονταν σαφώς από το πνεύμα του ΕΑΜ και εξέφραζαν τη ριζοσπαστικοποίηση ενός μεγάλου μέρους των στρατευμένων.

Η κλιμάκωση των γεγονότων το 1943

Το 1943 η κατάσταση επιδεινώθηκε. Στις μονάδες της 1ης και 2ης Ταξιαρχίας σημειώθηκαν συλλογικές διαμαρτυρίες, αρνήσεις εκτέλεσης διαταγών και πολιτικά ψηφίσματα που αμφισβητούσαν ευθέως τη νομιμότητα της κυβέρνησης του Καΐρου. Η στρατιωτική διοίκηση απάντησε με συλλήψεις, αποτάξεις και μεταγωγές «ύποπτων» στρατιωτών σε στρατόπεδα κράτησης.

Οι Βρετανοί, αν και αρχικά επιδίωξαν να αποφύγουν ακραίες λύσεις, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Ελληνικός Στρατός αποτελούσε παράγοντα αστάθειας. Η πολιτική τους στόχευση ήταν σαφής, η διατήρηση της Μοναρχίας και αποτροπή κάθε ενδεχόμενης αριστερής κυριαρχίας στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο.

Ο στασιασμός του 1944

Η κορύφωση ήρθε την άνοιξη του 1944. Με αφορμή τη συγκρότηση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) στην κατεχόμενη Ελλάδα, οι αντιφασιστικές οργανώσεις στις μονάδες της Μέσης Ανατολής προχώρησαν σε ανοιχτό στασιασμό. Πλοία του Πολεμικού Ναυτικού και μονάδες του Στρατού ξηράς ύψωσαν πολιτικά συνθήματα και αρνήθηκαν να υπακούσουν στις διαταγές της κυβέρνησης και της ανώτατης διοίκησης.

Η αντίδραση υπήρξε άμεση και αποφασιστική. Με τη συνδρομή βρετανικών δυνάμεων, οι στασιαστές αφοπλίστηκαν, συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα κράτησης στην Ερυθραία, τη Λιβύη και αλλού. Χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες τέθηκαν εκτός μάχιμων μονάδων.

Ο ρόλος του ΚΚΕ στα γεγονότα της Μέσης Ανατολής (1942–1944)

Ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) στα γεγονότα που εκδηλώθηκαν στις ελληνικές στρατιωτικές μονάδες της Μέσης Ανατολής κατά την περίοδο 1942–1944 υπήρξε κυρίως πολιτικός και ιδεολογικός και όχι οργανωτικός. Η σύγχρονη ιστοριογραφία συμφωνεί ότι το ΚΚΕ δεν άσκησε άμεσο έλεγχο στον Στρατό της εξορίας ούτε καθοδήγησε επιχειρησιακά τον στασιασμό του 1944. Μέσω, ωστόσο, της ηγεμονικής του θέσης στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), διαμόρφωσε το πλαίσιο αιτημάτων και τη γλώσσα πολιτικής νομιμοποίησης που υιοθέτησαν πολλοί στρατευμένοι, ιδίως σε ζητήματα κυβέρνησης εθνικής ενότητας και αμφισβήτησης της μοναρχίας.

Οι αντιφασιστικές οργανώσεις που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό του στρατού και του ναυτικού της Μέσης Ανατολής, όπως η Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση (ΑΣΟ) και η Αντιφασιστική Ναυτική Οργάνωση (ΑΝΟ), δεν αποτέλεσαν κομματικά όργανα του ΚΚΕ, αν και συγκέντρωναν στελέχη με ιδεολογική εγγύτητα προς το ΕΑΜ. Ο τασιασμός του 1944 προέκυψε σε μεγάλο βαθμό από τις εσωτερικές αντιθέσεις του Στρατού της εξορίας και την πολιτική κρίση νομιμοποίησης της κυβέρνησης του Καΐρου, ενώ το ΚΚΕ επιδίωξε την αποφυγή ανοιχτής ρήξης με τους Συμμάχους. Συνεπώς, ο ρόλος του υπήρξε καθοριστικός στο επίπεδο της πολιτικής επιρροής, χωρίς να αναιρείται η αυτονομία των στρατιωτικών εξελίξεων.

Το τέλος του κινήματος και οι συνέπειες

Ο στασιασμός έληξε με την πλήρη επικράτηση της κυβέρνησης του Καΐρου και των Βρετανών συμμάχων της. Οι Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις αναδιοργανώθηκαν σε νέες, πολιτικά «ασφαλείς» μονάδες, όπως η Ορεινή Ταξιαρχία, που έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις στην Ιταλία.

Ωστόσο, η πολιτική ήττα των στασιαστών δεν σήμαινε και το τέλος της σύγκρουσης. Αντίθετα, το 1944 στη Μέση Ανατολή προδιαγράφηκαν οι γραμμές του μεταπολεμικού διχασμού. Η σύγκρουση ανάμεσα στη λαϊκή νομιμοποίηση και την εξόριστη εξουσία, με την καθοριστική παρέμβαση των ξένων δυνάμεων, μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσια στην απελευθερωμένη Ελλάδα.

Συμπέρασμα

Το κίνημα και ο στασιασμός στις ελληνικές μονάδες της Μέσης Ανατολής δεν υπήρξαν απλώς ένα επεισόδιο στρατιωτικής απειθαρχίας. Αποτέλεσαν έκφραση της βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής κρίσης του Ελληνικού Κράτους εν καιρώ πολέμου. Η βίαιη καταστολή τους το 1944 έδωσε προσωρινή λύση στο πρόβλημα της στρατιωτικής συνοχής, αλλά άφησε ανοιχτές πληγές που θα καθόριζαν την πορεία της χώρας στα κρίσιμα χρόνια που ακολούθησαν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνική βιβλιογραφία

  1. Μαζάουερ, Μαρκ. Στην Ελλάδα του Χίτλερ: Η εμπειρία της Κατοχής. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, διάφ. εκδ.
  2. Καλύβας, Στάθης. Η λογική της βίας στον Ελληνικό Εμφύλιο. Αθήνα: Καστανιώτης, 2005.
  3. Σφέτας, Σπυρίδων. «Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις στη Μέση Ανατολή και το κίνημα του 1944». Στο: Βαλκανικές Μελέτες, τόμ. ΧΧ.
  4. Φλάισερ, Χάγκεν. Στέμμα και Σβάστικα. Αθήνα: Παπαζήσης, 1988–1995.
  5. Δορδανάς, Στράτος. Έλληνες στα συμμαχικά στρατόπεδα: Στρατός και πολιτική στη Μέση Ανατολή. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2012.
  6. Αρχείο Ιστορίας Ελληνικού Στρατού (Α.Ι.Ε.Σ.), φάκελοι Μέσης Ανατολής 1941–1944.
  7. Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχείο Κυβέρνησης Εξωτερικού, Κάιρο.

Αγγλόφωνη βιβλιογραφία

  1. Mazower, Mark. Inside Hitler’s Greece: The Experience of Occupation, 1941–44. Yale University Press, 1993.
  2. Close, David H. The Origins of the Greek Civil War. Longman, 1995.
  3. Woodhouse, C. M. Apple of Discord: A Survey of Recent Greek Politics in Their International Setting. London: Hutchinson, 1948.
  4. Churchill, Winston S. The Second World War, Vol. V–VI. London: Cassell.
  5. British National Archives (Kew), FO 371, HS 5, WO 201 – Greek Forces in the Middle East.
  6. PRO CAB series – Cabinet Papers on Greece and the Eastern Mediterranean.

Ειδικές αρχειακές πηγές

  • Αρχείο Πολεμικού Ναυτικού, φάκελοι ΑΝΟ και γεγονότων Απριλίου 1944.
  • Imperial War Museum Archives, London – Greek Armed Forces, Middle East.
  • US National Archives (NARA), RG 226 (OSS) – Reports on Greek political movements.

Απομνημονεύματα Ελλήνων αξιωματικών και ναυτών (και από τις δύο παρατάξεις)

Για λόγους ιστορικής ισορροπίας, τα απομνημονεύματα της περιόδου 1942–1944 μπορούν να διακριθούν ενδεικτικά σε δύο βασικές κατηγορίες: εκείνα που εκφράζουν τη σκοπιά της κυβέρνησης του Καΐρου και της στρατιωτικής ιεραρχίας, και εκείνα που αποτυπώνουν την εμπειρία των αντιφασιστικών – αντιμοναρχικών στρατιωτών και ναυτών.

Α. Φιλοκυβερνητικά – φιλομοναρχικά απομνημονεύματα

  1. Τσακαλώτος, Θρασύβουλος. Αναμνήσεις 1939–1945. Αθήνα: Ίκαρος. Οπτική ανώτατου αξιωματικού, με έμφαση στη διατήρηση της πειθαρχίας και την αντιμετώπιση του στασιασμού ως απειλής για τη συμμαχική πολεμική προσπάθεια.
  2. Σακελλαρίου, Πέτρος. Απομνημονεύματα Ναυάρχου. Αθήνα: Εστία. Εκτενείς αναφορές στο Πολεμικό Ναυτικό της Μέσης Ανατολής και στα γεγονότα του Απριλίου 1944 από τη σκοπιά της επίσημης διοίκησης.
  3. Παπάγος, Αλέξανδρος. Ο πόλεμος της Ελλάδος 1940–1941 (αναδρομικές αναφορές). Αθήνα. Αν και αφορά κυρίως το μέτωπο του 1940–41, περιέχει κρίσιμες εκτιμήσεις για τον ρόλο της ηγεσίας και την πολιτική νομιμοφροσύνη των Ενόπλων Δυνάμεων.
  4. Woodhouse, C. M. Apple of Discord (παράρτημα ελληνικών μαρτυριών). Χρήσιμο για την κατανόηση της σύμπλευσης ελληνικής ανώτατης ηγεσίας και βρετανικής πολιτικής.

Β. Αντιφασιστικά – αντιμοναρχικά απομνημονεύματα

  1. Γαβριηλίδης, Γεώργιος. Η αλήθεια για τα γεγονότα της Μέσης Ανατολής. Αθήνα. Μαρτυρία αξιωματικού που συμμετείχε ενεργά στο κίνημα, με έντονη κριτική στην κυβέρνηση του Καΐρου.
  2. Συλλογικό. Μαρτυρίες Ελλήνων ναυτών 1941–1945. Έκδοση ΠΕΑΕΑ. Πρωτογενές υλικό από ναύτες που βίωσαν τον στασιασμό, τις συλλήψεις και τα στρατόπεδα κράτησης.
  3. Κουβέλης, Δημήτριος. Αναμνήσεις ενός στρατιώτη της Μέσης Ανατολής. Αθήνα. Προσωπική αφήγηση κατώτερου αξιωματικού, ιδιαίτερα χρήσιμη για την κοινωνική διάσταση των γεγονότων.
  4. Προφορικές μαρτυρίες στο Αρχείο ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ: Καταγραφές αξιωματικών και οπλιτών με σαφή αντιφασιστικό προσανατολισμό.
  5. Περιοδικές εκδόσεις και χειρόγραφα στρατοπέδων κράτησης (Ερυθραία – Λιβύη), διάσπαρτα σε ιδιωτικά αρχεία.

Η αντιπαραβολή των δύο αυτών σωμάτων μαρτυριών επιτρέπει την πληρέστερη κατανόηση των γεγονότων, καθώς αναδεικνύει τόσο τη λογική της κρατικής εξουσίας όσο και την εμπειρία των στρατευμένων που αμφισβήτησαν τη νομιμότητά της.


Γραπτή μαρτυρία του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ (1916-1995), Εφέδρου Ανθυποπλοιάρχου και Πρώτου Μηχανικού της Κορβέττας ΑΠΟΣΤΟΛΗ το 1944. Αναδημοσίευστηκε στα τεύχη Απριλίου – Μαϊου 1984 του ελληνοαμερικανικού περιοδικού “Νέα Υόρκη”. Αλιεύσαμε το παραπάνω κείμενο από την ιστοσελίδα του Συλλόγο, Αποφοίτων Σχολής Ναυτικών Δοκίμων http://www.sa-snd.gr. Μαρτυρία δεν κρατά αποστάσεις από τις αντιμαχώμενες παρατάξεις (Βενιζελικοί – Προσκείμενοι στο ΕΑΜ). Δείτε την μαρτυρία εδώ που θα σας μεταφέρει στην εποχή του στασιασμού.

http://www.sa-snd.gr

Το στασιασμένο πλήρωμα του “Πίνδος”

Categories
2026 ΑΡΘΡΑ ΒΙΒΛΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ

Αγαπητοί φίλοι

Η διαφθορά, τα σκάνδαλα, όλα όσα πληγώνουν καθημερινά τον πολίτη έχουν δημιουργήσει ασφυκτικό περιβάλλον.

Δεν είναι όμως (δυστυχώς) θέμα που αφορά αποκλειστικά στην σύγχρονη εποχή!

Ο «Ανεξάρτητος» (η Δημοκρατική Εφημερίδα της Επανάστασης του 1821), το 1842 αναλύει, με πίκρα που δεν κρύβεται, τα ίδια προβλήματα στην κοινωνία της εποχής.

Δεν παραβαίνει μόνο τους νόμους η διαφθορά στην Δημόσια ζωή, την Δημοκρατία πληγώνει!   

Αυτό μας διδάσκει ο πρόγονος μου Π.Κ.Παντελή – Ανεξάρτητος αγωνιστής του Αγώνα, ο χαλκέντερος δημοσιογράφος που πάλεψε σκληρά στην εποχή του, για την Συνταγματική Τάξη και την δημοκρατία!*

Λ.ΒΑΖΑΙΟΣ (Aν.Γεν.Αρχίατρος ε.α.-Επ.Καθηγητής Ιατρικής)
*«Ανεξάρτητος η Δημοκρατική εφημερίδα της Επανάστασης του 1821» Εκδόσεις ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ  2018

 

Λίγα λόγια από εκείνα που είναι πάντα επίκαιρα Ο Παντελής Ανεξάρτητος μας στέλνει την ευχή του.

Την χρειαζόμαστε όσο τίποτε τις μέρες που ζούμε!

Πολέμησε την «πολυτέλεια» την ιδιωτική, που δεν συμβάδιζε με αντίστοιχη δημόσια και έτσι πληγωνόταν η ουσία της δημοκρατικής νομιμότητας. Αψήφησε τον κίνδυνο να γίνει
οπισθοδρομικός στηλιτεύοντας την ατομική πολυτέλεια. Χωρίς να το έχει ιδιαίτερα διδαχθεί τήρησε με απίστευτη συνέπεια τις πιο αυστηρές αρχές της αρχέτυπης Δημοκρατίας. Οι παρεκτροπές στην διαχείριση των κοινών από τους πάσης φύσεως άρχοντες δεν ήταν κοινωνικά ελαττώματα, δεν ήταν αδικήματα κάποιου δικαίου ποινικού η αστικού, ήταν δημοκρατικά ελλείμματα.

Ζήτησε με επιμονή την τήρηση της ισονομίας των πολιτών και την αυστηρή τήρηση των Συνταγματικών επιταγών. Αυτές ήταν το «Ευαγγέλιο» του.

Προχωρώντας περισσότερο ο Παντελής Ανεξάρτητος, ο πιστός χριστιανός, δεν μιλά ποτέγια αμαρτίες των ανθρώπων της εξουσίας, αναγνωρίζει και παλεύει μόνο με δημοκρατικά ελλείμματα, με τα συνειδητά εγκλήματα κατά της Δημοκρατίας και της Πατρίδας. Οι αμαρτίες μπορεί να συγχωρεθούν από τους ανθρώπους της εκκλησίας για τα δημοκρατικά ολισθήματα όμως μόνο η ιστορία έχει λόγο και ο λαός που τα υφίσταται.

Με το ένστικτο του περισσότερο, κατάλαβε πως οι «άλλοι Ευρωπαίοι» είχαν κατασκευάσει ένα μύθο φωτεινό για τις σκοτεινές τους ρίζες. Μιλώντας πάντα για τους «λοιπούς
Ευρωπαίους», δεν διανοήθηκε ποτέ καμία αμφισβήτηση της ευρωπαϊκότητας του και μάλιστα πρώτης γραμμής! Ο «μύθος» των λοιπών Ευρωπαίων έλεγε πως η σοφία, η γνώση, και η ομορφιά της αρχαίας παράδοσης και κληρονομιάς, ανήκουν σε όλους λαούς της Ευρώπης, γιατί αυτοί που τα έφτιαξαν δεν υπάρχουν πια, δεν υπάρχει καμία συνέχεια τους και έτσι μπορούσαν να τα κάνουν δικά τους, να τα λατρέψουν, να χτίσουν πάνω τους δικό τους πολιτισμό. Διεκδικούσαν ιδιοκτησία όλων αυτών, με ιταμό τρόπο και αυτό
εξαγρίωνε τον Ανεξάρτητο.

Χωρίς «μύθους» καταγωγής δεν ζουν οι άνθρωποι. Οι φιλέλληνες τον δικό τους μύθο αναζητούσαν, όταν και όσοι αγωνίστηκαν για την δική μας Ανεξαρτησία. Η Ελλάδα τους πρόσφερε τον μύθο. Ο Ανεξάρτητος όμως τον διεκδίκησε, διεκδίκησε την ιδιοκτησία της
Αρχαίας κληρονομιάς, για τον εαυτό του, τους σύγχρονους του και για εμάς τους επερχόμενους στο πρωτόγονο πιεστήριο της εφημερίδας στην Ύδρα του 1827, αργότερα στην Αθήνα και σε όλη την ταραγμένη ζωή του.

Γι ‘αυτό ήταν θυμωμένος, γι ‘αυτό ταίριασε με τον Καποδίστρια, αυτός ο επώνυμος Υδραίος.

Γι ‘αυτό και για άλλα πολλά μίλησε με τους αναγνώστες και τους φανταστικούς συνομιλητές του για τον «εξ ίσου πατριωτισμό». Γι ‘αυτό δεν μίλησε με τους Βαυαρούς, ούτε με τους οτζαμπάσηδες, ούτε με τους Φαναριώτες. Πίστευε πως είναι υποθήκευση του μέλλοντος η άρνηση του παρελθόντος και της ιστορίας του.

Διεκδίκησε την κληρονομιά και την ιστορική συνέχεια στα κείμενα του Ανεξάρτητου μεταφέροντας χωρία των Αρχαίων συγγραφέων, Ελλήνων, λιγότερο Ρωμαίων και Βυζαντινών. Δεν βρίσκονται τα κείμενα της Αρχαίας Γραμματείας εκεί διακοσμητικά, με το
συνηθισμένο «τουριστικό» πνεύμα επίδειξης γνώσεων.

Προσθήκη περισσότερων στοιχείων, για την
εφημερίδα και τον εκδότη της, από τον επιμελητή της
ανάρτησης.

Ο Παντελής Κ. Παντελή υπήρξε εκδότης της εφημερίδας «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος», μίας από τις πρώιμες και πιο σημαντικές εφημερίδες στη νεότερη Ελλάδα μετά το 1821. Παντελής Κ. Παντελή ήταν Υδραίος ναυτικός, δημοσιογράφος και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε εκδότης, τυπογράφος, συντάκτης και σχολιαστής της εφημερίδας Ανεξάρτητος, μιας από τις πρώτες ιδιωτικές εφημερίδες στην Ελλάδα εκείνης της εποχής. Η εφημερίδα εξέφραζε δημοκρατικές και αντιπολιτευτικές απόψεις, με έντονη κριτική κατά των κοτζαμπάσηδων, των Φαναριωτών και της βαυαρικής κυριαρχίας στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση. Λόγω της πολιτικής του αρθρογραφίας υπήρξε αντικείμενο διώξεων και λογοκρισίας από τις αρχές της εποχής, γεγονός που τον κατέστησε πρωτοπόρο στην πάλη για την ελευθερία του Τύπου στη χώρα. Σε τέτοιοβαθμό συνέδεσε το όνομά του με την εφημερίδα, ώστε σε κάποια φάση άλλαξε το οικογενειακό επώνυμό από …Παντελή…. σε Ανεξάρτητος.

Η εφημερίδα «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος» κυκλοφόρησε αρχικά το 1827–1828 στην Ύδρα, σημειώνοντας συνολικά 40 τεύχη στην πρώτη περίοδο κυκλοφορίας. Αργότερα η έκδοση συνεχίστηκε ως «Ανεξάρτητος», με διαλείμματα, έως το 1858 στην Αθήνα.* Ήταν η μόνη εφημερίδα από ιδιώτη εκδότη σε μια περίοδο όπου οι περισσότερες εκδόσεις ήταν είτε επίσημα όργανα της κυβέρνησης είτε διακόπτονταν λόγω πολεμικών και πολιτικών συγκυριών.

*Η οικογένεια Ανεξαρτήτου συνέχισε την παράδοση εκδίδοντας την Εφημερίδα «ΛΑΟΣ» και μετέχοντας ενεργά στην πολιτική ζωή της χώρας».**

**«Οι Εφημερίδες των Ανεξαρτήτων»
Λ.Βαζαίος (Απροσδόκητες Μέρες-Απόκρημνα Χρόνια» –Εκδόσεις Μένανδρος 2022)

Επιμέλεια Ανάρτησης : Αργύρης Τασιόπουλος